Wednesday, 26 May 2010

Σοσιαλισμός (I)

Την Κυριακή πεθαίνει ο φασισμός
Δευτέρα, σοσιαλισμός!
[Προεκλογικό σύνθημα της δεκαετίας του ‘70]

Είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια,
ο βοριάς θα τα κάνει συντρίμμια, κομμάτια.
[λαϊκό τραγούδι]

Το καράβι που ταξιδεύουμε το λένε Α/Γ ΩΝΙΑ.
[Γιώργος Σεφέρης]

«Οι παππούδες μας γνώρισαν τον εμφύλιο πόλεμο και την πείνα της δεκαετίας του ΄40. Οι γονείς μας έκτισαν τη δημοκρατία. Κι εμείς οι κακομαθημένοι νέοι Ισπανοί, παιδιά της ελευθερίας και του πλούτου, πρέπει να υψώσουμε το ηθικό μας ανάστημα για να αντιμετωπίσουμε τη μεγάλη κρίση».
Χαβιέρ Θέρκας, Ισπανός (Καταλανός) συγγραφέας

Πρόσεχε τις πένες για να έχεις λίρες
[Αγγλική παροιμία]

Ο Θεός έδωσε σε κάθε άνθρωπο ένα στόμα – και δύο χέρια.
[Παλιά παροιμία]

Δουλεύοντας συλλογικά, αποδίδουμε όλοι περισσότερο.
[Αρχιμουσικός – απόδοση κατά προσέγγιση]

Δεν μας τρομάζουν τα νέα μέτρα...
[Λουκιανός Κηλαηδόνης]


Α. ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ
Έγινε αρκετός λόγος πριν λίγο καιρό για το αν τα νέα μέτρα συμβαδίζουν με την φυσιογνωμία του ΠΑΣΟΚ που είναι (λέει) ο σοσιαλισμός. Το παρόν κείμενο έχει σαν σκοπό να συμβάλει σ’ αυτόν τον διάλογο, κατά βάση ανακυκλώνοντας (για να είμαστε και μέσα στην πράσινη ανάπτυξη!) διάφορα που έχουν γραφτεί σε αυτές τις σελίδες, αλλά και προσθέτοντας και μερικές καινούριες σκέψεις. Θα δημοσιευτεί σε τρεις συνέχειες (φίλε/η αναγνώστη/τρια, καλό κουράγιο!)

Δεν είμαι φιλόσοφος ή πολιτικός επιστήμονας για να έχω εμπεριστατωμένη άποψη για το τι είναι σοσιαλισμός. Γι αυτό θα μιλήσω απλά. (Κι ίσως και οι ειδικευμένοι θεωρητικοί να μην έχουν καταλήξει σε μονοκόμματα συμπεράσματα, αλλά τώρα με τέτοια θ’ ασχολούμαστε;) Θα έλεγα ότι το πρακτικό νόημα του σοσιαλισμού συνοψίζεται (κατ’ εμέ) στην έννοια «πλατιά ευημερία». Ευημερία, ώστε το βιοτικό επίπεδο να βελτιώνεται διαρκώς, και να είναι καλό με διεθνείς συγκρίσεις. Πλατιά, ώστε το επίπεδο αυτό ευημερίας να διαχέεται όσο το δυνατόν περισσότερο και πιο ομοιόμορφα σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Ως εδώ ίσως δεν εγείρονται πολλές αντιρρήσεις.

Αλλά: Η πλατιά αυτή ευημερία πρέπει να εδράζεται σε δύο βασικές προϋποθέσεις:

- Να είναι πραγματική και όχι επίπλαστη. Η ευημερία πρέπει να βρίσκεται μέσα στις δυνατότητες και αντοχές της οικονομίας, να συμβαδίζει με, και όχι να αντιστρατεύεται, την ισχυρή οικονομία. Αυτή η αρχή έχει μία σειρά επιπτώσεις: Η ευημερία πρέπει να είναι τέτοια που να αφήνει περιθώρια στην οικονομία να είναι διεθνώς ανταγωνιστική – αυτό σημαίνει κυρίως χαμηλό κόστος και υψηλή ποιότητα προϊόντων και υπηρεσιών. Επίσης, να βρίσκεται μέσα στα όρια που διαγράφουν οι δυνατότητές μας – αυτό σημαίνει να μην βασίζεται σε δανεικά, εσωτερικά (δημόσια ή ιδιωτικά) ή εξωτερικά (εξωτερικό έλλειμμα).

- Να έχει διάρκεια στον χρόνο, εξασφαλίζοντας βιώσιμη ανάπτυξη και ευημερία. Αυτό κυρίως σημαίνει ότι η κατανάλωση, δημόσια και ιδιωτική, δεν πρέπει να γίνεται εις βάρος της αποταμίευσης και της επένδυσης.

Από την Μεταπολίτευση και εδώ, η Ελλάδα έχει κάνει αναμφισβήτητα και σημαντικά βήματα προόδου σε όλα τα επίπεδα, πολιτικής, κοινωνικής, και υλικής. Όμως, έχοντας πλέον μπει στον δεύτερο μεταπολιτευτικό κύκλο, μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι νέες προκλήσεις έχουν αναφυεί που θέτουν υπό πίεση ή ακόμα και υπό αίρεση πολλές από αυτές τις κατακτήσεις. Ειδικότερα στον τομέα της υλικής προόδου, με την κρίση στα δημόσια οικονομικά, με την ύφεση, με τα εξωτερικά ελλείμματα, την αποβιομηχάνιση, την έλλειψη επενδύσεων και φυγή δραστηριοτήτων προς Βαλκάνια και αλλού, με την γενιά των 700 ευρώ (και αν) προ των πυλών, με το μέλλον των νέων γενεών τόσο υποθηκευμένο καθώς θα κληθούν να αποπληρώσουν τα χρέη και τους τόκους των σημερινών, με την ακρίβεια και την πίεση που υφίσταντο οι μεσαίες τάξεις ακόμα και πριν τα πρόσφατα μέτρα, με την προϊούσα ανισοκατανομή του εισοδήματος και την νέα φτώχεια, βλέπουμε πόσο σαθρά ήταν τα θεμέλια της μεταπολιτευτικής ευημερίας. Τα δύο παραπάνω κριτήρια σε μεγάλο βαθμό δεν ικανοποιούνται, κάνοντας την ευημερία να φαντάζει επίπλαστη, και το πισωγύρισμα να φαίνεται σαν πιθανό (το πιθανότερο;) σενάριο. Ο σοσιαλισμός που επικαλέστηκαν κάποιοι στην Βουλή φαντάζει σαν πικρόχολο αστείο.


Η ελληνική κοινωνία και η ευρύτερη ηγεσία της δεν αντιλήφθηκαν ότι η ατζέντα της μεταπολίτευσης βαθμιαία άλλαζε – «ανεπαισθήτως» όπως λέει και ο ποιητής. Νέα ζητήματα προστέθηκαν πλάι στα παλιά: Θεσμικός αλλά και κοινωνικός εκσυγχρονισμός, παραγωγική αναδιάρθρωση, προστασία του περιβάλλοντος, ριζική ανακαίνιση του κράτους, διαχείριση της παγκοσμιοποίησης και της μετανάστευσης. ‘Ετσι, μείναμε πίσω σε όλα αυτά και άλλα, όπως πολύ περιεκτικά τα απαρίθμησε η Ελίζα Παπαδάκη στα ΝΕΑ της 24/3. Σαν επιστέγασμα όλων των παραπάνω, της αναιμικής οικονομίας που πιέζει το κράτος να λύσει όλα της τα προβλήματα, και της φαυλότητας σε όλες της τις εκφάνσεις, έρχεται η κακή κατάσταση των δημοσιονομικών. Το συσσωρευμένο χρέος αποτελεί πολλαπλή αστοχία: Διότι θέτει σε κίνδυνο την βιωσιμότητα τους κράτους και ευρύτερα του οικονομικού συστήματος, γιατί αποστερεί την οικονομία από παραγωγικούς πόρους που θα έπρεπε να πηγαίνουν σε επενδύσεις, γιατί βάζει θηλιά στις μελλοντικές γενιές, γιατί σπαταλάει τους πόρους της χώρας σε τόκους, γιατί αποτελεί όχημα για μεγαλύτερη ανισοκατανομή του πλούτου καθώς οι (ήδη πλούσιοι επενδυτές σε αυτό) εισπράττουν επιπλέον τόκους.

Ειδικά τα τελευταία χρόνια φαίνεται να έγινε ένα τεράστιο βήμα προς τα πίσω, το οποίο εγείρει ανάλογης σημασίας ερωτήματα. Γιατί η ελληνική κοινωνία επέλεξε να την διοικήσει τα προηγούμενα πεντέμισυ χρόνια κάποιος του οποίου το μόνο αποδεδειγμένο προσόν ήταν οι ρητορικές κορώνες εναντίον της διαφθοράς μεταξύ τυρού και τζατζικίου (που έχει αντικαταστήσει το αχλάδι στα ψητοπωλεία); Υπάρχει βέβαια η απάντηση ότι ο ελληνικός λαός εξαπατήθηκε, ότι άλλο ψήφισε το 2004 (τους σταυροφόρους εναντίον της διαφθοράς) και άλλο του βγήκε (οι σταυροφόροι της διαφθοράς). Ϊσως υπάρχει δόση αλήθειας σε αυτό, όμως δεν μου φαίνεται πειστική σαν εξήγηση, δεν νομίζω ότι πάει αρκετά βαθιά στο πρόβλημα – μου φαίνεται πιο φυσικό να υποστηρίξω ότι η ελληνική κοινωνία αφέθηκε (κυρίως) να εξαπατηθεί. Έτσι, ο ερώτημα παραμένει – γιατί εκδιώχθηκε ο ένας άνθρωπος (Κώστας Σημίτης) που πιστεύω πάσχισε πραγματικά για την χώρα, για να έρθει κάποιος αν μη τι άλλο τελείως αδοκίμαστος. Ομολογώ ότι αυτό αποτέλεσε για μένα ένα βασανιστικό ερώτημα επί αρκετό καιρό. Ώσπου κατέληξα σε ένα ερμηνευτικό σχήμα το οποίο προτείνω: Μία εκλογική αλλαγή γίνεται στην βάση δύο γενικά αλλαγών/επιλογών, ιδεολογικής επιλογής και επιλογής ομάδας - οι «απ’ έξω» κάποια στιγμή συνασπίζονται γύρω από τον εναλλακτικό πόλο με την ελπίδα κάποια στιγμή να έρθουν στα πράγματα και να φάνε από την πίτα της εξουσίας. Κάπως κυνική η άποψη, αλλά και η άποξη ότι οι πολίτες διαλέγουν με μόνο αγνά ιδεολογικά κίνητρα φαίνεται πολύ ωραιοπημένη ή και αφελής. Η δημοκρατία έχει αυτές τις ατέλειες, αυτά είναι γνωστά πράγματα. (Σαν είδος «σοβαρού καλαμπουριού», δεν μπορώ να μην αναφέρω το παράδειγμα μίας ομάδας πιθήκων σε κάποιο υψίπεδο της Αφρικής – ξεχνάω όνομα. Για κάποιους λόγους που σχετίζονται με την εξέλιξη της ομάδας, ο γερότερος αρσενικός έχει στην διάθεσή του όλες τις θηλυκές της ομάδας. Οι άλλοι αρσενικοί, γιοκ. Καθώς περνάει ο καιρός, οι «απ’ έξω» συνασπίζονται εναντίον του κυρίαρχου αρσενικού. Ο τελευταίος αποκρούει τις επιβουλές εναντίον του όσο αντέχει, όσο βρίσκεται στην ακμή της δύναμής του, αλλά κάποια στιγμή αδήριτα χάνει. Ο αρχηγός των «ατάκτων» παίρνει αυτός την εξουσία. Αρχικά επιτρέπει πλήρη ελευθερία σε όλους τους άλλους αρσενικούς, μερτικό δηλαδή από την εξουσία, αλλά με τον καιρό επανέρχεται το καθεστώς της πλήρους μονοκρατορίας. Και ούτω καθ’ εξής. Η εξελικτική βιολογία προσφέρει πολλά παραδείγματα που μπορούν να συμβάλλουν στην κατανόηση της συμπεριφοράς του ανθρώπινου ζώου, γι αυτό και μελετάται προσεκτικά από τις άλλες κοινωνικές επιστήμες. Στην παραπάνω περίπτωση, αυτή η συμπεριφορά συμβάλλει ώστε μόνο τα γονίδια του ισχυρότερου αρσενικού να διαιωνίζονται, και αυτό συμβάλλει με την σειρά του στην ισχυροποίηση της ομάδας. Δεν σας θυμίζει όμως κάτι και από τον εκλογικό ανταγωνισμό στις ανθρώπινες κοινωνίες;). Η θέση μου εδώ είναι η εξής: Στην περίπτωση του 2004, πέρα από τις (όποιες) ιδεολογικές διαφορές και τις κομματικές ομαδοποιήσεις, έπαιξε ρόλο και ένας τρίτος παράγοντας, δηλαδή ο Κώστας Σημίτης και οι συν αυτώ καλούσαν την Ελλάδα να αλλάξει για να προχωρήσει, αλλά έβρισκαν αντιδράσεις. Όσοι δεν ήθελαν να αλλάξουν συνασπίσθηκαν εναντίον του υπό το πρόσχημα της πολιτικής αλλαγής, αυτή είναι η πικρή αλήθεια (κατά την άποψή μου). Δεν ήταν μόνο η ιδεολογική ούτε η συνηθισμένη ποδοσφαιρικού τύπου αντιπαράθεση (Πράσινοι-Βένετοι, Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός) μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, αλλά οι επικείμενες αλλαγές σφυρηλάτησαν τους δεσμούς μεταξύ αυτών που αντιδρούσαν.

Στην μέση δε όσων ήθελαν να προχωρήσουν στον εκσυγχρονισμό της χώρας και όσων αντιστάθηκαν, μοιραίο και άβουλο, το «βαθέον ΠΑΣΟΚ» (ή μήπως αβυσσαλέον;) στάθηκε ανίκανο να συλλάβει το στίγμα των καιρών (ή μήπως είχε βολευτεί κιόλας;), υπονόμευσε τις κυβερνήσεις Σημίτη, και έτσι φέρει έμμεσα ευθύνη για την σημερινή κατάσταση. Ο Σημίτης «μετράει» επιτυχίες (ΟΝΕ, Κύπρος στην Ευρώπη, εξάρθρωση της 17Ν, μεγάλα έργα, Ολυμπιακοί) η καθεμία των οποίων από μόνη της θα καθιέρωνε έναν πρωθυπουργό. Σιγά-σιγά δε, αν αφηνόταν, θα προχωρούσε και ασφαλιστικό, αναδιοργάνωση του κράτους, κλπ, που εγκαίρως θα απέτρεπαν τον σημερινό εφιάλτη. Δεν λογάριασε όμως τους ακούραστους θεματοφύλακες του σοσιαλισμού τύπου Άκη Τσοχατζόπουλου, ο οποίος δήλωσε (εκ των υστέρων) για τον ασφαλιστικό νόμο Γιαννίτση (του ‘99 νομίζω, που αποσύρθηκε) πως «τραυμάτισε την σχέση του ΠΑΣΟΚ με την κοινωνία» - και απήλθε νυμφευόμενος εις Παρισίους για να την ξε-τραυματίσει. Τα παιδιά του ΕΑΜ και η γενιά του αντιδικτατορικού αγώνα έφτασαν να υπερασπίζονται την Ελλάδα της υπερφίαλης κατανάλωσης, του υδροκέφαλου κράτους, της συντεχνίας και της διαφθοράς. (Αναφερόμενος στις προκλήσεις του νέου μεταπολιτευτικού κύκλου που λέγαμε παραπάνω, μπορεί κανείς να συνοψίσει λίγο πικρόχολα πως χορτάσαμε, και όλα δυσκόλεψαν.)

