...γιατί τελικά αγωγιάτες είμαστε και στο δρόμο βαδίζουμε. Όλοι, και οι σοφοί και οι αδαείς.
Ζοζέ Σαραμάγκου, Κάιν, μτφ. Αθηνά Ψυλλιά, εκδόσεις Καστανιώτη 2010, σ. 43.
-Ποιός τρίτος δρόμος; Δεν έχει τρίτο δρόμο! Δεν έχει ακόμα ανοίξει να γίνει δρόμος. Πρέπει εμείς, μοχτώντας, προχωρώντας, να τον ανοίγουμε , να γίνει δρόμος. Ποιοί εμείς; Ο λαός. Από τον λαό αρχίζει ο δρόμος αυτός, με το λαό προχωράει και στο λαό τελειώνει.
[Νίκου Καζαντζάκη, Οι αδερφοφάδες]
«Πιστεύω ότι θα τα καταφέρουν», λέει ο Αλ Χόλαντ, ψυχολόγος της ΝΑSΑ που βοηθά στην επιχείρηση. «Αυτοί οι άνδρες [Σημ.: οι εγκλωβισμένοι μεταλλωρύχοι στο Σαν Χοζέ της Χιλής] είναι γενναίοι, ανθεκτικοί και έδειξαν ότι μπορούν να οργανωθούν. Κρατούν την τύχη τους στα χέρια τους». [NEA 6-9-10]
Τις προάλλες (10/2) είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μία συζήτηση με θέμα «ξαναχτίζοντας την Βρετανική οικονομία». Στην συζήτηση, η οποία διεξήχθη σε μία μικρή αίθουσα της Βουλής των Κοινοτήτων, συμμετείχαν ο «σκιώδης υπουργός» των Εργατικών με αρμοδιότητα τις επιχειρήσεις, την καινοτομία και τις δεξιότητες (κάτι δηλαδή σαν τον τομεάρχη Ανάπτυξης της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, εάν μεταφερθούμε στα δικά μας) Τζων Ντέναμ, ο γενικός γραμματέας του TUC (Βρετανική ΓΣΕΕ) Μπρένταν Μπάρμπερ, ένας πανεπιστημιακός, ένας εκπρόσωπος των αυτοκινητοβιομηχανιών, και ο πρόεδρος ενός ινστιτούτου μελετών. (Περισσότερες λεπτομέρειες βρίσκονται στις ιστοσελίδες που παρατίθενται στο τέλος.) Συντονιστής ήταν ο βουλευτής των Εργατικών (της αριστερής πτέρυγας) και πρόεδρος του ινστιτούτου μελετών Compass (Πυξίδα) Τζον Κρούντας. Ο σκοπός αυτού του σημειώματος είναι να μεταφέρει κάποιες από τις κεντρικές θέσεις που αναπτύχθηκαν εκεί.
Έναυσμα για την όλη συζήτηση είναι προφανώς η πρόσφατη κρίση, η ύφεση και ο κίνδυνος για ολική κατάρρευση της οικονομίας που δημιουργήθηκαν. Πιό συγκεκριμένα όμως, όλοι οι ομιλητές φαίνεται πως είχαν σημείο εκκίνησης την θέση πως ότι η Βρετανική οικονομία χρήζει συνολικής αναδιάρθρωσης (κάποιοι μιλάνε για ξαναχτίσιμο, άλλοι για πιο απλό αναπροσανατολισμό): Μέχρι τώρα εδίδετο έμφαση στην ανάπτυξη (δηλαδή μεγέθυνση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος - ΑΕΠ) με πολύ λίγη ή καθόλου προσοχή στην τομεακή διάρθρωση του προϊόντος. Δηλαδή, δεν ενδιέφερε εάν το ΑΕΠ παράγεται στον τομέα υπηρεσιών, την βιομηχανία, χρημοτοπιστωτικό τομέα ή όπου αλλού, αρκεί το ΑΕΠ να αυξάνει και να δημιουργεί θέσεις εργασίας. Από αυτή την βασική φιλοσοφία διέπονταν όλες οι βρετανικές κυβερνήσεις των τελευταίων τριάντα ετών (τουλάχιστον) ανεξαρτήτως χρώματος. Στη πράξη, η φιλοσοφία αυτή οδήγησε σε (ή μήπως απλά οδηγήθηκε από;) αποβιομηχάνιση. Σημερα, περίπου το 12,5% του βρετανικού ΑΕΠ παράγεται από την βιομηχανία, ποσοστό πολύ κάτω του 20% και πλέον πριν τριάντα χρόνια. Από πλευράς απαχόλησης δε, το ποσοστό είναι ακόμα χαμηλότερο.
Όπως φάνηκε όμως ήδη κατά την διάρκεια της τελευταίας κυβέρνησης των Εργατικών, και θα αναπτυχθεί περισσότερο πιο κάτω, η φιλοσοφία αυτή ανάπτυξης οδηγεί σε αδιέξοδα. Γι αυτό και ο τελευταίος Υπουργός Ανάπτυξης των Εργατικών Πήτερ Μάντελσον είχε βάλει μπρος πρόγραμμα αναζωογόνησης της βιομηχανίας – καθυστερημένα όμως. Η φιλοσοφία αυτή ανάπτυξης, τόσο ως πρόγραμμα αλλά και ως πράξη, είναι κοινή με όλες σχεδόν τις χώρες του «δυτικού κόσμου», και βέβαια με την Ελλάδα. Γι αυτό και τα όσα ελέχθησαν εκεί, και ο γενικότερος συναφής προβληματισμός, έχουν γενικότερο, και ελληνικό, ενδιαφέρον.
Οι ομιλητές λίγο-πολύ συμφώνησαν πως η υπερβολική έμφαση στον τομέα υπηρεσιών και στον χρηματοπιστωτικό τομέα και η συναφής αποβιομηχάνιση δημιουργούν «μία σειρά» στρεβλώσεις και αδιέξοδα: Εξωτερικά ελλείμματα, καθώς ο τομέας υπηρεσιών ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος εξάγει ένα υποπολλαπλάσιο αυτού που εξάγει η βιομηχανία` (προϊούσα) ανισοκατανομή του εισοδήματος σε πολλά επίπεδα, τόσο μεταξύ περιφερειών, όσο και μεταξύ τομέων (ο χρηματοπιστωτικός τομέας αμείβει πολύ γενναιόδωρα σε αντίθεση με την υπόλοιπη οικονομία), μεταξύ ανθρώπων και μεταξύ εργασίας-κεφαλαίου` και βέβαια ανεργία.
Ο πρώτος ομιλητής (πανεπιστημιακός) τόνισε μεταξύ άλλων την ανάγκη για εξειδικευμένες κλαδικές βιομηχανικές πολιτικές, για φορολογικές ελαφρύνσεις και άλλα προγράμματα εξειδικευμένα ανά τομέα, στοχευμένα στους τομείς και τις επιχειρήσεις που δείχνουν πιο ελπιδοφόροι/ες. Ο δεύτερος ομιλητής αναφέρθηκε εκτενώς στα εξωτερικά ελλείμματα, στο γεγονός ότι αυτά αναπόφευκτα πληρώνονται με εισροές κεφαλαίων που αγοράζουν την βιομηχανία. Ανέφερε χαρακτηριστικά πως το 80% της μεγάλης βρετανικής βιομηχανίας ανήκει σε ξένα κεφάλαια. (Από κάποιον αναφέρθηκε, με κάποια δόση υπερβολής ίσως, πως η Βρετανία είναι ουσιαστικά χρεοκοπημένη χώρα – αυτό μάλλον σε σχέση με τα συσσωρευμένα εξωτερικά ελλείμματα.) Ο ομιλητής τόνισε την ανάγκη για ριζική στροφή με έμφαση στην βιομηχανία, και για κατεδάφιση του μύθου (;) περί της Βρετανίας ως «μετα-βιομηχανικής κοινωνίας». Ο γ.γ. των εργατικών συνδικάτων συνέδεσε την έμφαση στην βιομηχανία με ανάπτυξη των ανθρώπινου κεφαλαίου και των δεξιοτήτων (αναφέρθηκε κάπου πως μηχανικούς βρίσκεις αλλά τεχνίτες όχι) και έξυπνες δημόσιες προμήθειες. Επίσης, έθεσε μεγάλο θέμα αλλαγής εταιρικής νοοτροπίας, την ανάγκη να θεσπισθούν σαφέστεροι κανόνες που να προάγουν την εντιμότητα, την διαφάνεια, την συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων πλευρών στην διοίκηση των επιχειρήσεων (διοίκησης, μετόχων, δανειστών, εργαζομένων ακόμα και περιοίκων), και την καταπολέμηση της βραχύβιας νοοτροπίας (βλ. παρακάτω). Τόνισε επίσης την ανάγκη να συνδεθούν οι βιομηχανικές πολιτικές με την καταπολέμηση των ανισοτήτων.
Ο τέταρτος ομιλητής, εκπρόσωπος των αυτοκινητοβιομηχανιών και συναφούς εμπορίου, επίσης τόνισε την ανάγκη για έμφαση στην βιομηχανία και ειδικά την υψηλής τεχνογνωσίας. Τόνισε την ανάγκη για επένδυση στις δεξιότητες (δηλαδή εκπαίδευση αλλά συνοδευόμενη και από θεσμοθετημένη μαθητεία), επενδύσεις, ενίσχυση της τεχνολογικής έρευνας με διάφορους τρόπους συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας μεταξύ εταιριών και πανεπιστημίων. Έδωσε επίσης έμφαση στην αλλαγή νοοτροπίας, από μία κουλτούρα που βασίζεται στην βραχυπρόθεσμη χρηματιστηριακή άνοδο (και που οδηγεί σε αστάθεια και αποδεκάτισμα των επιχειρήσεων παρά σε επενδύσεις) προς μία μακροπρόθεσμη προοπτική βασισμένη στην δημιουργία προστιθέμενης αξίας, και μακροχρόνιας κερδοφορίας. Οι χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να ενθαρρυνθούν να αποκτήσουν αυτή την οπτική γωνία. Έδωσε επίσης έμφαση στην εξειδικευμένη και στοχευμένη βιομηχανική πολιτική προσανατολισμένη σε τομείς-κλειδιά, και πανεπιστημιακή έρευνα προσανατολισμένη στις ανάγκες της βρετανικής οικονομίας. Τέλος, κάλεσε προς μία συσστράτευση για τον επηρεασμό της Ευρωπαϊκής πολιτικής προς αυτές τις κατευθύνσεις, πολιτικής που θεωρεί που κατευθύνεται από το αγροτικό λόμπυ και την ανάγκη προστασίας της γεωργίας.
Ο τελευταίος ομιλητής, σκιώδης Υπουργός των Εργατικών, τόνισε την ανάγκη για ένα βιομηχανικό μοντέλο που δίνει έμφαση στην εξειδικευμένη γνώση και την υψηλή προστιθέμενη αξία. Οι τομείς της πληροφορικής, ψηφιακής οικονομίας και της βιωσιμότητας (ανανεώσιμες πηγές, ανκύκλωση, νέες τεχνολογίες ενέργειας) θεωρεί πως είναι κλάδοι αιχμής. Το κράτος θα πρέπει να παίξει στρατηγικό ρόλο μέσω των δημοσίων προμηθειών (και των προγραμματικών συμφωνιών, θα προσθέταμε εμείς). Ο ομιλητής τόνισε την σημασία της ύπαρξης σταθερών κανόνων ώστε να ενθαρρυνθεί η ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας. Το Εργατικό Κόμμα βρίσκεται σε διαδικασία ευρείας ανασκόπησης και αναθεώρησης της πολιτικής του στον βιομηχανικό τομέα.
Με άλλα λόγια, οι ομιλητές, εκρποσωπώντας ένα αρκετά ευρύ φάσμα οικονομικών και κοινωνικών εταίρων, συνέπεσαν στις βασικές θέσεις σχετικά με το πως θα πρέπει να μοιάζει η οικονομία του αύριο εάν η Βρετανία επιδιώκει να αντιμετωπίσει με αξιώσεις τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης. Στην συζήτηση με το κοινό που ακολούθησε αναπτύχθηκαν και κάποια άλλα πολύ ενδιαφέροντα θέματα – όπως και κάποιες αναπόφευκτες αδυναμίες. Τονίστηκε η ευτυχής σύμπτωση απόψεων που προαναφέρθηκε, αλλά και και η ανάγκη να σφυρηλατηθεί παραπέρα ευρεία συμμαχία κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων πάνω στις κατευθύνσεις αυτές. Πρέπει να είμαστε αισόδοξοι, τονίστηκε, και να έχουμε την διάθεση να πάρουμε μελετημένα ρίσκα. Ο ρόλος του κράτους είναι κρίσιμος, καθώς δίνει τον τόνο και την κατεύθυνση` το κράτος όμως θα πρέπει να αποφύγει την διττή παγίδα είτε της «σφιχτής» καθοδήγησης είτε της αδράνειας. Το (φυσικό) περιβάλλον και οι απαιτήσεις του αποτελούν πρόκληση αλλά και ευκαιρία. Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη το διεθνές περιβάλλον, θεσμικό και άλλο. Η χώρα υπόκειται σε Ευρωπαϊκές και διεθνείς συνθήκες που ρυθμίζουν και περιορίζουν την εθνική πολιτική σε πολλούς τομείς, όπως εμπορίου, βιομηχανικής πολιτικής, κρατικών προμηθειών. Επίσης, μεγάλο τμήμα του πιο δυναμικού κομματιού της βρετανικής βιομηχανίας ανήκει σε ξένους, και άρα υπόκειται στα δικά τους κελεύσματα και τους δικούς τους σχεδιασμούς.
Τέτοιο εγχείρημα ουσιαστικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας δεν είναι απλό ούτε εύκολο, ούτε βέβαια η επιτυχία του εγγυημένη. Όπως έχουμε επισημάνει σε αυτές εδώ τις σελίδες, απαιτεί πάνω απ’ όλα θυσίες, διότι οι επενδύσεις και οι άλλοι απαιτούμενοι πόροι θα βρεθούν μόνο με μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης. Οι θυσίες με την σειρά τους απαιτούν καθολικότητα και δικαιοσύνη, και μίνιμουμ συναινέσεις. Εδώ εντοπίζεται μία πρώτη, αλλά θεμελιακή δυσκολία.Η πρόταση που γίνεται εδώ είναι η στρατηγική αυτή να διακηρυχθεί προς πάσα κατεύθυνση, τόσο μέσα στην βουλή όσο και με τους κοινωνικούς εταίρους, με επισημότητα και σε πνεύμα κοινωνικού συμβολαίου. Π.χ., ο πρωθυπουργός απευθύνεται στον ΣΕΒ λέγοντας εμείς σας στηρίζουμε, μηδενίζουμε τον φόρο στα κέρδη που επενδύονται (προσοχή) εντός της χώρας είτε ο,τιδήποτε άλλο, αλλά περιμένουμε και από εσάς αν όχι απτά αποτελέσματα, τουλάχιστον μία διακηρυγμένη στρατηγική αναθέρμασης των εγχώριων επενδύσεων. Γενικά, τονίστηκε η ανάγκη να είμαστε αισιόδοξοι (βασισμένοι και στην αισιοδοξία της γνώσης αλλά και κυρίως στην αισιοδοξία της βούλησης, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, επικαλούμενοι τον Γκράμσι – ξέρουμε ότι δεν είναι εύκολο αλλά θα το παλέψουμε γιατί δεν γίνεται αλλιώς).
Έπειτα, λέμε «βιομηχανία» και θεωρούμε ότι είμαστε σαφείς, όμως στην πράξη δεν είναι έτσι. Αυτό φάνηκε ανάγλυφα όταν κάποια στιγμή ένας ομιλητής είπε χαρακτηριστικά ότι δεν θα πρέπει να κάνουμε διακρίσεις, αν μπορούμε να πουλάμε στην Κίνα ξυλάκια φαγητού, τότε αυτό πρέπει να κάνουμε. Για να τον διορθώσει άλλος ομιλητής (ο εκπόσωπος των αυτοκινητοβιομηχανιών) λέγοντας ότι πρέπει να δοθεί έμφαση μόνο στους τομείς υψηλής τεχνογνωσίας. Επίσης, δεν είναι σαφές σε ποιό βαθμό όλοι συμφωνούν ότι θα πρέπει να υπάρξει μεγαλύτερος βαθμός κοινωνικού ελέγχου στις επιχειρήσεις, είτε περισσότερη μακροπρόθεσμη προοπτική, είτε βέβαια καταπολέμηση των ανισοτήτων. Στην Ελλάδα τώρα, έχουμε τομείς παραδοσιακούς (γεωργία, τουρισμός, ναυτιλία) και σχετικά μεγάλους και με μεγάλο περιθώριο βελτίωσης. Είναι όχι μόνο ουτοπικό αλλά και λάθος να τους περιφρονήσουμε. Νομίζω πως η δική μας στρατηγική θα πρέπει να είναι σύνθετη: Έμφαση στην εξωστρέφεια, την υψηλή ποιότητα των υπηρεσιών, την δημιουργία προστιθέμενης αξίας, απασχόλησης και την μεταφορά τεχνογνωσίας. Αυτό αγκαλιάζει αρκετούς τομείς, τους παραπάνω αλλά και την βιομηχανία και τις ανανεώσιμες πηγές. Εξετάζουμε το συγκριτικό πλεονέκτημα χωρίς να παίρνουμε τίποτα ως θέσφατο. Δημιουργούμε πόλους ανάπτυξης (ενδεχομένως με την ενθάρρυνση εθνικών πρωταθλητών – κάτι που σε κάποιον ομιλητή δεν άρεσε, στον Ντέναμ νομίζω) ελέγχοντας όμως εάν τα επιχειρήματα που καλούν σε στήριξη είναι γνήσια ή απλά τερτίπια των λόμπυ. Παραπέρα, θα πρέπει να τονισθεί ότι αναδιάρθρωση δεν σημαίνει δαιμονοποίηση άλλων τομέων της οικονομίας. Το τίμιο μεροκάματο είναι πάντα αξιέπαινο απ’ όπου κι αν προέρχεται, άλλωστε δεν μπορούν να βρεθούν θέσεις εργασίας μόνο στην βιομηχανία ή σε έναν-δυό άλλους τομείς, απαιτείται προσπάθεια σε όλα τα μέτωπα και όπου αποδώσει. Αλλά σε επίπεδο κρατικής πολιτικής, εκεί που αποφασίζεται στρατηγικά που θα διατεθούν επενδυτικοί ή εκπαιδευτικοί πόροι, οι προτεραιότητες θα πρέπει να είναι σαφείς.
Σχετικές ιστοσελίδες:
http://www.cresc.ac.uk/news/news-from-cresc/house-of-commons-event-rebuilding-the-british-economy
http://www.guardian.co.uk/business/audio/2011/feb/09/business-podcast-future-british-manufacturing
http://www.erafoundation.org/
Sunday, 13 February 2011
Tuesday, 1 February 2011
Μεσοπρόθεσμο σχέδιο για την οικονομία
Την νύχτα που σκότωσα μέσα μου τις πιο μεγάλες μου αυταπάτες
Μανόλης Αναγνωστάκης
Ήρωά μου, αίνιγμά μου, ανθρωπάκο καθημερινέ!
Σ’ έχω συνεταίρο/ για τα περαιτέρω,/ ένοχε μαζί κι αθώε μου εαυτέ!...
Μανόλη Ρασούλη, τραγούδι Β. Παπακωνσταντίνου
Ήταν παγιδευμένοι στη μικρή πολιτεία και στη μεγάλη αμηχανία τους.
Γιόζεφ Ροθ, Το εμβατήριο Ραντέτσκυ, μτφ. Δ. Δημοκίδης, Εκδόσεις Ροές 2009, σ.141
Οι άνθρωποι που έχουν ευνοηθεί με τέτοιου είδους κατάρα δεν ξέρουν ούτε πόσα έχουν, ούτε πόσα ξοδεύουν. Αντλούν μόνιμα από μιαν αόρατη πηγή. Δεν κάθονται να υπολογίσουν. Έχουν την πεποίθηση ότι η περιουσία τους αποκλείεται να είναι μικρότερη από την μεγαλοψυχία τους.
Στο ίδιο, σ. 392
-Μωρέ κεφαλές του χωριού! Μουρμούρισε ο Μανολιός κι αναστέναξε. Ο ένας ροχαλίζει, ο άλλος μεθοκοπάει, διαβάζει ο άλλος, κι ο γερο-εξηνταβελόνης κάθεται και κλωσάει τα φλουριά του...
Νίκου Καζαντζάκη Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, εκδόσεις Ελ. Καζαντζάκη 1974, σ. 40
[Δ]ύσκολο δρόμο παίρνουμε, Πέτρο, θα μας ριχτούν οι ανθρώποι, ποιός θέλει τη σωτηρία του; Πότε σηκώθηκε ένας προφήτης να σώσει το λαό κι ο λαός δεν τον λιθοβόλησε; Δύσκολο δρόμο παίρνουμε, κράτα στα δόντια την ψυχή σου, Πέτρο, μη φύγει [.]
Νίκου Καζαντζάκη, Ο τελευταίος πειρασμός, Εκδόσεις Καζαντζάκη 2008, σ. 303
Μια φωνή μου λέει προχώρα,/ δεν τελειώνει εδώ η χώρα.
Τα μεγάλα μου λάθη, μουσική Γ. Σπάθας, στίχοι Λ. Νικολακοπούλου, τραγούδι Β. Λέκκας
Ο παπα-Φώτης έσυρε πάλι φωνή: -Δεν θα χαθούμε! Χιλιάδες χρόνια ζούμε, χιλιάδες ακόμα θα ζήσουμε. ... «Τι καπετάν παπάς και τούτος! Συλλογίστηκε ο καπετάν Φουρτούνας. Τι φωτιά, τι κέφι, τι κουράγιο, ο αφιλότιμος.»
Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, όπως παραπάνω, σ. 43.
«Πιστεύω ότι θα τα καταφέρουν», λέει ο Αλ Χόλαντ, ψυχολόγος της ΝΑSΑ που βοηθά στην επιχείρηση. «Αυτοί οι άνδρες [Σημ.: οι εγκλωβισμένοι μεταλλωρύχοι στο Σαν Χοζέ της Χιλής] είναι γενναίοι, ανθεκτικοί και έδειξαν ότι μπορούν να οργανωθούν. Κρατούν την τύχη τους στα χέρια τους». [NEA 6-9-10 – Σημ.: Αυτή η πρόβλεψη έγινε περίπου ενάμισυ μήνα πριν την επιτυχή διάσωση των εγκλωβισμένων, όταν η έκβαση της προσπάθειας διάσωσης ήταν ακόμα τελείως αβέβαιη.]
«Τότε ήταν διαφορετικά τα πράγματα», απάντησε ο Σκόβρονεκ. «Ούτε καν ο Κάιζερ φέρει σήμερα την ευθύνη για τη μοναρχία του. Ακόμη κι ο Θεός μοιάζει σήμερα πλέον απρόθυμος να σηκώσει στις πλάτες του την εθύνη για τον κόσμο. Παλιά ήταν πολύ ευκολότερα τα πράγματα! Τα πάντα ηταν εξασφαλισμένα. Το κάθε πετραδάκι βρισκόταν στη θέση του. Οι δρόμοι της ζωής ήταν καλοστρωμένοι. Σήμερα όμως, κύριε Περιφερειακέ, οι πέτρες βρίσκονται πεταμένες εδώ κι εκεί μέσα στο δρόμο, οι σκεπές έχουν τρύπες και μέσα στα σπίτια βρέχει, κι ο καθένας πρέπει να βρει μόνος του τι δρόμο θα τραβήξει και σε ποιό σπίτι θα πάει να μείνει. [...]»
Το εμβατήριο Ραντέτσκυ, όπως παραπάνω, σ. 359
Η καρδιά χτυπάει πάντα αριστερά...
Όσκαρ Λαφονταίν
...μα το μυαλό είναι στο κέντρο.
ΧΤ
16 μήνες μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, η κατάσταση στον οικονομικό τομέα (όπως και συνολικότερα) εμφανίζεται συγκεχυμένη. Έχει επιτευχθεί αδιαμφισβήτητη πρόοδος στα δημόσια οικονομικά. Μέσα σε σχεδόν ένα χρόνο έχει περάσει ένα πακέτο λιτότητας που θα ζήλευαν και οι πιο αποφασισμένες κυβερνήσεις και συνειδητοποιημένες κοινωνίες (ή και οι πιο φανατικοί υπέρμαχοι του νεοφιλελευθερισμού), πράγμα που αναγνωρίζεται και από την μεταστροφή του κλίματος στο εξωτερικό, Το πακέτο διάσωσης βρίσκει μιμητές στην Ιρλανδία και ενδεχομένως και αλλού, οι κεφαλές της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας οικονομικής δικυβέρνησης πηγαινοέρχονται στην Αθήνα, ενώ η κρίση τείνει να εξελιχθεί σε συστημική του ευρώ (με ευθύνη όχι μόνο δική μας). Το κλίμα στο εσωτερικό είναι σχετικά ήπιο, δεδομένων των σκληρών μέτρων, και ο ελληνικός λαός έχει δείξει πρωτοφανή ωριμότητα, όμως ο κίνδυνος γενικευμένης αμφισβήτησης και κοινωνικών εκρήξεων δεν έχει αποσοβηθεί πλήρως (όπως μας θύμισε και το επεισόδιο της Νομικής). Τα επεισόδια στην Βρετανία τα σχετικά με το Πανεπιστήμιο εκεί δείχνουν η νεανική (κυρίως) οργή και βία εξαπλώνονται, σηματοδοτώντας το τέλος των κοινωνιών της συναίνεσης.