Εδώ τώρα δεν μπορούμε να μην σταθούμε και στην Αριστερά, εξίσου παραζαλισμένη όπως όλοι από το κακό που μας βρήκε, και μπροστάρισσα στην σύγχυση που μαστίζει την ελληνική κοινωνία αυτή την δύσκολη ώρα. Μία Αριστερά που βρωμίζει το πηγάδι απ’ όπου όλοι ξεδιψάμε με το νερό της δημοκρατίας (με τις δηλώσεις του εκπροσώπου του ΚΚΕ περί μη σεβασμού του Συντάγματος), που καπηλεύεται μνημεία που η ιστορία και η ανθρωπότητα μας εμπιστεύτηκαν να προστατεύουμε και να σεβόμαστε βάζοντάς τα πάνω από τα δικά μας και τα τωρινά μας, και που κλωτσάει την καρδάρα απ’ όπου πίνουμε όλοι γάλα όταν δυσφημίζει τον ελληνικό τουρισμό. Πάνω απ’ όλα, την αριστερά που δεν αντιλαμβάνεται πως το «πρόβλημα» της Ελλάδας (είτε γενικευμένη φαυλότητα λέγεται αυτό, είτε έλλειμμα ανταγωνισμού) δεν είναι θέμα πέντε-δέκα καρχαριών που «τα έφαγαν» (αν και ασφαλώς υπάρχουν και αυτοί), αλλά διατρέχει οριζοντίως και καθέτως την κοινωνία. Την αριστερά που δεν αντιλαμβάνεται πως έφτασε τέλος εποχής, χρειαζόμαστε γενική αλλαγή συμπεριφοράς προκειμένου να επιβιώσουμε σαν χώρα στις νέες συνθήκες του παγκοσμιοποιημένου ανταγωνισμού. Την αριστερά που δεν αντιλαμβάνεται επίσης ότι από την προϊούσα παρακμή και περιθωριοποίηση της χώρας δεν πρόκειται να βγει κανείς ωφελημένος, και πολύ περισσότερο οι οικονομικά ασθενέστεροι. Την αριστερά που θα έπρεπε να προβάλλει διεκδικήσεις με προοπτική, όχι αδιέξοδες, και παράλληλα με αυτές να εμψυχώνει την κοινωνία, να της εμπνέει κουράγιο και την πεποίθηση ότι έχουμε τις δυνάμεις να βγούμε πέρα, όχι να ενισχύει τον τυφλό θυμό και την απελπισία. Να της εμπνεύσει, πάνω απ’ όλα, πίστη στον εαυτό της.

Θα ρωτήσει κανείς, γιατί τα βάζεις μόνο με την αριστερά, και όχι ας πούμε με τον ΛΑΟΣ ή την ΝΔ. Η ΝΔ του κ. Σαμαρά αρχίζει όντως να αναδεικνύεται σε μεγάλη απογοήτευση, αλλά με τον ΛΑΟΣ πώς να απογοητευτεί κανείς – να απογοητευτείς από την αρκούδα επειδή είναι αρκούδα; Η αριστερά όμως, της οποίες οι μεγάλες αξίες, αλλά και η ιστορία και αυτοθυσία, ενέπνεαν και συνεχίζουν να εμπνέουν ακόμα και όσους από μας δεν υπήρξαμε ποτέ ταγμένοι εκεί, ναι, νομίζω ότι αναδεικνύεται σαφώς κατώτερη των περιστάσεων και των προσδοκιών. Της αναγνωρίζουμε το μεγάλο ελαφρυντικό ότι οι συνθήκες είναι πρωτόγνωρες. Αλλά εδώ είναι που αναδεικνύονται οι πραγματικές ηγεσίες, και η αριστερά με μία κοινωνικά συνειδητοποιημενη αλλά και υπεύθυνη στάση θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να αυξήσει την επιρροή της. Και μέσα στην άναρθρη κραυγή που βγαίνει από το σύνολο της αριστεράς (με τις φωτεινές της εξαιρέσεις), χάνεται το ένα αληθινό και βασικό μήνυμα που έπρεπε να εκπέμπεται, πως δηλαδή τα μέτρα είναι άδικα και μονόπλευρα καθώς χτυπούν περισσότερο τους μισθωτούς και τους μικρομεσαίους. Το επισήμανε κατηγορηματικά και ο Κώστας Σημίτης (συνέντευξη στο ΒΗΜΑ της Κυριακής 16 Μαΐου), που η αριστερά τόσο έχει λοιδωρήσει. Το μόνο αριστερό μήνυμα με προοπτική και κατανόηση των συνθηκών είναι ότι τα μέτρα είναι μεν απαραίτητα αλλά πρέπει να συνοδευτούν και από επισταμένη, οργανωμένη προσπάθεια καταστολής της φοροδιαφυγής για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης αλλά και εισπρακτικούς, και περιστολής των δημοσίων δαπανών ώστε να έχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα. Εκεί έπρεπε (κατά την άποψή μου) να εστιάζεται η κριτική της αριστεράς.

Ζούμε δύσκολες στιγμές, οι οποίες δεν γίνονται ευκολότερες από την σύγχυση, την έλλειψη κατανόησης των συνθηκών, την άρνηση να δούμε τα πράγματα όπως έχουν χωρίς να εθελοτυφλούμε, και βέβαια τις προσωπικές στρατηγικές, το «κάνουμε όπως βρούμε» μπροστά στον κίνδυνο. Έτσι, η μεγαλύτερη ζημιά ίσως τείνει να προξενείται από τους υποκειμενικούς και όχι τους αντικειμενικούς παράγοντες. Ο παραλληλισμός εδώ είναι με το αυτοκίνητο που χάλασε και μας άφησε στο δρόμο – ο αντικειμενικός παράγοντας. Τι κάνει ο νηφάλιος άνθρωπος; Καταστρώνει ένα πρόγραμμα αντιμετώπισης (τηλέφωνο στην βοήθεια, αναδιάρθρωση του προγράμματος) ώστε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα και ελαχιστοποιήσει την συνολική ζημιά. Τι κάνει ο πανικόβλητος και συγχυσμένος; Κλωτσάει και χτυπάει το αυτοκίνητο (ή απεργεί και διαδηλώνει, αν θέλετε), μεγαλώνοντας το πρόβλημα. Εδώ, η ζημιά μεγεθύνεται από τον υποκειμενικό παράγοντα της σύγχυσης και του πανικού και την έλλειψη οργανωμένης στρατηγικής αντιμετώπισης του προβλήματος. Με το «έλλειψη οργανωμένης στρατηγικής» δεν αναφέρομαι στην κυβέρνηση που προσπαθεί όσο μπορεί (και δυό φορές ακόμα, σε μερικές περιπτώσεις), αναφέρομαι στην κοινωνία της οποίας ναι μεν ένα μεγάλο κομμάτι έχει αποδεχτεί το πρόβλημα και την λύση του, ένα άλλο όμως κομμάτι συμπεριφέρεται αυτοκαταστροφικά.

Το αλαλούμ τέλος συμπληρώνεται από τις κραυγές και τους ψιθύρους μίας κοινωνίας εν βρασμώ ψυχής. Κραυγές ισοπεδωτικής γενίκευσης από την μία μεριά ενάντια στους (θεωρούμενους) συλλήβδην διεφθαρμένους πολιτικούς (και την Βουλή), τους μεγαλο-καρχαρίες, όσους «τα φάγανε» ή τα έπιασαν, γενικά ενάντια σε ό,τι ...κινείται. Κραυγές που ενισχύονται από την χρόνια ατιμωρησία των πάντων. Κραυγές που ζητούν αίμα (μεταφορικά) μέσα από διαδικασίες «παραδειγματικής» τιμωρίας. Ψίθυροι και διαδόσεις που σκοπεύουν, και ίσως αρκούν δυστυχώς, για να κηλιδώσουν υπολήψεις. Όμως η «παραδειγματική» δικαιοσύνη δεν συνιστά δικαιοσύνη, δικαιοσύνη σημαίνει η τιμωρία να είναι αυτή που προβλέπεται, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο, βασισμένη σε αποδεικτικά στοιχεία, μέσα από αδιάβλητες διαδικασίες που προστατεύουν και το δίκαιο του κατηγορουμένου. Οι δε ψίθυροι οδηγούν σε καταστάσεις σαν αυτές των ρωμαϊκών προγραφών, όπου αρκούσε κάτι να ειπωθεί (χωρίς αποδείξεις) για κάποιον για να τελειώσει εκεί η καριέρα του και πολλές φορές και η ζωή του. Αυτές όμως είναι διαλυτικές καταστάσεις από τις οποίες δεν μένει τίποτα όρθιο, γι αυτό και θεσπίστηκε η αρχή ότι καθένας είναι αθώος μέχρις αποδείξεως του εναντίου. Μία κοινωνία που σέβεται τον εαυτό της οφείλει να σεβαστεί απόλυτα και τις δύο αυτές αρχές, ότι δεν υπάρχει «παραδειγματική δικαιοσύνη» και ότι όλα οφείλουν να αποφασίζονται μέσα από διαφανείς διαδικασίες και με αποδείξεις. Γενικά βρισκόμαστε σε μία δύσκολη συγκυρία (και όσον αφορά αυτό τον τομέα.). Υπερβολική διστακτικότητα στην διερεύνηση και απονομή δικαιοσύνης θα δώσει ώθηση στις γνωστές αμφιβολίες ότι όλα στο τέλος συγκαλύπτονται, όμως και υπερβάλλων ζήλος μπορεί να καταλήξει σε κυνήγι μαγισσών και να δυναμιτίσει την (όποια) διακομματική συναίνεση.

Και μέσα στην φασαρία χάνεται το γεγονός ότι ο ελληνικός έχει δείξει ωριμότητα, ότι έχει κατανοήσει ότι η δύσκολη θέση στην οποία έχουμε περιέλθει είναι προϊόν δικών μας συμπεριφορών και μόνο, και να δεχθεί (παρά τις αντιδράσεις) λύσεις ανήκουστες για τον δυτικό κόσμο. Ίσως (δυστυχώς) αυτές οι λύσεις να ακολουθηθούν και από άλλες χώρες. Όμως η ωριμότητα αυτή του ελληνικού λαού έπρεπε να προβάλλεται περισσότερο και διεθνώς. Και μας κάνει τελικά αισιόδοξους. Νομίζω ότι αυτήν την δύσκολη ώρα επαληθεύεται το κλισέ (δικής μου επινοήσεως) ότι ο ελληνικός λαός είναι στις καλύτερές του όταν δεν υπάρχει πλέον ελπίδα, όταν όλα τα περιθώρια έχουν πλέον εξαντληθεί. (Δυστυχώς κάνουμε ό,τι μπορούμε για να φτάνουμε σε αυτό το «σημείο μηδέν» συμπεριφερόμενοι αυτοκαταστροφικά - βλ. π.χ. εκδίωξη Σημίτη και έλευση Καραμανλή του νεότερου – έτσι, για να αποκτάει και η ζωή λίγο ενδιαφέρον.) Παρ’ όλα’ αυτά, δηλώνω αισιόδοξος. Θα βγούμε πέρα. (Ήδη, η εκτέλεση του προϋπολογισμού πάει πολύ καλά.) Στο κάτω-κάτω της γραφής, η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει! Αυτό δεν είναι σύνθημα για χαλάρωση, είναι σύνθημα για να εντείνουμε τις προσπάθειες στηριζόμενοι στην πεποίθηση ότι μας περιμένει ένα καλύτερο αύριο. Ένα αύριο που εμείς οι ίδιοι φτιάχνουμε.

Wednesday, 28 April 2010

ΔΣΑ

«Εδώ πρέπει να προσθέσουμε ότι η ανατροφή ενός ανώτερου στρώματος αυτοτελώς σκεπτόμενων, απτόητων ανθρώπων, που αγωνίζονται για την αλήθεια, θα έπρεπε να γίνεται με περισσότερη φροντίδα απότι ως τώρα, ώστε αυτοί να αναλαμβάνουν την καθοδήγηση των μη αυτοτελών μαζών.»
Σίγκμουντ Φρόυντ, Επίκαιρες Παρατηρήσεις για το πόλεμο και τον θάνατο (μέρος ΙΙΙ: Επιστολή του Φρόυντ προς τον Αϊνστάιν), εκδόσεις Επίκουρος 1998, μτφ. Λευτέρη Αναγνώστου, σ. 76

Στα ΝΕΑ της 22-4-10, στην στήλη ΓΝΩΜΗ, δημοσιεύτηκε ένα άρθρο του κ. Δ. Χ. Παξινού, προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (ΔΣΑ). Η επιστολή, ανάμεσα σε άλλες προέδρων των ΔΣ Θεσσαλονίκης και Πειραιά, φαίνεται ότι γράφτηκε με αφορμή την επιβολή ΦΠΑ στις δικηγορικές υπηρεσίες, ίσως και το επικείμενο άνοιγμα των επαγγελμάτων. Σπεύδω να προσθέσω ότι τον κ. Παξινό δεν γνώριζα ούτε κατ’ όνομα μέχρι να διαβάσω την επιστολή αυτή, δεν έχω δε οποιαδήποτε σχέση ή εκκρεμότητα μαζί του, προσωπική, επαγγελματική ή άλλη, ούτε με τον ΔΣΑ. Αλλά η επιστολή «φωνάζει» να σχολιαστεί για λόγους που θα γίνουν φανεροί στην συνέχεια. Αξίζει να παρατεθεί όλη:

Ο «Τιτανικός» έχει βυθιστεί, η ορχήστρα παιανίζει
«Δύσκολες συγκυρίες, δύσκολοι καιροί, με μία χώρα χρεοκοπημένη κυρίως ηθικά, και γι΄ αυτό τον λόγο η οικονομική ανάκαμψη θα πάρει χρόνια. Αυτή είναι η πραγματικότητα, που αποσιωπάται κυρίως από τους έχοντες και κατέχοντες την εξουσία με επικοινωνιακά (ακόμη) τερτίπια. Παράδειγμα η αποσιώπηση ότι η επιβολή ΦΠΑ στις δικηγορικές υπηρεσίες επιβαρύνει τον πολίτη και καθιστά δυσχερή την πρόσβασή του στη Δικαιοσύνη. Ετσι με δεδομένη τη διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας, από καταβολής του ελληνικού κράτους, στοχοποιούνται με ευκολία επαγγελματικοί κλάδοι, ως προνομιούχοι έναντι των υπολοίπων. Καθένας με τη σειρά του, μέχρις ότου εξαντληθεί το όλο σύστημα και εμείς μαζί του.