Παρά την πρόοδο στα δημόσια οικονομικά όμως, η κατάσταση δεν λέει να ξεκαθαρίσει. Το πρόβλημα είναι διπλό: Πρώτα, όπως εύστοχα έγραψε ο Γιάννης Πρετεντέρης στα ΝΕΑ της 31-1-2011, λύσαμε το πρόβλημα του ελλείμματος αλλά όχι και του χρέους. Δεύτερο, η Ελλάδα σημείωσε το 2010 αρνητική ανάπτυξη της τάξης του -5%, με όλες τις συνέπειες στην ανεργία, κλείσιμο επιχειρήσεων, εισοδήματα, κλπ. Και στα δύο αυτά μείζονα προβλήματα κομβικό εμφανίζεται το ζήτημα της ανάπτυξης. Αυτή τελικά ρυθμίζει και την εξέλιξη του χρέους, ως ποσοστό επί του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ). Δείτε γιατί: Η μεταβολή του λόγου χρέους-ΑΕΠ ισούται με το έλλειμμα (% επί του ΑΕΠ) μείον το γινόμενο χρέος (% επίτου ΑΕΠ) επί τον ρυθμό ανάπτυξης. Η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου κατάφερε με τις προσπάθειές της να μειώσει το έλλειμμα από 15% σε 9% (περίπου) του ΑΕΠ, κέρδος της τάξης του 6%. Παράλληλα όμως, ο ρυθμός ανάπτυξης -5% επί το χρέος (=150% του ΑΕΠ) μας δίνουν μεταβολή του χρέους = 9% - 1.5 χ (-5%) = 16.5%. Δηλαδή το χρέος (% επί του ΑΕΠ) συνεχίζει να ανεβαίνει ραγδαία, όχι μόνο γιατί συνεχίζει να υπάρχει έλλειμμα αλλά και γιατί συρρικνώνεται το ΑΕΠ στη βάση του οποίου υπολογίζεται τελικά ο βαθμός χρέωσης της χώρας. Αλλά όχι μόνο αυτό: Το κέρδος από την μείωση του ελλείμματος ισοφαρίζεται και με το παρπάνω από τον αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης. Δηλαδή, θα είμασταν καλύτερα (όσον αφορά το λόγο χρέους-ΑΕΠ) εάν είχαμε π.χ. το παλιό έλλειμμα (15%) με στάσιμο (αλά όχι πτωτικό) ΑΕΠ (15%-1.5χ0=15%). Έτσι, αναδεικνύονται δύο μείζονα θέματα που ήδη καθορίζουν την ατζέντα αλλά και θα την καθορίζουν στον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, δηλαδή η μεθοδολογία και οι τεχνικές διαχείρισης του χρέους, και η στρατηγική της ανάπτυξης. Το βασικό ερώτημα που αναφύεται είναι τι είδους ανάπτυξη ζητάμε. Το κεντρικό νόημα του παρόντος σημειώματος είναι ότι δεν μπορεί να είναι κρατικοδάιτη ανάπτυξη του τύπου «χρήμα στην αγορά», πρέπει να είναι εξωστρεφής, καινοτόμος, δυναμική, βιώσιμη ανάπτυξη.
Ο σκοπός αυτού του σημειώματος (που γράφεται εδώ και πολύ καιρό) είναι να προτείνει κάποιους βασικούς άξονες προβληματισμού για το πολιτικο/ιδεολογικό υπόβαθρο του Μνημονίου αλλά και του εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης, και να συμβάλει στο μέτρο του δυνατού στον προβληματισμό για το πώς μπορούν τα πράγματα να προχωρήσουν στο εξής.
Ι. ΠΟΛΙΤΙΚΗ/ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑΣ
Έχει γραφτεί επανειλλημμένα πως πολιτικό σχέδιο εξόδου από την κρίση δεν υπάρχει. Το Μνημόνιο δεν αποτελεί ολοκληρωμένο σχέδιο, του λείπει η ιδεολογική και πολιτική κάλυψη. Δύσκολο να διαφωνήσει κανείς: Το Μνημόνιο αποτελεί μόνο το επιχειρησιακό τμήμα του σχεδίου, και μάλιστα θα έλεγε κανείς ότι είναι λιγότερο πειστικό στο καθ’ εαυτού νεοφιλελεύθερο μέρος του – φιλελευθεροποίηση της αγοράς εργασίας, ιδιωτικοποιήσεις (όπως-όπως) – απ’ ό,τι στο σκέλος της δημοσιονομικής εξυγίανσης. Βέβαια, υπάρχει ένα βασικό ελαφρυντικό για το ότι το κυβερνών κόμμα (ούτε κανείς άλλος βέβαια) δεν έχει εκπονήσει ένα τέτοιο σχέδιο, κι αυτό είναι το καινοφανές των συνθηκών. Η βραχύβια πλην ολέθρια διακυβέρνηση Καραμανλή επέτεινε και ανέδειξε όλα τα αδιέξοδα (κυρίως οικονομικά, αλλά και ευρύτερα κοινωνικά) όλης της μεταπολεμικής/μεταπολιτευτικής Ελλάδας: Επίπλαστη ευμάρεια, συρρίκνωση της παραγωγικής/βιομηχανικής βάσης, επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας κυρίως σε σχέση με διεθνείς συγκρίσεις, αδυναμία διαχείρισης της παγκοσμιοποίησης, όλ’ αυτά ενώ η δυναμική της σύγκλισης τείνει να εξαντληθεί και ενώ η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη πνέει τα λοίσθια (όπως έδειξε και η κρίση), δημογραφική κατάρρευση με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνική ασφάλιση, υπερδιόγκωση ενός αντιπαραγωγικού κρατικού τομέα, ελλείμματα εσωτερικά και εξωτερικά, προϊούσα ανισοκατανομή εισοδήματος και «οριζόντια» και μεταξύ γενεών, γενικευμένη φαυλότητα, περιβαλλοντική υποβάθμιση. Όλ’ αυτά ανεφύησαν «ξαφνικά» - τι βολικός μύθος. Δεν πήρε είδηση κανείς μας ότι γύρω μας κτίστηκαν καβαφικά (και ασφυκτικά) τείχη. Αλλά τέλος πάντων, η αδυναμία κατανόησης των παραπάνω ασφαλώς φέρνει και αδυναμία εκπόνησης ενός προγράμματος και ιεράρχησης των προτεραιοτήτων.
Νομίζω πως η εκπόνηση σωστού σχεδίου ξεκινάει από την νηφάλια περιγραφή της κρίσης. Η τωρινή κρίση είναι απλά η κορυφή του παγόβουνου, το επιστέγασμα μιάς σειράς άλλων, βαθύτερων αδυναμιών όπως περιγράφτηκαν συνοπτικά πιο πάνω. Όπως ίσως θα πρέπει να αναλυθεί πιο διεξοδικά αλλού, κανένα από τα βαθύτερα αυτά προβλήματα δεν είναι πρόβλημα «ελλείμματος ζήτησης», το οποίο εντόπισε ο Κέυνς ως την βασικη γενεσιουργό αιτία της μεγάλης οικονομικής κρίσης του Μεσοπολέμου, και πάνω στην οποία βασίστηκε η λογική του κεϋνσιανισμού. Στις περισσότερες βιομηχανικές χώρες υπάρχει πλεόνασμα, όχι έλλειμμα, ζήτησης, το οποίο αντανακλάται ευθέως άλλωστε και στο εξωτερικό έλλειμμα (τρεχουσών συναλλαγών). Έτσι, κατά την ταπεινή μου γνώμη που ενδέχεται να γίνει αντικείμενο σφοδρής κριτικής καθώς σπάει ταμπού, ο κεϋνσιανισμός δεν προσφέρει πλέον γενικό οδηγό πλεύσης για τις (μετα-;)βιομηχανικές χώρες του πρώιμου 21ου αιώνα. Ο κεϋνσιανισμός έχει κάτι χρήσιμο να πει για την ύφεση που δημιουργείται από τις περικοπές, αλλά όχι για το πώς βελτιώνονται οι διαρθρωτικές αδυναμίες που αναφέρθηκαν. Ούτε βέβαια ασπάζομαι τους νεοφιλελεύθερους, μονεταριστές ή άλλους. Η αλήθεια είναι (νομίζω) πως δεν υπάρχει «γενική θεωρία» για να μας οδηγήσει σήμερα όχι μόνο για το πώς θα ξεπεραστεί η κρίση αλλά και για το μετά.
Όχι μόνο δεν προσφέρει πυξίδα ο κεϋνσιανισμός, αλλά η κεντρική του λογική (ότι η επεκτατική πολιτική ενεργού ζήτησης αποτελεί το κλειδί για τη επίλυση της ύφεσης) αντιβαίνει στην επίλυση των διαρθρωτικών αδυναμιών. Η βελτίωση των κεντρικών διαρθρωτικών αδυναμιών (η παραγωγική αναδιάρθρωση σε πιο εξωστρεφή και δυναμική κατεύθυνση, η άνοδος της παραγωγικότητας, η μείωση των εσωτερικών και εξωτερικών ελλειμμάτων) απαιτεί (δυστυχώς) περισσότερες αποταμιεύσεις και επενδύσεις, και μείωση της κατανάλωσης, ιδιωτικής και κρατικής. Δεν είναι ικανοί όροι αυτοί, χρειάζονται και πολλά άλλα, όπως μελετημένη και συνεπής κεντρική καθοδήγηση, κινητοποίηση της κοινωνίας, κλπ. Αλλά η μείωση της κατανάλωσης και η αύξηση αυτών «που βάζουμε στην άκρη» (για το μέλλον και για να αυγαταίνει το βιός) είναι αναγκαίος όρος. Δεν γίνεται αλλιώς. Και εδώ λοιπόν έγκειται η ελληνική τραγωδία. Ο κατηραμένος όφις του Μνημονίου δεν είναι καθόλου κατηραμένος, αλλά μας δείχνει τον δρόμο που πρέπει να βαδίσουμε στο μέλλον, από μόνοι μας και όταν ακόμα απαγκιστρωθούμε από την επιτήρηση, εάν βέβαια σαν κοινωνία συνολικά βρούμε το θάρρος να οργανωθούμε ανάλογα, και δεν αφήσουμε τα πράγματα στην τύχη.
(Για να το ελαφρύνουμε και λίγο, ας θυμηθούμε έναν μύθο του Αισώπου. Ήταν ένα αγρόκτημα λοιπόν, όπου κάθε πρωΐ, ο κόκορας λαλούσε στις έξι, και οι κυρά του σπιτιού ξύπναγε τους υπηρέτες για να πάνε στο παζάρι. Κάποια μέρα, οι υπηρέτες απηυδισμένοι σφάξανε τον κόκορα για να γλυτώσουνε το πρωϊνό ξύπνημα. Όμως, η κυρά δεν εφησύχασε. Τώρα πρέπει να έχω μόνη μου το νου μου, σκέφτηκε. Και ξύπναγε τους υπηρέτες τώρα πια από τις πέντε για να μην τους πάρει ο ύπνος και αργήσουν. Λοιπόν βάλτε στη θέση του κόκορα την τρόϊκα, και της κυράς το μυαλωμένο τμήμα του ελληνικού λαού και των υπηρετών το άμυαλο, να δούμε τι βγαίνει. Το «ηθικό δίδαγμα» είναι ότι θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί και ακόμα περισσότερο για να διασφαλίσουμε το μέλλον της χώρας.)
Επίσης, η ελληνική κρίση έχει μία ιδιομορφία και ουσιαστική διαφορά από αυτή άλλων χωρών. Το χάλι των δημοσίων οικονομικών δεν έγινε για να τονωθούν οι τράπεζες (οι ελληνικές τράπεζες δεν είχαν τις αδυναμίες των ξένων τραπεζών) αλλά ως αποτέλεσμα χρόνιας κακοδιαχείρισης με ολέθριο βέβαια επιστέγασμα την πενταετία 2004-9. Επίσης, η κατάσταση των ελληνικών δημοσίων οικονομικών δεν περιγράφεται ως απλά κρίση, αλλά ως οριακό σημείο. Έτσι, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη και στις ΗΠΑ υπάρχει η ηθική, πολιτική και οικονομική δυνατότητα για κεϋνσιανου τύπου αντιμετώπιση της ύφεσης (όπως πρεσβεύει π.χ. ο Πωλ Κρούγκμαν), τέτοια δυνατότητα στην Ελλάδα απλά απουσιάζει εντελώς. Δυστυχώς, δεν υπάρχει «Σχέδιο Γ» (όπως αναζητούσε ο Δ. Μητρόπουλος στα ΝΕΑ της 30/9 πάλι), δεν υπάρχει μαγικό ραβδί ούτε βασιλική οδός. Ο δρόμος της δημοσιονομικής εξυγίανσης ειναι μονόδρομος - η πτώχευση θα έχει πολλαπλώς οδυνηρότερα αποτελέσματα.
Πρέπει τέλος να κατεδαφίσουμε το επιχείρημα ότι με το Μνημόνιο ευημερούν οι αριθμοί αλλά πάσχουν οι άνθρωποι. Αυτή η ρήση (του γερο-Παπανδρέου) υπήρξε ίσως εύστοχη στην εποχή της όταν πράγματι η οικονομική πρόοδος δεν έβρισκε αντανάκλαση στο βιοτικό επίπεδο του μέσου ανθρώπου. Όμως, η ρήση δεν έχει καθολική εφαρμογή, και στην ακραία της μορφή, είναι λαϊκισμός. Τι είναι οι «αριθμοί»; Οι αριθμοί (εάν είναι αξιόπιστοι βέβαια!) εκφράζουν το σύνολο. Το σύνολο δεν ισούται (όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως) με το άθροισμα των μερών. Ένα συν ένα κάνει όχι δύο αλλά ζευγάρι, ρούχα μαζί που πλύθηκαν κι έχουν γίνει ροζ, για να θυμηθούμε και το τραγούδι. Δέκα εκατομμύρια κάνουν μία κοινωνία με διαφορετικά χαρακτηριστικά από μία άλλη φαινομενικά ομοειδή. Και, τι είν’ η πατρίδα μας; - αναρωτιέται ο ποιητής. Μην είναι οι κάμποι της και τ’άσπρα της ψηλά βουνά, κλπ.; Όλα πατρίδα μας, κι αυτά κι εκείνα, και (εδώ είναι το σημαντικό) κάτι πούχουμε μες την καρδιά. Το σύνολο λοιπόν διέπεται από χαρακτηριστικά, θεσμούς, κουλτούρα, εθιμικά εμπεδωμένους κανόνες (και βέβαια ψυχολογία και ιδεολογία, όπως στο ποίημα) που κάνουν ένα σύνολο ενδεχομένως να διαφέρει από ένα άλλο ακόμα και εάν έχουν κοινά άλλα χαρακτηριστικά όπως μέγεθος, παραγωγικότητα, ανθρώπινο κεφάλαιο, κλπ. Η θεωρία λέει πως το σύνολο είναι μία ισορροπία κατά Νας (για την οποία ο αναγνώστης μπορεί να δει άλλη καταχώρηση), η οποία διαφέρει από το άθροισμα των μερών. Αυτές οι διαφορές φυσικά αποτυπώνονται και στο οικονομικό πεδίο. Οι «αριθμοί» λοιπόν εμφανίζουν την εικόνα του συνόλου που διαφέρει από το άθροισμα των εμπειριών (και το ατομικό βιοτικό επίπεδο) των «ανθρώπων». Π.χ. το σύνολο (και η αποτυπωμένη εικόνα του στους αριθμούς) μπορεί να είναι τέτοιο που να μπορεί βάσιμα να κάνει τους ανθρώπους να προσδοκούν ένα καλύτερο μέλλον. Ή, σε μία άλλη οικονομία με το ίδιο ατομικό βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων, το σύνολο μπορεί να είναι τέτοιο που να ωθεί τα άτομα προς τα κάτω. Όπως έχουμε πει κι αλλού, η ευημερία των ατόμων πρέπει να εδράζεται πάνω και να περνάει μέσα από την ευημερία του συνόλου, και όχι να πηγαίνει ενάντια σ’ αυτήν. Είκοσι χρόνια μετά τη ρήση του Γεωργίου Παπανδρέου, άρχισαν να ευημερούν και οι άνθρωποι (επί Ανδρέα Παπανδρέου). Σε σημείο μάλιστα που να αρχίσουν να υποφέρουν οι αριθμοί. Το τι σημαίνει αυτό για την ευημερία τελικά των ανθρώπων χρειάστηκε άλλα είκοσι χρόνια για να το διαπιστώσουμε (επί Γιώργου Παπανδρέου, στον οποίο έλαχε ο κλήρος να βγάλει τα κάστανα από την φωτιά).
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό που ζει σήμερα η Ελλάδα είναι πολύ οδυνηρό, ένας καφκικός εφιάλτης. Ένα ξαφνικό τσουνάμι αλλαγών σε όλο το φάσμα της οικονομικής ζωής, στα δημόσια οικονομικά, σφαλιστικό, εργασιακά, διάρθρωση του δημόσιου τομέα, αλλά και ύφεση, ανεργία, συμπαρασύρει μαζί του και το ηθικό της κοινωνίας, την εμπιστοσύνη της στους θεσμούς, στην ηγεσία της, στον εαυτό της τον ίδιο. Οι ηγεσίες (εκτός της κυβέρνησης σε ρόλο πεισματάρη, γενναίου αλλά κάπως απρόθυμου διαχειριστή) εμφανίζονται ανίκανες να εξηγήσουν γιατί, να περιγράψουν και να εμπνεύσουν λύσεις. Και πολλοί, αγνοώντας και περιφρονώντας τα τεράστια επιτεύγματα των μεταπολεμιικών γενεών τα οποία δεν είναι εν πολλοίς αναστρέψιμα, κάνουν ό,τι μπορούν για να εμφυσήσουν στην κοινωνία ψυχολογία ήττας, ειδικά στους νεότερους.
Ασφαλώς είναι πολύ δύσκολο να αποδεχθεί κανείς με ενθουσιασμό αυτό που συμβαίνει τώρα. Όμως, ακόμα και ένα τμήμα της Αριστεράς (το πιο «πεφωτισμένο») βάζει θέμα αναδιάρθρωσης της παραγωγικής βάσης της χώρας, ως θεμελιακό όρο για να προχωρήσει η χώρα στη νέα εποχή και να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της κρίσης και της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Δεν είναι εύκολη υπόθεση. Απαιτεί οργανωμένο σχέδιο, κοινωνικό συμβόλαιο με καθολική και δίκαιη κατανομή των βαρών, και εθνική συναίνεση. Από την αριστερά, δίκαια ως ένα βαθμό αγανακτισμένη από την κρίση, απαιτεί μία διάθεση ιστορικού συμβιβασμού σε βάθος μιάς γενιάς, διάθεση να γίνουν υποχωρήσεις προκειμένου να αποσοβηθούν τώρα τα χειρότερα, και προκειμένου να μπορέσει αργότερα η χώρα να προσφέρει στα παιδιά μας ό,τι πρόσφερε και σε μας.
ΙΙ. ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟ ΣΧΕΔΙΟ
Η δημοσιονομική εξυγίανση ξεκίνησε το 2010 ελπιδοφόρα, με το έλλειμμα κατεβασμένο στο 9% (αν δεν κάνω λάθος) από το 15,6% (τελικά στοιχεία) του 2009, επίτευγμα ουκ αμελητέο. Τα προβλήματα όμως παραμένουν: Τα έσοδα εμφανίζουν υστέρηση (όπως δηλώνει και το μέτρο πανικού της «περαίωσης»), με αδυναμία πάταξης της φοροδιαφυγής και μείωση εσόδων λόγω ύφεσης. Στο σκέλος των εξόδων, επικρατεί η ίδια ή και μεγαλύτερη δυστοκία, καθώς εκεί ουσιαστική πρόοδος συναρτάται με την (ουσιαστική και επώδυνη) επανίδρυση του κράτους. Υπό το κράτος της ανάγκης για μείωση των εξόδων αλλά και κάτω από την πίεση της τρόικας, η κυβέρνηση επιχειρεί δραστικές παρεμβάσεις στις ΔΕΚΟ που θα είναι βέβαια πολύ οδυνηρές αλλά που (για να πούμε την ωμή αλήθεια) απλά αποσκοπούν στα αυτονόητα. Η ύφεση βαθαίνει με ό,τι αυτό συνεπάγεται (κλείσιμο επιχειρήσεων, απολύσεις, ανεργία), μείωση φορολογικών εσόδων και αύξηση επισφαλειών στις τράπεζες. Όλοι οι τομείς της οικονομικής δρστηριότητας έχουν «καθίσει» με ρυθμό της τάξης του -5% για το 2010. Παράλληλα, και παρά την γενική αναγνώριση (και στο εξωτερικό) ότι η Ελλάδα έχει προχωρήσει σε πολύ γενναία μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης, τα επιτόκια των ομολόγων του δημοσίου παραμένουν σε ιδιαίτερα ψηλά επίπεδα (γύρω στο 10%). Και αυτό γίνεται για μία σειρά λόγους, όχι μόνο γιατί οι αγορές δεν αναγνωρίζουν θυσίες και προσπάθειες (που κι αυτό συμβαίνει, εφ’ όσον ο μόνος θεός που γνωρίζουν είναι το χρήμα), αλλά και και λόγω της ψυχολογίας τους που δίνει στα πράγματα μία δυναμική χιονοστιβάδας (λόγω αυτοεκπληρούμενης προφητείας, κλπ.), αλλά και γιατί θεμελιακά δεν ενδιαφέρονται απλά για μείωση του ελλείμματος αλλά για πρωτογενή πλεονάσματα.
Η αδήριτη αριθμητική του χρέους λέει ότι στο τέλος της τριετίας του Μνημονίου, το κρατικό χρέος θα βρίσκεται γύρω στο 150% του ΑΕΠ (υπολογίζοντας και την μείωση του παρονομαστή του κλάσματος, δηλαδή του ΑΕΠ, που θα επέλθει με την ύφεση), καθιστώντας ιδιαίτερα προβληματική έως αδύνατη την αυτοδύναμη εξυπηρέτησή του και την επιστροφή του ελληνικού δημόσιου τομέα στις διεθνείς χρηματαγορές χωρίς τα δεκανίκια της τρόικας. Πιστοποιώντας λοιπόν την πανθομολογούμενη αυτή δύσκολη κατάσταση, η τρόικα συζητά εδώ και καιρό το ενδεχόμενο να βοηθήσει την Ελλάδα και πέραν της τριετίας. Στην προοπτική αυτή φαίνεται ότι αντιδρούν οι Γερμανοί, ίσως όχι επί της αρχής αλλά γιατί δεν θέλουν να δεσμευτούν από τώρα. Φοβούνται (και μεταξύ μας: εύλογα) πως θα ισχύσει ο περίφημος «ηθικός κίνδυνος» της οικονομικής θεωρίας, δηλαδή ότι όταν η απειλή απομακρυνθεί, θα το ρίξουμε πάλι στο σορολόπ. Ή αλλιώς, ότι θα επαληθευτεί η παλιά ρήση δια στόματος Ντίνου Ηλιόπουλου το «στρίβειν δια του αρραβώνος» (Μνημονίου), ή αλλιώς «θα το παίξουμε Αλέκος» (κι έχουμε αρκετούς από αυτούς, αλλά πάει περίφημα και το «Αντώνης»!), ή αλλιώς δανεικά κι αγύριστα. Η αναβλητικότηα και δυστοκία γύρω από την ελληνική προσπάθεια έχουν τέλος να κάνουν και με τις αμφιταλαντεύσεις σχετικά μα την εξεύρεση συνολικής οικονομικής αρχιτεκτονικής για την Ευρώπη και το ευρώ.
Ίσως γι αυτούς τους λόγους δεν έχουμε πάρει μέχρι σιγμής σαφή δέσμευση επιμήκυνσης του Μνημονίου και της περιόδου αποπληρωμής του χρέους των 110 δις ευρώ. Από την άλλη, όλοι αναγνωρίζουν τις γενναιες προσπάθειες της κυβέρνησης και του ελληνικού λαού, βλέπουν και τα στοιχεία, και όταν έρθει «εκείνη η ώρα», πολύ δύσκολα θ αρνηθούν μία συντεταγμένη, οργανωμένη παράταση των χρονικών ορίων αποπληρωμής. Επίσης, κανείς δεν έχει συμφέρον να αποτύχει η ελληνική δημοσιονομική εξυγίανση, η πρώτη και πιο γενναία τέτοια προσπάθεια – αν αποτύχει, τι μήνυμα θα πάρουν όσες άλλες χώρες τυχόν βρεθούν σε ανάλογες δυσκολίες; Και ακόμα και σε σχέση με τις αγορές και τους ιδιώτες επενδυτές/κερδοσκόπους, αλλιώς θα διαπραγματευτείς επιμήκυνση εάν κάνεις μία γενναία και συστηματική προσπάθεια, και αλλιώς όταν μισο-κοροϊδεύεις. ‘Ετσι λοιπόν, ακόμα και αν έχει δίκιο ο διορατικός οικονομολόγος (αλλά και λάτρης της δημοσιότητας και γνωστή «Κασσάνδρα») Νουριέλ Ρουμπίνι, έχουμε τους όρους να προβούμε σε ελεγχόμενη αναδιάρθρωση του χρέους όταν και αν και σε όποιο επίπεδο αυτό χρειαστεί, έτσι ώστε να μην φαλκιδευτεί η όλη προσπάθεια. Αν αυτό λοιπόν είναι αλήθεια, τότε το όλο πλαίσιο αναφοράς της προσπάθειας ανασυγκρότησης αλλάζει, το άγχος απομακρύνεται, και ο ορίζοντας γίνεται μεσο-μακροπρόθεσμος και όχι μέχρι το 2013.
Η διαπίστωση αυτή δημιουργεί μία σειρά νέα δεδομένα. Στη συνέντευξή του στο ΒΗΜΑ της Κυριακής 19 Σεπτεμβρίου, ο Γερμανός μακροοικονομολόγος Γκούσταβ Χορν μίλησε για την ανάγκη εκπόνησης ενός μεσοπρόθεσμου σχεδίου εξόδου από την κρίση (χωρίς να είναι ιδιαίτερα διεξοδικός). Σε ανάλογο μήκος κύματος ο επίσης Γερμανός (και επιφανές μέλος κάποιου από τα ινστιτούτα οικονομικής πολιτικής που ασκούν σημαντική επιρρροή στη Γερμανία) Χανς Βέρνερ Σιν, και ο (άγνωστος σε εμένα), Γαλλο-αμερικανός «οικονομολόγος-φιλόσοφος» Γκυ Σορμάν («δείτε ποιά Ελλάδα θέλετε να έχετε σε 10 ή 20 χρόνια»). Κατά την γνώμη μου, η έμφαση που δίδουν στον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα είναι ιδιαίτερα σημαντική, τοποθετεί τα πράγματα στο σωστό τους πλαίσιο. Βρίσκεται σε αντίθεση με την σιωπηρή αλλά γενική παραδοχή που επικρατεί σήμερα ότι όλα πρέπει να έχουν τελειώσει αισίως μέχρι το 2013, πράγμα που δημιουργεί άγχος και επιβάλλει βεβιασμένους και λανθασμένους προσανατολισμούς. Με βάση τον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα μπορεί να σχεδιαστεί πιο αποτελεσματικά και νηφάλια η ανασυγκρότηση της οικονομίας. Αλλά επίσης, όλ’ αυτά σημαίνου ότι η λιτότητα αλλά ίσως και ο οικονομικός έλεγχος παρατείνονται, το πιθανότερο μακράν πέραν της τριετίας. Ακόμα πιο πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι οι ισχνές αγελάδες θα διαρκέσουν ίσως και δεκαετία, όπως επεσήμανε και ο εκλιπών κυβερνητικός σύμβουλος Τομάσο Παντόα-Σκιόπα.
Κατά την ταπεινή μου άποψη, οι άξονες πολιτικής σε αυτή την κατεύθυνση είναι:
Μεσοπρόθεσμος ορίζοντας
Συνεχίζουμε αμείωτη την προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης σαν να πρόκειται να αποπληρώσουμε το δάνειο των 110 δις ευρώ στην ώρα του. Ουδεμία χαλάρωση της προσπάθειας, ουδεμία απόκλιση από τον στόχο. Και θα πρέπει να αποφεύγονται μισο-υποσχέσεις του είδους ότι θα δοθεί κοινωνικό μέρισμα σε ένα ή δύο χρόνια. Ασφαλώς και θα δοθεί εάν και όταν υπάρξει η άνετη δυνατότητα, αλλά εάν αρχίσουν τώρα τέτοιες υποσχέσεις, οι ανάλογες προσδοκίες θα έχουν λάβει μορφή χιονοστιβάδας μέχρι το 2013 (που θα είναι και εκλογική χρονιά), καθιστώντας την τήρηση των υπεσχημένων αδύνατη.
Όμως παρασκηνιακά διαπραγματευόμαστε την αναδιάρθρωση του χρέους και των 110 δις αλλά και του ιδιωτικού. Αυτό όχι γιατι δεν μπορούμε να αποπληρώσουμε αλλά για να κερδίσουμε έξτρα ανάσα από την μείωση των τόκων από την επιμήκυνση της περιόδου αποπληρωμής. Και νομίζω πως μπορούμε βάσιμα να ελπίζουμε πως και επιμήκυνση θα δοθεί από την τρόικα και θα μπορέσουμε να αναδιαρθρώσουμε ελεγχόμενα το χρέος που είναι σε ιδιωτικά χέρια. Δεν είναι ανάλγητοι οι ευρωπαίοι, εκτιμούν την προσπάθεια, απλά θέλουν να σιγουρέψουν ότι δεν θα υπάρξει εκτροχιασμός. Και με τις αγορές διαφορετικά θα διαπραγματευτείς όταν έχεις πραγματικά προσπαθήσει απ’ ότι αν έχεις αμελήσει.
Εξηγείται νηφάλια αλλά πειστικά στον ελληνικό λαό ότι οι θυσίες έχουν ορίζοντα δεκαετίας, και πριν την παρέλευσή της τα εισοδήματα (σε πραγματικούς όρους) δεν μπορούν να αποκατασταθούν στα προ της κρίσης επίπεδα. Η οδυνηρή αλλά απλή αλήθεια είναι ότι η άνοδος του βιοτικού επιπέδου τα τελευταία χρόνια ήταν πλασματική και δεν θα έπρεπε να έχει υπάρξει καν (για να μην βάλει την οικονομία σε κίνδυνο). Φυσικά, δεν θα έπρεπε να υπάρξει ούτε η ρεμούλα, η σπατάλη και γενική κακοδιαχείριση, αυτό είναι αυτονόητο. Το βασικό όμως είναι ότι η μητέρα όλων των μαχών από εδώ και μπρος είναι να κρατηθούμε στα τρέχοντα επίπεδα και να μην υπάρξει άλλο πισωγύρισμα. Για να γίνει αυτό, πρέπει να υπάρξει αυτοσυγκράτηση όπως περιγράφηκε πιο πάνω (μαζί με τους όρους της καθολικότητας και συλλογικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης που έχουν αναλυθεί σε άλλα σημειώματα). Εάν αποδεχτούμε αυτόν τον ορίζοντα ως πλαίσιο αναφοράς, μπορούμε να σχεδιάσουμε την οικονομική ανασυγκρότηση χωρίς άγχος, έτσι ώστε όταν τα πράγματα τελικά επανέλθουν σε ανοδική φάση, να μιλάμε για μια οικονομία ισχυροποιημένη, χωίς τον κίνδυνο πισωγυρίσματος.
Αναδιοργάνωση του κράτους
Γίνονται ήδη πολλά, αλλά νομίζω πως πρέπει να γίνουν περισσότερα για την κινητοποίηση σε βάθος της κρατικής μηχανής (όπως και της κοινωνίας – αλλά αυτό είναι άλλο θέμα). Η σε βάθος αναδιοργάνωση του κρατικού τομέα εξυπηρετεί διττό στόχο, και την δημοσιονομική εξυγίανση, αλλά και την ανάδειξη της κρατικής μηχανής σε δύναμη προόδου και όχι τροχοπέδη της Ελλάδας. Εάν φαντασθούμε ποιά Ελλάδα θέλουμε σε 10 ή 20 χρόνια, όπως μας προτρέπει ο Γκυ Σορμάν, τότε θα έλεγα πως η ουσιαστική επανίδρυση του κράτους είναι μακράν η πρώτη προτεραιότητα (εκτός από την αποτροπή της πτώχευσης βέβαια). Η προσπάθεια αυτή θα πρέπει να συνεχισθεί με προγραμματική συνέπεια και βάθος, όχι μόνο για να βελτιωθούν τα δημόσια οικονομικά. Έτσι, ακόμα και στην απευκταία περίπτωση της πτώχευσης, θα έχει υπάρξει ουσιαστικό μακροπρόθεσμο κέρδος για την Ελλάδα.
Η αναδιοργάνωση του κράτους έχει βέβαια δύο όψεις: την ανάδειξη του κράτους σε επιτελικό όργανο της κοινωνίας, με προσφορά υψηλού επιπέδου υπηρεσιών που να προσάδει προς ένα σύγχρονο κράτος, με στήριξη αλλά και ρύθμιση και έλεγχο της κοινωνίας μέσα σε ένα λογικό πλαίσιο κόστους` και την πάταξη της φοροδιοφυγής, τόσο για λόγους εισπρακτικούς αλλά και για λόγους ευρύτερης κοινωνικής πολιτικής, διότι με εκτεταμένη φοροδιαφυγη δεν ξέρεις ποιός δικαιούται κοινωνικής στήριξης.
Η φορολογική πολιτική και πρακτική αποτελεί κομβικό θέμα εδώ, διότι συνδυάζει τις οπτικές γωνίες (και αδυναμίες) τόσο της αναδιοργάνωσης του κράτους όσο και της σχέσης πολιτικής με την δημόσια διοίκηση. Δεν γίνεται φορολογική πολιτική μόνο με το ΣΔΟΕ και την Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων, όσο σημαντικός και άν είναι ο ρόλος αυτών των μηχανισμών μέσα σε ένα ολοκληρωμένο φοροεισπρακτικό σύστημα. Οι πληροφορίες λένε ότι οι εφορίες είναι (τουλάχιστον, ήταν στις αρχές του φθινοπώρου) παράλυτες, οι παλαιοί προϊστάμενοι είναι ακόμα στις θέσεις τους, αλλά το κυριότερο, χωρίς αξιολόγηση, σωρίς σαφείς στόχους και εντολές. Το προσωπικό τελεί υπό διαρκή αβεβαιότητα μετάθεσης που όμως δεν πραγματοποιείται. Οι προϊστάμενοι των εφοριών και οι επιθεωρήσεις θα έπρεπε να είχαν αξιολογηθεί, τοποθετηθεί, κινητοποιηθεί με εγκυκλίους και σεμινάρια καιρό τώρα, και ριχτεί στην μάχη πάταξης της φοροδιαφυγής.
Νομίζω μπορούμε, και οφείλουμε, να το πούμε. Η κυβέρνηση φαίνεται πως πάσχει από κάποια περιφρόνηση προς την διοίκηση και τους υπηρεσιακούς παράγοντες, μία αίσθηση (που οι πολιτικοί σε γενικές γραμμές ίσως πάντα είχαν) ότι ο υπουργός και δύο σύμβουλοι-καπέλο στην υπηρεσία μπορούν να τα ρυθμίσουν όλα ενώ οι υπηρεσιακοί παράγοντες είναι ενοχλητικοί κομπάρσοι, αντίληψη που οδηγεί τελικά σε άγνοια των θεμάτων σε βάθος. Δεν λέμε, το ανθρώπινο κεφάλαιο στην διοίκηση στην Ελλάδα έχει γενικά αφεθεί να ξεπέσει σε χαμηλά επίπεδα, σε σημείο που δεν υπάρχει διοίκηση για να εφαρμόσει την κυβερνητική πολιτική, όμως υπάρχουν πάρα πολλοί φιλότιμοι, εργατικοί, γνώστες των θεμάτων, τελικά επαρκείς δημόσιοι υπάλληλοι. Και τέλος πάντων, αυτούς έχουμε, ο στρατηγικός στόχος είναι να ανεβάσουμε το ποιόν της διοίκησης, αλλά τώρα με αυτό που έχουμε θα προχωρήσουμε. Τα θέματα χρήζουν τεχνικής μελέτης που ξεπερνούν τους ορίζοντες και τις δυνατότητες μεμονωμένων κυβερνήσεων, γι αυτό είναι ανάγκη η ανάδειξη αυτόνομης και αυτόφωτης δημόσιας διοίκησης. Είναι επιτακτική ανάγκη να αλλάξει νοοτροπία και στα δύο αυτά μέτωπα σε όλο το μήκος και πλάτος της κυβερνητικής πυραμίδας αν θέλουμε να έχουμε ουσιαστική ελπίδα εξόδου από την κρίση. Χωρίς μέθοδο και χωρίς κινητοποίηση όλης της κρατικής μηχανής δεν μπορούμε να προσδοκούμε ανασυγκρότηση.
Οι προτάσεις που (ξανα)γίνονται εδώ είναι να θεσπισθούν θέσεις υπηρεσιακών (δηλαδή εκ των ενόντων της υπηρεσίας) υφυπουργών (β’, αν προτιμάτε), που θα γνωρίζουν τα θέματα σε περισσότερο βάθος (όπως οι πάλαι ποτέ 29 κατασκευαστές πλυντηρίων: Αυτοί ξέρουν!) και θα (πρέπει να) συμπληρώνουν το προϊστάμενο πολιτικό προσωπικό που δίνει τις πολιτικές κατευθύνσεις. Αλλά οι πολιτικές πρέπει να ετοιμάζονται από μεικτές επιτροπές πολιτικών-υπηρεσιακών παραγόντων. Οι υφυπουργοί β΄ θα εμφανίζονται περιοδικά ενώπιον των αρμοδίων επιτροπών της Βουλής.
Ανάπτυξη - Έμφαση στην υγιή, δυναμική, μη κρατικοδίαιτη, εξωστρεφή ανάπτυξη. Οι βασικές κατευθύνσεις μπορούν να είναι οι εξής:
- Έμφαση στους τομείς όπου έχουμε συγκριτικό πλεονέκτημα (όπως μου θυμίζει και ο καλός φίλος και συνάδελφος Μανόλης Πικουλάκης αλλά και διάφοροι ξένοι συνάδελφοι), αλλιώς είναι σαν να χτυπάμε το κεφάλι μας στον τοίχο. Πρακτικά μιλώντας, ενισχύουμε με αποτελεσματικές δράσεις την γεωργία και αγροτο-βιομηχανία (ο αγρότης είναι και δημιουργός και επιχειρηματίας που κερδίζει καθημερινά την μάχη ποιότητας-κόστους-αγορών), την σύγχρονη, ήπια κτηνοτροφία, τον αναβαθμισμένο τουρισμό (τομείς που κάποτε είχαν λοιδορηθεί – «κηπουροί και γκαρσόνια της Ευρώπης» - μόνο που όπως έγραψε προ καιρού και η Άννα Δαμιανίδου, το να είσαι σωστό γκαρσόνι κατακτιέται δύσκολα), την ναυτιλία (ο Πειραιάς παγκόσμιο ναυτιλιακό κέντρο), και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τους συναφείς βιομηχανικούς τομείς.
- Κύριος μοχλός πρέπει να είναι νέου τύπου ενώσεις αγροτών στον αγροτικό τομέα (οι γνωστοί Συνεταιρισμοί μάλλον πνέουν τα λοίσθια), και επενδυτικά-αναπτυξιακά κεφάλαια σε συνεργασία του δημοσίου με ιδιώτες τράπεζες και επενδυτές. Με άλλα λόγια, επανασυστήνεται η ΕΤΒΑ σε σύγχρονη βάση που μπορεί να μπαίνει συνεταίρος επιλεκτικά σε αξιόλογα νέα επιχειρηματικά σχήματα διαφόρων χαρακτηριστικών (τεχνολογικής αιχμής, περιφερειακό, νέων, γυναικών, κλπ).
- Πιστεύω πως πρέπει να ξαναμπεί στο τραπέζι η παλιά ιδέα του Νίκου Χριστοδουλάκη (γιατί λείπει ο ΝΧ από την προσπάθεια ανασυγκρότησης της χώρας;) περί στήριξης επιχειρήσεων- εθνικών πρωταθλητών (στο μέτρο του επιτρεπτού βέβαια). Ναι μεν στηρίζουμε εκεί που έχουμε πλεονέκτημα, αλλά δεν μπορούμε να αφεθούμε να μας οδηγήσει μόνο η αγορά – χρειάζεται παρέμβαση με κρατική πολιτική. Το θέμα είναι και λεπτό και βαθύ. Η οικονομική θεωρία του εμπορίου παίρνει αρκετά σαφή θέση ενάντια σε τέτοια πολιτική (που θα οδηγήσει ενδεχομένως σε σπατάλη πόρων σε τομείς όπου δεν έχουμε πλεονέκτημα άρα καταδικασμένους, που θα γίνει βορά συμφερόντων, κλπ) αλλά από την άλλη κάποιες επιχειρήσεις μπορούν να γίνουν μοχλός και πόλος ανάπτυξης και για άλλες. Τις χρειαζόμαστε, ειδικά στον βιομηχανικό τομέα.
- Υποδομή. Μπορούμε και πρέπει να διαπραγματευτούμε με την Ευρώπη την ειδική ενίσχυση των επενδύσεων που θα αποτελέσουν έναν βασικό μοχλό. Επιτακτική ανάγκη (έγραψε σχετικα και ο Α. Καρακούσης στο Βήμα προ ημερών).
- Εκμετάλλευση της γεω-οικονομικής θέσης της χώρας (ΝΑ πύλη της Ευρώπης). Αυτό όμως δεν γίνεται με ελλιπή και προβληματική υποδομή, με τον σιδηρόδρομο-μουτζούρη και γέφυρες που (προς το παρόν τουλάχιστον) δεν οδηγούν πουθενά. Έτσι, ξαναγυρνάμε στις επενδύσεις υποδομής. Μία μακρόπνοη και γενναία στρατηγική είναι η αναβάθμιση των σιδηροδρομικών συνδέσεων με βόρεια και βορειοανατολική Ευρώπη, με ευρωπαϊκά κεφάλαια βέβαια. Πρέπει να τα διεκδικήσουμε.
- Και φτάνουμε αισίως στον ΟΣΕ. Δυστυχώς, ο σιδηρόδρομος δεν βρέθηκε ποτέ ψηλά στην ατζέντα (για να το πούμε ευγενικά) της πολιτικής ηγεσίας της χώρας, ανεξαρτήτως χρώματος – αλλά ίσως ούτε και της κοινωνίας. Όμως, σε καιρούς που ο σιδηρόδρομος αναβαθμίζεται εκ νέου στην Ευρώπη, σχεδιάζοντας να ανταγωνιστεί σοβαρά το αεροπλάνο στις μικρο-μεσαίες αποστάσεις, εμείς πρέπει να «προκάνουμε» να αναβαθμίσουμε τον μουτζούρη. Νομίζω πως τα παραδοσιακά σχήματα έχουν πλέον ξεπεραστεί, και πρέπει να γυρίσουμε σελίδα. Προτείνεται η πλήρης ιδιωτικοποίηση του μεταφορικού έργου (ΤΡΑΙΝΟΣΕ) με παράλληλη ανάπτυξη-βελτίωση της υποδομής με ΣΔΙΤ. Η υποδομή θα ανήκει σε κοινοπραξία του υπό δημόσιο έλεγχο ΟΣΕ και των μεταφορικών και κατασκευαστικών εταιρειών, με προσαρμογή των μεριδίων καθώς θα βελτιώνεται η υποδομή.
- Ξένες επενδύσεις. Ακούγεται ωραίο και επικοινωνιακό (το λες και μπουκώνει το στόμα σου, όπως θάλεγε κι ο Καραγκιόζης). Το θέμα είναι τι γίνεται στην πράξη, και αν οι επενδύσεις που θα έρθουν (εάν...) θα είναι προς το μακροπρόθεσμο συμφέρον της χώρας (με μεταφορά κεφαλαίων, τεχνογνωσίας, δημιουργία θέσεων εργασίας) ή θα είναι νεοαποικιακού τύπου (καζίνα και ξενοδοχεία στα καμένα για ποιός ξέρει τι καρυδιάς καρύδια). Σε γενικό επίπεδο είναι σαφές τι εμποδίζει τις ξένες επενδύσεις: η δυσανάλογη σχέση κόστους-παραγωγικότητας, το μικρό μέγεθος της χώρας, η γραφειοκρατία, η διαφθορά, η απελπιστικά αργή Δικαιοσύνη, ίσως και άλλα όπως η υψηλή φορολογία (σε σχέση ειδικά με τους γείτονες, μερικοί πό τους οποίους έχουν φορολογία επιχειρήσεων της τάξης του 15%). Κάποιοι από αυτούς τους παράγοντες αλλάζουν, δύσκολα αλλά αλλάζουν, κάποιοι όχι. Το ουσιαστικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι πως θα «προσελκύσουμε» επενδύσεις, είναι τι κάνουμε στα παραπάνω μέτωπα. Αν θέλετε, τι κάνουμε για να κρατήσουμε τις υπάρχουσες επιχειρήσεις σε μία εποχή ραγδαίας αποβιομηχάνισης. Γι αυτό, θα πρότεινα στον κ. Παμπούκη να αναλάβει τις εξής δράσεις (και αρμοδιότητες!). Να αναλάβει να διερευνήσει σε βάθος τι συνέβη με τα υδροπλάνα του ελληνοκαναδού κ. Πατέλλη, ο οποίος επιχείρησε (και επένδυσε) να φέρει την εκ πρώτης όψεως άριστη ιδέα του στην γενέθλια γη, αποσπώντας πολλούς επαίνους από «αρμοδίους» υπουργούς της ΝΔ (που χωρίς άλλο είχαν στόχο την προσέλκυση επενδύσεων) και συναντώντας απαγορευτικά προσκόμματα στην πράξη. Ομοίως, να αναλάβει να διερευνήσει σε βάθος τι γίνεται με την Κινεζική Cosco, που βλέπει απηυδισμένη να μην τηρούνται όσα συμφωνήθηκαν και έγιναν νόμος του κράτους πριν λίγους μήνες (δηλαδή, χθές!) και να απειλεί να αποχωρήσει σύσσωμη από την Ελλάδα. Θα μπορούσε περαιτέρω ο κ. Παμπούκης να συντάξει λεπτομερή σχετική έκθεση (με ορίζοντα π.χ. έξι μηνών) που να υποβάλει στην Βουλή προς συζήτηση, με εξειδικευμένες προτάσεις για το τι πρέπει να αλλάξει και πως (που καθυστέρησαν οι υπηρεσίες, που διαφώνησαν, πως μπορεί να επιταχυνθεί η διυπουργική συνεργασία, κλπ). Έγκριτος νομικός ο κ. Παμπούκης θα βρει ασφαλώς ενδιαφέρον σε ένα τέτοιο πόνημα, το οποίο θα απαιτήσει χωρίς αμφιβολία κόπο. Αλλά είναι σίγουρο ότι μια τέτοια εργασία θα έχει πολλή περισσότερη ουσία και αξία για την γενικότερη επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των ξένων επενδύσεων, από τα ταξίδια για «προσέλκυση επενδύσεων».
- Συγχαρητήρια σε Βενιζέλο-Μπεγλίτη-υπηρεσιακούς παράγοντες του ΥΠΕΘΑ για την επιτυχή κατάληξη των διαπραγματεύσεων με την ThyssenKrupp/HDW και την Abu Dabi Mar για το μέλλον των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά και των εκκρεμουσών παραγγελιών του Πολεμικού Ναυτικού. Φαίνεται πως με σκληρή και μεθοδική δουλειά, επίπονες διαπραγματεύσεις, και σε βάθος γνώση του θέματος, οδηγηθήκαμε σε μία συμφωνία που διασφαλίζει κατά τον καλύτερο τρόπο το ελληνικό δημόσιο συμφέρον. Μία συμφωνία που δείχνει τον δρόμο για το πώς γίνεται η προσέλκυση (ουσιαστικών) επενδύσεων και που προετοιμάζει το έδαφος για μία ισχυρότερη βιομηχανικά, παραγωγικά Ελλάδα της επόμενης μέρας.