»Η Δικαιοσύνη αρνησιδικεί, ο πολίτης ταλαιπωρείται, ο δικηγόρος χειμάζεται και η κοινωνία αποδομείται.

»Ο εξαγγελθείς διάλογος είναι προσχηματικός, ουδείς γνωρίζει τι και από ποιον τεκταίνεται, υπουργοί αναζητούν παντί τρόπω την καλή τους βαθμολόγηση και η διαφθορά παραμένει η μόνη ακλόνητη. Ο «Τιτανικός» έχει βυθιστεί, η ορχήστρα παιανίζει, αλλά ουδείς το αντιλαμβάνεται γιατί τα σκέπασε όλα ο ωκεανός της σήψης.»


Ερώτημα πρώτον, προς τον/ην αναγνώστη/τρια: Βγάζετε συμπέρασμα; – ο γράφων πάντως δεν βγάζει. Το κείμενο είναι χωρίς ειρμό, χωρίς αρχή, μέση και τέλος, τα δε επί μέρους επιχειρήματά του δεν διαρθρώνονται κατά σαφή τρόπο. Στην ίδια στήλη, δημοσιεύτηκαν επίσης άρθρα των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Θες/νίκης κ. Λαμτζίδη (αν δεν κάνω λάθος) και Πειραιά (που δεν διάβασα). Το άρθρο του κ. Λαμτζίδη είχε σαφή δομή και ειρμό, στο οποίο, ακόμα και αν διαφωνούσε κανείς, έβλεπε τρία επιχειρήματα, Α, Β, Γ, από τα οποία προέκυπτε το Δ. Τέτοια ανάλυση δεν υπάρχει στο άρθρο του κ. Παξινού. Υπάρχουν ένα-δύο σημεία με τα οποία δύσκολα θα διαφωνήσει κανείς, δηλαδή τα περί αρνησιδικίας, και το ότι η επιβολή ΦΠΑ θα ακριβήνει και δυσχεράνει την προσφυγή στην Δικαιοσύνη. Όμως, υπάρχει πρώτα ο ουσιαστικός αντίλογος, ότι δηλαδή το ίδιο ισχύει και π.χ. με τις ιατρικές υπηρεσίες, η επιβολή ΦΠΑ θα τις ακριβήνει, και ότι πάνω από τον πραγματικό στόχο να έχουμε προσβάσιμες υπηρεσίες υπάρχει και ο γενικότερος στόχος να βάλουμε τάξη στα δημοσιονομικά μας χωρίς συντεχνιακού τύπου εξαιρέσεις. Αλλά το κυρίως επιχείρημα αυτού του σημειώματος είναι ότι αυτά τα δύο σωστά, έστω μερικώς, επιχειρήματα πνίγονται μέσα σε ένα κείμενο χωρίς ειρμό, όπου δεν αποσαφηνίζεται ποιό είναι το αίτιο και ποιό το αιτιατό, τι οδηγεί σε τι, τι «φταίει», και τελικά τι προτάσεις γίνονται. Για την ακρίβεια, δεν γίνονται προτάσεις, οι δικηγόροι δεν έχουν (επισήμως) θέσεις για την αρνησιδικία και το πως θα περιοριστεί. Αυτό (και άλλα) οδηγούν στην εντύπωση ότι το κείμενο δεν είναι παρά μία συντεχνιακού τύπου άμυνα. Και τέλος, θαυμάστε τις ισοπεδωτικές γενικολογίες περί σήψης, διαφθοράς και ηθικής χρεοκοπίας, την έλλειψη θέσεων για το πώς θα βγούμε από αυτό τον φαύλο κύκλο (αν είναι αλήθεια), αλλά κυρίως την έλλειψη κάθε αισιοδοξίας, κάθε αχτίδας βούλησης ότι μπορεί να, και για να, αναστραφεί η κατάσταση. Δηλαδή, στην θολούρα προστίθεται και η απαισιοδοξία, ενώ απαιτείται κυρίως η καλλιέργεια ψηλού ηθικού, η πεποίθηση ότι έχουμε τις δυνάμεις και τις γνώσεις για να αντιστρέψουμε την κατάσταση. Γεννιέται αναπόφευκτα η υποψία ότι όλη αυτή η σύγχυση και απαισιοδοξία καλλιεργούνται σκόπιμα, για να καλύψουν ίσως κάποιες συντεχνιακού τύπου θέσεις των δικηγόρων. Επιδίδεται δηλαδή ο κ. πρόεδρος του ΔΣΑ σε αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε εμπόριο της απελπισίας.

Όλ’ αυτά λέγονται διότι ο πρόεδρος του ΔΣΑ διαφέρει σημαντικά από π.χ. τον πρόεδρο των ηλεκτρολόγων, όποιος κι αν είναι ο πρόεδρος αυτού του συμπαθούς σωματείου. Ντε φάκτο, ο πρόεδρος του ΔΣΑ είναι εξέχον μέλος του νομικού πολιτισμού της χώρας, κάποιος που με ουσιαστικές θέσεις και παρεμβάσεις (ελπίζεται ότι) θα παίξει καταλυτικό ρόλο στο αλληλένδετο μέτωπο διαφάνεια - καταστατική διοίκηση – επιτάχυνση των ρυθμών απονομής δικαιοσύνης. Στέλεχος, εν τέλει, της ιθύνουσας τάξης της χώρας, μαζί με την φωτισμένη πρωτοπορία της πολιτικής, της δημοσιογραφίας, των επιχειρηματιών, των καθηγητών, κλπ, που μπορεί να καθοδηγήσει και ωθήσει την κοινωνία και την χώρα να μπεί σε μία αλλιώτικη πορεία. Αυτό δεν μπορεί βέβαια να γίνει με ασυνάρτητες παρεμβάσεις συντεχνιακού τύπου, που κρύβουν ένα-δύο αληθινούτσικα πράγματα ανάμεσα σε μπόλικη θολούρα, κάνοντας εμπόριο της απελπισίας, και αποφεύγοντας τις ουσιαστικές θέσεις. Κλείνουμε με μία πρόταση πολιτικής: Ο ΔΣΑ και οι άλλοι δικηγορικοί σύλλογοι μετατρέπονται σε νομικό επιμελητήριο, η ανάληψη της ηγεσίας του οποίου απαιτεί εκτός από «σωματειακή δράση» και επιστημονικά διαπιστευτήρια.

ΥΓ: Αυτό το σημείωμα μπορεί να διαβαστεί και σαν νεκρολογία για τον εκλιπόντα καθηγητή συνταγματολόγο Δημήτρη Τσάτσο, ο οποίος υπήρξε ο ακριβής αντίποδας του συγγραφέως του κειμένου που σχολιάζουμε: Εξέχουσα νομική διάνοια που με την δράση του και την γενναιότητά του, και ενάντια στην εξουσία, την αυθεντία και τα άνωθεν παραγγέλματα, στόχευε πάντα στην ανύψωση του γενικότερου επιπέδου της χώρας.

Saturday, 6 March 2010

Άγος

Ο Πρόεδρος της Βουλής κ. Φίλιππος Πετσάλνικος υπήρξε κατηγορηματικός. Xαρακτήρισε «άγος του παρελθόντος» τις μονιμοποιήσεις 232 υπαλλήλων της Βουλής και τις χρέωσε στον προκάτοχό του κ. Δ. Σιούφα. Διαβάζουμε αναλυτικά στο ΒΗΜΑ της 5ης Μαρτίου 2010 («Το φρένο στις προσλήψεις δεν ίσχυσε για τη Βουλή»):

«’Άγος του παρελθόντος’ χαρακτήρισε ο Πρόεδρος της Βουλής κ. Φ. Πετσάλνικος τις συνεχιζόμενες μονιμοποιήσεις υπαλλήλων στις υπηρεσίες του Κοινοβουλίου όπου, τους τελευταίους μήνες, προστέθηκαν στο ήδη πολυπληθές και υπεράριθμο προσωπικό άλλα 232 άτομα.
»Οπως εξήγησε ο κ. Πετσάλνικος, πρόκειται για εφαρμογή απόφασης που ελήφθη τον Ιούνιο του 2008 επί προεδρίας του προκατόχου του κ. Δ. Σιούφα και η οποία όριζε ότι αποκτούσαν δικαίωμα μονιμοποίησης όσοι προσελήφθησαν ως τη διάλυση της τελευταίας Βουλής, ως μετακλητοί, στα γραφεία τόσο των κοινοβουλευτικών ομάδων των κομμάτων όσο και των κοινοβουλευτικών αξιωματούχων (μέλη Προεδρείου και αρχηγοί κομμάτων).
»Το «δικαίωμα» αυτό, το οποίο απέκτησαν ακόμη και πρόσωπα που προσελήφθησαν λίγες ημέρες πριν από τις τελευταίες εκλογές, μπορούσαν να το ασκήσουν, υποβάλλοντας απλώς μια αίτηση, ως και τρεις μήνες από την έναρξη της νέας κοινοβουλευτικής περιόδου, δηλαδή ως τις αρχές του περασμένου Ιανουαρίου. Στο πλαίσιο αυτό, τις τελευταίες ημέρες, το Υπηρεσιακό Συμβούλιο της Βουλής εγκρίνει μαζικά σχετικές αιτήσεις που έχουν υποβληθεί, και στις υπηρεσίες εμφανίζονται νέα πρόσωπα που ορκίζονται και αποκτούν την ιδιότητα του μονίμου υπαλλήλου, ανεβάζοντας στα ύψη το ήδη υπεράριθμο προσωπικό.
»Ο κ. Πετσάλνικος δήλωσε αδυναμία να «παγώσει» τις διαδικασίες αυτές, καθώς οι έχοντες το δικαίωμα θα μπορούσαν να προσφύγουν στα διοικητικά δικαστήρια και να δικαιωθούν. Με την ευκαιρία, επανέλαβε τη δέσμευσή του ότι εφεξής όλες οι προσλήψεις μονίμων υπαλλήλων θα γίνουν με τις διαδικασίες του ΑΣΕΠ, αν και εμμέσως παραδέχθηκε ότι θα αργήσει πολύ η εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου λόγω του ήδη πολύ μεγάλου πληθυσμού των υπαλλήλων της Βουλής, που την τελευταία εξαετία υπερδιπλασιάστηκε. «Ισως εμείς χρειαστεί αντί για μία πρόσληψη για κάθε πέντε αποχωρήσεις που ισχύει στο υπόλοιπο Δημόσιο, να πάμε σε κάθε δέκα αποχωρήσεις» σχολίασε ο κ. Πετσάλνικος.»

Δηλαδή, σε απλά ελληνικά: Ο κ. Πετσάλνικος αρνήθηκε (να προσπαθήσει έστω) να παγώσει μία πλήρως ηθικά διάτρητη εξέλιξη. Παρακάμπτοντας οποιαδήποτε διαδικασία στοιχειώδους αξιοκρατίας μέσω ΑΣΕΠ και οποιαδήποτε απόφαση της κυβέρνησης για πάγωμα των προσλήψεων στο Δημόσιο, η Βουλή των Ελλήνων δια του Προέδρου της μονιμοποιεί και νομιμοποιεί οποιοδήποτε αργόσχολο και λαμόγιο, γνήσιο προϊόν του ελληνικού πελατοκεντρικού και ρουσφετολογικού πολιτικού συστήματος, έτυχε να περάσει από την Βουλή για κανα-δυό βδομάδες. Όποιος/α έκανε την βολτίτσα του/ης από την Βουλή τον τελευταίο καιρό, συστημένος/η βεβαίως, τώρα γίνεται εφ’ όρου ζωής δημόσιος υπάλληλος άνευ άλλων διατυπώσεων. Και τι υπάλληλος, έ;, της Βουλής, με τις 16 ολόκληρες μισθάρες. Βεβαίως η διαδικασία αυτή ξεκίνησε επί ημερών κ. Σιούφα, ο οποίος τηρώντας τα ειωθότα όπως και οι προκάτοχοί του κκ. Ψαρούδα-Μπενάκη και Κακλαμάνης βεβαίως, έκανε αφειδώς ρουσφέτια διορίζοντας στην Βουλή, αλλά και ο κ. Πετσάλνικος τιμά το έθιμο. Διότι τα νομικίστικα επιχειρήματα-δικαιολογίες που προβάλλει είναι μάλλον για μικρά παιδιά.

Ας μην παρεξηγηθώ. Ο γράφων είναι ο πρώτος υπέρμαχος των θεσμοθετημένων διαδικασιών και της καταστατικής διακυβέρνησης. Όχι όμως όταν γίνεται δικαιολογία και φύλλο συκής πίσω από το οποίο κρύβονται εξελίξεις ηθικά τόσο μεμπτές. Ο κ. Πετσάλνικος δικαιολογείται πως οι θιγόμενοι θα προσέφευγαν στα δικαστήρια, θα μπορούσε όμως ο ίδιος να προσφύγει στα δικστήρια για να ακυρώσει την απόφαση του προκατόχου του ως μη συνάδουσας με το πνεύμα, αν όχι και το γράμμα, του συντάγματος και των νόμων.

Στο ίδιο άρθρο του Βήματος διαβάζουμε και άλλα ενδιαφέροντα:
«Ο ίδιος [ΣΣ: ο κ. Πετσάλνικος] εξάλλου θεώρησε «εύλογη» την απόσυρση από το υπό περικοπές των υπαλλήλων της Βουλής, με το αιτιολογικό ότι αυτές είναι «θεσμικά ορθότερο» να γίνουν με αποφάσεις του Προέδρου του Κοινοβουλίου που έχουν προαναγγελθεί και οι οποίες προβλέπουν δραστικότερες μειώσεις για τα ειδικά επιδόματα, όπως θεωρούνται ο «15ος» και «16ος» μισθός, που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι στη Βουλή στην αρχή και στο τέλος κάθε κοινοβουλευτικής συνόδου.»

Βεβαίως. Το «θεσμικά ορθόν» είναι να αποφασίζει η ίδια η Βουλή (και γιατί όχι το κάθε Υπουργείο, δημόσιο φορέας, κλπ. ξεχωριστά;) για το πόσο θα αμειφθεί το υπαλληλικό της προσωπικό. Για να λάβει και θεσμική κατοχύρωση και η βασική αρχή της ρουσφετολογικής δημοκρατίας «Γιάννης κερνάει και Γιάννης πίνει». Τώρα άλλωστε γίνεται αντιληπτό και γιατί ο κ. Πετσάλνικος πρότεινε – αναπληρώνοντας προφανώς τον Υπουργό Οικονομικών, «θεσμικά» πάντα – την δημιουργία Ταμείου βοήθειας εκ μέρους του απόδημου ελληνισμού (με κίνδυνο μίας ακόμα γελοιοποίησης της χώρας αν το εγχείρημα αποτύχει). Για να μπορεί η Βουλή να διορίζει ανενόχλητη εκπληρώνοντας τα ρουσφετολογικά της καθήκοντα, και να απονέμει 16 μισθούς εν αναμονή της «προαναγγελθείσας» μείωσής τους.