Πολιτιστική επανάσταση
Ναι, πολιτιστική επανάσταση. Το άκουσμά της προκαλεί ρίγος, αλλά εδώ υπάρχει μπόλικο και μακροπρόθεσμο διακύβευμα. Εάν αναρωτηθεί κανείς εάν φταίει η πολιτική για το χάλι της οικονομίας/κοινωνιας ή το αντίστοροφο, ίσως η καλύτερη απάντηση είναι ότι ισχύουν και τα δύο. Το γαϊτανάκι οικονομίας/κοινωνίας και πολιτικής (όπως το έχουμε ονομάσει - ή αλλιώς βάσης και εποικοδομήματος) μπορεί να δίδει πλέον της μίας ισορροπίες κατά Νας (δηλαδή, όπως έχουμε γράψει, παγιωμένες καταστάσεις από όπου κανένα άτομο – είτε ιδιώτης είτε επιχείρηση, είτε πολιτικός – δεν έχει ατομικό συμφέρον να παρεκκλίνει), μία εκ των οποίων είναι και η γνώριμή μας ισορροπία της βαλκανικού τύπου υπανάπτυξής μας. Όπου η γνωστής ποιότητης πολιτική (του θα-θα-θα, της μίζας, κλπ) αφήνει την οικονομία και κοινωνία στην στασιμότητά της, και η αναιμική οικονομία και αχειραφέτητη κοινωνία διαιωνίζουν την πολιτική της μετριότητας. Και το χειρότερο, εθιζόμαστε σε αυτήν την κατάσταση γιατί αυτήν μαθαίνουμε από τα γεννοφάσκια μας, χωρίς να προσφέρεται άλλο πρότυπο. Έτσι, η βαλκάνιά μας ισορροπία «κλειδώνει» διπλά. Η υπανάπτυξη είναι πάνω απ’ όλα στο μυαλό μας, όπως εκεί είναι και η πατρίδα μας κατά τον ποιητή. (Άλλωστε και ο ποιητής αναφέρεται σε μία πατρίδα κάποιας ανώτερης ποιότητας, άρα προσβλέπει σε μία ισορροπία κατά Νας υψηλότερου επιπέδου!) Γι αυτό χρειαζόμαστε αλλαγή νοοτροπίας και μοντέλου συμπεριφοράς, προς κατεύθυνση πιο συνεργατική, συναινετική και λιγότερο συγκρουσιακή (είμαστε όλοι μαζί στην ίδια βάρκα, και εάν τραβάμε προς διαφορετικές κατευθύνσεις η βάρκα θα βουλιάξει – αυτό βέβαια χωρίς να παραγνωρίζουμε τις υπαρκτές και σημαντικές αντιθέσεις), σε κατεύθυνση υψηλού επαγγελματισμού και μακροπρόθεσμης προοπτικής (και όχι λαμογιάς – που δυστυχως κυριαρχεί και, ή μήπως κυρίως;, στον ιδιωτικό τομέα), σε κατεύθυνση εν τέλει εμπέδωσης θεσμών, κανόνων και καταστατικών διαδικασιών μέσα στις οποίες όλοι λειτουργούμε (και δεν κάνουμε όπως βρούμε). Λειτουργούμε σαν ομάδα, βάζοντας το σύνολο πάνω από το άτομο (ασφαλέστατα διαφυλάσσοντας τις ατομικές ελευθερίες), αυτό θα πρέπει να είναι το κεντρικό σύνθημα για την επιβίωση της Ελλάδας στις νέες συνθήκες.
ΙΙΙ. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΦΕΥΧΘΕΙ
Τέλος, ας κάνουμε τέσσερις «αρνητικές» προτάσεις, τέσσερα πράγματα που «δεν» πρέπει να γίνουν:
- Ας μην αποδειχθεί η κρίση η κερκόπορτα του νεοφιλελευθερισμού. Π.χ., βλέπε την επιστολή στις αρχές του φθινοπώρου των επιφανών οικονομολόγων, του (νομπελίστα πλέον) Χριστόφορου Πισσαρίδη και των Κώστα Αζαριάδη και Γιάννη Ιωαννίδη στην Καθημερινή, όπου σε μεγάλο βαθμό τα αναπτυξιακά (ή μήπως «αναπτυξιακά»;) μέτρα έχουν νεοφιλελεύθερη πνοή. (Δεν μπορεί να διαφωνήσει βέβαια κανείς με πολλές από τις προτάσεις που κάνουν, όπως αυτές που βρίσκονται στην κατεύθυνση της πάταξης της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς, εξορθολογισμού του κράτους και της κοινωνικής ασφάλισης, ανάπτυξης υποδομής.)
- Μην ατονήσουν οι ουσιαστικές δημόσιες και κοινωνικές υπηρεσίες υπό το βάρος (ή το πρόσχημα) της συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα όπως έγραψε και ο Γεράσιμος Μοσχονάς προ καιρού στα ΝΕΑ (12-10-10).
- Μην αυξηθεί η ανισοκατανομή του εισοδήματος, τάση που παρατηρείται και διεθνώς αλλά και εντείνεται με την κρίση.
- Μην ξεπουληθεί η Ελλάδα σε εμίρηδες που θα την κάνουν (κακόγουστα και τερατώδη) ξενοδοχεία και καζίνα. Παράκληση/προτροπή: Όχι άλλα καζίνα. Όχι μόνο γιατί είναι νεοαποικιακού τύπου «επενδύσεις», αλλά και για λόγους κοινωνικής ευαισθησίας. Ας ρίξει μια ματιά ο/οι κ. Υπουργός/οί τι γίνεται π.χ. στην Κορινθία που «στέγνωσε» καθώς τα «ακούμπησε» όλα στο καζίνο (διεπόμενη ασφαλώς και από άγνοια και από την αφελή αντίληψη ότι το καζίνο είναι εκεί για να μοιράζει χρήμα). Τέτοια «ανάπτυξη» ας λείπει. Επίσης, θα έλεγα να έχουμε όσο το δυνατό λιγότερα με κάποιον συνταγματάρχη που άμα του δώσεις χειραψία, το χέρι σου μετά θα όζει για πολύ καιρό.
Φυσικά, δεν είμεθα αιθεροβάμονες. Αυτά όλα σε κάποιο βαθμό θα συμβούν (διατί να το κρύψωμεν άλλωστε...). Θα συμβούν για αντικειμενικούς λόγους (γιατί συμβαίνουν παντού, γιατί οι άμεσες προτεραιότητες είναι τώρα διαφορετικές, γιατί σε τελική ανάλυση τι μπορεί να κάνει η κυβέρνηση/δημόσιος τομέας, πόσο μπορεί να ανασχέσει τάσεις που ίσως είναι αδήριτες) αλλά και υποκειμενικές αδυναμίες (σαν κι αυτές που περιγράφηκαν παραπάνω). Είναι και οι θεμελιώδεις αδυναμίες της δημοκρατίας που παίζουν ρόλο (παρ’ ότι είναι μακράν το καλύτερο πολίτευμα, ας μην παρεξηγηθούμε): Μία κυβέρνηση που θα παλέψει για την επιβίωσή της το αργότερο σε τρία χρόνια, πόσο ορίζοντα μπορεί να έχει; Δεν θα πρέπει ως τότε να έχει περαιώσει (για να χρησιμοποιήσουμε τρέχουσα ορολογία!) την δημοσιονομική εξυγίανση έστω και με μεθόδους που αντιβαίνουν εν μέρει στο μακροπρόθεσμο δημόσιο συμφέρον; Και πόσο γενναία μπορεί να είναι, ειδικά όταν απέναντί της έχει μία τελείως ακατάληπτη αλλά και κυνική αξιωματική αντιπολίτευση; Έτσι λοιπόν τα παραπάνω θα συμβούν σε κάποιο βαθμό. Είναι το τίμημα της κρίσης, γι αυτό και (πρέπει να) είναι κυρίαρχος ο στόχος να μην ξαναφτάσουμε σε αυτό το σημείο. Η γενναιότητα και ψυχραιμία της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και του Γιώργου Παπανδρέου προσωπικά δεν αμφισβητούνται. Τώρα που ο φόβος του γκολ (το όντως εφιαλτικό σενάριο της πτώχευσης) δείχνει κάπως να αποσοβείται, χωρίς να χαλαρώνει την δημοσιονομική προσπάθεια, πρέπει να παλέψει, έστω και μέσα στην καταιγίδα, για να βρει η επόμενη μέρα την Ελλάδα μία πράγματι καλύτερη χώρα.
Μανόλης Αναγνωστάκης
Ήρωά μου, αίνιγμά μου, ανθρωπάκο καθημερινέ!
Σ’ έχω συνεταίρο/ για τα περαιτέρω,/ ένοχε μαζί κι αθώε μου εαυτέ!...
Μανόλη Ρασούλη, τραγούδι Β. Παπακωνσταντίνου
Ήταν παγιδευμένοι στη μικρή πολιτεία και στη μεγάλη αμηχανία τους.
Γιόζεφ Ροθ, Το εμβατήριο Ραντέτσκυ, μτφ. Δ. Δημοκίδης, Εκδόσεις Ροές 2009, σ.141
Οι άνθρωποι που έχουν ευνοηθεί με τέτοιου είδους κατάρα δεν ξέρουν ούτε πόσα έχουν, ούτε πόσα ξοδεύουν. Αντλούν μόνιμα από μιαν αόρατη πηγή. Δεν κάθονται να υπολογίσουν. Έχουν την πεποίθηση ότι η περιουσία τους αποκλείεται να είναι μικρότερη από την μεγαλοψυχία τους.
Στο ίδιο, σ. 392
-Μωρέ κεφαλές του χωριού! Μουρμούρισε ο Μανολιός κι αναστέναξε. Ο ένας ροχαλίζει, ο άλλος μεθοκοπάει, διαβάζει ο άλλος, κι ο γερο-εξηνταβελόνης κάθεται και κλωσάει τα φλουριά του...
Νίκου Καζαντζάκη Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, εκδόσεις Ελ. Καζαντζάκη 1974, σ. 40
[Δ]ύσκολο δρόμο παίρνουμε, Πέτρο, θα μας ριχτούν οι ανθρώποι, ποιός θέλει τη σωτηρία του; Πότε σηκώθηκε ένας προφήτης να σώσει το λαό κι ο λαός δεν τον λιθοβόλησε; Δύσκολο δρόμο παίρνουμε, κράτα στα δόντια την ψυχή σου, Πέτρο, μη φύγει [.]
Νίκου Καζαντζάκη, Ο τελευταίος πειρασμός, Εκδόσεις Καζαντζάκη 2008, σ. 303
Μια φωνή μου λέει προχώρα,/ δεν τελειώνει εδώ η χώρα.
Τα μεγάλα μου λάθη, μουσική Γ. Σπάθας, στίχοι Λ. Νικολακοπούλου, τραγούδι Β. Λέκκας
Ο παπα-Φώτης έσυρε πάλι φωνή: -Δεν θα χαθούμε! Χιλιάδες χρόνια ζούμε, χιλιάδες ακόμα θα ζήσουμε. ... «Τι καπετάν παπάς και τούτος! Συλλογίστηκε ο καπετάν Φουρτούνας. Τι φωτιά, τι κέφι, τι κουράγιο, ο αφιλότιμος.»
Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, όπως παραπάνω, σ. 43.
«Πιστεύω ότι θα τα καταφέρουν», λέει ο Αλ Χόλαντ, ψυχολόγος της ΝΑSΑ που βοηθά στην επιχείρηση. «Αυτοί οι άνδρες [Σημ.: οι εγκλωβισμένοι μεταλλωρύχοι στο Σαν Χοζέ της Χιλής] είναι γενναίοι, ανθεκτικοί και έδειξαν ότι μπορούν να οργανωθούν. Κρατούν την τύχη τους στα χέρια τους». [NEA 6-9-10 – Σημ.: Αυτή η πρόβλεψη έγινε περίπου ενάμισυ μήνα πριν την επιτυχή διάσωση των εγκλωβισμένων, όταν η έκβαση της προσπάθειας διάσωσης ήταν ακόμα τελείως αβέβαιη.]
«Τότε ήταν διαφορετικά τα πράγματα», απάντησε ο Σκόβρονεκ. «Ούτε καν ο Κάιζερ φέρει σήμερα την ευθύνη για τη μοναρχία του. Ακόμη κι ο Θεός μοιάζει σήμερα πλέον απρόθυμος να σηκώσει στις πλάτες του την εθύνη για τον κόσμο. Παλιά ήταν πολύ ευκολότερα τα πράγματα! Τα πάντα ηταν εξασφαλισμένα. Το κάθε πετραδάκι βρισκόταν στη θέση του. Οι δρόμοι της ζωής ήταν καλοστρωμένοι. Σήμερα όμως, κύριε Περιφερειακέ, οι πέτρες βρίσκονται πεταμένες εδώ κι εκεί μέσα στο δρόμο, οι σκεπές έχουν τρύπες και μέσα στα σπίτια βρέχει, κι ο καθένας πρέπει να βρει μόνος του τι δρόμο θα τραβήξει και σε ποιό σπίτι θα πάει να μείνει. [...]»
Το εμβατήριο Ραντέτσκυ, όπως παραπάνω, σ. 359
Η καρδιά χτυπάει πάντα αριστερά...
Όσκαρ Λαφονταίν
...μα το μυαλό είναι στο κέντρο.
ΧΤ
16 μήνες μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, η κατάσταση στον οικονομικό τομέα (όπως και συνολικότερα) εμφανίζεται συγκεχυμένη. Έχει επιτευχθεί αδιαμφισβήτητη πρόοδος στα δημόσια οικονομικά. Μέσα σε σχεδόν ένα χρόνο έχει περάσει ένα πακέτο λιτότητας που θα ζήλευαν και οι πιο αποφασισμένες κυβερνήσεις και συνειδητοποιημένες κοινωνίες (ή και οι πιο φανατικοί υπέρμαχοι του νεοφιλελευθερισμού), πράγμα που αναγνωρίζεται και από την μεταστροφή του κλίματος στο εξωτερικό, Το πακέτο διάσωσης βρίσκει μιμητές στην Ιρλανδία και ενδεχομένως και αλλού, οι κεφαλές της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας οικονομικής δικυβέρνησης πηγαινοέρχονται στην Αθήνα, ενώ η κρίση τείνει να εξελιχθεί σε συστημική του ευρώ (με ευθύνη όχι μόνο δική μας). Το κλίμα στο εσωτερικό είναι σχετικά ήπιο, δεδομένων των σκληρών μέτρων, και ο ελληνικός λαός έχει δείξει πρωτοφανή ωριμότητα, όμως ο κίνδυνος γενικευμένης αμφισβήτησης και κοινωνικών εκρήξεων δεν έχει αποσοβηθεί πλήρως (όπως μας θύμισε και το επεισόδιο της Νομικής). Τα επεισόδια στην Βρετανία τα σχετικά με το Πανεπιστήμιο εκεί δείχνουν η νεανική (κυρίως) οργή και βία εξαπλώνονται, σηματοδοτώντας το τέλος των κοινωνιών της συναίνεσης.
Παρά την πρόοδο στα δημόσια οικονομικά όμως, η κατάσταση δεν λέει να ξεκαθαρίσει. Το πρόβλημα είναι διπλό: Πρώτα, όπως εύστοχα έγραψε ο Γιάννης Πρετεντέρης στα ΝΕΑ της 31-1-2011, λύσαμε το πρόβλημα του ελλείμματος αλλά όχι και του χρέους. Δεύτερο, η Ελλάδα σημείωσε το 2010 αρνητική ανάπτυξη της τάξης του -5%, με όλες τις συνέπειες στην ανεργία, κλείσιμο επιχειρήσεων, εισοδήματα, κλπ. Και στα δύο αυτά μείζονα προβλήματα κομβικό εμφανίζεται το ζήτημα της ανάπτυξης. Αυτή τελικά ρυθμίζει και την εξέλιξη του χρέους, ως ποσοστό επί του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ). Δείτε γιατί: Η μεταβολή του λόγου χρέους-ΑΕΠ ισούται με το έλλειμμα (% επί του ΑΕΠ) μείον το γινόμενο χρέος (% επίτου ΑΕΠ) επί τον ρυθμό ανάπτυξης. Η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου κατάφερε με τις προσπάθειές της να μειώσει το έλλειμμα από 15% σε 9% (περίπου) του ΑΕΠ, κέρδος της τάξης του 6%. Παράλληλα όμως, ο ρυθμός ανάπτυξης -5% επί το χρέος (=150% του ΑΕΠ) μας δίνουν μεταβολή του χρέους = 9% - 1.5 χ (-5%) = 16.5%. Δηλαδή το χρέος (% επί του ΑΕΠ) συνεχίζει να ανεβαίνει ραγδαία, όχι μόνο γιατί συνεχίζει να υπάρχει έλλειμμα αλλά και γιατί συρρικνώνεται το ΑΕΠ στη βάση του οποίου υπολογίζεται τελικά ο βαθμός χρέωσης της χώρας. Αλλά όχι μόνο αυτό: Το κέρδος από την μείωση του ελλείμματος ισοφαρίζεται και με το παρπάνω από τον αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης. Δηλαδή, θα είμασταν καλύτερα (όσον αφορά το λόγο χρέους-ΑΕΠ) εάν είχαμε π.χ. το παλιό έλλειμμα (15%) με στάσιμο (αλά όχι πτωτικό) ΑΕΠ (15%-1.5χ0=15%). Έτσι, αναδεικνύονται δύο μείζονα θέματα που ήδη καθορίζουν την ατζέντα αλλά και θα την καθορίζουν στον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, δηλαδή η μεθοδολογία και οι τεχνικές διαχείρισης του χρέους, και η στρατηγική της ανάπτυξης. Το βασικό ερώτημα που αναφύεται είναι τι είδους ανάπτυξη ζητάμε. Το κεντρικό νόημα του παρόντος σημειώματος είναι ότι δεν μπορεί να είναι κρατικοδάιτη ανάπτυξη του τύπου «χρήμα στην αγορά», πρέπει να είναι εξωστρεφής, καινοτόμος, δυναμική, βιώσιμη ανάπτυξη.
Ο σκοπός αυτού του σημειώματος (που γράφεται εδώ και πολύ καιρό) είναι να προτείνει κάποιους βασικούς άξονες προβληματισμού για το πολιτικο/ιδεολογικό υπόβαθρο του Μνημονίου αλλά και του εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης, και να συμβάλει στο μέτρο του δυνατού στον προβληματισμό για το πώς μπορούν τα πράγματα να προχωρήσουν στο εξής.
Ι. ΠΟΛΙΤΙΚΗ/ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑΣ
Έχει γραφτεί επανειλλημμένα πως πολιτικό σχέδιο εξόδου από την κρίση δεν υπάρχει. Το Μνημόνιο δεν αποτελεί ολοκληρωμένο σχέδιο, του λείπει η ιδεολογική και πολιτική κάλυψη. Δύσκολο να διαφωνήσει κανείς: Το Μνημόνιο αποτελεί μόνο το επιχειρησιακό τμήμα του σχεδίου, και μάλιστα θα έλεγε κανείς ότι είναι λιγότερο πειστικό στο καθ’ εαυτού νεοφιλελεύθερο μέρος του – φιλελευθεροποίηση της αγοράς εργασίας, ιδιωτικοποιήσεις (όπως-όπως) – απ’ ό,τι στο σκέλος της δημοσιονομικής εξυγίανσης. Βέβαια, υπάρχει ένα βασικό ελαφρυντικό για το ότι το κυβερνών κόμμα (ούτε κανείς άλλος βέβαια) δεν έχει εκπονήσει ένα τέτοιο σχέδιο, κι αυτό είναι το καινοφανές των συνθηκών. Η βραχύβια πλην ολέθρια διακυβέρνηση Καραμανλή επέτεινε και ανέδειξε όλα τα αδιέξοδα (κυρίως οικονομικά, αλλά και ευρύτερα κοινωνικά) όλης της μεταπολεμικής/μεταπολιτευτικής Ελλάδας: Επίπλαστη ευμάρεια, συρρίκνωση της παραγωγικής/βιομηχανικής βάσης, επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας κυρίως σε σχέση με διεθνείς συγκρίσεις, αδυναμία διαχείρισης της παγκοσμιοποίησης, όλ’ αυτά ενώ η δυναμική της σύγκλισης τείνει να εξαντληθεί και ενώ η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη πνέει τα λοίσθια (όπως έδειξε και η κρίση), δημογραφική κατάρρευση με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνική ασφάλιση, υπερδιόγκωση ενός αντιπαραγωγικού κρατικού τομέα, ελλείμματα εσωτερικά και εξωτερικά, προϊούσα ανισοκατανομή εισοδήματος και «οριζόντια» και μεταξύ γενεών, γενικευμένη φαυλότητα, περιβαλλοντική υποβάθμιση. Όλ’ αυτά ανεφύησαν «ξαφνικά» - τι βολικός μύθος. Δεν πήρε είδηση κανείς μας ότι γύρω μας κτίστηκαν καβαφικά (και ασφυκτικά) τείχη. Αλλά τέλος πάντων, η αδυναμία κατανόησης των παραπάνω ασφαλώς φέρνει και αδυναμία εκπόνησης ενός προγράμματος και ιεράρχησης των προτεραιοτήτων.
Νομίζω πως η εκπόνηση σωστού σχεδίου ξεκινάει από την νηφάλια περιγραφή της κρίσης. Η τωρινή κρίση είναι απλά η κορυφή του παγόβουνου, το επιστέγασμα μιάς σειράς άλλων, βαθύτερων αδυναμιών όπως περιγράφτηκαν συνοπτικά πιο πάνω. Όπως ίσως θα πρέπει να αναλυθεί πιο διεξοδικά αλλού, κανένα από τα βαθύτερα αυτά προβλήματα δεν είναι πρόβλημα «ελλείμματος ζήτησης», το οποίο εντόπισε ο Κέυνς ως την βασικη γενεσιουργό αιτία της μεγάλης οικονομικής κρίσης του Μεσοπολέμου, και πάνω στην οποία βασίστηκε η λογική του κεϋνσιανισμού. Στις περισσότερες βιομηχανικές χώρες υπάρχει πλεόνασμα, όχι έλλειμμα, ζήτησης, το οποίο αντανακλάται ευθέως άλλωστε και στο εξωτερικό έλλειμμα (τρεχουσών συναλλαγών). Έτσι, κατά την ταπεινή μου γνώμη που ενδέχεται να γίνει αντικείμενο σφοδρής κριτικής καθώς σπάει ταμπού, ο κεϋνσιανισμός δεν προσφέρει πλέον γενικό οδηγό πλεύσης για τις (μετα-;)βιομηχανικές χώρες του πρώιμου 21ου αιώνα. Ο κεϋνσιανισμός έχει κάτι χρήσιμο να πει για την ύφεση που δημιουργείται από τις περικοπές, αλλά όχι για το πώς βελτιώνονται οι διαρθρωτικές αδυναμίες που αναφέρθηκαν. Ούτε βέβαια ασπάζομαι τους νεοφιλελεύθερους, μονεταριστές ή άλλους. Η αλήθεια είναι (νομίζω) πως δεν υπάρχει «γενική θεωρία» για να μας οδηγήσει σήμερα όχι μόνο για το πώς θα ξεπεραστεί η κρίση αλλά και για το μετά.
Όχι μόνο δεν προσφέρει πυξίδα ο κεϋνσιανισμός, αλλά η κεντρική του λογική (ότι η επεκτατική πολιτική ενεργού ζήτησης αποτελεί το κλειδί για τη επίλυση της ύφεσης) αντιβαίνει στην επίλυση των διαρθρωτικών αδυναμιών. Η βελτίωση των κεντρικών διαρθρωτικών αδυναμιών (η παραγωγική αναδιάρθρωση σε πιο εξωστρεφή και δυναμική κατεύθυνση, η άνοδος της παραγωγικότητας, η μείωση των εσωτερικών και εξωτερικών ελλειμμάτων) απαιτεί (δυστυχώς) περισσότερες αποταμιεύσεις και επενδύσεις, και μείωση της κατανάλωσης, ιδιωτικής και κρατικής. Δεν είναι ικανοί όροι αυτοί, χρειάζονται και πολλά άλλα, όπως μελετημένη και συνεπής κεντρική καθοδήγηση, κινητοποίηση της κοινωνίας, κλπ. Αλλά η μείωση της κατανάλωσης και η αύξηση αυτών «που βάζουμε στην άκρη» (για το μέλλον και για να αυγαταίνει το βιός) είναι αναγκαίος όρος. Δεν γίνεται αλλιώς. Και εδώ λοιπόν έγκειται η ελληνική τραγωδία. Ο κατηραμένος όφις του Μνημονίου δεν είναι καθόλου κατηραμένος, αλλά μας δείχνει τον δρόμο που πρέπει να βαδίσουμε στο μέλλον, από μόνοι μας και όταν ακόμα απαγκιστρωθούμε από την επιτήρηση, εάν βέβαια σαν κοινωνία συνολικά βρούμε το θάρρος να οργανωθούμε ανάλογα, και δεν αφήσουμε τα πράγματα στην τύχη.
(Για να το ελαφρύνουμε και λίγο, ας θυμηθούμε έναν μύθο του Αισώπου. Ήταν ένα αγρόκτημα λοιπόν, όπου κάθε πρωΐ, ο κόκορας λαλούσε στις έξι, και οι κυρά του σπιτιού ξύπναγε τους υπηρέτες για να πάνε στο παζάρι. Κάποια μέρα, οι υπηρέτες απηυδισμένοι σφάξανε τον κόκορα για να γλυτώσουνε το πρωϊνό ξύπνημα. Όμως, η κυρά δεν εφησύχασε. Τώρα πρέπει να έχω μόνη μου το νου μου, σκέφτηκε. Και ξύπναγε τους υπηρέτες τώρα πια από τις πέντε για να μην τους πάρει ο ύπνος και αργήσουν. Λοιπόν βάλτε στη θέση του κόκορα την τρόϊκα, και της κυράς το μυαλωμένο τμήμα του ελληνικού λαού και των υπηρετών το άμυαλο, να δούμε τι βγαίνει. Το «ηθικό δίδαγμα» είναι ότι θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί και ακόμα περισσότερο για να διασφαλίσουμε το μέλλον της χώρας.)