Όποιον και όποιαν αγωνιά για την τύχη και το μέλλον της Ελλάδας οι παραπάνω ειδήσεις τον/ην ρίχνουν σε βαθιά απογοήτευση, πραγματική κατάθλιψη. Την ίδια στιγμή που ο πρωθυπουργός περιγράφει με τον πιο επίσημο τρόπο (στο Υπουργικό Συμβούλιο, κοινοβουλευτική ομάδα, Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αλλά και αναρίθμητες συνεντεύξεις, κλπ.) και με τα πιο μελανά χρώματα (βουλιάζουμε, εθνικός κίνδυνος, κατάσταση έκτακτης ανάγκης, κλπ) την κατάσταση της χώρας, και καλεί σε πανστρατιά για να καταπολεμηθεί και ξεριζωθεί η ρεμούλα και διαφθορά, την ίδια στιγμή Πρόεδρος της Βουλής, υψηλός πολιτειακός παράγων (το νο. 3 πολιτειακά), μέλος του στενού ηγετικού πυρήνα του ΠΑΣΟΚ και γέφυρά του με τους βουλευτές και την κοινωνία, ο «διπλανός» του Γιώργου Παπανδρέου, συμπεριφέρεται ως κομματάρχης παλαιάς κοπής. Η ελληνική κοινωνία καλείται, και σωστά, να κάνει θυσίες τέτοιας κλίμακας που δεν έχουμε ξαναδεί όμοιά της, αλλά και διαχειρίσιμης υπό κάποιες προϋποθέσεις. Οι βασικές προϋποθέσεις είναι η λιτότητα να γίνει οργανωμένα και με σχέδιο, με συλλογικότητα και καθολικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, και με απαρέγκλιτη εφαρμογή των κανόνων για όλους. Εάν την ίδια στιγμή που αποφασίζεις μειώσεις αποδοχών διορίζεις (ή έστω συναινείς σε διορισμούς) από το παράθυρο, πώς θα πείσεις την κοινωνία να αποδεχθεί την νέα κατάσταση; Είναι μεγάλος και πραγματικός ο κίνδυνος, όπως λέω στο προηγούμενο σημείωμα, η κατάσταση να ξεφύγει εάν η κοινωνία αντιληφθεί ότι η προσπάθεια δεν γίνεται στην βάση των παραπάνω. Εκτός αυτού, απαιτείται να προχωρήσουμε σε ένα πραγματικά νέο μοντέλο δημόσιου τομέα εάν θέλουμε να διατηρούμε ελπίδες ότι τα δημοσιονομικά θα ξαναμπούν σε μία σειρά και ότι η χώρα θα ξαναμπεί σε τροχιά μακροπρόθεσμης ανάπτυξης και ευημερίας. Το μέγα ζητούμενο λοιπόν είναι η μυαλωμένη, ενιαία και στιβαρή ηγετική ομάδα που θα αναλάβει, και με προσωπικό ίσως κόστος, να «κατεβάσει» αυτά τα μηνύματα και τις δύσκολες αλήθειες στην κοινωνία. Το χρέος όλων είναι απέναντι στον τόπο και την ιστορία, και όχι σε μικρο-ομάδες συμφερόντων. Τα μικρο-επιχειρήματα είναι για τώρα, όμως τα «διαμάντια» του τραγουδιού (και τα άγη) είναι για πάντα.

Ας κλείσουμε όμως με την αισιοδοξία που χαρίζει η βούληση (αν όχι η γνώση). Δύο προτάσεις προς νομοθέτηση:
- Με νόμο αλλά και αργότερα θεσπίζεται η αρχή πως οι προσλήψεις και μισθοδοσία του προσωπικού της Βουλής υπάγεται στους ίδιους κανόνες, διαδικασίες, αποφάσεις, αξιολόγηση, κλπ. όπως και για τους υπόλοιπους δημοσίους υπαλλήλους. Το Προεδρείο της Βουλής δεν έχει καμμία αρμοιότητα πάνω σε αυτά τα ζητήματα. Έτσι θα ελαφρώσουμε και τους καημένους τους Προέδρους που έχουν τόσο φόρτο εργασίας που δεν προλαβαίνουν να σκεφτούν ενδελεχώς κάθε υπογραφή που βάζουν.
- Θεσπίζεται η άρση του αμετακίνητου για το υπαλληλικό προσωπικό της Βουλής (όπως και για όλο το δημοσιο-υπαλληλικό προσωπικό). Έτσι, το προσωπικό της Βουλής που πλεονάζει, σύμφωνα με την παραδοχή του ίδιου του Προέδρου, μετακινείται σε άλλες υπηρεσίες που πάσχουν από ελλείψεις. Μπήκαν που μπήκαν τόσοι «πρόθυμοι» για δουλειά, ας πάνε τουλάχιστον να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους εκεί που πραγματικά χρειάζονται.

Tuesday, 2 March 2010

Ελληνική οικονομία 2010

Μην βροντοχτυπάς τα ζάρια,
‘οσοι είναι παλληκάρια
την ζωή τους την περνούν στις σκαλωσιές.
[Μάνου Λοΐζου – Λευτέρη Παπαδόπουλου]


Όπως λέμε ώρα μηδέν. Ή, για να χρησιμοποιήσουμε ένα άλλο κλισέ, η Ελληνική οικονομία αυτή την στιγμή μοιάζει με τον Τιτανικό που έχει δει το παγόβουνο αλλά δεν μπορεί πλέον να κάνει τίποτα για να το αποφύγει. Θα βαδίζαμε αδήριτα προς πτώχευση αν δεν υπήρχε η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία, για να προστατέψει το οικοδόμημα του ευρώ, θα παράσχει χαμηλότοκο δάνειο και εγγυήσεις ύψους 22 δισ. ευρώ – αυτές τις μέρες διαφάνηκε το περίγραμμα του σχεδίου που μάλλον θα ανακοινωθεί επίσημα κατά το προσεχές ταξίδι του Γιώργου Παπανδρέου στο Βερολίνο (5/3). Για λόγους προστασίας του ευρωπαϊκού γοήτρου, η λύση δεν θα περνάει από το ΔΝΤ, ενώ και το ενδεχόμενο πτώχευσης δείχνει, ευτυχώς, ευτυχέστατα, να αποτρέπεται.

Αλλά ας μην γελιόμαστε. Ακόμα κι αν όλα εξομαλυνθούν από εδώ και πέρα, ας μην κάνουμε ότι δεν συνέβη τίποτα. Το ευρωπαϊκό «ξελάσπωμα», χωρίς το οποίο η προσφυγή στο ΔΝΤ ή η πτώχευση θα ήταν αναπόφευκτες, έρχεται υπό σοβαρές προϋποθέσεις. Ουσιαστικά, ένα μεγάλο κομμάτι της οικονομικής μας πολιτικής, και ευρύτερα της εθνικής μας κυριαρχίας, εκχωρείται στην Ευρώπη για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Αυτά, χωρίς να υπολογισθεί το πλήγμα στην εθνική αξιοπρέπεια και και το εθνικό γόητρο. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα πει πώς φτάσαμε ώς εδώ. Από την καταστροφική διακυβέρνηση Καραμανλή, τις αστοχίες της ελληνικής κοινωνίας που αυτή κρύβει πίσω της και συνοψίζει, την μοιραία ανεμελιά της μέσα στην ουσιαστική έλλειψη καθοδήγησης, τις σοβαρές αδυναμίες του πολιτικού προσωπικού που μέσα στην άγνοια και στον λαϊκισμό τους φουσκώνουν τον λαό με επιχειρήματα-παπούτσια, την συνολική ανοησία (με φωτεινές εξαιρέσεις) των μίντια και ειδικά της παραθυρο-τηλεόρασης, και την εκτός τόπου και χρόνου (γενικά, αλλά και με φωτεινές εξαιρέσεις) αριστερά, όλα αυτά έχουν γραφεί επανειλλημένα, αλλά και θα μας γίνουν ψωμοτύρι από εδώ και μπρός. (Παρενθετικά, μου έρχεται μία εικόνα από το μέλλον. Ο ελληνικός λαός ανάβει ένα κεράκι στο εικόνισμα του Αη-Σημίτη, και δακρυσμένος και γονυπετής κάνει μετάνοιες, λέγοντας ανάμεσα στα αναφυλλητά του: Κώστα μου εσύ ήθελες να κάνεις το ρωμέικο κράτος αλλά που να σε ακούσω εγώ ο αμαρτωλός, με σένα θα ήμασταν μία χώρα σε ανοδική πορεία κι όχι οι πρώτοι επίδοξοι μπατίρηδες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Κώστα μου-ου-ου-ου-ου....)

Επιπλέον, τίποτα δεν έχει ακόμα συνολικά κριθεί και τελειώσει. Όλα ακόμα παίζονται (ένα ακόμα κλισέ). Και αυτό γιατί υπάρχει έλλειψη οργάνωσης, συντονισμού, και δυστοκία εφαρμογής των εξαγγελιών. Η κυβέρνηση Παπανδρέου και ο ίδιος ο πρωθυπουργός «έξω πάει καλά» αλλά μέσα μάλλον «δεν τραβάει». Παρά τις αποδεδειγμένα καλές προθέσεις, την εντιμότητα, ήθος, γενναιότητα, και νεωτεριστική διάθεση όλης της κυβέρνησης και ειδικά του Γιώργου Παπανδρέου, και την σκληρή δουλειά όλων, μετά από πέντε μήνες κυβερνητικής θητείας, τα προβλήματα παύουν πλέον να χαρακτηρίζονται ως ασθένειες της παιδικής ηλικίας και περιγράφονται ως σοβαρές αδυναμίες οργάνωσης και διοίκησης. Δεν θα ήθελα να κάθομαι σε κυβερνητική καρέκλα αυτή την ώρα, η κριτική απ’ έξω είναι πάντα εύκολη, αλλά δεν μπορούν να μην γίνουν κάποιες βασικές επισημάνσεις: Τώρα πιά φαίνεται πως μέσα στην άψη του προεκλογικού αγώνα (απέναντι σε μία ολέθρια κυβέρνηση Καραμανλή, μην ξεχνάμε), παραμελήθηκε η ουσιαστική προετοιμασία απέναντι σε μία πολύ δύσκολη, είναι αλήθεια, πραγματικότητα. (Παρενθετικά, τι το ήθελες βρε Γιώργο – και με συγχωρείς και για την οικειότητα – εκείνο το προεκλογικό «υπάρχουνε λεφτά» που θα σε κατατρύχει ως τις Ηράκλειες Στήλες, δεν διάβαζες τουλάχιστον αυτό εδώ το μπλογκ που προειδοποιούσε μήνες πριν - π.χ. 9/6/09 - να μην πεις πράγματα που θα σου δέσουν τα χέρια την «επόμενη μέρα»;) Όσον αφορά την οικονομική πολιτική, πολλά σημάδια (με φωτεινές εξαιρέσεις σε διάφορα υπουργεία) μαρτυρούν πλήρη έλλειψη κανόνων και καταστατικών αρχών λειτουργίας της κυβέρνησης, ασάφεια αρμοδιοτήτων, διαβούλευση έως σημείου παράλυσης, διάφορους ενάρετους που βρίσκονται σε ελεύθερη τροχιά (σύγκρουσης;) ως ηλεκτρόνια που τα δεσμεύει μόνο η προσωπική τους σχέση με τον πρωθυπουργό, απελπιστική αργοπορία στην στελέχωση της δημόσιας διοίκησης με πολιτικό προσωπικό, μία κρατική μηχανή σε αυτόματο πιλότο σε μία χώρα όπου αποδεδειγμένα η κρατική μηχανή ΔΕΝ μπορεί να λειτουργήσει με αυτόματο πιλότο (απλώς παραλύει, όπως δείχνει να κάνει και τώρα), και με τελικό αποτέλεσμα την σοβαρή αδυναμία εφαρμογής των εξαγγελιών και των διαφόρων μέτρων. Εξ ού και το οργίλο (και απαράδεκτο – υπήρξε άραγε επίσημη διαμαρτυρία;) ύφος του επικεφαλής των Ευρωπαίων ελεγκτών που διαμήνυσε πως τελείωσε η ώρα για δράσεις προθέσεων και ήρθε η ώρα για δράσεις εφαρμογής. Τι εφαρμογή όμως, με μία παράλυτη κρατική μηχανή, με διοικητές κλπ. ως επί το πλείστον της παλαιάς «κατάστασης» (κανένα πρόβλημα με αυτό αν ήταν αξιοκρατικά διορισμένοι και αν τους είχε δοθεί η εντολή άσκησης έργου, και όχι εντολή «αναμείνατε»), με υπηρεσιακά συμβούλια που έχουν μήνες να συνέλθουν, με έναν Πρωθυπουργό εν τέλει κυρίως «ιπτάμενο» που συγκαλεί μόνο «άτυπα» υπουργικά συμβούλια-σούπες απροσδιόριστης σύνθεσης και αποφασιστικής αρμοδιότητας; Κάθε πότε καλεί τους υπουργούς ο πρωθυπουργός σε διμερή συνεργασία, κατά πόσο γνωρίζει πού βρίσκονται τα θέματα του κάθε υπουργείου; Βεβαίως κάποια ταξίδια είναι πολύ σημαντικά και τα μεγάλα θέματα, της οικονομίας ιδιαίτερα, κρίνονται και σε κορυφαίο πολιτικά επίπεδο, αλλά «χόρευε κυρά Σουσού κι έχε κι έννοια πίσω σου». Ο Πρωθυπουργός συνομιλεί με τους Ευρωπαίους και άλλους ηγέτες, αλλά δεν μπορεί να αφήνει και την χώρα να παραλύει. Και δεν μπορεί να μοιάζει περισσότερο με Υπουργό Εξωτερικών παρά με πρωθυπουργό (κι ας είναι και ΥΠΕΞ) - οι ρόλοι είναι διαφορετικοί. Είναι επιτακτική ανάγκη να διορθωθούν άμεσα και δραστικά αυτές οι αδυναμίες και αρρυθμίες για να μπορέσει η χώρα να προχωρήσει αποτελεσματικά στον δρόμο της ανασυγκρότησης. Δεν είναι σχήμα λόγου – είναι χρέος απέναντι στην ιστορία.