Επίσης, η ελληνική κρίση έχει μία ιδιομορφία και ουσιαστική διαφορά από αυτή άλλων χωρών. Το χάλι των δημοσίων οικονομικών δεν έγινε για να τονωθούν οι τράπεζες (οι ελληνικές τράπεζες δεν είχαν τις αδυναμίες των ξένων τραπεζών) αλλά ως αποτέλεσμα χρόνιας κακοδιαχείρισης με ολέθριο βέβαια επιστέγασμα την πενταετία 2004-9. Επίσης, η κατάσταση των ελληνικών δημοσίων οικονομικών δεν περιγράφεται ως απλά κρίση, αλλά ως οριακό σημείο. Έτσι, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη και στις ΗΠΑ υπάρχει η ηθική, πολιτική και οικονομική δυνατότητα για κεϋνσιανου τύπου αντιμετώπιση της ύφεσης (όπως πρεσβεύει π.χ. ο Πωλ Κρούγκμαν), τέτοια δυνατότητα στην Ελλάδα απλά απουσιάζει εντελώς. Δυστυχώς, δεν υπάρχει «Σχέδιο Γ» (όπως αναζητούσε ο Δ. Μητρόπουλος στα ΝΕΑ της 30/9 πάλι), δεν υπάρχει μαγικό ραβδί ούτε βασιλική οδός. Ο δρόμος της δημοσιονομικής εξυγίανσης ειναι μονόδρομος - η πτώχευση θα έχει πολλαπλώς οδυνηρότερα αποτελέσματα.
Πρέπει τέλος να κατεδαφίσουμε το επιχείρημα ότι με το Μνημόνιο ευημερούν οι αριθμοί αλλά πάσχουν οι άνθρωποι. Αυτή η ρήση (του γερο-Παπανδρέου) υπήρξε ίσως εύστοχη στην εποχή της όταν πράγματι η οικονομική πρόοδος δεν έβρισκε αντανάκλαση στο βιοτικό επίπεδο του μέσου ανθρώπου. Όμως, η ρήση δεν έχει καθολική εφαρμογή, και στην ακραία της μορφή, είναι λαϊκισμός. Τι είναι οι «αριθμοί»; Οι αριθμοί (εάν είναι αξιόπιστοι βέβαια!) εκφράζουν το σύνολο. Το σύνολο δεν ισούται (όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως) με το άθροισμα των μερών. Ένα συν ένα κάνει όχι δύο αλλά ζευγάρι, ρούχα μαζί που πλύθηκαν κι έχουν γίνει ροζ, για να θυμηθούμε και το τραγούδι. Δέκα εκατομμύρια κάνουν μία κοινωνία με διαφορετικά χαρακτηριστικά από μία άλλη φαινομενικά ομοειδή. Και, τι είν’ η πατρίδα μας; - αναρωτιέται ο ποιητής. Μην είναι οι κάμποι της και τ’άσπρα της ψηλά βουνά, κλπ.; Όλα πατρίδα μας, κι αυτά κι εκείνα, και (εδώ είναι το σημαντικό) κάτι πούχουμε μες την καρδιά. Το σύνολο λοιπόν διέπεται από χαρακτηριστικά, θεσμούς, κουλτούρα, εθιμικά εμπεδωμένους κανόνες (και βέβαια ψυχολογία και ιδεολογία, όπως στο ποίημα) που κάνουν ένα σύνολο ενδεχομένως να διαφέρει από ένα άλλο ακόμα και εάν έχουν κοινά άλλα χαρακτηριστικά όπως μέγεθος, παραγωγικότητα, ανθρώπινο κεφάλαιο, κλπ. Η θεωρία λέει πως το σύνολο είναι μία ισορροπία κατά Νας (για την οποία ο αναγνώστης μπορεί να δει άλλη καταχώρηση), η οποία διαφέρει από το άθροισμα των μερών. Αυτές οι διαφορές φυσικά αποτυπώνονται και στο οικονομικό πεδίο. Οι «αριθμοί» λοιπόν εμφανίζουν την εικόνα του συνόλου που διαφέρει από το άθροισμα των εμπειριών (και το ατομικό βιοτικό επίπεδο) των «ανθρώπων». Π.χ. το σύνολο (και η αποτυπωμένη εικόνα του στους αριθμούς) μπορεί να είναι τέτοιο που να μπορεί βάσιμα να κάνει τους ανθρώπους να προσδοκούν ένα καλύτερο μέλλον. Ή, σε μία άλλη οικονομία με το ίδιο ατομικό βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων, το σύνολο μπορεί να είναι τέτοιο που να ωθεί τα άτομα προς τα κάτω. Όπως έχουμε πει κι αλλού, η ευημερία των ατόμων πρέπει να εδράζεται πάνω και να περνάει μέσα από την ευημερία του συνόλου, και όχι να πηγαίνει ενάντια σ’ αυτήν. Είκοσι χρόνια μετά τη ρήση του Γεωργίου Παπανδρέου, άρχισαν να ευημερούν και οι άνθρωποι (επί Ανδρέα Παπανδρέου). Σε σημείο μάλιστα που να αρχίσουν να υποφέρουν οι αριθμοί. Το τι σημαίνει αυτό για την ευημερία τελικά των ανθρώπων χρειάστηκε άλλα είκοσι χρόνια για να το διαπιστώσουμε (επί Γιώργου Παπανδρέου, στον οποίο έλαχε ο κλήρος να βγάλει τα κάστανα από την φωτιά).
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό που ζει σήμερα η Ελλάδα είναι πολύ οδυνηρό, ένας καφκικός εφιάλτης. Ένα ξαφνικό τσουνάμι αλλαγών σε όλο το φάσμα της οικονομικής ζωής, στα δημόσια οικονομικά, σφαλιστικό, εργασιακά, διάρθρωση του δημόσιου τομέα, αλλά και ύφεση, ανεργία, συμπαρασύρει μαζί του και το ηθικό της κοινωνίας, την εμπιστοσύνη της στους θεσμούς, στην ηγεσία της, στον εαυτό της τον ίδιο. Οι ηγεσίες (εκτός της κυβέρνησης σε ρόλο πεισματάρη, γενναίου αλλά κάπως απρόθυμου διαχειριστή) εμφανίζονται ανίκανες να εξηγήσουν γιατί, να περιγράψουν και να εμπνεύσουν λύσεις. Και πολλοί, αγνοώντας και περιφρονώντας τα τεράστια επιτεύγματα των μεταπολεμιικών γενεών τα οποία δεν είναι εν πολλοίς αναστρέψιμα, κάνουν ό,τι μπορούν για να εμφυσήσουν στην κοινωνία ψυχολογία ήττας, ειδικά στους νεότερους.
Ασφαλώς είναι πολύ δύσκολο να αποδεχθεί κανείς με ενθουσιασμό αυτό που συμβαίνει τώρα. Όμως, ακόμα και ένα τμήμα της Αριστεράς (το πιο «πεφωτισμένο») βάζει θέμα αναδιάρθρωσης της παραγωγικής βάσης της χώρας, ως θεμελιακό όρο για να προχωρήσει η χώρα στη νέα εποχή και να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της κρίσης και της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Δεν είναι εύκολη υπόθεση. Απαιτεί οργανωμένο σχέδιο, κοινωνικό συμβόλαιο με καθολική και δίκαιη κατανομή των βαρών, και εθνική συναίνεση. Από την αριστερά, δίκαια ως ένα βαθμό αγανακτισμένη από την κρίση, απαιτεί μία διάθεση ιστορικού συμβιβασμού σε βάθος μιάς γενιάς, διάθεση να γίνουν υποχωρήσεις προκειμένου να αποσοβηθούν τώρα τα χειρότερα, και προκειμένου να μπορέσει αργότερα η χώρα να προσφέρει στα παιδιά μας ό,τι πρόσφερε και σε μας.
ΙΙ. ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟ ΣΧΕΔΙΟ
Η δημοσιονομική εξυγίανση ξεκίνησε το 2010 ελπιδοφόρα, με το έλλειμμα κατεβασμένο στο 9% (αν δεν κάνω λάθος) από το 15,6% (τελικά στοιχεία) του 2009, επίτευγμα ουκ αμελητέο. Τα προβλήματα όμως παραμένουν: Τα έσοδα εμφανίζουν υστέρηση (όπως δηλώνει και το μέτρο πανικού της «περαίωσης»), με αδυναμία πάταξης της φοροδιαφυγής και μείωση εσόδων λόγω ύφεσης. Στο σκέλος των εξόδων, επικρατεί η ίδια ή και μεγαλύτερη δυστοκία, καθώς εκεί ουσιαστική πρόοδος συναρτάται με την (ουσιαστική και επώδυνη) επανίδρυση του κράτους. Υπό το κράτος της ανάγκης για μείωση των εξόδων αλλά και κάτω από την πίεση της τρόικας, η κυβέρνηση επιχειρεί δραστικές παρεμβάσεις στις ΔΕΚΟ που θα είναι βέβαια πολύ οδυνηρές αλλά που (για να πούμε την ωμή αλήθεια) απλά αποσκοπούν στα αυτονόητα. Η ύφεση βαθαίνει με ό,τι αυτό συνεπάγεται (κλείσιμο επιχειρήσεων, απολύσεις, ανεργία), μείωση φορολογικών εσόδων και αύξηση επισφαλειών στις τράπεζες. Όλοι οι τομείς της οικονομικής δρστηριότητας έχουν «καθίσει» με ρυθμό της τάξης του -5% για το 2010. Παράλληλα, και παρά την γενική αναγνώριση (και στο εξωτερικό) ότι η Ελλάδα έχει προχωρήσει σε πολύ γενναία μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης, τα επιτόκια των ομολόγων του δημοσίου παραμένουν σε ιδιαίτερα ψηλά επίπεδα (γύρω στο 10%). Και αυτό γίνεται για μία σειρά λόγους, όχι μόνο γιατί οι αγορές δεν αναγνωρίζουν θυσίες και προσπάθειες (που κι αυτό συμβαίνει, εφ’ όσον ο μόνος θεός που γνωρίζουν είναι το χρήμα), αλλά και και λόγω της ψυχολογίας τους που δίνει στα πράγματα μία δυναμική χιονοστιβάδας (λόγω αυτοεκπληρούμενης προφητείας, κλπ.), αλλά και γιατί θεμελιακά δεν ενδιαφέρονται απλά για μείωση του ελλείμματος αλλά για πρωτογενή πλεονάσματα.
Η αδήριτη αριθμητική του χρέους λέει ότι στο τέλος της τριετίας του Μνημονίου, το κρατικό χρέος θα βρίσκεται γύρω στο 150% του ΑΕΠ (υπολογίζοντας και την μείωση του παρονομαστή του κλάσματος, δηλαδή του ΑΕΠ, που θα επέλθει με την ύφεση), καθιστώντας ιδιαίτερα προβληματική έως αδύνατη την αυτοδύναμη εξυπηρέτησή του και την επιστροφή του ελληνικού δημόσιου τομέα στις διεθνείς χρηματαγορές χωρίς τα δεκανίκια της τρόικας. Πιστοποιώντας λοιπόν την πανθομολογούμενη αυτή δύσκολη κατάσταση, η τρόικα συζητά εδώ και καιρό το ενδεχόμενο να βοηθήσει την Ελλάδα και πέραν της τριετίας. Στην προοπτική αυτή φαίνεται ότι αντιδρούν οι Γερμανοί, ίσως όχι επί της αρχής αλλά γιατί δεν θέλουν να δεσμευτούν από τώρα. Φοβούνται (και μεταξύ μας: εύλογα) πως θα ισχύσει ο περίφημος «ηθικός κίνδυνος» της οικονομικής θεωρίας, δηλαδή ότι όταν η απειλή απομακρυνθεί, θα το ρίξουμε πάλι στο σορολόπ. Ή αλλιώς, ότι θα επαληθευτεί η παλιά ρήση δια στόματος Ντίνου Ηλιόπουλου το «στρίβειν δια του αρραβώνος» (Μνημονίου), ή αλλιώς «θα το παίξουμε Αλέκος» (κι έχουμε αρκετούς από αυτούς, αλλά πάει περίφημα και το «Αντώνης»!), ή αλλιώς δανεικά κι αγύριστα. Η αναβλητικότηα και δυστοκία γύρω από την ελληνική προσπάθεια έχουν τέλος να κάνουν και με τις αμφιταλαντεύσεις σχετικά μα την εξεύρεση συνολικής οικονομικής αρχιτεκτονικής για την Ευρώπη και το ευρώ.
Ίσως γι αυτούς τους λόγους δεν έχουμε πάρει μέχρι σιγμής σαφή δέσμευση επιμήκυνσης του Μνημονίου και της περιόδου αποπληρωμής του χρέους των 110 δις ευρώ. Από την άλλη, όλοι αναγνωρίζουν τις γενναιες προσπάθειες της κυβέρνησης και του ελληνικού λαού, βλέπουν και τα στοιχεία, και όταν έρθει «εκείνη η ώρα», πολύ δύσκολα θ αρνηθούν μία συντεταγμένη, οργανωμένη παράταση των χρονικών ορίων αποπληρωμής. Επίσης, κανείς δεν έχει συμφέρον να αποτύχει η ελληνική δημοσιονομική εξυγίανση, η πρώτη και πιο γενναία τέτοια προσπάθεια – αν αποτύχει, τι μήνυμα θα πάρουν όσες άλλες χώρες τυχόν βρεθούν σε ανάλογες δυσκολίες; Και ακόμα και σε σχέση με τις αγορές και τους ιδιώτες επενδυτές/κερδοσκόπους, αλλιώς θα διαπραγματευτείς επιμήκυνση εάν κάνεις μία γενναία και συστηματική προσπάθεια, και αλλιώς όταν μισο-κοροϊδεύεις. ‘Ετσι λοιπόν, ακόμα και αν έχει δίκιο ο διορατικός οικονομολόγος (αλλά και λάτρης της δημοσιότητας και γνωστή «Κασσάνδρα») Νουριέλ Ρουμπίνι, έχουμε τους όρους να προβούμε σε ελεγχόμενη αναδιάρθρωση του χρέους όταν και αν και σε όποιο επίπεδο αυτό χρειαστεί, έτσι ώστε να μην φαλκιδευτεί η όλη προσπάθεια. Αν αυτό λοιπόν είναι αλήθεια, τότε το όλο πλαίσιο αναφοράς της προσπάθειας ανασυγκρότησης αλλάζει, το άγχος απομακρύνεται, και ο ορίζοντας γίνεται μεσο-μακροπρόθεσμος και όχι μέχρι το 2013.
Η διαπίστωση αυτή δημιουργεί μία σειρά νέα δεδομένα. Στη συνέντευξή του στο ΒΗΜΑ της Κυριακής 19 Σεπτεμβρίου, ο Γερμανός μακροοικονομολόγος Γκούσταβ Χορν μίλησε για την ανάγκη εκπόνησης ενός μεσοπρόθεσμου σχεδίου εξόδου από την κρίση (χωρίς να είναι ιδιαίτερα διεξοδικός). Σε ανάλογο μήκος κύματος ο επίσης Γερμανός (και επιφανές μέλος κάποιου από τα ινστιτούτα οικονομικής πολιτικής που ασκούν σημαντική επιρρροή στη Γερμανία) Χανς Βέρνερ Σιν, και ο (άγνωστος σε εμένα), Γαλλο-αμερικανός «οικονομολόγος-φιλόσοφος» Γκυ Σορμάν («δείτε ποιά Ελλάδα θέλετε να έχετε σε 10 ή 20 χρόνια»). Κατά την γνώμη μου, η έμφαση που δίδουν στον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα είναι ιδιαίτερα σημαντική, τοποθετεί τα πράγματα στο σωστό τους πλαίσιο. Βρίσκεται σε αντίθεση με την σιωπηρή αλλά γενική παραδοχή που επικρατεί σήμερα ότι όλα πρέπει να έχουν τελειώσει αισίως μέχρι το 2013, πράγμα που δημιουργεί άγχος και επιβάλλει βεβιασμένους και λανθασμένους προσανατολισμούς. Με βάση τον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα μπορεί να σχεδιαστεί πιο αποτελεσματικά και νηφάλια η ανασυγκρότηση της οικονομίας. Αλλά επίσης, όλ’ αυτά σημαίνου ότι η λιτότητα αλλά ίσως και ο οικονομικός έλεγχος παρατείνονται, το πιθανότερο μακράν πέραν της τριετίας. Ακόμα πιο πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι οι ισχνές αγελάδες θα διαρκέσουν ίσως και δεκαετία, όπως επεσήμανε και ο εκλιπών κυβερνητικός σύμβουλος Τομάσο Παντόα-Σκιόπα.
Κατά την ταπεινή μου άποψη, οι άξονες πολιτικής σε αυτή την κατεύθυνση είναι:
Μεσοπρόθεσμος ορίζοντας
Συνεχίζουμε αμείωτη την προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης σαν να πρόκειται να αποπληρώσουμε το δάνειο των 110 δις ευρώ στην ώρα του. Ουδεμία χαλάρωση της προσπάθειας, ουδεμία απόκλιση από τον στόχο. Και θα πρέπει να αποφεύγονται μισο-υποσχέσεις του είδους ότι θα δοθεί κοινωνικό μέρισμα σε ένα ή δύο χρόνια. Ασφαλώς και θα δοθεί εάν και όταν υπάρξει η άνετη δυνατότητα, αλλά εάν αρχίσουν τώρα τέτοιες υποσχέσεις, οι ανάλογες προσδοκίες θα έχουν λάβει μορφή χιονοστιβάδας μέχρι το 2013 (που θα είναι και εκλογική χρονιά), καθιστώντας την τήρηση των υπεσχημένων αδύνατη.
Όμως παρασκηνιακά διαπραγματευόμαστε την αναδιάρθρωση του χρέους και των 110 δις αλλά και του ιδιωτικού. Αυτό όχι γιατι δεν μπορούμε να αποπληρώσουμε αλλά για να κερδίσουμε έξτρα ανάσα από την μείωση των τόκων από την επιμήκυνση της περιόδου αποπληρωμής. Και νομίζω πως μπορούμε βάσιμα να ελπίζουμε πως και επιμήκυνση θα δοθεί από την τρόικα και θα μπορέσουμε να αναδιαρθρώσουμε ελεγχόμενα το χρέος που είναι σε ιδιωτικά χέρια. Δεν είναι ανάλγητοι οι ευρωπαίοι, εκτιμούν την προσπάθεια, απλά θέλουν να σιγουρέψουν ότι δεν θα υπάρξει εκτροχιασμός. Και με τις αγορές διαφορετικά θα διαπραγματευτείς όταν έχεις πραγματικά προσπαθήσει απ’ ότι αν έχεις αμελήσει.
Εξηγείται νηφάλια αλλά πειστικά στον ελληνικό λαό ότι οι θυσίες έχουν ορίζοντα δεκαετίας, και πριν την παρέλευσή της τα εισοδήματα (σε πραγματικούς όρους) δεν μπορούν να αποκατασταθούν στα προ της κρίσης επίπεδα. Η οδυνηρή αλλά απλή αλήθεια είναι ότι η άνοδος του βιοτικού επιπέδου τα τελευταία χρόνια ήταν πλασματική και δεν θα έπρεπε να έχει υπάρξει καν (για να μην βάλει την οικονομία σε κίνδυνο). Φυσικά, δεν θα έπρεπε να υπάρξει ούτε η ρεμούλα, η σπατάλη και γενική κακοδιαχείριση, αυτό είναι αυτονόητο. Το βασικό όμως είναι ότι η μητέρα όλων των μαχών από εδώ και μπρος είναι να κρατηθούμε στα τρέχοντα επίπεδα και να μην υπάρξει άλλο πισωγύρισμα. Για να γίνει αυτό, πρέπει να υπάρξει αυτοσυγκράτηση όπως περιγράφηκε πιο πάνω (μαζί με τους όρους της καθολικότητας και συλλογικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης που έχουν αναλυθεί σε άλλα σημειώματα). Εάν αποδεχτούμε αυτόν τον ορίζοντα ως πλαίσιο αναφοράς, μπορούμε να σχεδιάσουμε την οικονομική ανασυγκρότηση χωρίς άγχος, έτσι ώστε όταν τα πράγματα τελικά επανέλθουν σε ανοδική φάση, να μιλάμε για μια οικονομία ισχυροποιημένη, χωίς τον κίνδυνο πισωγυρίσματος.
Αναδιοργάνωση του κράτους
Γίνονται ήδη πολλά, αλλά νομίζω πως πρέπει να γίνουν περισσότερα για την κινητοποίηση σε βάθος της κρατικής μηχανής (όπως και της κοινωνίας – αλλά αυτό είναι άλλο θέμα). Η σε βάθος αναδιοργάνωση του κρατικού τομέα εξυπηρετεί διττό στόχο, και την δημοσιονομική εξυγίανση, αλλά και την ανάδειξη της κρατικής μηχανής σε δύναμη προόδου και όχι τροχοπέδη της Ελλάδας. Εάν φαντασθούμε ποιά Ελλάδα θέλουμε σε 10 ή 20 χρόνια, όπως μας προτρέπει ο Γκυ Σορμάν, τότε θα έλεγα πως η ουσιαστική επανίδρυση του κράτους είναι μακράν η πρώτη προτεραιότητα (εκτός από την αποτροπή της πτώχευσης βέβαια). Η προσπάθεια αυτή θα πρέπει να συνεχισθεί με προγραμματική συνέπεια και βάθος, όχι μόνο για να βελτιωθούν τα δημόσια οικονομικά. Έτσι, ακόμα και στην απευκταία περίπτωση της πτώχευσης, θα έχει υπάρξει ουσιαστικό μακροπρόθεσμο κέρδος για την Ελλάδα.
Η αναδιοργάνωση του κράτους έχει βέβαια δύο όψεις: την ανάδειξη του κράτους σε επιτελικό όργανο της κοινωνίας, με προσφορά υψηλού επιπέδου υπηρεσιών που να προσάδει προς ένα σύγχρονο κράτος, με στήριξη αλλά και ρύθμιση και έλεγχο της κοινωνίας μέσα σε ένα λογικό πλαίσιο κόστους` και την πάταξη της φοροδιοφυγής, τόσο για λόγους εισπρακτικούς αλλά και για λόγους ευρύτερης κοινωνικής πολιτικής, διότι με εκτεταμένη φοροδιαφυγη δεν ξέρεις ποιός δικαιούται κοινωνικής στήριξης.
Η φορολογική πολιτική και πρακτική αποτελεί κομβικό θέμα εδώ, διότι συνδυάζει τις οπτικές γωνίες (και αδυναμίες) τόσο της αναδιοργάνωσης του κράτους όσο και της σχέσης πολιτικής με την δημόσια διοίκηση. Δεν γίνεται φορολογική πολιτική μόνο με το ΣΔΟΕ και την Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων, όσο σημαντικός και άν είναι ο ρόλος αυτών των μηχανισμών μέσα σε ένα ολοκληρωμένο φοροεισπρακτικό σύστημα. Οι πληροφορίες λένε ότι οι εφορίες είναι (τουλάχιστον, ήταν στις αρχές του φθινοπώρου) παράλυτες, οι παλαιοί προϊστάμενοι είναι ακόμα στις θέσεις τους, αλλά το κυριότερο, χωρίς αξιολόγηση, σωρίς σαφείς στόχους και εντολές. Το προσωπικό τελεί υπό διαρκή αβεβαιότητα μετάθεσης που όμως δεν πραγματοποιείται. Οι προϊστάμενοι των εφοριών και οι επιθεωρήσεις θα έπρεπε να είχαν αξιολογηθεί, τοποθετηθεί, κινητοποιηθεί με εγκυκλίους και σεμινάρια καιρό τώρα, και ριχτεί στην μάχη πάταξης της φοροδιαφυγής.
Νομίζω μπορούμε, και οφείλουμε, να το πούμε. Η κυβέρνηση φαίνεται πως πάσχει από κάποια περιφρόνηση προς την διοίκηση και τους υπηρεσιακούς παράγοντες, μία αίσθηση (που οι πολιτικοί σε γενικές γραμμές ίσως πάντα είχαν) ότι ο υπουργός και δύο σύμβουλοι-καπέλο στην υπηρεσία μπορούν να τα ρυθμίσουν όλα ενώ οι υπηρεσιακοί παράγοντες είναι ενοχλητικοί κομπάρσοι, αντίληψη που οδηγεί τελικά σε άγνοια των θεμάτων σε βάθος. Δεν λέμε, το ανθρώπινο κεφάλαιο στην διοίκηση στην Ελλάδα έχει γενικά αφεθεί να ξεπέσει σε χαμηλά επίπεδα, σε σημείο που δεν υπάρχει διοίκηση για να εφαρμόσει την κυβερνητική πολιτική, όμως υπάρχουν πάρα πολλοί φιλότιμοι, εργατικοί, γνώστες των θεμάτων, τελικά επαρκείς δημόσιοι υπάλληλοι. Και τέλος πάντων, αυτούς έχουμε, ο στρατηγικός στόχος είναι να ανεβάσουμε το ποιόν της διοίκησης, αλλά τώρα με αυτό που έχουμε θα προχωρήσουμε. Τα θέματα χρήζουν τεχνικής μελέτης που ξεπερνούν τους ορίζοντες και τις δυνατότητες μεμονωμένων κυβερνήσεων, γι αυτό είναι ανάγκη η ανάδειξη αυτόνομης και αυτόφωτης δημόσιας διοίκησης. Είναι επιτακτική ανάγκη να αλλάξει νοοτροπία και στα δύο αυτά μέτωπα σε όλο το μήκος και πλάτος της κυβερνητικής πυραμίδας αν θέλουμε να έχουμε ουσιαστική ελπίδα εξόδου από την κρίση. Χωρίς μέθοδο και χωρίς κινητοποίηση όλης της κρατικής μηχανής δεν μπορούμε να προσδοκούμε ανασυγκρότηση.