Και στις αδυναμίες αυτές πρέπει βεβαίως να προστεθούν μία αξιωματική αντιπολίτευση που φροντίζει περισσότερο να διατηρήσει τις εσωκομματικές ισορροπίες παρά να πει κάτι ουσιαστικό για την χώρα. Πρέπει να προστεθούν διάφορες αποπροσανατολιστικές φωνές που τα βάζουν με τους τραπεζίτες, τους κερδοσκόπους, τους Γερμανούς, και τους κάθε λογής λαιστρυγόνες και κύκλωπες που στήνουν εμπρός τους (για να θυμηθούμε και τον ποιητή). Ασφαλώς ο καζινο-καπιταλισμός χρειάζεται αναμόρφωση, και η αρχιτεκτονική της Ευρώπης είναι αδύναμη, όμως αυτά τα ζητήματα είναι εκτός θέματος για εμάς, εφόσον φτάσαμε (με δική μας αποκλειστικά υπαιτιότητα) στο χείλος του γκρεμού δεν μπορούμε να παραπονιόμαστε ότι το έδαφος εκεί γλιστράει. Η πικρή αλήθεια είναι, ο εχθρός βρίσκεται εντός των τειχών, εμείς οι ίδιοι θέλουμε πάνω απ’ όλα αναμόρφωση. Πρέπει τέλος να προστεθεί και μία αριστερά που θεωρεί πως «είναι γνωστό τι σκοπεύει να κάνει η κυβέρνηση με πρόσχημα τα ελλείμματα και το χρέος, προκειμένου να προχωρήσουν τα πιο βάρβαρα αντιλαϊκά μέτρα που έχουμε γνωρίσει τα τελευταία χρόνια» (από δήλωση του ΚΚΕ, ΤΟ ΒΗΜΑ, Τρίτη 2 Μαρτίου 2010). Προσέξτε: με πρόσχημα, δηλαδή δεν πρόκειται για πραγματικό πρόβλημα, τα ελλείμματα και το χρέος είναι ένα φοβιστικό παραμύθι, ένας φανταστικός μπαμπούλας. Οι πάντες δε, με τους συνδικαλιστές προεξάρχοντες, βαφτίζουν τα δανεικά "κεκτημένα".

Οι κοινωνίες και οι λαοί δεν μπορούν να πάνε μπροστά με άγνοια, ούτε με μετάθεση ευθυνών. Υπό την καθοδήγηση και ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, «σαν έτοιμη από καιρό, σαν θαρραλέα» (γειά σου Καβάφη), με νηφαλιότητα, η ελληνική κοινωνία οδηγείται να λάβει τις απαιτούμενες αποφάσεις, να αλλάξει συμπεριφορές και να αποδεχθεί τις απαραίτητες αλλαγές που θα βάλουν την οικονομία σε νέες βάσεις ώστε να ξεπεραστούν οι σημερινές δυσκολίες και να εξασφαλιστεί η ευημερία σε βάθος χρόνου. Οι απαιτούμενες αλλαγές ασφαλώς θα είναι επώδυνες. Ο γράφων μπορεί να υιοθετεί «σκληρές» απόψεις για να αντιμετωπιστεί η κρίση διότι έτσι (θεωρεί πως) επιβάλλει το συλλογικό, μακροπρόθεσμο συμφέρον, είναι όμως και αρκετά μέσα σε αυτό τον κόσμο ώστε να αντιλαμβάνεται το κόστος της προσαρμογής. Μάλιστα, σε αντίθεση με την αφελή αριστερά των κάθετων διαχωριστικών γραμμών («την κρίση να την πληρώσουν αυτοί που τα φάγανε», κλπ) ο γράφων (όπως και όλοι μας) αντιλαμβάνεται ότι το κόστος της προσαρμογής θα είναι παντού οδυνηρό, σε όποιο σημείο της κατανομής εισοδήματος μπορεί να βρίσκεται κανείς. Κι αυτό γιατί όλοι έχουμε συνηθίσει σε έναν τρόπο ζωής από τον οποίο θα δυσκολευτούμε να κάνουμε πίσω. Και βέβαια, το κόστος θα είναι μεγαλύτερο στα ασθενέστερα στρώματα, όπου πράγματι γίνεται πολύς αγώνας ώστε να εξασφαλιστεί ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Εν κατακλείδι, δεν υπάρχει αμφιβολία πως αντιμετωπίζουμε μία μακρά περίοδο, ίσως δεκαετία, οδυνηρών προσαρμογών και ισχνών αγελάδων. Αλλά πρέπει να γίνει σαφές ότι αυτό που προξενεί τις δυσκολίες είναι τα ίδια τα προβλήματα, και όχι η λύση τους. Από τον κακοφορμισμό των προβλημάτων δεν θα προέλθει τίποτα καλό για το συλλογικό, λαϊκό συμφέρον (ιδαίτερα των ασθενέστερων), η σύμφωνη με το λαϊκό συμφέρον στρατηγική είναι να δούμε τα προβλήματα κατάματα και να τα αντιμετωπίσουμε.

‘Ομως: Ο γράφων ακράδαντα πιστεύει (κι έχει ξαναγράψει) πως η Ελλάδα έχει τις απαιτούμενες υλικές και ηθικές δυνάμεις και αντοχές για να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες. Είμαστε μία πλούσια χώρα, στις 20—25 πλουσιότερες του πλανήτη, με ένα γενικό επίπεδο ζωής που για το 90% της ανθρωπότητας πρέπει να φαντάζει ως ασύλληπτο όνειρο. Κι όχι μόνο για το μακρινό υπόλοιπο της ανθρωπότητας, αλλά και για την Ελλάδα μέχρι πριν δύο ή τρεις γενιές, για τους παππούδες μας, ακόμα σε πολλές περιπτώσεις και τους πατεράδες μας στην νεαρή τους ηλικία. Όλοι αυτοί, οι Έλληνες π.χ. της δεκαετίας του 50, θα έμεναν με ανοιχτό το στόμα εάν έβλεπαν το επίπεδο ευημερίας της σημερινής Ελλάδας, και θα έξυναν το κεφάλι τους με αμηχανία εάν έβλεπαν πως η σημερινή Ελλάδα δυσκολεύεται στα αυτονόητα ενώ τα βασικά δεν απειλούνται (δεν θα πεινάσουμε κιόλας!) και προτιμά να διασύρεται λόγω απραξίας. Υπάρχουν λοιπόν και οι ηθικές δυνάμεις, η αισιοδοξία, η αλληλεγγύη, η διάθεση σκληρής δουλειάς και προσφοράς στο σύνολο. Υπάρχουν βεβαίως και αρνητικά συναισθήματα, αλλά τα θετικά σαφώς υπερτερούν. Η Ελλάδα έχει περάσει πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες σε διάφορες άλλες εποχές και δεν λύγισε, δεν βλέπω γιατί θα λυγίσει σήμερα. Δεν θα «ματώσει» η Ελλάδα ούτε η δημοκρατία θα απειληθεί όπως γράφεται, ούτε κοινωνικές αναστατώσες που δεν μπορούμε να διαχειριστούμε θα υπάρξουν, η ελληνική κοινωνία έχει τις δυνάμεις να αντέξει τις δυσκολίες που αναμφίβολα έρχονται. Οι κίνδυνοι για όλα τα παραπάνω αυξάνουν όσο τα προβλήματα βαθαίνουν από την απραξία. Ο δε βασικός χαμένος της όλης ιστορίας είναι οι μελλοντικές γενιές (νέοι αλλά και αγέννητοι), που έχουν και την μικρότερη δυνατότητα επηρεασμού των εξελίξεων.

Για να το δούμε αλλιώς, εάν είχαμε όλοι τα ίδια, και η χώρα μας, δια των κυβερνώντων, μας ζητούσε μία θυσία (από όλους) της τάξης του 5-10%, υπάρχει κανείς που θα αρνιόταν ή δεν θα τα έβγαζε πέρα; Και βέβαια όχι! Πού λοιπόν αρχίζουν οι δυσκολίες; Στο ότι δεν έχουμε όλοι τα ίδια, άρα πρέπει να πληρώσει «ο άλλος», ότι εγώ φοβάμαι ότι εσύ δεν θα πληρώσεις άρα εγώ είμαι το κορόιδο, πράγμα που εμέ τον φιλότιμο πλην ανασφαλή έλληνα με πανικοβάλλει αφάνταστα, κλπ. Γι αυτό, έχω ξαναγράψει και δεν θα κουραστώ να το λέω, οποιαδήποτε προσπάθεια πρέπει να χαρακτηρίζεται από οργανωμένο και συνολικό σχέδιο (για να έχουμε εμπιστοσύνη ότι οι θυσίες θα πιάσουν τελικά τόπο), συλλογικότητα και καθολικότητα, και κοινωνική δικαιοσύνη (έτσι ώστε να αναιρούνται στον μέγιστο βαθμό οι παραπάνω δυσκολίες).

Πως ιεραρχούνται τα προβλήματα, και ποιές δράσεις πρέπει να αναληφθούν; Πάγια πεποίθηση του γράφοντος είναι ότι η ελληνική οικονομία/κοινωνία (δεν μπορούν να ξεχωρισθούν τα δύο) αντιμετωπίζει τριών λογιών αλληλένδετα προβλήματα:

- Έναν δημόσιο τομέα που χρειάζεται επιτακτικά εκ βάθρων ανακαίνιση στην κατεύθυνση της χρηστής και καταστατικής διοίκησης. Σύμπτωμα του προβληματικού δημοσίου τομέα είναι βεβαίως η πολύ γνωστή πια δημοσιονομική κρίση. Ο δημόσιος τομέας πρέπει να ανασυσταθεί στην βάση τεσσάρων αρχών: Πρώτον, σχέσης κόστους-οφέλους: μελετάς ποιά δράση ή υπηρεσία θέλεις να προσφέρεις ως κράτος/κυβέρνηση, και αν την αποφασίσεις, την υπηρετείς με το μίνιμουμ πόρων. Π.χ., αποφασίζεις ότι θέλεις την τάδε υπηρεσία (π.χ. Περιφέρεια), τότε την στελεχώνεις με το ανάλογο δυναμικό που έχουν υπηρεσίες ανάλογου φόρτου εργασίας. Και την κοστολογείς εκ των προτέρων για να δεις αν «βγαίνει». Αυτά όλα δεν σημαίνουν τσεκούρι στις δημόσιες υπηρεσίες, σημαίνουν όμως πειθαρχία, ρεαλιστική κοστολόγηση νέων δράσεων, και ομογενοποίηση ανάμεσα σε υπηρεσίες ως προς την σχέση ανθρώπινου δυναμικού που απασχολούν προς έργο που προσφέρουν. Δεύτερον, κουλτούρα διαφάνειας και απολογισμού σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες με τήρηση βιβλίων, ελέγχους και δεσμευτικούς προϋπολογισμούς, ιδαίτερα σε νομικά πρόσωπα με κάποια αυτονομία από την κεντρική διοίκηση (τοπική αυτοδιοίκηση, ΔΕΚΟ, νοσοκομεία, ανεξάρτητες αρχές). Σε όλες αυτές τις υπηρεσίες, οι δράσεις εξασφαλίζονται με τους τακτικούς προϋπολογισμούς και με έκτακτα κονδύλια που εξασφαλίζονται από την κεντρική διοίκηση για την αντιμετώποιση εκτάκτων αναγκών στην βάση ενδελεχούς μελέτης και διαγωνισμού (π.χ., διατίθενται τόσα κονδύλια για την ανάπτυξη υποδομών στις περιφέρειες, τα παίρνει όποιος δικαιολογήσει καλύτερα την ανάγκη τους και την δυνατότητα καλύτερης χρησιμοποίησής τους – όπως δηλαδή παίρνουμε κονδύλια από την Ευρώπη). Νόμος επιτάσσει τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, διοικητές κλπ. αντιμετωπίζουν ποινικές διώξεις σε περίπτωση ελλειμμάτων. Τρίτον, κουλτούρα υπηρέτη του δημοσίου συμφέροντος ανάμεσα στους δημοσίους υπαλλήλους. Υπάρχουν πάρα πολλοί καλοί και φιλότιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, δυστυχώς όμως πληθαίνουν οι ενδείξεις (με την ευθύνη και άνωθεν) πως η λούφα είναι και καθεστώς και πρωτάθλημα (ο πιο «μάγκας» λουφάρει πιο πολύ). Μαγκιά δεν είναι η λούφα, είναι η δημόσια και κοινωνική προσφορά, και ο/η δημόσιος υπάλληλος οφείλει να δικαιολογεί τους πόρους που παίρνει από το υστέρημα του ελληνικού λαού με την απόδοση ανάλογου έργου. Η Υπηρεσία βοηθάει σε αυτό με την διαρκή αξιολόγηση, την διαβίου επιμόρφωση με σεμινάρια, κλπ, και την αξιοκρατική προαγωγή και μισθολογική διαφοροποίηση. Ο μισθός διαμορφώνεται ανάλογα με τα προσόντα και την δουλειά, αλλά φαινόμενα τύπου γκόλντεν μπόυς αποφεύγονται με την λογική βιογραφικού και την λογική ότι η αμοιβή στελεχών είναι ανάλογη (όχι ίση) της προτέρας αμοιβής στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα. Φυσικά, δεν χρειάζεται να επιστήσουμε προσοχή στην διαφθορά στο δημόσιο που καταπολεμείται αμείλικτα. Οι ανώτατοι δημόσιοι υπάλληλοι είναι απόφοιτοι (και) της Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, ενώ ενθαρρύνεται η όσμωση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα σε αυτό το επίπεδο (στελέχη του ιδιωτικού ή πανεπιστημιακού τομέα μπορούν να αναλαμβάνουν διευθυντικές θέσεις στο δημόσιο). Θεσπίζονται οι θέσεις υφυπουργών β’ που αντικαθιστούν τους σημερινούς γενικούς/ειδικούς γραμματείς, και τις οποίες αναλαμβάνουν είτε ανώτατοι δημόσιοι υπάλληλοι επί θητεία είτε στελέχη του ιδιωτικού τομέα με λογική βιογραφικού - όπως ξεκίνησε να γίνεται με την παρούσα κυβέρνηση. Τέταρτον, τροπολογία στο Σύνταγμα θεσπίζει την αρχή ότι ο κρατικός προϋπολογισμός, που ενσωματώνει κι συνοψίζει όλους τους επί μέρους προϋπολογισμούς των λογής δημοσίων φορέων, πρέπει να είναι ισοσκελισμένος, με δύο επιμέρους εξαιρέσει ή προσαρμογές. Η πρώτη είναι η εξαίρεση των δημοσίων επενδύσεων και εν μέρει ίσως της παιδείας, που αποδίδουν μακροπρόθεσμα άρα δεν μπορούν να ενταχθούν σε βραχυπρόθεσμη λογική, και δεύτερον με την εξαίρεση της επίπτωσης των κυκλικών διακυμάνσεων, δηλαδή ο προϋπολογισμός πρέπει να ισοσκελίζεται στην ολοκλήρωση του οικονομικού κύκλου. Αλλά η βασική αρχή είναι ότι δεν μπορούμε να φορτώνουμε τις μελλοντικές γενιές με την καλοπέραση την δική μας, ούτε επιτρέπεται να σπαταλάμε τους πόρους της χώρας σε τόκους.

- Μία αναιμική, εσωστρεφή οικονομία χαμηλής κεφαλαιοποίησης, παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας, και χαμηλής ποιότητας και προστιθέμενης αξίας προϊόντων, προσανατολισμένης κυρίως σε υπηρεσίες, με ψηλό βαθμό αλληλοακύρωσης των δραστηριοτήτων (π.χ. διαφθορά) είτε αλληλοεπικαλύψεων, κλπ. Σε όλα αυτά, ας προστεθούν και οι προκλήσεις από τις απαραίτητες περιβαλλοντικές προσαρμογές. Έχω γράψει αλλού πιο πολλά. Συνοπτικά, απαιτείται η αναίρεση των παραπάνω αδυναμιών, η αναδιάρθρωση της οικονομίας με λιγότερη κατανάλωση και μεγαλύτερη παραγωγή, αύξηση των αποταμιεύσεων και επενδύσεων, διαρκής αναβάθμιση του τεχνολογικού και ανθρώπινου δυναμικού, περισσότερος προσανατολισμός σε προϊόντα (βιομηχανία, γεωργία) και ειδικά υψηλής ποιότητας και ανταγωνιστικότητας, εξωστρέφεια, έτσι ώστε να υποστηριχθούν τα εισοδήματα και η απασχόληση σε βάθος χρόνου. Πράσινη ανάπτυξη, υψηλής ποιότητας τουρισμός και γεωργία, υποδομές είναι οι αιχμές και προτεραιότητες.

- Προϊούσα ανισοκατανομή του εισοδήματος και πλούτου. Αυτό, το μη αποκλειστικά ελληνικό, φαινόμενο (μάλιστα, η Ελλάδα ίσως έχει από τις μικρότερες ανισοκατανομές στην Ευρώπη) δεν έχει νομίζω τύχει επαρκούς διερεύνησης στην διεθνή βιβλιογραφία. Δεν υπάρχει συμφωνία εάν η προϊούσα ανισοκατανομή οφείλεται στην τεχνολογία (που ενθαρρύνει το ο «νικητής τα παίρνει όλα», π.χ. θα πάρω το δίσκο του καλύτερου τραγουδιστή ενώ κάποτε που δεν υπήρχαν δίσκοι θα πήγαινα να ακούσω τον τοπικό, είτε ευνοεί τους μισθούς της ειδικευμένης εργασίας ενώ συμπιέζει τους μισθούς της ανειδίκευτης), την μετανάστευση (που πιέζει τα χαμηλά εισοδήματα προς τα κάτω ενώ οφελεί όσους βάζουν τους χαμηλόμισθους μετανάστες στην δούλεψή τους), την γενικότερη παγκοσμιοποίηση (που ευνοεί την φυγή κεφαλαίων προς παραδείσους χαμηλότερου κόστους και φορολογίας), είτε πολιτικούς παράγοντες (π.χ. παρακμή των εργατικών συνδικάτων διεθνώς) και άλλες πολιτικές (νεοφιλελευθερισμός, στην Ελλάδα οι πολιτικές των κυβερνήσεων Καραμανλή). Όπως και νάχει το πράγμα, το φαινόμενο είναι δύσκολο να αντιμετωπιστεί και μάλιστα τώρα που απαιτούνται τέτοιες προσαρμογές ενώ το ταμείον είναι μείον.

Αντίθετα, για τους λόγους που περγράφηκαν πιο πάνω αλλά και άλλους, το θέμα των κοινωνικών ανισοτήτων και της κοινωνικής δικαιοσύνης είναι κεφαλαιώδους σημασίας. Από εδώ νομίζω θα κριθεί και τι βαθμού θα είναι οι κοινωνικοί τριγμοί. Η ελληνική κοινωνία αυτή την ώρα μοιάζει σε μεγάλο βαθμό να αντιλαμβάνεται την κρισιμότητα της κατάστασης και να αποδέχεται την ανάγκη για «σκληρό ροκ» προσαρμογής. Όμως ο βαθμός αποδοχής στην πράξη θα κριθεί στην πορεία, και με βασικό κριτήριο, πιστεύω τον βαθμό κοινωνικής δικαιοσύνης που θα χαρακτηρίζει την προσαρμογή στην πράξη, όχι στην εξαγγελία. Εδώ υπάρχει βασικό πρόβλημα, πιστεύω, το πρόβλημα που αποτέλεσε το κίνητρο για να γράψω αυτό το κομμάτι. Μέχρι στιγμής, από όλες τις εξαγγελίες, αυτό που έχει υλοποιηθεί είναι η αύξηση των εμμέσων φόρων στα καύσιμα, ποτά και τσιγάρα, ενώ επίκειται και αύξηση του ΦΠΑ που είναι ίσως το καλύτερο μέτρο άμεσης απόδοσης εσόδων. Όλοι γνωρίζουμε ότι οι έμμεσοι αυτοί φόροι πλήττουν αναλογικά περισσότερο τους ασθενέστερους, ενώ θα δώσουν ώθηση στην ακρίβεια που επίσης πλήττει τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Το περίφημο φορολογικό νομοσχέδιο που θα πατάξει την φοροδιαφυγή ...αναμένεται, ενώ η παράλυση που κατά τα φαινόμενα χαρκτηρίζει τις ΔΟΥ του Υπ. Οικονομικών δεν δημιουργεί και μεγάλη αισιοδοξία ότι η φοροδιαφυγή θα καταπολεμηθεί σε κανένα ουσιαστικό βαθμό. Έτσι, κινδυνεύουμε την κρίση να την πληρώσουν οι ...συνήθεις ύποπτοι, οι μισθωτοί που πάντα πληρώνουν και οι χαμηλόμισθοι. Εφιστάται η προσοχή στην κυβέρνηση, Πρωθυπουργό και Υπουργό Οικονομικών: Η τυχόν αντίληψη από σημαντική μερίδα της κοινωνίας (π.χ. από τις κατηγορίες που αναφέρθηκαν παραπάνω) ότι τα βάρη της κρίσης πέφτουν μονόπαντα θα πυροδοτήσει μη αναστρέψιμο συναίσθημα αγανάκτησης, θυμού, και άρνησης συμμετοχής.

Για τους λόγους αυτούς, επιπρόσθετα προς τα μέτρα περί παγώματος/περικοπών μισθών, επιδομάτων, κλπ., ειναι απαραίτητο να αναληφθούν άμεσα δράσεις στην κατεύθυνση εφαρμογής των εξαγγελιών αλλά και των παραπάνω. Προτείνονται οι εξής:

- Η περικοπή των προϋπολογισμών της Προεδρίας της Δημοκρατίας και της Βουλής κατά 10% για δύο χρόνια. Κορυφαία συμβολικές κινήσεις που θα επιτρέψουν στην Κυβέρνηση να απευθυνθεί στον ελληνικό λαό με περισσότερη αξιοπιστία και πειθώ. Αντίθετα, αν φανεί ότι ζητάμε από άλλους θυσίες αλλά εμείς ευλογούμε τα καλά και συμφέροντα, τότε... (Ειδικά εκείνοι οι 16 μισθοί του υπαλληλικού προσωπικού της Βουλής βγάζουν μάτι! Και γιατί 16 βρε παιδιά, παίζοντας την κολοκυθιά αποφασίσατε τον αριθμό;)

- Άμεση ενασχόληση ειδικευμένου υφυπουργού με τα διοικητικά των ΔΟΥ. Μπαίνει πλαφόν στις ΔΟΥ να αυξήσουν τον αριθμό ελεγχόμενω υποθέσεων κατά 20% σε σχέση με πέρυσι. Οι προϊστάμενοι που δεν πιάνουν τον στόχο αυτό ελέγχονται. Αναβάθμιση ΜΗΚΥΟ και (πρώην) ΣΔΟΕ.

- Ομάδα Διοίκησης Έργου για την αναδιοργάνωση του Δημόσιου Τομέα υπό την ηγεσία Υπουργού Επκρατείας που προηγείται στην ιεραρχία των άλλων Υπουργών (έτσι ώστε όλοι να υποχρεούνται να συνεργαστούν). Προτείνεται ο ρόλος να αναληφθεί από τον πρώην υπουργό Αλέκο Παπαδόπουλο, πρόσωπο εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας, ικανό να αναλάβει αυτή την θέση. Πρώτη προτεραιότητα: Η άμεση απογραφή όλου του υπαλληλικού δυναμικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ανά υπηρεσία. Όποιος δεν προσέλθει να απογραφεί δεν πληρώνεται. Σε δεύτερη φάση, διερυενάται κατά πόσον ομοειδείς υπηρεσίες μέσα σε κάθε υπουργείο απασχολούν όμοιο προσωπικό ή ανάλογο του έργου τους. Σε επόμενη φάση, η σύγκριση αυτή, με δείκτες έργου, κλπ, επεκτείνεται και μεταξύ υπουργείων. Παρεμπιπτόντως, νομίζω το έχω ξαναγράψει, καταρτίζεται ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα (που αναρτάται σε κάθε υπηρεσία) που ενημερώνει σε τι χρονικό διάστημα ο πολίτης πρέπει να αναμένει εύλογα ότι θα διεκπεραιωθεί η υπόθεσή του. Αυτά τα χρονοδιαγράμματα μετά μπορεί να συγκριθούν ανάμεσα σε υπηρεσίες (γιατί στην μία κάνω μία εβομάδα και στην άλλη τρεις μήνες) και ο πολίτης μπορεί να διαμαρτυρηθεί εάν η εξυπηρέτησή του αποκλίνει σημαντικά από αυτό το χρονοδιάγραμμα.

- Τελικά, αναδιαρθρώνεται ο δημόσιος τομέας με μετακινήσεις υπαλλήλων μεταξύ υπουργείων και υπηρεσιών για να καλυφθούν οι ανάγκες με ανάλογους πόρους. Δεν είμαι υπέρ της άρσης της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, και θεωρώ ότι προσλήψεις από εδώ και μπρος πρέπει να γίνονται μόνο στο προσωπικό πρώτης γραμμής (νοσηλευτικό προσωπικό, δασκάλους/καθηγητές, σώματα ασφαλείας, κλπ). Είμαι όμως, ή μάλλον γι αυτό, υπέρ της άρσης του αμετακίνητου μέσα στον δημόσιο τομέα.

- Τέλος, κάποιος να μπει επικεφαλής για να σταματήσει η σπατάλη στο δημόσιο! Να πούμε παραδείγματα για Χριστουγεννιάτικες γιορτές σε οργανισμούς με κόστος δεκάδων χιλιάδων ευρώ; Κρατικά αυτοκίνητα και προσωπικές φρουρές σε νυν και πρώην, αφειδώς συντάξεις σε βουλευτές της μιάς θητείας. Γιατί οι βουλευτές να παίρνουν «βουλευτικές» συντάξεις; Η Βουλή απλά έπρεπε να κολλάει ένσημα (ίσης αξίας ανά έτος υπηρεσίας για όλους) στο Ταμείο που είχε ο κάθε βουλευτής από πριν, είτε σε ιδιωτικό ασφαλιστικό οργανισμό – επιλογή του βουλευτή. Γενικότερα, πόσο μας κοστίζει το πολιτικό προσωπικό της χώρας, εν ενεργεία και συνταξιοδοτημένο; Έχει γίνει τίποτα γενικά για να ελεγχθεί η σπατάλη;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μπαίνουμε σε νέα φάση στην μεταπολιτευτική ζωή της Ελλάδας, με πολλές προκλήσεις μπροστά μας. Αλλά ο γράφων δηλώνει ρομαντικός: Η Ελλάδα συλλογικά μπορεί να κάνει δύο βήματα πίσω για κάποιο, αρκετό έστω, χρονικό διάστημα, έτσι ώστε να θεραπεύσει τα σημερινά προβλήματα και να αναγεννηθεί σε μία πορεία μελλοντικής ισχυρότερης οικονομίας και κοινωνικής δικαιοσύνης, που θα στηρίζει την ανάπτυξη και πλατιά ευημερία σε βάθος χρόνου. Θα πω κάτι που ίσως ακουστεί λίγο μακιαβελλικό. Ίσως είναι καλύτερα έτσι. Χωρίς την παρούσα κρίση, κάτι θα κουτσο-διορθώναμε απ’ εδώ, κάτι επ’ εκεί, όμως τα πράγματα δεν θα άλλαζαν. Τώρα δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για πιο ριζικές τομές. Είναι στο χέρι της κυβέρνησης Παπανδρέου και του ίδιου το πρωθυπουργού προσωπικά να μετατρέψουν την κρίση σε ευκαιρία. Δεν έχουν άλλη επιλογή απέναντι στην χώρα και την ιστορία – και μπορεί κανείς να πει ούτε και στον εαυτό τους, διότι ασφαλώς παίζεται και των ίδιων η καριέρα. Αλλά για να προχωρήσουμε, χρειάζεται αποφασιστικότητα, οργάνωση, και υλοποίηση. Υλοποίηση με μέθοδο και εκ του σύνεγγυς παρακολούθηση – ο από πάνω στον από κάτω, από την κορυφή έως την βάση του οικοδομήματος. Οι παραπάνω σημειώσεις, που δεν διεκδικούν καμμιά πρωτοτυπία (αυτές τις μέρες γράφτηκαν διάφορα σχετικά), έγιναν μεν σε κριτικό τόνο αλλά έχουν σαν μόνο στόχο να βοηθήσουν να μπουν οι σκαλωσιές για να ξεκινήσει η ανασυγκρότηση.

Saturday, 23 January 2010

Ομπάμα

Εν αρχή ην ο λόγος. Και ο Μπαράκ Ομπάμα ήταν η κατ’ εξοχήν ενσάρκωση του λόγου, όχι μόνον ως λόγου-ομιλίας, αλλά και, πρωτίστως, ως λόγου-λογικής. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ είναι κορυφαίο παράδειγμα εμπνευσμένου αλλά και μετριοπαθούς, εσωτερικά φλογισμένου αλλά και και μειλίχιου, πολιτικού, με τον ανάλογο και προσήκοντα λόγο. Τι συμβαίνει λοιπόν και μόλις ένα χρόνο από την ανάληψη της Προεδρίας εκ μέρους του η ελπίδα που τον συνοδεύει λιγοστεύει τόσο δραματικά σχεδόν όσο και γεννήθηκε κατά την προεκλογική του εκστρατεία;

Αυτές τις μέρες διάβασα δύο (μεταξύ άλλων) ενδιαφέροντα άρθρα για τον Ομπάμα στον Βρετανικό Γκάρντιαν που έθεταν πάνω-κάτω τα ίδια ερωτήματα. Στο ένα, ο διευθυντής της Αμερικανικής έκδοσης του Γκάρντιαν Μάικλ Τομάσκυ (Tomasky) ανέλυε τα μειονεκτήματα του πολιτικού συστήματος στις ΗΠΑ, όπου ναι μεν παραδοσιακά οι γερουσιαστές και βουλευτές ψήφιζαν ανεξάρτητα, δηλαδή πολλές φορές έξω από κομματικές γραμμές, αυτό όμως από την άλλη σήμαινε ότι δεν ελέγχονταν κομματικά. Με τον Ομπάμα όμως εμφανίζεται το νέο φαινόμενο ότι ενώ σχεδόν κανένας από τους Ρεπουμπλικανούς δεν φαίνεται διατεθειμένος να στηρίξει τις νομοθετικές πρωτοβουλίες του Προέδρου, και οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται απρόθυμοι χωρίς να γίνουν παραχωρήσεις. Με αποτέλεσμα, η Προεδρία δυσκολεύεται να βρει την απαιτούμενη πλειοψηφία, έτσι ώστε ο οριακός γερουσιαστής (δηλαδή, ο 60ς) ή βουλευτής να είναι σε θέση κυριολεκτικά να υπαγορεύει όρους για να ψηφίσει υπέρ. Έτσι, επέρχεται νομοθετική παράλυση. Σε αυτό πρέπει και να προστεθεί και τρόπος εκλογής των βουλευτών και γερουσιαστών, με την εξάρτηση από τα κέντρα χρηματοδότησης, τα λόμπυ και την έμφαση στις προτιμήσεις του μέσου ψηφοφόρου. Το πολιτικό – εκλογικό σύστημα δηλαδή βυθίζει την χώρα στο τέλμα και την στασιμότητα. Ένας δεύτερος βασικός λόγος κατά τον Τομάσκυ είναι ότι ο μέσος Αμερικανός ψηφοφόρος είναι κατά βάση συντηρητικός – ίσως όχι απαραίτητα Ρεπουμπλικανός, αλλά κοινωνικά συντηρητικός. Έτσι, οι αλλαγές που προτείνει ο Ομπάμα δεν είναι αποδεκτές και ο κόσμος στρέφεται εναντίον του.