Οι προτάσεις που (ξανα)γίνονται εδώ είναι να θεσπισθούν θέσεις υπηρεσιακών (δηλαδή εκ των ενόντων της υπηρεσίας) υφυπουργών (β’, αν προτιμάτε), που θα γνωρίζουν τα θέματα σε περισσότερο βάθος (όπως οι πάλαι ποτέ 29 κατασκευαστές πλυντηρίων: Αυτοί ξέρουν!) και θα (πρέπει να) συμπληρώνουν το προϊστάμενο πολιτικό προσωπικό που δίνει τις πολιτικές κατευθύνσεις. Αλλά οι πολιτικές πρέπει να ετοιμάζονται από μεικτές επιτροπές πολιτικών-υπηρεσιακών παραγόντων. Οι υφυπουργοί β΄ θα εμφανίζονται περιοδικά ενώπιον των αρμοδίων επιτροπών της Βουλής.
Ανάπτυξη - Έμφαση στην υγιή, δυναμική, μη κρατικοδίαιτη, εξωστρεφή ανάπτυξη. Οι βασικές κατευθύνσεις μπορούν να είναι οι εξής:
- Έμφαση στους τομείς όπου έχουμε συγκριτικό πλεονέκτημα (όπως μου θυμίζει και ο καλός φίλος και συνάδελφος Μανόλης Πικουλάκης αλλά και διάφοροι ξένοι συνάδελφοι), αλλιώς είναι σαν να χτυπάμε το κεφάλι μας στον τοίχο. Πρακτικά μιλώντας, ενισχύουμε με αποτελεσματικές δράσεις την γεωργία και αγροτο-βιομηχανία (ο αγρότης είναι και δημιουργός και επιχειρηματίας που κερδίζει καθημερινά την μάχη ποιότητας-κόστους-αγορών), την σύγχρονη, ήπια κτηνοτροφία, τον αναβαθμισμένο τουρισμό (τομείς που κάποτε είχαν λοιδορηθεί – «κηπουροί και γκαρσόνια της Ευρώπης» - μόνο που όπως έγραψε προ καιρού και η Άννα Δαμιανίδου, το να είσαι σωστό γκαρσόνι κατακτιέται δύσκολα), την ναυτιλία (ο Πειραιάς παγκόσμιο ναυτιλιακό κέντρο), και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τους συναφείς βιομηχανικούς τομείς.
- Κύριος μοχλός πρέπει να είναι νέου τύπου ενώσεις αγροτών στον αγροτικό τομέα (οι γνωστοί Συνεταιρισμοί μάλλον πνέουν τα λοίσθια), και επενδυτικά-αναπτυξιακά κεφάλαια σε συνεργασία του δημοσίου με ιδιώτες τράπεζες και επενδυτές. Με άλλα λόγια, επανασυστήνεται η ΕΤΒΑ σε σύγχρονη βάση που μπορεί να μπαίνει συνεταίρος επιλεκτικά σε αξιόλογα νέα επιχειρηματικά σχήματα διαφόρων χαρακτηριστικών (τεχνολογικής αιχμής, περιφερειακό, νέων, γυναικών, κλπ).
- Πιστεύω πως πρέπει να ξαναμπεί στο τραπέζι η παλιά ιδέα του Νίκου Χριστοδουλάκη (γιατί λείπει ο ΝΧ από την προσπάθεια ανασυγκρότησης της χώρας;) περί στήριξης επιχειρήσεων- εθνικών πρωταθλητών (στο μέτρο του επιτρεπτού βέβαια). Ναι μεν στηρίζουμε εκεί που έχουμε πλεονέκτημα, αλλά δεν μπορούμε να αφεθούμε να μας οδηγήσει μόνο η αγορά – χρειάζεται παρέμβαση με κρατική πολιτική. Το θέμα είναι και λεπτό και βαθύ. Η οικονομική θεωρία του εμπορίου παίρνει αρκετά σαφή θέση ενάντια σε τέτοια πολιτική (που θα οδηγήσει ενδεχομένως σε σπατάλη πόρων σε τομείς όπου δεν έχουμε πλεονέκτημα άρα καταδικασμένους, που θα γίνει βορά συμφερόντων, κλπ) αλλά από την άλλη κάποιες επιχειρήσεις μπορούν να γίνουν μοχλός και πόλος ανάπτυξης και για άλλες. Τις χρειαζόμαστε, ειδικά στον βιομηχανικό τομέα.
- Υποδομή. Μπορούμε και πρέπει να διαπραγματευτούμε με την Ευρώπη την ειδική ενίσχυση των επενδύσεων που θα αποτελέσουν έναν βασικό μοχλό. Επιτακτική ανάγκη (έγραψε σχετικα και ο Α. Καρακούσης στο Βήμα προ ημερών).
- Εκμετάλλευση της γεω-οικονομικής θέσης της χώρας (ΝΑ πύλη της Ευρώπης). Αυτό όμως δεν γίνεται με ελλιπή και προβληματική υποδομή, με τον σιδηρόδρομο-μουτζούρη και γέφυρες που (προς το παρόν τουλάχιστον) δεν οδηγούν πουθενά. Έτσι, ξαναγυρνάμε στις επενδύσεις υποδομής. Μία μακρόπνοη και γενναία στρατηγική είναι η αναβάθμιση των σιδηροδρομικών συνδέσεων με βόρεια και βορειοανατολική Ευρώπη, με ευρωπαϊκά κεφάλαια βέβαια. Πρέπει να τα διεκδικήσουμε.
- Και φτάνουμε αισίως στον ΟΣΕ. Δυστυχώς, ο σιδηρόδρομος δεν βρέθηκε ποτέ ψηλά στην ατζέντα (για να το πούμε ευγενικά) της πολιτικής ηγεσίας της χώρας, ανεξαρτήτως χρώματος – αλλά ίσως ούτε και της κοινωνίας. Όμως, σε καιρούς που ο σιδηρόδρομος αναβαθμίζεται εκ νέου στην Ευρώπη, σχεδιάζοντας να ανταγωνιστεί σοβαρά το αεροπλάνο στις μικρο-μεσαίες αποστάσεις, εμείς πρέπει να «προκάνουμε» να αναβαθμίσουμε τον μουτζούρη. Νομίζω πως τα παραδοσιακά σχήματα έχουν πλέον ξεπεραστεί, και πρέπει να γυρίσουμε σελίδα. Προτείνεται η πλήρης ιδιωτικοποίηση του μεταφορικού έργου (ΤΡΑΙΝΟΣΕ) με παράλληλη ανάπτυξη-βελτίωση της υποδομής με ΣΔΙΤ. Η υποδομή θα ανήκει σε κοινοπραξία του υπό δημόσιο έλεγχο ΟΣΕ και των μεταφορικών και κατασκευαστικών εταιρειών, με προσαρμογή των μεριδίων καθώς θα βελτιώνεται η υποδομή.
- Ξένες επενδύσεις. Ακούγεται ωραίο και επικοινωνιακό (το λες και μπουκώνει το στόμα σου, όπως θάλεγε κι ο Καραγκιόζης). Το θέμα είναι τι γίνεται στην πράξη, και αν οι επενδύσεις που θα έρθουν (εάν...) θα είναι προς το μακροπρόθεσμο συμφέρον της χώρας (με μεταφορά κεφαλαίων, τεχνογνωσίας, δημιουργία θέσεων εργασίας) ή θα είναι νεοαποικιακού τύπου (καζίνα και ξενοδοχεία στα καμένα για ποιός ξέρει τι καρυδιάς καρύδια). Σε γενικό επίπεδο είναι σαφές τι εμποδίζει τις ξένες επενδύσεις: η δυσανάλογη σχέση κόστους-παραγωγικότητας, το μικρό μέγεθος της χώρας, η γραφειοκρατία, η διαφθορά, η απελπιστικά αργή Δικαιοσύνη, ίσως και άλλα όπως η υψηλή φορολογία (σε σχέση ειδικά με τους γείτονες, μερικοί πό τους οποίους έχουν φορολογία επιχειρήσεων της τάξης του 15%). Κάποιοι από αυτούς τους παράγοντες αλλάζουν, δύσκολα αλλά αλλάζουν, κάποιοι όχι. Το ουσιαστικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι πως θα «προσελκύσουμε» επενδύσεις, είναι τι κάνουμε στα παραπάνω μέτωπα. Αν θέλετε, τι κάνουμε για να κρατήσουμε τις υπάρχουσες επιχειρήσεις σε μία εποχή ραγδαίας αποβιομηχάνισης. Γι αυτό, θα πρότεινα στον κ. Παμπούκη να αναλάβει τις εξής δράσεις (και αρμοδιότητες!). Να αναλάβει να διερευνήσει σε βάθος τι συνέβη με τα υδροπλάνα του ελληνοκαναδού κ. Πατέλλη, ο οποίος επιχείρησε (και επένδυσε) να φέρει την εκ πρώτης όψεως άριστη ιδέα του στην γενέθλια γη, αποσπώντας πολλούς επαίνους από «αρμοδίους» υπουργούς της ΝΔ (που χωρίς άλλο είχαν στόχο την προσέλκυση επενδύσεων) και συναντώντας απαγορευτικά προσκόμματα στην πράξη. Ομοίως, να αναλάβει να διερευνήσει σε βάθος τι γίνεται με την Κινεζική Cosco, που βλέπει απηυδισμένη να μην τηρούνται όσα συμφωνήθηκαν και έγιναν νόμος του κράτους πριν λίγους μήνες (δηλαδή, χθές!) και να απειλεί να αποχωρήσει σύσσωμη από την Ελλάδα. Θα μπορούσε περαιτέρω ο κ. Παμπούκης να συντάξει λεπτομερή σχετική έκθεση (με ορίζοντα π.χ. έξι μηνών) που να υποβάλει στην Βουλή προς συζήτηση, με εξειδικευμένες προτάσεις για το τι πρέπει να αλλάξει και πως (που καθυστέρησαν οι υπηρεσίες, που διαφώνησαν, πως μπορεί να επιταχυνθεί η διυπουργική συνεργασία, κλπ). Έγκριτος νομικός ο κ. Παμπούκης θα βρει ασφαλώς ενδιαφέρον σε ένα τέτοιο πόνημα, το οποίο θα απαιτήσει χωρίς αμφιβολία κόπο. Αλλά είναι σίγουρο ότι μια τέτοια εργασία θα έχει πολλή περισσότερη ουσία και αξία για την γενικότερη επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των ξένων επενδύσεων, από τα ταξίδια για «προσέλκυση επενδύσεων».
- Συγχαρητήρια σε Βενιζέλο-Μπεγλίτη-υπηρεσιακούς παράγοντες του ΥΠΕΘΑ για την επιτυχή κατάληξη των διαπραγματεύσεων με την ThyssenKrupp/HDW και την Abu Dabi Mar για το μέλλον των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά και των εκκρεμουσών παραγγελιών του Πολεμικού Ναυτικού. Φαίνεται πως με σκληρή και μεθοδική δουλειά, επίπονες διαπραγματεύσεις, και σε βάθος γνώση του θέματος, οδηγηθήκαμε σε μία συμφωνία που διασφαλίζει κατά τον καλύτερο τρόπο το ελληνικό δημόσιο συμφέρον. Μία συμφωνία που δείχνει τον δρόμο για το πώς γίνεται η προσέλκυση (ουσιαστικών) επενδύσεων και που προετοιμάζει το έδαφος για μία ισχυρότερη βιομηχανικά, παραγωγικά Ελλάδα της επόμενης μέρας.
Πολιτιστική επανάσταση
Ναι, πολιτιστική επανάσταση. Το άκουσμά της προκαλεί ρίγος, αλλά εδώ υπάρχει μπόλικο και μακροπρόθεσμο διακύβευμα. Εάν αναρωτηθεί κανείς εάν φταίει η πολιτική για το χάλι της οικονομίας/κοινωνιας ή το αντίστοροφο, ίσως η καλύτερη απάντηση είναι ότι ισχύουν και τα δύο. Το γαϊτανάκι οικονομίας/κοινωνίας και πολιτικής (όπως το έχουμε ονομάσει - ή αλλιώς βάσης και εποικοδομήματος) μπορεί να δίδει πλέον της μίας ισορροπίες κατά Νας (δηλαδή, όπως έχουμε γράψει, παγιωμένες καταστάσεις από όπου κανένα άτομο – είτε ιδιώτης είτε επιχείρηση, είτε πολιτικός – δεν έχει ατομικό συμφέρον να παρεκκλίνει), μία εκ των οποίων είναι και η γνώριμή μας ισορροπία της βαλκανικού τύπου υπανάπτυξής μας. Όπου η γνωστής ποιότητης πολιτική (του θα-θα-θα, της μίζας, κλπ) αφήνει την οικονομία και κοινωνία στην στασιμότητά της, και η αναιμική οικονομία και αχειραφέτητη κοινωνία διαιωνίζουν την πολιτική της μετριότητας. Και το χειρότερο, εθιζόμαστε σε αυτήν την κατάσταση γιατί αυτήν μαθαίνουμε από τα γεννοφάσκια μας, χωρίς να προσφέρεται άλλο πρότυπο. Έτσι, η βαλκάνιά μας ισορροπία «κλειδώνει» διπλά. Η υπανάπτυξη είναι πάνω απ’ όλα στο μυαλό μας, όπως εκεί είναι και η πατρίδα μας κατά τον ποιητή. (Άλλωστε και ο ποιητής αναφέρεται σε μία πατρίδα κάποιας ανώτερης ποιότητας, άρα προσβλέπει σε μία ισορροπία κατά Νας υψηλότερου επιπέδου!) Γι αυτό χρειαζόμαστε αλλαγή νοοτροπίας και μοντέλου συμπεριφοράς, προς κατεύθυνση πιο συνεργατική, συναινετική και λιγότερο συγκρουσιακή (είμαστε όλοι μαζί στην ίδια βάρκα, και εάν τραβάμε προς διαφορετικές κατευθύνσεις η βάρκα θα βουλιάξει – αυτό βέβαια χωρίς να παραγνωρίζουμε τις υπαρκτές και σημαντικές αντιθέσεις), σε κατεύθυνση υψηλού επαγγελματισμού και μακροπρόθεσμης προοπτικής (και όχι λαμογιάς – που δυστυχως κυριαρχεί και, ή μήπως κυρίως;, στον ιδιωτικό τομέα), σε κατεύθυνση εν τέλει εμπέδωσης θεσμών, κανόνων και καταστατικών διαδικασιών μέσα στις οποίες όλοι λειτουργούμε (και δεν κάνουμε όπως βρούμε). Λειτουργούμε σαν ομάδα, βάζοντας το σύνολο πάνω από το άτομο (ασφαλέστατα διαφυλάσσοντας τις ατομικές ελευθερίες), αυτό θα πρέπει να είναι το κεντρικό σύνθημα για την επιβίωση της Ελλάδας στις νέες συνθήκες.
ΙΙΙ. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΦΕΥΧΘΕΙ
Τέλος, ας κάνουμε τέσσερις «αρνητικές» προτάσεις, τέσσερα πράγματα που «δεν» πρέπει να γίνουν:
- Ας μην αποδειχθεί η κρίση η κερκόπορτα του νεοφιλελευθερισμού. Π.χ., βλέπε την επιστολή στις αρχές του φθινοπώρου των επιφανών οικονομολόγων, του (νομπελίστα πλέον) Χριστόφορου Πισσαρίδη και των Κώστα Αζαριάδη και Γιάννη Ιωαννίδη στην Καθημερινή, όπου σε μεγάλο βαθμό τα αναπτυξιακά (ή μήπως «αναπτυξιακά»;) μέτρα έχουν νεοφιλελεύθερη πνοή. (Δεν μπορεί να διαφωνήσει βέβαια κανείς με πολλές από τις προτάσεις που κάνουν, όπως αυτές που βρίσκονται στην κατεύθυνση της πάταξης της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς, εξορθολογισμού του κράτους και της κοινωνικής ασφάλισης, ανάπτυξης υποδομής.)
- Μην ατονήσουν οι ουσιαστικές δημόσιες και κοινωνικές υπηρεσίες υπό το βάρος (ή το πρόσχημα) της συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα όπως έγραψε και ο Γεράσιμος Μοσχονάς προ καιρού στα ΝΕΑ (12-10-10).
- Μην αυξηθεί η ανισοκατανομή του εισοδήματος, τάση που παρατηρείται και διεθνώς αλλά και εντείνεται με την κρίση.
- Μην ξεπουληθεί η Ελλάδα σε εμίρηδες που θα την κάνουν (κακόγουστα και τερατώδη) ξενοδοχεία και καζίνα. Παράκληση/προτροπή: Όχι άλλα καζίνα. Όχι μόνο γιατί είναι νεοαποικιακού τύπου «επενδύσεις», αλλά και για λόγους κοινωνικής ευαισθησίας. Ας ρίξει μια ματιά ο/οι κ. Υπουργός/οί τι γίνεται π.χ. στην Κορινθία που «στέγνωσε» καθώς τα «ακούμπησε» όλα στο καζίνο (διεπόμενη ασφαλώς και από άγνοια και από την αφελή αντίληψη ότι το καζίνο είναι εκεί για να μοιράζει χρήμα). Τέτοια «ανάπτυξη» ας λείπει. Επίσης, θα έλεγα να έχουμε όσο το δυνατό λιγότερα με κάποιον συνταγματάρχη που άμα του δώσεις χειραψία, το χέρι σου μετά θα όζει για πολύ καιρό.
Φυσικά, δεν είμεθα αιθεροβάμονες. Αυτά όλα σε κάποιο βαθμό θα συμβούν (διατί να το κρύψωμεν άλλωστε...). Θα συμβούν για αντικειμενικούς λόγους (γιατί συμβαίνουν παντού, γιατί οι άμεσες προτεραιότητες είναι τώρα διαφορετικές, γιατί σε τελική ανάλυση τι μπορεί να κάνει η κυβέρνηση/δημόσιος τομέας, πόσο μπορεί να ανασχέσει τάσεις που ίσως είναι αδήριτες) αλλά και υποκειμενικές αδυναμίες (σαν κι αυτές που περιγράφηκαν παραπάνω). Είναι και οι θεμελιώδεις αδυναμίες της δημοκρατίας που παίζουν ρόλο (παρ’ ότι είναι μακράν το καλύτερο πολίτευμα, ας μην παρεξηγηθούμε): Μία κυβέρνηση που θα παλέψει για την επιβίωσή της το αργότερο σε τρία χρόνια, πόσο ορίζοντα μπορεί να έχει; Δεν θα πρέπει ως τότε να έχει περαιώσει (για να χρησιμοποιήσουμε τρέχουσα ορολογία!) την δημοσιονομική εξυγίανση έστω και με μεθόδους που αντιβαίνουν εν μέρει στο μακροπρόθεσμο δημόσιο συμφέρον; Και πόσο γενναία μπορεί να είναι, ειδικά όταν απέναντί της έχει μία τελείως ακατάληπτη αλλά και κυνική αξιωματική αντιπολίτευση; Έτσι λοιπόν τα παραπάνω θα συμβούν σε κάποιο βαθμό. Είναι το τίμημα της κρίσης, γι αυτό και (πρέπει να) είναι κυρίαρχος ο στόχος να μην ξαναφτάσουμε σε αυτό το σημείο. Η γενναιότητα και ψυχραιμία της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και του Γιώργου Παπανδρέου προσωπικά δεν αμφισβητούνται. Τώρα που ο φόβος του γκολ (το όντως εφιαλτικό σενάριο της πτώχευσης) δείχνει κάπως να αποσοβείται, χωρίς να χαλαρώνει την δημοσιονομική προσπάθεια, πρέπει να παλέψει, έστω και μέσα στην καταιγίδα, για να βρει η επόμενη μέρα την Ελλάδα μία πράγματι καλύτερη χώρα.
Monday, 10 January 2011
Οι ξένοι φίλοι
[Ο]ι άνθρωποι αυτοί θα ήταν κατάλληλοι για να κυριεύσουν τον κόσμο, φτάνει να ‘ξεραν τι θα πει κόσμος. Όμως δεν ήξεραν. Γιατί ζούσαν μακριά από τον κόσμο [...]
Γιόζεφ Ροθ, Το εμβατήριο Ραντέτσκυ, μτφ. Δ. Δημοκίδης, Εκδόσεις Ροές 2009, σ. 188
Θα τη βάλουμε στο ζυγό τη συφορά, μη φοβάσαι Λουκά μου! του αποκρίθηκε ο παπάς. Θα μπει στη δούλεψή μας, θα το δεις. Δουλειά, υπομονή, αγάπη, να τ' άρματά μας. Έχετε εμπιστοσύνη. .... Ριζώνουμε παιδιά μου, πιάνουμε πάλι στο χώμα, θα πετάξουμε πάλι μπόι, έχετε εμπιστοσύνη!
Νίκου Καζαντζάκη Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, εκδόσεις Ελ. Καζαντζάκη 1974, σ. 171
Οι ξένοι φίλοι ήρθαν να περάσουν μία εβδομάδα μαζί μας τα Χριστούγεννα. Ήταν η πρώτη τους επίσκεψη στην Ελλάδα. Περάσαμε πολύ ωραία, φάγαμε και ήπιαμε κατά το έθιμο, αλλά και περιηγηθήκαμε την Πελοπόννησο, κάναμε βόλτες στην φύση και σε παραδοσιακά χωριά, είδαμε οινοποιεία και ελαιοτριβεία, περιπλανηθήκαμε στο κλεινόν άστυ και στη νυχτερινή Αθήνα. Μέχρι και σουβλάκι φάγαμε στου Μπαϊρακτάρη (χωρίς να τοποθετηθούμε επί του θέματος της διαπλοκής!). Οι φίλοι μας ενθουσιάστηκαν με όλα. Με το φαγητό και το κρασί, την ποιότητά τους δηλαδή και την ποιότητα της εξυπηρέτησης, την φιλοξενία παντού, την ομορφιά της ελληνικής φύσης (ακόμα και στα καμένα!) και των παραδοσιακών πόλεων και οικισμών, μέχρι και με την γενική αισθητική των πόλεων, τα ωραία καφέ, την μαγεία των αρχαιολογικών χώρων και την φροντίδα με την οποία αναδεικνύονται (έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο εντειχίζονται και αναδεικνύονται σε γυάλινες προθήκες στο μετρό και σε μουσεία, αλλά και σε δημόσιους χώρους και μέσα στα καφενεία ακόμα), την διάσπαρτη ιστορία παντού, τη ζεστασιά των ανθρώπων και τη ζωντάνια των πόλεων.
Βέβαια, συμφωνήσαμε πως αλλιώς είναι να είσαι τουρίστας σε ένα μέρος και αλλιώς κάτοικος, διαφορετικά τα αντιμετωπίζεις όλα όταν εμφορείσαι από την ενθουσιώδη ματιά του πρώτου, και αναπόφευκτα εστιάζεις στα προβλήματα όταν εμπίπτεις στην κατηγορία του δεύτερου. Αλλά, συμφωνήσαμε όλοι, αυτό ισχύει για κάθε χώρα, λαό, και πόλη. Όντας καλοπροαίρετοι, αλλά και αντανακλώντας την αγάπη τους για μας, οι φίλοι μας μας βοήθησαν να δούμε την Ελλάδα με άλλο μάτι, να θυμηθούμε ότι μπορείς να δεις κάθε νόμισμα από δύο όψεις, και ότι κι εμείς, αν και από καιρό πλέον απόδημοι, τείνουμε να βλέπουμε τα πράγματα από την ...σκοπιά του μόνιμου κάτοικου. Εν κατακλείδι, οι φίλοι μας μας υπενθύμισαν την οπτική γωνία του μισογεμάτου ποτηριού. Όλα πατρίδα μας, και παρά τις αναντίρρητες δυσκολίες και τα προβλήματα, είναι όλα πολύ ωραία και συνεχίζουν να μας κάνουν περήφανους.
Γειά σου Ελλάδα, μας γέμισες τις μπαταρίες και τούτη τη φορά. Είσαι φτιαγμένη από φίνα πρώτη ύλη, ανθρώπους, περιβάλλον, βοηθάει βέβαια και ο περίφημος καιρός και το υπέροχο φως. Θα βρεις τον βηματισμό σου και θα ξεπεράσεις την δυσκολία. Με ψηλό ηθικό, εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σου, υπομονή, επιμονή, πείσμα, οργάνωση και συντεταγμένη προσπάθεια, συνεργασία και ομαδικό πνεύμα, αλληλεγγύη και αίσθηση κοινωνικής ευθύνης, καθολική και αναλογική συμμετοχή στην κοινή προσπάθεια, θα τα καταφέρεις να επανακάμψεις. Η «επόμενη μέρα» θα σε βρει μία καλύτερη κοινωνία, πάλι σε δρόμο κοινωνικής, πολιτιστικής, ηθικής ανόδου και ανάτασης, με ανοιχτούς ορίζοντες και ικανή αυτοπεποίθηση ώστε να διαλέγεσαι επί ίσοις όροις, χωρίς να μαϊμουδίζεις, με την παγκόσμια πνευματική και πολιτιστική πρωτοπορία. Ο λαός σου είναι ανήσυχος, πολυμήχανος, πολυτάλαντος, με έμφυτη ροπή προς την δημιουργία και το ωραίο, ο τόπος σφύζει από ιστορία, παράδοση και πολιτισμό λαϊκό και λόγιο. Όλ’ αυτά είναι γνωρίσματα που υποστηρίζουν μία ήδη ευημερούσα χώρα, αλλά και που αν καλλιεργηθούν παραπέρα, θα κατοχυρώσουν μία επίζηλη θέση ανάμεσα στην κοινωνία των εθνών, σε βάθος χρόνου.
Γιόζεφ Ροθ, Το εμβατήριο Ραντέτσκυ, μτφ. Δ. Δημοκίδης, Εκδόσεις Ροές 2009, σ. 188
Θα τη βάλουμε στο ζυγό τη συφορά, μη φοβάσαι Λουκά μου! του αποκρίθηκε ο παπάς. Θα μπει στη δούλεψή μας, θα το δεις. Δουλειά, υπομονή, αγάπη, να τ' άρματά μας. Έχετε εμπιστοσύνη. .... Ριζώνουμε παιδιά μου, πιάνουμε πάλι στο χώμα, θα πετάξουμε πάλι μπόι, έχετε εμπιστοσύνη!
Νίκου Καζαντζάκη Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, εκδόσεις Ελ. Καζαντζάκη 1974, σ. 171
Οι ξένοι φίλοι ήρθαν να περάσουν μία εβδομάδα μαζί μας τα Χριστούγεννα. Ήταν η πρώτη τους επίσκεψη στην Ελλάδα. Περάσαμε πολύ ωραία, φάγαμε και ήπιαμε κατά το έθιμο, αλλά και περιηγηθήκαμε την Πελοπόννησο, κάναμε βόλτες στην φύση και σε παραδοσιακά χωριά, είδαμε οινοποιεία και ελαιοτριβεία, περιπλανηθήκαμε στο κλεινόν άστυ και στη νυχτερινή Αθήνα. Μέχρι και σουβλάκι φάγαμε στου Μπαϊρακτάρη (χωρίς να τοποθετηθούμε επί του θέματος της διαπλοκής!). Οι φίλοι μας ενθουσιάστηκαν με όλα. Με το φαγητό και το κρασί, την ποιότητά τους δηλαδή και την ποιότητα της εξυπηρέτησης, την φιλοξενία παντού, την ομορφιά της ελληνικής φύσης (ακόμα και στα καμένα!) και των παραδοσιακών πόλεων και οικισμών, μέχρι και με την γενική αισθητική των πόλεων, τα ωραία καφέ, την μαγεία των αρχαιολογικών χώρων και την φροντίδα με την οποία αναδεικνύονται (έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο εντειχίζονται και αναδεικνύονται σε γυάλινες προθήκες στο μετρό και σε μουσεία, αλλά και σε δημόσιους χώρους και μέσα στα καφενεία ακόμα), την διάσπαρτη ιστορία παντού, τη ζεστασιά των ανθρώπων και τη ζωντάνια των πόλεων.
Βέβαια, συμφωνήσαμε πως αλλιώς είναι να είσαι τουρίστας σε ένα μέρος και αλλιώς κάτοικος, διαφορετικά τα αντιμετωπίζεις όλα όταν εμφορείσαι από την ενθουσιώδη ματιά του πρώτου, και αναπόφευκτα εστιάζεις στα προβλήματα όταν εμπίπτεις στην κατηγορία του δεύτερου. Αλλά, συμφωνήσαμε όλοι, αυτό ισχύει για κάθε χώρα, λαό, και πόλη. Όντας καλοπροαίρετοι, αλλά και αντανακλώντας την αγάπη τους για μας, οι φίλοι μας μας βοήθησαν να δούμε την Ελλάδα με άλλο μάτι, να θυμηθούμε ότι μπορείς να δεις κάθε νόμισμα από δύο όψεις, και ότι κι εμείς, αν και από καιρό πλέον απόδημοι, τείνουμε να βλέπουμε τα πράγματα από την ...σκοπιά του μόνιμου κάτοικου. Εν κατακλείδι, οι φίλοι μας μας υπενθύμισαν την οπτική γωνία του μισογεμάτου ποτηριού. Όλα πατρίδα μας, και παρά τις αναντίρρητες δυσκολίες και τα προβλήματα, είναι όλα πολύ ωραία και συνεχίζουν να μας κάνουν περήφανους.
Γειά σου Ελλάδα, μας γέμισες τις μπαταρίες και τούτη τη φορά. Είσαι φτιαγμένη από φίνα πρώτη ύλη, ανθρώπους, περιβάλλον, βοηθάει βέβαια και ο περίφημος καιρός και το υπέροχο φως. Θα βρεις τον βηματισμό σου και θα ξεπεράσεις την δυσκολία. Με ψηλό ηθικό, εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σου, υπομονή, επιμονή, πείσμα, οργάνωση και συντεταγμένη προσπάθεια, συνεργασία και ομαδικό πνεύμα, αλληλεγγύη και αίσθηση κοινωνικής ευθύνης, καθολική και αναλογική συμμετοχή στην κοινή προσπάθεια, θα τα καταφέρεις να επανακάμψεις. Η «επόμενη μέρα» θα σε βρει μία καλύτερη κοινωνία, πάλι σε δρόμο κοινωνικής, πολιτιστικής, ηθικής ανόδου και ανάτασης, με ανοιχτούς ορίζοντες και ικανή αυτοπεποίθηση ώστε να διαλέγεσαι επί ίσοις όροις, χωρίς να μαϊμουδίζεις, με την παγκόσμια πνευματική και πολιτιστική πρωτοπορία. Ο λαός σου είναι ανήσυχος, πολυμήχανος, πολυτάλαντος, με έμφυτη ροπή προς την δημιουργία και το ωραίο, ο τόπος σφύζει από ιστορία, παράδοση και πολιτισμό λαϊκό και λόγιο. Όλ’ αυτά είναι γνωρίσματα που υποστηρίζουν μία ήδη ευημερούσα χώρα, αλλά και που αν καλλιεργηθούν παραπέρα, θα κατοχυρώσουν μία επίζηλη θέση ανάμεσα στην κοινωνία των εθνών, σε βάθος χρόνου.
Saturday, 30 October 2010
ΕΚΛΟΓΕΣ;
Κάποτε είδα ένα (ανούσιο) τηλεοπτικό σήριαλ στο οποίο υπήρχε μία δυσλειτουργική οικογένεια, δυσλειτουργική υπό την έννοια ότι είχε ένα πολύ δύσκολο, υπερκινητικό και τελείως ατίθασο παιδί. Όπου λοιπόν μία μέρα λέει ο πατέρας στην σύζυγο και μητέρα: Φεύγω. Τι εννοείς, του λέει εκείνη. Δεν τον αντέχω άλλο (το γιο), φεύγω από το σπίτι. Εκείνη έμεινε αποσβολωμένη – τι έκανε λέει; Λυπάμαι αλλά δεν μπορώ άλλο πια, κλπ. Λοιπόν το τηλεοπτικό επεισόδιο αυτό θυμήθηκα όταν άκουσα τον Πρωθυπουργό να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο εθνικών εκλογών σε περίπτωση που η χώρα ψηφίσει άρχοντες της αυτοδιοίκησης που βρίσκονται σε αντίθεση με την ακολουθούμενη «πολιτική του Μνημονίου».
Ποιό είναι το νόημα των καλλικράτειων Αυτοδιοικητικών εκλογών; Μία πρώτη απάντηση είναι ότι κανείς δεν ξέρει ακριβώς. Η διαδικασία όπου κάποιοι πολιτικοί θα εκλεγούν απευθείας από εκατομμύρια πλέον πολίτες, και θα αναλάβουν πρωτοφανείς αρμοδιότητες είναι πρωτόγνωρη, και πρωτόγνωρη θα είναι πλέον και η δυναμική που αυτή θα δημιουργήσει όχι μόνο τώρα αλλά σε βάθος χρόνου. Ίσως και να κάνει τον πανταχόθεν λοιδορούμενο δικομματισμό να φαντάζει ως ευγενική διαδικασία. Ίδωμεν ως προς αυτό. Μία δεύτερη απάντηση είναι ότι, μεταφέροντας αρμοδιότητες, πόρους και εξουσίες, ο Καλλικράτης επιχειρεί να απαλλάξει τις τοπικές κοινωνίες από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό ενός πατερναλιστικού κράτους, να αναδείξει και απελευθερώσει τις τοπικές δυνάμεις προς όφελος των τοπικών κοινωνιών. Οι τοπικές κοινωνίες, τόσο σε δημοτικό όσο και περιφερειακό επίπεδο έχουν – δόξα τω θεώ!- πολλά προβλήματα αλλά και πολλές ενδεχομένως κρυμμένες δυνάμεις που ασφυκτιούν. Ο Καλλικράτης αποτελεί μία μεγάλη ευκαιρία να πάρουν οι τοπικές κοινωνίες την τύχη τους στα χέρια τους. Οι τοπικές κοινωνίες έχουν την ευκαιρία να απαγκιστρωθούν από τον στείρο κομματικό διαγκωνισμό, που μάλλον μικρό νόημα έχει επί της ουσίας σε τοπικό επίπεδο, και να αναδείξουν τους αξιότερους με απευθείας εκλογή από την βάση. Υπ’ αυτήν την έννοια, ασφαλώς οι καλλικράτειες Αυτοδιοικητικές εκλογές είναι άσκηση συμμετοχικής δημοκρατίας.
Τι ΔΕΝ είναι ο Καλλικράτης; Ο Καλλικράτης δεν είναι δημοψήφισμα για το πως τα πάει η εθνική κυβέρνηση, όσο δύσκολη και κρίσιμη και αν είναι η εποχή (ή ίσως ακόμα περισσότερο γι αυτό). Η (εθνική) Κυβέρνηση εξελέγη πριν έναν χρόνο με σαφή πλειοψηφία και εντολή, έχει καθαρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, και θα δώσει απολογισμό και θα θέσει την θητεία της στην κρίση των πολιτών στα τέσσερα χρόνια, τον Οκτώβριο του 2013, όπως ορίζει το Σύνταγμα και η κοινοβουλευτική πολιτική και ηθική τάξη. Μέσα σε αυτήν, την δημοκρατική και καταστατική ας μην ξεχνάμε, συλλογιστική, δεν υπάρχουν οι τοπικές εκλογές ως εθνικού τύπου δημοψήφισμα. Οι Αυτοδιοικητικές εκλογές εμφατικά δεν είναι τέτοιου είδους άσκηση συμμετοχικής δημοκρατίας. Και για να το δούμε αλλιώς: Τι ποσοστό «πράσινων» τοπικών αρχόντων θα χρειαστεί να εκλεγούν για να επιβεβαιωθεί η εντολή της κοινωνίας στο ΠΑΣΟΚ και τον Γιώργο Παπανδρέου; Κάθε πότε θα γίνεται τέτοιο «δημοψήφισμα»; - αν πχ. Πέσουν ευρωεκλογές σε άλλο έναν χρόνο, αυτές θα έχουν επίσης δημοψηφισματικό χαρακτήρα; Και τι θα γίνει αν αλλάζει γνώμη κάθε τόσο η κοινωνία προκαλώντας παράλυση;
Ας σκεφτούμε το εξής υποθετικό παράδειγμα. Ας πούμε ότι έχουμε ένα πρόβλημα στο σπίτι, π.χ. μια χαλασμένη βρύση, και φωνάζουμε έναν υδραυλικό για να το δει και να μας πει αν φτιάχνεται, πόσο κάνει, κλπ. Αντί γι αυτά, ο καλός μας (υποψήφιος!) μάστορας αρχίζει να μας μιλάει για κάτι άσχετο, π.χ. το Μνημόνιο! Θα τον προσλαμβάνατε έναν τέτοιο υδραυλικό; - να τον πληρώνετε και αυτός να χαζεύει με άσχετα θέματα; Αν όχι, για σκεφτείτε τον υποψήφιο τοπικό άρχοντα, ο/η οποίος/α και περισσότερη δουλειά θα έχει (προβλήματα, γαρ), και αρμοδιότητες θα έχει, και λεφτά θα μας κοστίσει. Η δουλειά των υποψηφίων είναι μας πείσουν αν και πως έχουν τις δυνατότητες να αντιμετωπίσουν τα πολλά και αυξανόμενα τοπικά προβλήματα, ειδικά μέσα σε συνθήκες κρίσης. Δεν είναι δουλειά τους όμως να αρνούνται ότι υπάρχει κρίση, ούτε να «κατεβαίνουν» με σημαία την άποψη που έχουν για το πώς η υπεύθυνη κυβέρνηση χειρίζεται την κρίση. Το αντίθετο: Όποιος/α ασχολείται με αυτά και όχι με τα τοπικά προβλήματα μας λέει με κραυγαλέο τρόπο ότι δεν είναι ο κατάλληλος μάστορας για τα θέματα που επιδιώκει να αναλάβει, ότι χαζολογάει αντί να κοιτάζει την δουλειά του. Είναι δηλαδή αυτός/ή ο/η υποψήφιος που ΔΕΝ πρέπει να ψηφίσουμε.
Καλά όλ’ αυτά επί του τύπου, ίσως πείτε, όμως στην πράξη η Δημοκρατία δεν δουλεύει έτσι. Ο κυρίαρχος λαός έχει το δικαίωμα να εκφραστεί για το φλέγον τρέχον θέμα της οικονομικής πολιτικής, και η κυβέρνηση έχει υποχρέωση να ακούσει. Εντάξει, σε μία κοινωνία με ένα ανώτερο επίπεδο ωριμότητας του λαού το πράγμα ίσως δούλευε έτσι, όμως στον πραγματικό κόσμο είναι πατερναλιστικό να λέμε στους πολίτες με ποιά κριτήρια πρέπει να ψηφίσουν. Είναι όμως αυτή ακριβώς η ατελής ωριμότητα που ακριβώς γυρίζει την συλλογιστική προς όσα ελέχθησαν παραπάνω. Είχα πάντα μία κάποια απέχθεια στην τάση του ελληνικού λαού (όπως και πολλών άλλων, και σε μεγαλύτερο ίσως βαθμό) να εμπιστεύονται μόνον τους πατερούληδες και τις αυθεντίες. Αν όμως αυτό ειναι αληθινό, αν η ωριμότητα είναι ατελής (και τι σημαίνει «τέλεια ωριμότητα»;) τότε ο υπεύθυνος κυβερνήτης δεν μπορεί να καλεί την κοινωνία να επαναβεβαιώσει νηφάλια την εμπιστοσύνη της στο πρόσωπό του: Όσο και αν ενδόμυχα η κοινωνία αναγνωρίζει πως ισχύει το «Παπανδρέου ή χάος», ενδέχεται να ψηφίσει υπό το κράτος του θυμού ή παρόρμησης. Αντίθετα, ο υπεύθυνος κυβερνήτης οφείλει να συμπεριφερθεί ως ανεκτικός αλλά αποφασισμένος πατέρας, που δεν κάμπτεται από ένα ατίθασο παιδί παρά τις τεράστιες δυσκολίες και το αναμφισβήτητο προσωπικό κόστος. Και ο πατέρας δεν αφήνει στο παιδί να αποφασίσει τις τύχες του σπιτιού. Η αναλογία βέβαια τελειώνει ...το 2013 οπότε ο υπεύθυνος Κυβερνήτης παραδίδει και τίθεται στην κρίση της κοινωνίας.
Οι καλλικράτειες εκλογές δεν επρόκειτο να είναι εύκολες. Έβαλαν και θα βάζουν πάντα επί τάπητος το θέμα της πολυαρχίας, το γεγονός ότι τώρα έχουμε παράλληλους πόλους σημαντικών εξουσιών, όχι βέβαια τοσο σημαντικών όσο της Βουλής ή της κεντρικής κυβέρνησης, αλλά πάντως αξιοσημείωτων. Και προσωπικοτήτων που εκλέγονται απευθείας από την βάση χωρίς (η με «ολίγη») κομματική διαμεσολάβηση, και έτσι αναβαθμισμένων και πιο αυτόνομων. Αλλά μήπως αυτό δεν είναι το βαθύτερο νόημα της συμμετοχικής δημοκρατίας, και όποιος πιστεύει σ’ αυτήν δεν πρέπει να βρεί το γερό στομάχι που χρειάζεται να αντιμετωπίζει τέτοιες καταστάσεις; Και η κατάσταση δεν διευκολύνεται από την ίσως ελλιπή προετοιμασία (νάτος ο μόνιμος γκρινιάρης): Οι υποψήφιοι θα ασχολούνταν λιγότερο με το Μνημόνιο και περισσότερο με την ηλεκτρική καρέκλα που πάνε να καθίσουν αν είχαν πιο σαφείς και δεσμευτικές υπορεώσεις, όπως έχει προταθεί από αυτές τις στήλες: Υποχρέωση να υποβάλλουν δεσμευτικό προϋπολογισμό κάθε χρόνο με περιορισμό μηδενικών ελλειμμάτων, ανώτατους δικαστικούς ως επικεφαλής διευθύνσεων Επιθεώρησης/Δικαστικού, αποσπασμένους δημόσιους υπαλλήλους της κεντρικής διοίκησης ως ανεξάρτητους επικεφαλής διοικητικού, κλπ. Δεν ξέρω τι απ’ όλα’ αυτά έχει θεσπισθεί. Αλλά σε ένα τέτοιο θεσμικό πλαίσιο η προεκλογική συξήτηση θα ήταν περισσότερο για τα τοπικά ζητήματα.
Επίσης, η συζήτηση θα έμπαινε σε νέες βάσεις εάν εθεσπίζετο συνταγματικά ότι οι εκλογές γίνονται κάθε αυστηρά τέσσερα χρόνια. Σε περίπτωση που υπάρξει ουσιαστικός (όχι φανταστικός όπως κάθε φορά) λόγος για πρόωρες εκλογές (δηλαδή τέτοιος λόγος που στην πράξη δεν έχουμε δει μέσρι τώρα, π.χ. καταψήφιση της Κυβέρνησης από την Βουλή), τότε οι εκλογές ξαναγίνονται πάλι τηςν τετραετία από τις προηγούμενες (δηλ., αν γίνονταν τώρα, οι επόμενες θα ήταν πάλι τον Οκτώβριο του 2013). Αυτή η πρόταση γίνεται εδώ. Και αυτή η ρύθμιση θα βοηθούσε ώστε η εσωτερική πολιτική να επικεντρωνόταν σε θέματα ουσίας παρά στον κομματικό μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων. Όπως έγραψε επανειλλημμένα ο Γ. Λακόπουλος στα ΝΕΑ (π.χ. 30-10-2010) στην Ευρώπη προετοιμάζεται νέο θεσμικό πλαίσιο («σκηνικό») όπου οι χώρες που παραβαίνουν τους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας θα υφίστανται κυρώσεις. Στο βάθος δε του ορίζοντα διαφαίνεται και το ενδεχόμενο τέτοιες χώρες να βλέπουν και την πόρτα της εξόδου από την ΟΝΕ. Όπως έχουμε ξαναγράψει, τέτοιο ενδεχόμενο είναι μακρινό, όμως δεν αποκλείεται καθόλου να αναφανεί ...εν ευθέτω χρόνω, αν βέβαια δεν έχουμε στο μεταξύ αλλάξει ρότα. Απέναντι σε τέτοια ενδεχόμενα, ο τρέχων κομματικός διαγωνισμός φαντάζει εσωστρεφής και κοντόφθαλμος, όσο κι αν ο ένας πόλος (το ΠΑΣΟΚ) έχει δίκιο. Νομίζω πως το ΠΑΣΟΚ και ο Γιώργος Παπανδέρου προσωπικά έπρεπε να εκπέμπει σταθερά το μήνυμα: Το ΠΑΣΟΚ δεν λιποψυχάει μπροστά στις δυσκολίες και το κόστος, δεν φυγομαχεί, δεν εγκαταλείπει.
Η αυτοδιοικητική ψήφος δεν είναι ούτε δημοψήφισμα για το Μνημόνιο αλλά ούτε και χαλαρή ψήφος. Αναμετριέται το παλιό με το καινούργιο, δύο εκ διαμέτρου αντίθετες αντιλήψεις. Αν υποθέσουμε ότι η κοινωνία είναι το πλήρωμα σε ένα καράβι, η παλιά άποψη, διαβρωμένη από τον παγιωμένο δικομματισμό ενός οργανωμένου «από τα πάνω», αυταρχικού, πατερναλιστικού, πελατειακού κράτους, λέει πως η μόνη θέση με ουσιαστική σημασία στο καράβι είναι αυτή του καπετάνιου. Το πλήρωμα τα περιμένει όλα απ’ αυτόν, δεν έχει άλλο νόημα από το να τσακώνεται όλη μέρα για το ποιός θα έιναι καπετάνιος. Η άλλη άποψη λέει ότι η απόδοση του καραβιού είναι θέμα όλου του πληρώματος. Καπετάνιος, αξιωματικός, η ναύτες (ή πρωθυπουργός, δήμαρχος ή υπάλληλος, αν προτιμάτε) έχουν όλοι ρόλο να παίξουν. Το πλήρωμα εκλέγει τον καπετάνιο περιοδικά με κρίση και ωριμότητα, και εν τω μεταξύ κάνουν όσο μπορούν καλύτερα την δουλειά τους στα δικά τους ατομικά καθήκοντα, χωρίς να αερολογούν για το ποιές πρέπει να είναι οι αποφάσεις του καπετάνιου. Όποιες κι αν είναι οι αποφσεις του καπετάνιου, το καράβι θα πάει καλύτερα αν ο καθένας κάνει όσο μπορει καλύτερα την δουλειά του στο πόστο του – και ο Δήμαρχος στο Δήμο και όχι στο Μνημόνιο. Οι παραπάνω απόψεις, για τον ρόλο του Κυβερνήτη ως καλοπροαίρετου πατέρα (ή ποιμένα αν προτιμάτε), στα πλαίσια πάντα της Δημοκρατικής Πολιτείας, μπορεί να ακούγονται λιγάκι πατερναλιστικές, όμως πιστεύω πως στηρίζονται στην έννοια ότι οι τύχες μίας κοινωνίας εξαρτώνται από την προσπάθεια ενός εκάστου στο πόστο του (εν προκειμένω, των τοπικών αρχόντων) και όχι μόνο ενός Πρωθυπουργού, και άρα έχουν το αίτημα της κονωνικής χειραφέτησης στην βάση τους.
Ποιό είναι το νόημα των καλλικράτειων Αυτοδιοικητικών εκλογών; Μία πρώτη απάντηση είναι ότι κανείς δεν ξέρει ακριβώς. Η διαδικασία όπου κάποιοι πολιτικοί θα εκλεγούν απευθείας από εκατομμύρια πλέον πολίτες, και θα αναλάβουν πρωτοφανείς αρμοδιότητες είναι πρωτόγνωρη, και πρωτόγνωρη θα είναι πλέον και η δυναμική που αυτή θα δημιουργήσει όχι μόνο τώρα αλλά σε βάθος χρόνου. Ίσως και να κάνει τον πανταχόθεν λοιδορούμενο δικομματισμό να φαντάζει ως ευγενική διαδικασία. Ίδωμεν ως προς αυτό. Μία δεύτερη απάντηση είναι ότι, μεταφέροντας αρμοδιότητες, πόρους και εξουσίες, ο Καλλικράτης επιχειρεί να απαλλάξει τις τοπικές κοινωνίες από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό ενός πατερναλιστικού κράτους, να αναδείξει και απελευθερώσει τις τοπικές δυνάμεις προς όφελος των τοπικών κοινωνιών. Οι τοπικές κοινωνίες, τόσο σε δημοτικό όσο και περιφερειακό επίπεδο έχουν – δόξα τω θεώ!- πολλά προβλήματα αλλά και πολλές ενδεχομένως κρυμμένες δυνάμεις που ασφυκτιούν. Ο Καλλικράτης αποτελεί μία μεγάλη ευκαιρία να πάρουν οι τοπικές κοινωνίες την τύχη τους στα χέρια τους. Οι τοπικές κοινωνίες έχουν την ευκαιρία να απαγκιστρωθούν από τον στείρο κομματικό διαγκωνισμό, που μάλλον μικρό νόημα έχει επί της ουσίας σε τοπικό επίπεδο, και να αναδείξουν τους αξιότερους με απευθείας εκλογή από την βάση. Υπ’ αυτήν την έννοια, ασφαλώς οι καλλικράτειες Αυτοδιοικητικές εκλογές είναι άσκηση συμμετοχικής δημοκρατίας.