Το δεύτερο αρθρο ήταν γραμμένο από τον Γκάρυ Γιάνγκ (Younge), ανταποκριτή του Γκάρντιαν στην «πίσω» Αμερική, δηλαδή όχι τόσο στους διαδρόμους της Ουάσιγκτον όσο στις μικρές πόλεις και επαρχίες. Ευφυής και οξυδερκής παρατηρητής, ο Γιάνγκ πιάνει τον παλμό των τοπικών κοινωνιών που στενάζουν από την αποβιομηχάνιση, την φτώχεια και την κοινωνική περιθωριοποίηση, και στις οποίες βράζει υπόκωφα ο θυμός. Συμφωνεί κατά βάση με την θέση ότι το πολιτικό σύστημα παράγει στασιμότητα και παράλυση, αλλά καταλήγει ότι ο κόσμος που τόσο πανηγυρικά ψήφισε τον Ομπάμα ήταν μεν αντι-Μπους αλλά όχι αριστερών ή προοδευτικών διαθέσεων (liberal – φιλελεύθερος). Ο ενθουσιασμός προκλήθηκε επειδή πολλοί ψηφοφόροι «διάβασαν» στην έξυπνη προεκλογική ρητορική του Ομπάμα περί αλλαγής ελπίδας οράματα και υποσχέσεις που ποτέ δεν έδωσε. (Ο Ομπάμα σύμφωνα με τον Γιάνγκ έχει ακολουθήσει με συνέπεια κεντρώα γραμμή, τόσο στην προεκλογική του εκστρατεία όσο και στην προεδρία.) Η ψήφος στον Ομπάμα, καταλήγει ο Γιανγκ, ήταν περισσότερο ψήφος ενάντια στο κατεστημένο και την νίκη του την χάρισαν οι ανεξάρτητοι. Το συμπέρασμα είναι ότι η απογοήτευση οφείλεται στην ιδεολογική πόλωση που διώχνει τους ψηφοφόρους από τον μεσαίο χώρο που αντιπροσωπεύει, φύσει και θέσει, από πεποίθηση αλλά και ιδιοσυγκρασία, ο Ομπάμα.

Άς επιτραπεί εδώ και μία προσωπική άποψη (που διάβασα άλωστε και αλλού), ότι δηλαδή αν λάβει κανείς υπ’ όψη το πολιτικό σύστημα που δημιουργεί παράλυση, όπως λέγαμε παραπάνω, ο Ομπάμα μέχρι στιγμής δεν τα έχει πάει καθόλου άσχημα. Κινήθηκε πολύ γρήγορα, εκμεταλλευόμενος το πολύ σοφό κενό μεταξύ εκλογής και ανάληψης της Προεδρίας. Απεσόβησε την δυνατότητα η οικονομική κρίση να μετατραπεί σε τσουνάμι τέτοιας έκτασης που να δημιουργήσει συνθήκες Μεσοπολέμου. Έχει προσπαθήσει να βάλει σε διαφορετικές βάσεις τις σχέσεις των ΗΠΑ με τον ισλαμικό κόσμο, την Ρωσία, το Ιράν, και το Ισραήλ/Παλαιστίνη, με αμφίβολα μέχρι στιγμής αποτελέσματα που δεν είναι όμως δικό του φταίξιμο. Κληρονόμησε δύο πολεμικά μέτωπα, από το ένα εκ των οποίων απαγκιστρώνεται, το δε άλλο συνεχίζει γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Στο θέμα του συστήματος υγείας προσπαθεί με νύχια και δόντια να περάσει ένα σύστημα που θα είναι η μεγαλύτερη καινοτομία στον κοινωνικό τομέα τα τελευταία σαράντα χρόνια, και με βάσιμες πιθανότητες μέχρι πριν εκλεγεί ο κούκλαρος Ρεπουμπλικάνος στην Μασαχουσέτη. Στο περιβάλλον προσπαθεί, σε μία χώρα με εξάρτηση από την «γκασολίνη» (όπως όλες άλλωστε) και σε έναν τομέα εξαιρετικά δύσκολο και εσωτερικά και στην διεθνή σκακιέρα. Μόλις προχτές έγιναν γνωστές και οι νέες του πρωτοβουλίες για την αναμόρφωση των τραπεζών. Δηλαδή, ένα μόνο μέρος αυτών των πρωτοβουλιών να ευοδωθεί, η ιστορία θα μιλήσει για μία προεδρία γενναίων και ρηξικέλευθων μεταρυθμίσεων.

Το κλίμα αμφισβήτησης, καλλιεργούμενο τεχνηέντως και από μερίδα των μίντια, θα πρέπει να αποδοθεί ίσως στην απογοήτευση (ή μήπως σύγχυση είναι η σωστότερη λέξη;) των μεσαίων και ανεξάρτητων, οφειλόμενη στην πολιτική και ιδεολογική πόλωση, όπως υποστηρίζει ο Γιανγκ. Οι κοινωνιολόγοι, πολιτικοί κλπ. αναλυτές θα μας πουν αν η πόλωση αυτή οφείλεται στην κυνική αντεπίθεση των λογής-λογής συντηρητικών (ενώ οργανωμένη ηγεσία δεν δείχνει να υπάρχει) και στο ότι ακριβώς ο Ομπάμα προτίθεται να μην είναι ένας διακοσμητικός Πρόεδρος, αλλά να αναλάβει πρωτοβουλίες. Ή εάν η οργή και αγανάκτηση έχουν φουντώσει στο εκλογικό σώμα (που εξακολουθεί να δοκιμάζεται από την ύφεση και την ανεργία, και μαζί την αποβιομηχάνιση και φτωχοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, ενώ οι τράπεζες ξαναρχίζουν να διανέμουν προκλητικά μπόνους) – οργή που μέσα στην «βοή της αγοράς», στρέφεται εναντίον κάθε κυβερνητικής πρωτοβουλίας και εναντίον του σοσιαλισμού που υποτίθεται ότι προσπαθεί να εγκαθιδρύσει ο Ομπάμα. [Παρενθετικά, πολύ ενδιαφέρον (δυσάρεστο ενδιαφέρον) έχει να διαβάσει κανείς τις ανταποκρίσεις για το λεγόμενο «κίνημα του τσαγιού» (tea party movement) που φαίνεται να βρίσκεται σε άνοδο και που κατά την γνώμη μου αποτελεί ένα πρωτο-φασιστικό κίνημα.] Μία άλλη σκέψη είναι ότι όλη αυτή η απογοήτευση είναι προϊόν μιάς Αμερικής που βρίσκεται υπό πίεση – εσωτερικά με την οικονομία αλλά και στην διεθνή σκακιέρα και στις συνθήκες ασφάλειας. Μιά πιο σίγουρη ίσως σκέψη είναι ότι αυτές οι δραματικές μετατοπίσεις των διαθέσεων του εκλογικού σώματος μαρτυρούν σύγχυση και μία κοινωνία που «δεν ξέρει τι θέλει», που δυσκολεύεται να κυβερνηθεί. Έρχεται στο μυαλό η Γαλλική εμπειρία προ ετών όταν οι Σοσιαλιστές με τον Λιονέλ Ζοσπέν αναδείχθηκαν κυβέρνηση (το 1997 νομίζω) ενώ δύο μόλις χρόνια αργότερα ο ίδιος ο Ζοσπέν ήρθε τρίτος στις προεδρικές εκλογές πίσω από τον Λεπέν.

Θα συμφωνήσω δε απόλυτα με τον Ρ. Σωμερίτη που έγραψε στο ΒΗΜΑ την περασμένη Κυριακή ότι οι δυσκολίες του Ομπάμα προοιωνίζονται το τέλος της στρατηγικής των συναινέσεων, στρατηγικής που πολλοί (συμπεριλαμβανομένου του γράφοντος) είχαν υποστηρίξει ως πρέπουσας και για την Ελλάδα. Η συναίνεση απαιτεί καλή θέληση και διάθεση συνεργασίας, που τελικά σπανίζουν στην πολιτική αλλά ίσως και στην κοινωνία. Ο μεσαίος χώρος είναι ο πιό δύσκολος να κρατηθεί, αυτό ήταν γνωστό, όμως ξενίζει η τόσο έντονη δυναμική της πόλωσης που αναδεικνύεται στην Αμερική. Ίσως το πιο υπαρξιακά θεμελιακό ερώτημα να είναι να ορίσουμε τον εαυτό μας, που είναι όμως και το πιο δύσκολο. Ετσι καταφεύγουμε στην αντιπαλότητα για να αυτο-ορισθούμε μέσω της αντιδιαστολής με άλλους. Η δε αντιπαλότητα και αντιδιαστολή είναι πιο σαφής και ορισμένη όταν βρίσκομαι στο ένα άκρο του φάσματος (ασχέτως ποιό) παρά στην μέση.

Έχουν σημασία όλ’ αυτά για την Ελλάδα; Ασφαλώς και έχουν! Θα συμφωνήσω απόλυτα με τον Δ. Μητρόπουλο που έγραψε στα ΝΕΑ τις προάλλες ότι υπάρχουν αναλογίες με το ΠΑΣΟΚ και τον Γ. Παπανδρέου, που ενδεχομένως καταλαμβάνουν τον ίδιο πάνω-κάτω χώρο στο πολιτικό φάσμα και εξελέγησαν το ίδιο πανηγυρικά εν μέσω κρίσεων στην χώρα μας. Οι αναλογίες σταματούν όταν σκεφτούμε πόσο γρήγορα και οργανωμένα κινήθηκε ο Ομπάμα, ενώ η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ μαστίζεται από παρατεινόμενες αρρώστιες της παιδικής ηλικίας. Επίσης, η κατάσταση στην Ελλάδα είναι πιο κρίσιμη με το δημοσιονομικό πρόβλημα που όλο και εντείνεται. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο Μπαράκ Ομπάμα, πέρα από τις πολιτικές και ψυχολογικές επιπτώσεις που θα έχουν σε όλους του όμορους πολιτικά χώρους στην Ευρώπη, δεν προαλείφονται τίποτα θετικό για την Ελλάδα. Είναι τουλάχιστον μία εμπειρία που προηγείται μερικών μηνών της ελληνικής, και από την οποία η νέα ελληνική κύβερνηση μπορεί να διδαχθεί. Κατά την γνώμη μου, τα διδάγματα είναι ότι απαιτείται (α) αποφασιστικότητα, συνδυασμένη με σύνεση, όμως πάνω και πέρ’ απ’ όλα αποφασιστικότητα, ο πολιτικός χρόνος ως γνωστόν έχει συντμηθεί στο έπακρον, (β) σαφές σχέδιο και σαφής έννοια προτεραιτήτων (Ο Ομπάμα μπορεί να κατηγορηθεί ότι άνοιξε όλα τα μέτωπα μαζί, ο Γ. Παπανδρέου επίσης - γιατί επείγε τόσο πολύ ο Καλλικράτης, καλός είναι σε γενικές γραμμές, δεν λέω, όμως δεν φτάνουνε όλα τ’ άλλα σ’ αυτή την φάση; Και γιατί τα τόσα ταξίδια στο εξωτερικό, εκεί είναι τώρα τα μέτωπα που καίνε;) Τέλος (γ) να αναζητηθούν τρόποι να περάσει το μήνυμα στην ελληνική κοινωνία ότι ήρθε η ώρα των θυσιών με καθολικότητα και κοινωνικά δίκαιο τρόπο.

Tuesday, 19 January 2010

Πρόγραμμα Καλλικράτης

Σκοπός αυτού το σημειώματος είναι να παρουσιάσει κάποιες γενικές παρατηρήσεις πάνω στο προτεινόμενο προσχέδιο-κείμενο διαβούλευσης του Προγράμματος «Καλλικράτης». Η γενική μου εντύπωση είναι ότι το (προ)σχέδιο κινείται στην σωστή κατεύθυνση καθώς αποκεντρώνει εξουσίες και δραστηριότητες της κεντρικής διοίκησης, δίνει την δυνατότητα στις περιφέρειες και τους δήμους για άσκηση συνολικότερης και ουσιαστικότερης πολιτικής, και, αξιοποιώντας τις οικονομίες κλίμακας, (δυνάμει) μειώνει τους πόρους που απορροφά η τοπική αυτοδιοίκηση με ταυτόχρονη αύξηση/βελτίωση του παρεχόμενου έργου και υπηρεσιών. Οι παρακάτω παρατηρήσεις, χωρίς να έχουν την φιλοδοξία της συνολικής προσέγγισης, αποσκοπούν στο να βοηθήσουν να βελτιωθούν κάποιες ατέλειες του όλου εγχειρήματος.

- Το κείμενο της διαβούλευσης είναι ωραίο ως γενικό σχέδιο, έχω όμως την εντύπωση ότι δεν είναι αρκούντως συγκεκριμένο σε ορισμένα σημεία. Δεν δίδεται σαφής εικόνα του ποιές δραστηριότητες θα μεταφερθούν από την κεντρική διοίκηση στις περιφέρειες - αναφέρονται σε ένα-δύο σημεία (ενδεικτικά) οι πολιτικές δασών, υποδομών και μετανάστευσης, αλλά για αυτές μόνο γίνεται όλη η φασαρία; Ίσως μεγαλύτερη ασάφεια επικρατεί στα των δήμων, εκτός από τα ΚΕΠ. Τι άλλες δραστηριότητες αναμένεται να αναπτύξουν οι νέοι δήμοι; Τι προσωπικό αναμένεται να έχουν μία τυπική περιφέρεια και ένας τυπικός δήμος; Τι ποσοστό των εσόδων/δαπανών της γενικής κυβέρνησης αναμένεται να μεταφερθεί (έστω προοπτικά) στους ΟΤΑ των δύο επιπέδων; Τι ποσοστό του δημοσιοϋπαλληλικού δυναμικού αναμένεται να απασχολείται στους ΟΤΑ; Πως θα γίνει η μετακίνηση προσωπικού ανάμεσα στις δύο βαθμίδες και την κεντρική διοίκηση ώστε να επιτευχθούν οι επιθυμητές αναλογίες; (Ας μου συγχωρηθεί εάν κάποια από αυτά τα θέματα ρυθμίζονται αλλά εγώ λόγω βιασύνης δεν το πρόσεξα!) Λεπτομέρειες θα πει κανείς, που θα καθορισθούν στην πορεία. Όμως αν δεν καθορισθούν από την αρχή, βάζουν σε κίνδυνο θεμελιακούς στόχους του προγράμματος, όπως είναι η μείωση του «κράτους» αλλά και η ενότητα της υφής και της ποιότητας της κρατικής διοίκησης.

- ‘Ενα δεύτερο μεγάλο θέμα που πρέπει να διασφαλισθεί είναι ο έλεγχος στα διοικητικά και οικονομικά και των δύο βαθμίδων. Με έλλειψη κουλτούρας ανοιχτής διακυβέρνησης, διαφάνειας και αποτελεσματικότητας, και με τις αναπόφευκτες αγκυλώσεις που προκύπτουν από τις στενότερες προσωπικές διασυνδέσεις, οι ΟΤΑ των διευρυμένων εξουσιών και πόρων μπορούν πιθανότατα να αποτελέσουν και διευρυμένες εστίες κακοδιαχείρισης. Δεν νομίζω πως ο έλεγχος από την κεντρική διοίκηση, όπως προβλέπεται, είναι αρκετός. Τέτοιος έλεγχος είναι επίσης και δαπανηρός – φτιάχνουμε διευρυμένες δομές σε περιφερειακό/τοπικό επίπεδο, και μετά άλλες τόσες σε κεντρικό επίπεδο για να ελέγχουν τις πρώτες. Ο έλεγχος πρέπει να γίνεται πρωτίστως εσωτερικά, να διαποτίζει τους ΟΤΑ. Ασκείται από μία εσωτερική επιθεώρηση σε επίπεδο Περιφέρειας, της οποίας προϊσταται ανώτατος δικαστής αποσπασμένος από την Δικαιοσύνη. Οι δε διοικητικές υπηρεσίες πάλι της Περιφέρειας διευθύνονται από ανώτατο δημόσιο υπάλληλο αποσπασμένο από την κεντρική διοίκηση. Όλο το νέο υπαλληλικό δυναμικό των ΟΤΑ, όσο δηλαδή δεν καλυφθεί από μετατάξεις, προσλαμβάνεται μέσω ΑΣΕΠ.

- Τα οικονομικά των ΟΤΑ είναι ένα άλλο κεφαλαιώδες και ακανθώδες ζήτημα. Για τους ίδιους λόγους όπως και παραπάνω, ελλοχεύουν και εδώ οι ίδιοι κίνδυνοι. Προτείνονται, πρώτον, η σύνταξη δεσμευτικών προϋπολογισμών σε επίπεδο περιφέρειας οι οποίοι προηγούνται της σύνταξης του εθνικού προϋπολογισμού, και δεύτερο, η απαίτηση να μην μπορούν οι ΟΤΑ να δημιουργούν ελλείμματα. Στα θέματα που δικαιολογείται η δημιουργία ελλειμμάτων, όπως οι επενδύσεις σε υποδομές, κεφαλαιουχικό εξοπλισμό κλπ, θα διατίθενται κεφάλαια από την κεντρική κυβέρνηση με τις ίδιες διαδικασίες που ισχύουν και για τα ευρωπαϊκά προγράμματα, δηλαδή με διαγωνισμό ύστερα από σύνταξη μελέτης και με συγκεκριμένα κριτήρια. Έτσι θα δοθεί και το κίνητρο και το σήμα στους ΟΤΑ ότι τα πράγματα γίνονται με συγκεκριμένες διαδικασίες και καταστατικό τρόπο.

- Το τελευταίο θέμα που θέλω να θίξω είναι η ανάγκη να μην απομακρυνθεί η εξουσία από τον πολίτη. Αυτή η αυτονόητη ανάγκη, πάνω στην οποία εδράζεται η ίδια η δημοκρατία, ίσως βρίσκεται τώρα υπό πίεση, με την ουσιαστική κατάργηση των νομαρχιών και κυρίως την επέκταση των δήμων. Σήμερα, ο/η δήμαρχος είναι σε θέση να ξέρει δρόμο-δρόμο τον δήμο του/της, δεν είναι όμως βέβαιο ότι το ίδιο θα συμβαίνει και με τους νέου τύπου δημάρχους. Γι αυτό, προβλέπεται να διατηρηθούν δομές στα όρια των παλιών νομαρχιών και δήμων, εποπτευόμενες από αντιπεριφερειάρχες και αντιδημάρχους (όπως επίσης προβλέπονται και συμβούλια γειτονιάς). Το ερώτημα που ανακύπτει, όμως, όπως έχει σημειωθεί και από άλλους, είναι εάν αυτό θα δημιουργήσει πολλαπλότητα δομών: Δηλαδή, εάν παράλληλα με την περιφέρεια και τον νέο δήμο, υπάρξουν ουσιαστικές αλλά άτυπες δομές και σε επίπεδο σημερινής νομαρχίας και σημερινού δήμου. Αν αυτό γίνει, τότε βεβαίως τα επίπεδα και η πολυπλοκότητα της τοπικής αυτοδιοίκησης θα αυξηθούν αντί να μειωθούν. Επίσης, σε μιά τέτοια περίπτωση, η δυνατότητα για τοπικά φέουδα θα είναι αυξημένη. Για το λόγο αυτό, προτείνεται ο «κυκλικός» διορισμός των αντιπεριφερειαρχών και αντιδημάρχων: Κάθε χρόνο ή δύο, διορισμός σε νέο πόστο που εποπτεύει διαφορετικό τομέα. Επίσης, συχνές μεταθέσεις του υπαλληλικού δυναμικού, ιδιαίτερα στον δήμο που δεν απαιτεί και μετεγκατάσταση. Γενικά, εδώ ίσως χρειάζεται περισσότερη προσοχή από τους συντάκτες του σχεδίου, ώστε να βρεθεί η χρυσή τομή μεταξύ των αντικρουομένων στόχων: της διοίκησης κοντύτερα στον πολίτη, χωρίς πολύπλοκες δομές, ούτε και τοπικά στεγανά και φέουδα.

- Τέλος, κάτι για τις εφτά Γενικές Διοικήσεις (ΓΔ) από τις οποίες θα απαρτίζεται η κεντρική κυβέρνηση σε περιφερειακό επίπεδο. Δεν αντιλαμβάνομαι την φιλοσοφία αυτής της πρόβλεψης. Δεν θα οδηγήσει αυτό σε νέες πολύπολοκες δομές, επικαλύψεις αρμοδιοτήτων και ανταγωνισμούς σε τοπικό επίπεδο; Οι υπηρεσίες της κεντρικής διοίκησης που δεν θα αποκεντρωθούν, π.χ. αστυνομία, θα διαρθρώνονται περιφερειακά με τις υπάρχουσες δομές τους, οι οποίες δεν ανταποκρίνονται απαραίτητα στις 7 ΓΔ. Αυτό καθορίζεται ανάλογα με τις επιχειρησιακές ανάγκες της κάθε υπηρεσίας. Εν κατακλείδι, δεν βλέπω το νόημα για τις 7 ΓΔ, και γιατί τέλος πάντων κάποιες προβλέψεις για την διάρθρωση της κεντρικής κυβέρνησης εντάσσονται στο Πρόγραμμα για την νέα δομή των ΟΤΑ.

Thursday, 10 September 2009

Εύγε - και καλή επιτυχία

«Και μη σας ανησυχούν τα κρίματα των ανθρώπων, μη φοβάστε πως θα ματαιώσουν το έργο σας και δεν θα τ’ αφήσουν να πραγματοποιηθεί. Μη λέτε:
‘Το κρίμα είναι σχυρό, είναι ισχυρή η ασέβεια, είναι ισχυρό το κακό περιβάλλον, και μεις είμαστε μονάχοι κι αδύναμοι, θα μας πνίξει το κακό περιβάλλον και δε θ’ αφήσει να πραγματοποιηθεί το θεάρεστο έργο.’
Αποδιώχνετε, παιδιά μου, αυτή την απαισιοδοξία!»
Φ. Ντοστογιέφσκη, Αδελφοί Καραμάζοφ, μτφ. Άρη Αλεξάνδρου, Εκδόσεις Γκοβόστη 1991, τ. 2ος, σ. 254

Οι εξελίξεις ήδη τρέχουν με δραματικούς ρυθμούς: Οι εκλογές έχουν προκηρυχθεί για τις 4 Οκτωβρίου. Η κυβέρνηση της ΝΔ έχει καταρεύσει, υποτίθεται υπό την απειλή εκλογών την άνοιξη του 2010, αλλά κατ’ ουσία υπό το βάρος της ολοσχερούς ηθικής της και πολιτικής χρεωκοπίας. Γιατί βέβαια μία ισχυρή κυβέρνηση δεν θα φοβόταν να πάει στις εκλογές όποτε και αν γίνονταν. Μία πανικόβλητη όμως κυβέρνηση προτίμησε την βέβαιη ήττα τώρα, παρά την συντριβή αργότερα. Ίσως ενδόμυχα ο κ. Καραμανλής να θέλει να παραδώσει, έχει αντιληφθεί (είναι έξυπνος άνθρωπος) ότι δεν τα καταφέρνει στην εξουσία. Η ιστορία θα πει κατά πόσο η πλήρης αποτυχία του (μην ξεχνάμε: η χώρα είναι στα πρόθυρα δημοσιονομικής καταστροφής, ολοκληρωτικής δηλαδή αποτυχίας σε ένα πεδίο προνομιακό για μία συντηρητική παράταξη, αυτό της δημοσιονομικής πειθαρχίας) οφείλεται σε δικές του προσωπικές αδυναμίες ή ανικανότητα της παράταξής του να εμφανιστεί ως συντεταγμένη δύναμη κοινωνικής αλλαγής και μεταρρύθμισης.


Τα φώτα της δημοσιότητας τώρα στρέφονται στο ΠΑΣΟΚ και τον ηγέτη του Γιώργο Παπανδρέου. Η νίκη στις εκλογές είναι περίπου βέβαιη, και πολύ πιθανή η αυτοδυναμία – το αντίθετο θα οδηγήσει την χώρα σε περιπέτειες. Αν υποτεθεί ότι δίνεται αυτοδυναμία, το πραγματικό «στοίχημα» ή διακύβευμα είναι τι θα γίνει την επόμενη μέρα. Όπως έχω κατ’ επανάληψη γράψει, τα συσσωρευμένα προβλήματα και οι αντιφάσεις είναι πολλά/ές και οξυμένα/ες, και ο δρόμος δεν θα είναι ρόδινος. Απαιτείται μία έντιμη και ικανή κυβέρνηση, που θα πάρει γενναίες και ρηξικέλευθες πρωτοβουλίες (όχι πάντα προσανατολισμένες στον άξονα δεξιά-αριστερά, αλλά ίσως περισσότερο εμπνεόμενες από την πρόθεση ανασυγκρότησης της χώρας, και ξεπεράσματος της κοινωνικής της και πολιτικής καθυστέρησης), και που θα εμπνεύσει την κοινωνία να κάνει τα υπόλοιπα (και πολλά) βήματα μόνη της.


Αλλά η αρχή είναι πολύ ενθαρρυντική. Ο Πρόεδρος και η ηγετική ομάδα έχουν ήδη δείξει απτό δείγμα γραφής ότι εννοούν έναν νέο πολιτικής και πολιτικού, αυτών που βρίσκονται στα δημόσια αξιώματα για ναυπηρετήσουν το δημόσιο συμφέρον πάνω και πέρα απ’ όλα. Επίσης αξιοσημείωτη είναι η απόφαση να μην δεχθεί το ΠΑΣΟΚ συνδρομές από επιχειρήσεις και πρόσωπα νομικού δικαίου παρά μόνον από φυσικά πρόσωπα, δηλαδή ό,τι γίνεται σε μερικές πιο προηγμένες χώρες. Γιατί ποιός ψηφίζει, οι επιχειρήσεις ή οι άνθρωποι; Βέβαια, το ακανθώδες ζήτημα της χρηματοδότησης των κομμάτων δεν εξαντλείται και δεν λύνεται εδώ. Αλλά ας έχουμε υπομονή.


Το πιο σημαντικό όμως, κατά την γνώμη μου, ήταν η απόφαση να μην γίνει καμμία αφισσοκόλληση από το ΠΑΣΟΚ. Όχι μόνον για λόγους αισθητικούς, γιατί θα γίνει ένα μεγάλο βήμα για να μας απαλλάξει από την τριτοκοσμική μουτζούρα και το σκουπιδαριό. Αλλά πάνω απ’ όλα γιατί η πρακτική της αφισοκκόλλησης είναι ενδεικτική της πολιτικής και κοινωνικής καθυστέρησης που λέγαμε πιο πάνω. Η αφισοκόλληση θα ήταν χρήσιμη, έστω και βρώμικη, εάν προσέφερε ένα απτό κοινωνικό αγαθό, δηλ. την πολιτική πληροφόρηση. Αυτό το αγαθό όμως θα χρειαζόταν μόνο λίγες αφίσσες για να προσφερθεί. Δεν απαιτείται να μουτζουρωθεί όλη η πόλη, ούτε χρειάζεται να κολλάει ο ένας πάνω στις αφίσσες του άλλου. Όταν αυτό γίνεται, τότε το «παιχνίδι» καταλήγει να είναι μηδενικού αθροίσματος, δηλαδή το δικό μου όφελος (να ακουστώ πιο πολύ) γίνεται απλά με δική σου ζημιά (που ακούγεσαι λιγότερο), χωρίς καθόλου κοινωνικό όφελος (η ουσιαστική πληροφόρηση πνίγεται). Μάλιστα, με κοινωνική ζημιά, δηλαδή το βρώμισμα του περιβάλλοντος, φυσικού ή δομημένου. Το παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος είναι γενικευμένο στην χώρα - από την διαφθορά μέχρι τον πολιτικό πολιτισμό, και από το περιβάλλον μέχρι τα κατεστημένα μικροσυμφέροντα, όλα αυτά είναι νοοτροπίες και συμπεριφορές που εμπεριέχουν τα στοιχεία που περιγράφηκαν, που αποτελούν όψεις της κοινωνικής και πολιτικής υπανάπτυξης της χώρας, και που εμποδίζουν τελικά και την οικονομική ανάπτυξη και την ευημερία της. Η απαγόρευση της αφισσοκόλλησης από το ΠΑΣΟΚ δίνει ένα ηχηρό και ισχυρό μήνυμα ανατροπής αυτών των πρακτικών.


Καλή επιτυχία σύντροφοι. Η καρδιά και ο νους μας είναι μαζί σας.