Τι ΔΕΝ είναι ο Καλλικράτης; Ο Καλλικράτης δεν είναι δημοψήφισμα για το πως τα πάει η εθνική κυβέρνηση, όσο δύσκολη και κρίσιμη και αν είναι η εποχή (ή ίσως ακόμα περισσότερο γι αυτό). Η (εθνική) Κυβέρνηση εξελέγη πριν έναν χρόνο με σαφή πλειοψηφία και εντολή, έχει καθαρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, και θα δώσει απολογισμό και θα θέσει την θητεία της στην κρίση των πολιτών στα τέσσερα χρόνια, τον Οκτώβριο του 2013, όπως ορίζει το Σύνταγμα και η κοινοβουλευτική πολιτική και ηθική τάξη. Μέσα σε αυτήν, την δημοκρατική και καταστατική ας μην ξεχνάμε, συλλογιστική, δεν υπάρχουν οι τοπικές εκλογές ως εθνικού τύπου δημοψήφισμα. Οι Αυτοδιοικητικές εκλογές εμφατικά δεν είναι τέτοιου είδους άσκηση συμμετοχικής δημοκρατίας. Και για να το δούμε αλλιώς: Τι ποσοστό «πράσινων» τοπικών αρχόντων θα χρειαστεί να εκλεγούν για να επιβεβαιωθεί η εντολή της κοινωνίας στο ΠΑΣΟΚ και τον Γιώργο Παπανδρέου; Κάθε πότε θα γίνεται τέτοιο «δημοψήφισμα»; - αν πχ. Πέσουν ευρωεκλογές σε άλλο έναν χρόνο, αυτές θα έχουν επίσης δημοψηφισματικό χαρακτήρα; Και τι θα γίνει αν αλλάζει γνώμη κάθε τόσο η κοινωνία προκαλώντας παράλυση;
Ας σκεφτούμε το εξής υποθετικό παράδειγμα. Ας πούμε ότι έχουμε ένα πρόβλημα στο σπίτι, π.χ. μια χαλασμένη βρύση, και φωνάζουμε έναν υδραυλικό για να το δει και να μας πει αν φτιάχνεται, πόσο κάνει, κλπ. Αντί γι αυτά, ο καλός μας (υποψήφιος!) μάστορας αρχίζει να μας μιλάει για κάτι άσχετο, π.χ. το Μνημόνιο! Θα τον προσλαμβάνατε έναν τέτοιο υδραυλικό; - να τον πληρώνετε και αυτός να χαζεύει με άσχετα θέματα; Αν όχι, για σκεφτείτε τον υποψήφιο τοπικό άρχοντα, ο/η οποίος/α και περισσότερη δουλειά θα έχει (προβλήματα, γαρ), και αρμοδιότητες θα έχει, και λεφτά θα μας κοστίσει. Η δουλειά των υποψηφίων είναι μας πείσουν αν και πως έχουν τις δυνατότητες να αντιμετωπίσουν τα πολλά και αυξανόμενα τοπικά προβλήματα, ειδικά μέσα σε συνθήκες κρίσης. Δεν είναι δουλειά τους όμως να αρνούνται ότι υπάρχει κρίση, ούτε να «κατεβαίνουν» με σημαία την άποψη που έχουν για το πώς η υπεύθυνη κυβέρνηση χειρίζεται την κρίση. Το αντίθετο: Όποιος/α ασχολείται με αυτά και όχι με τα τοπικά προβλήματα μας λέει με κραυγαλέο τρόπο ότι δεν είναι ο κατάλληλος μάστορας για τα θέματα που επιδιώκει να αναλάβει, ότι χαζολογάει αντί να κοιτάζει την δουλειά του. Είναι δηλαδή αυτός/ή ο/η υποψήφιος που ΔΕΝ πρέπει να ψηφίσουμε.
Καλά όλ’ αυτά επί του τύπου, ίσως πείτε, όμως στην πράξη η Δημοκρατία δεν δουλεύει έτσι. Ο κυρίαρχος λαός έχει το δικαίωμα να εκφραστεί για το φλέγον τρέχον θέμα της οικονομικής πολιτικής, και η κυβέρνηση έχει υποχρέωση να ακούσει. Εντάξει, σε μία κοινωνία με ένα ανώτερο επίπεδο ωριμότητας του λαού το πράγμα ίσως δούλευε έτσι, όμως στον πραγματικό κόσμο είναι πατερναλιστικό να λέμε στους πολίτες με ποιά κριτήρια πρέπει να ψηφίσουν. Είναι όμως αυτή ακριβώς η ατελής ωριμότητα που ακριβώς γυρίζει την συλλογιστική προς όσα ελέχθησαν παραπάνω. Είχα πάντα μία κάποια απέχθεια στην τάση του ελληνικού λαού (όπως και πολλών άλλων, και σε μεγαλύτερο ίσως βαθμό) να εμπιστεύονται μόνον τους πατερούληδες και τις αυθεντίες. Αν όμως αυτό ειναι αληθινό, αν η ωριμότητα είναι ατελής (και τι σημαίνει «τέλεια ωριμότητα»;) τότε ο υπεύθυνος κυβερνήτης δεν μπορεί να καλεί την κοινωνία να επαναβεβαιώσει νηφάλια την εμπιστοσύνη της στο πρόσωπό του: Όσο και αν ενδόμυχα η κοινωνία αναγνωρίζει πως ισχύει το «Παπανδρέου ή χάος», ενδέχεται να ψηφίσει υπό το κράτος του θυμού ή παρόρμησης. Αντίθετα, ο υπεύθυνος κυβερνήτης οφείλει να συμπεριφερθεί ως ανεκτικός αλλά αποφασισμένος πατέρας, που δεν κάμπτεται από ένα ατίθασο παιδί παρά τις τεράστιες δυσκολίες και το αναμφισβήτητο προσωπικό κόστος. Και ο πατέρας δεν αφήνει στο παιδί να αποφασίσει τις τύχες του σπιτιού. Η αναλογία βέβαια τελειώνει ...το 2013 οπότε ο υπεύθυνος Κυβερνήτης παραδίδει και τίθεται στην κρίση της κοινωνίας.
Οι καλλικράτειες εκλογές δεν επρόκειτο να είναι εύκολες. Έβαλαν και θα βάζουν πάντα επί τάπητος το θέμα της πολυαρχίας, το γεγονός ότι τώρα έχουμε παράλληλους πόλους σημαντικών εξουσιών, όχι βέβαια τοσο σημαντικών όσο της Βουλής ή της κεντρικής κυβέρνησης, αλλά πάντως αξιοσημείωτων. Και προσωπικοτήτων που εκλέγονται απευθείας από την βάση χωρίς (η με «ολίγη») κομματική διαμεσολάβηση, και έτσι αναβαθμισμένων και πιο αυτόνομων. Αλλά μήπως αυτό δεν είναι το βαθύτερο νόημα της συμμετοχικής δημοκρατίας, και όποιος πιστεύει σ’ αυτήν δεν πρέπει να βρεί το γερό στομάχι που χρειάζεται να αντιμετωπίζει τέτοιες καταστάσεις; Και η κατάσταση δεν διευκολύνεται από την ίσως ελλιπή προετοιμασία (νάτος ο μόνιμος γκρινιάρης): Οι υποψήφιοι θα ασχολούνταν λιγότερο με το Μνημόνιο και περισσότερο με την ηλεκτρική καρέκλα που πάνε να καθίσουν αν είχαν πιο σαφείς και δεσμευτικές υπορεώσεις, όπως έχει προταθεί από αυτές τις στήλες: Υποχρέωση να υποβάλλουν δεσμευτικό προϋπολογισμό κάθε χρόνο με περιορισμό μηδενικών ελλειμμάτων, ανώτατους δικαστικούς ως επικεφαλής διευθύνσεων Επιθεώρησης/Δικαστικού, αποσπασμένους δημόσιους υπαλλήλους της κεντρικής διοίκησης ως ανεξάρτητους επικεφαλής διοικητικού, κλπ. Δεν ξέρω τι απ’ όλα’ αυτά έχει θεσπισθεί. Αλλά σε ένα τέτοιο θεσμικό πλαίσιο η προεκλογική συξήτηση θα ήταν περισσότερο για τα τοπικά ζητήματα.
Επίσης, η συζήτηση θα έμπαινε σε νέες βάσεις εάν εθεσπίζετο συνταγματικά ότι οι εκλογές γίνονται κάθε αυστηρά τέσσερα χρόνια. Σε περίπτωση που υπάρξει ουσιαστικός (όχι φανταστικός όπως κάθε φορά) λόγος για πρόωρες εκλογές (δηλαδή τέτοιος λόγος που στην πράξη δεν έχουμε δει μέσρι τώρα, π.χ. καταψήφιση της Κυβέρνησης από την Βουλή), τότε οι εκλογές ξαναγίνονται πάλι τηςν τετραετία από τις προηγούμενες (δηλ., αν γίνονταν τώρα, οι επόμενες θα ήταν πάλι τον Οκτώβριο του 2013). Αυτή η πρόταση γίνεται εδώ. Και αυτή η ρύθμιση θα βοηθούσε ώστε η εσωτερική πολιτική να επικεντρωνόταν σε θέματα ουσίας παρά στον κομματικό μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων. Όπως έγραψε επανειλλημμένα ο Γ. Λακόπουλος στα ΝΕΑ (π.χ. 30-10-2010) στην Ευρώπη προετοιμάζεται νέο θεσμικό πλαίσιο («σκηνικό») όπου οι χώρες που παραβαίνουν τους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας θα υφίστανται κυρώσεις. Στο βάθος δε του ορίζοντα διαφαίνεται και το ενδεχόμενο τέτοιες χώρες να βλέπουν και την πόρτα της εξόδου από την ΟΝΕ. Όπως έχουμε ξαναγράψει, τέτοιο ενδεχόμενο είναι μακρινό, όμως δεν αποκλείεται καθόλου να αναφανεί ...εν ευθέτω χρόνω, αν βέβαια δεν έχουμε στο μεταξύ αλλάξει ρότα. Απέναντι σε τέτοια ενδεχόμενα, ο τρέχων κομματικός διαγωνισμός φαντάζει εσωστρεφής και κοντόφθαλμος, όσο κι αν ο ένας πόλος (το ΠΑΣΟΚ) έχει δίκιο. Νομίζω πως το ΠΑΣΟΚ και ο Γιώργος Παπανδέρου προσωπικά έπρεπε να εκπέμπει σταθερά το μήνυμα: Το ΠΑΣΟΚ δεν λιποψυχάει μπροστά στις δυσκολίες και το κόστος, δεν φυγομαχεί, δεν εγκαταλείπει.
Η αυτοδιοικητική ψήφος δεν είναι ούτε δημοψήφισμα για το Μνημόνιο αλλά ούτε και χαλαρή ψήφος. Αναμετριέται το παλιό με το καινούργιο, δύο εκ διαμέτρου αντίθετες αντιλήψεις. Αν υποθέσουμε ότι η κοινωνία είναι το πλήρωμα σε ένα καράβι, η παλιά άποψη, διαβρωμένη από τον παγιωμένο δικομματισμό ενός οργανωμένου «από τα πάνω», αυταρχικού, πατερναλιστικού, πελατειακού κράτους, λέει πως η μόνη θέση με ουσιαστική σημασία στο καράβι είναι αυτή του καπετάνιου. Το πλήρωμα τα περιμένει όλα απ’ αυτόν, δεν έχει άλλο νόημα από το να τσακώνεται όλη μέρα για το ποιός θα έιναι καπετάνιος. Η άλλη άποψη λέει ότι η απόδοση του καραβιού είναι θέμα όλου του πληρώματος. Καπετάνιος, αξιωματικός, η ναύτες (ή πρωθυπουργός, δήμαρχος ή υπάλληλος, αν προτιμάτε) έχουν όλοι ρόλο να παίξουν. Το πλήρωμα εκλέγει τον καπετάνιο περιοδικά με κρίση και ωριμότητα, και εν τω μεταξύ κάνουν όσο μπορούν καλύτερα την δουλειά τους στα δικά τους ατομικά καθήκοντα, χωρίς να αερολογούν για το ποιές πρέπει να είναι οι αποφάσεις του καπετάνιου. Όποιες κι αν είναι οι αποφσεις του καπετάνιου, το καράβι θα πάει καλύτερα αν ο καθένας κάνει όσο μπορει καλύτερα την δουλειά του στο πόστο του – και ο Δήμαρχος στο Δήμο και όχι στο Μνημόνιο. Οι παραπάνω απόψεις, για τον ρόλο του Κυβερνήτη ως καλοπροαίρετου πατέρα (ή ποιμένα αν προτιμάτε), στα πλαίσια πάντα της Δημοκρατικής Πολιτείας, μπορεί να ακούγονται λιγάκι πατερναλιστικές, όμως πιστεύω πως στηρίζονται στην έννοια ότι οι τύχες μίας κοινωνίας εξαρτώνται από την προσπάθεια ενός εκάστου στο πόστο του (εν προκειμένω, των τοπικών αρχόντων) και όχι μόνο ενός Πρωθυπουργού, και άρα έχουν το αίτημα της κονωνικής χειραφέτησης στην βάση τους.
Saturday, 26 June 2010
Σοσιαλισμός (II)
Β. ΑΓΩΝΙΕΣ
Τους τελευταίους μήνες γράφονται διάφορα που μαρτυρούν μία σχεδόν υπαρξιακή αγωνία για το μέλλον της χώρας μας (π.χ. Δ. Μητρόπουλος και Ε. Παπαδάκη στις 17/3, Π.Κ. Ιωακειμίδης στις 18/3, όλα στα ΝΕΑ, και άλλα πολλά έκτοτε). Θα προσθέσω εδώ κάποιες σκέψεις πάνω σε ορισμένα ζητήματα κεφαλαιώδους σημασίας:
1. Τα όρια της σύγκλισης. Η ανάπτυξη και η σύγκλιση όχι μόνο ως αποτέλεσμα αλλά και ως διαδικασία είναι κατά την γνώμη μου βασικές βαλβίδες εκτόνωσης των κοινωνικών εντάσεων, με την «φυγή προς τα εμπρός» και την συστράτευση στον στόχο που θέτουν. Το θέμα λοιπόν είναι αν θα επανέλθουμε σε συνθήκες υγιούς ανάπτυξης σε βάθος χρόνου. Με την βιομηχανική εποχή να μετράει πλέον πάνω από δύο αιώνες στις αποκαλούμενες βιομηχανικές χώρες και το μεγαλύτερο μέρος των ελλήνων να έχει πλέον γεννηθεί σε συνθήκες διαρκούς υλικής προόδου, η περαιτέρω ανάπτυξη και η σύγκλιση με χώρες πιο ανεπτυγμένες θεωρείται πλέον ως μία φυσική διαδικασία. Αλλά μήπως υπάρχουν κάποια όρια σε αυτήν την διαδικασία; Οι σκέψεις εδώ έχουν προσωπικό χαρακτήρα. Πρώτ’ απ’ όλα ας πάρουμε την περίφημη σύγκλιση. Όντας στον οικονομικό, ιστορικό, γεωγραφικό, εν πολλοίς πολιτισμικό κύκλο της Ευρώπης, η Ελλάδα κατάφερε να συγκλίνει με το ευρωπαϊκό επίπεδο ζωής, σημειώνοντας υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης (μέχρι και πρόσφατα). Σύγκλιση βέβαια όχι απόλυτη, στο 60% ας πούμε της Ευρώπης. Όταν όμως η δυναμική της σύγκλισης εξαντλείται, τότε οι ρυθμοί ανάπτυξης πέφτουν, και η χώρα απλά ακολουθεί χωρίς να πλησιάζει άλλο. Υπάρχουν εμπειρκά ευρήματα που λένε ότι ο μέσος όρος ανάπτυξης (μεταξύ χωρών, όχι ανθρώπων, δηλαδή η Κίνα μετράει απλώς ως μία μονάδα όπως όλοι) την εικοσαετία 1980-2000 ήταν χαμηλότερος (και με μεγαλύτερη διακύμανση) από αυτόν της εικοσαετίας 1960-80. Σ’ αυτά ας προστεθούν και οι περιορισμοί που θα επιβάλλει το περιβάλλον, το οποίο σε βάθος χρόνου θα απαιτήσει ριζικές αλλαγές. Ο εκ τω σημαντικών οικονομολόγων των πρώτων μεταπολεμικών γενεών Κένεθ Μπούλντινγκ έγραψε πως όποιος πιστεύει ότι μπορεί σταθεροί ρυθμοί ανάπτυξης να συνεχίσουν επ’ άπειρον πάνω σε έναν πεπερασμένο πλανήτη είναι είτε τρελλός είτε οικονομολόγος! Πού καταλήγουν όλ’ αυτά; Στο ότι ίσως (ΙΣΩΣ) η διαρκής ανάπτυξη να μην είναι υποστηρίξιμη σε βάθος χρόνου, ισως απλά επέλθει στασιμότητα του βιοτικού επιπέδου της χώρας, με ό,τι σημαίνει αυτό για την ευημερία και την κοινωνική συνοχή.
2. Ελλάδα και ευρώ(πη). Τριάντα χρόνια στήριξη, όπως έγραψε η Ελίζα Παπαδάκη στα ΝΕΑ της 24/3. Τώρα όμως η στήριξη στερεύει, και γιατί το κλίμα αλλάζει, αλλά και γιατί η Ελλάδα είναι πλέον μία πλούσια χώρα και (θα έπρεπε να) μπορεί να πορευτεί μόνη της. Άλλες χώρες, του πρώην ανατολικού μπλοκ αξίζει τώρα να στηριχτούν περισσότερο. Μάλιστα, έχει υποστηριχτεί (από τον Ιβάν Κράστεβ, σε μία συνέντευξη άκρως απαξιωτική για την Ελλάδα και τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου αλλά και που φωτίζει μία άλλη όψη των πραγμάτων, στον Τ. Μίχα, Ελευθεροτυπία 29/3/2010) ότι η Ελλάδα στηρίχτηκε από τις «Βρυξέλλες» πολύ περισσότερο από ό,τι θα είχε στηριχθεί μία χώρα της ανατολικής ευρώπης. Οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών, με τα πάρε-δώσε για τα σχέδιο σωτηρίας της Ελλάδας, θέτουν ανάγλυφα το ερώτημα για τον ρόλο της Γερμανίας στην ΕΕ, όπως έχει γράψει και ο Δ. Μητρόπουλος στα ΝΕΑ. Για τους γνωστούς λόγους κυρίως εσωτερικών συσχετισμών, η Γερμανία φαίνεται διατεθειμένη να πάει κόντρα σε όλες τις άλλες χώρες της ευρωζώνης, που είχαν διάθεση να προχωρήσουν γρηγορότερα στην διάσωση αλλά και τώρα σε μέτρα στενότερης οικονομικής διακυβέρνησης ανάμεσα στους 16 της ευρωζώνης, αλλά και ικανή να επιβάλλει τους όρους της. Η αυξημένη βαρύτητα της Γερμανία οφείλεται κατά την γνώμη στον συνδυασμό δύο παραγόντων, πρώτον τον διακυβερνητικό ουσιαστικά χαρακτήρα των ουσιαστικών αποφάσεων στην ΕΕ (όπου όλα γίνονται αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ κυβερνήσεων), και δεύτερον στο γεγονός ότι η Γερμανία είναι πλεονασματική χώρα, πράγμα που της δίνει αφ’ υψηλού θέση σε κάθε διαπραγμάτευση. Ας προστεθεί βέβαια και το αυτονόητο, ότι η Γερμανία είναι που βάζει το χέρι στην τσέπη για να στηρίξει στην πράξη οποιαδήποτε πολιτική.
Εγείρεται πάντως το ερώτημα γιατί η Γερμανία υιοθέτησε τέτοια στενόκαρδη (έως εχθρική και προσβλητική) αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης. Εδώ υπάρχουν πολλές απόψεις. Μία (Τίμοθυ Γκάρτον Ας) λέει πως η Γερμανία κατάφερε να ενσωματωθεί πάλι στην ευρωπαϊκή οικογένεια μετά το τραύμα του πολέμου, και επίσης πέτυχε την επανένωσή της. Ο φόβος του πολέμου απομακρύνθηκε. Έτσι, η Γερμανία αισθάνεται τώρα λιγότερο υπό πίεση και επιρρεπής σε παραχωρήσεις οικονομικής στήριξης. Υπηρετώντας περισσότερο τα στενά της εθνικά συμφέροντα παρά το ευρωπαϊκό ιδεώδες, η Γερμανία ξαναγίνεται πλέον μία «νορμάλ» χώρα (Γιούργκεν Χάμπερμας). Εν συνεχεία, μπορούμε να μιλήσουμε για τους ηγέτες της. Η σημερινή γενιά δεν έχει την άμεση εμπειρία του πολέμου και δεν αισθάνεται δεσμεύσεις όπως οι γενιές των Αντενάουερ και Κολ. Ίσως να μην έχει και την πνοή αυτών. Παραπέρα, έχουν αλλάξει και οι εποχές, ο μέσος Γερμανός εργαζόμενος βρίσκεται τώρα υπό μεγαλύτερη πίεση (απειλή ανεργίας, περισσότερη δουλειά) και δεν έχει διάθεση για κουβαρνταλίκια προς τους νοτιο-ευρωπαίους. Είναι εν τέλει και θέμα κουλτούρας. Η κοινωνία που αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και την ζωή την ίδια ως τον μηχανισμό ενός καλοκουρδισμένου ρολογιού δεν αισθάνεται να έχει και πολλά κοινά με μία κοινωνία του ήλιου και της δίψας για ζωή, αλλά και της ασυγχώρητης ανεμελιάς και του ωχ αδερφέ.
Παρενθετικά, το θέμα του αν υπάρχουν σήμερα μεγάλοι ηγέτες, στην Γερμανία, Ευρώπη ή αλλού, μας οδηγεί σε άλλες διακλαδώσεις σκέψεων. Πώς μπορούν να υπάρξουν μεγάλοι ηγέτες σε κοινωνίες που σχεδόν δεν θέλουν να κυβερνηθούν; Όπου κάθε λογής ηχηρές μειοψηφίες (κατά Μανκούρ Όλσον) εμποδίζουν κάθε μεταρρύθμιση; Παραπέρα, θα συμφωνήσω απόλυτα με τον Δ. Μητρόπουλο που έγραψε (ΝΕΑ, 26/6/10) για τον διαφαινόμενο γενικευόμενο κατακερματισμό («φραξιονισμό») των κοινωνιών σε άθροισμα προσωπικών στρατηγικών, ατόμων ή ηλεκτρονίων όλο και λιγότερο δεσμευόμενων από το σύνολο. Το βλέπουμε στην πολιτική, το ποδόσφαιρο (των ημερών) και αλλού. Ίσως είναι αυτό μία εντεινόμενη τάση του ύστερου καπιταλισμού και της ύστερης (ή μήπως μετα-) νεωτερικότητας, με την αυξανόμενη πολυπλοκότητα και βάθος της ζωής σε οποιαδήποτε έκφανσή της, που βυθίζει όλο και περισσότερο τα άτομα στην «γωνιά τους» με όλο και λιγότερη αναφορά στο σύνολο. Έτσι, οι μεγάλες ηγεσίες σπανίζουν, καθώς το έργο της σύνθεσης (που τις κάνει μεγάλες) γίνεται όλο και δυσκολότερο. Άλλωστε, αυτό εξυπερετεί και ενθαρρύνεται από το «σύστημα» που προτιμά να έχει απέναντί του άτομα και όχι πολίτες, κόμματα, συνδικάτα, ή και έθνη. Πέρα από το αν ο κατακερματισμός αυτός εμποδίζει την διεύθυνση των κοινωνιών, έχει και σοβαρές επιπτώσεις για την προοδευτική πολιτική, όπως τις ανέλυσε προ ημερών στον Guardian ο George Monbiot, θεωρητικός της αριστεράς και (κυρίως) της οικολογίας. Ο Μονμπιό συγκρίνει την μαζικότητα του «κινήματος του τσαγιού» στις ΗΠΑ, που είναι χαρακτηριστική περίπτωση «νόθας συνείδησης» (εργατόκοσμος που ουσιαστικά οδηγείται να υποστηρίξει θέσεις κατευθείαν ενάντιες στα συμφέροντά του, όπως μείωση των κρατικών παροχών, κλπ), με την κατάτμηση των αριστερών κινημάτων που ενώ (ή μήπως ακριβώς γι αυτό;) βασίζονται σε ενδελεχή γνώση, κατακερματίζονται και χάνονται σε ατέρμονη αντιπαλότητα. Εάν η πραγματικότητα είναι κατατμημένη, τότε μήπως και η μελέτη της δεν μπορεί παρά να οδηγεί και σε ανάλογη μορφολογία αυτών που την εκπροσωπούν;
Επανέρχομαι στην Γερμανία και ειδικότερα τις σχέσεις της με την Ελλάδα. Συνάδελφος και φίλος (δικός μου αλλά όχι της Ελλάδας) Αυστριακός μου έλεγε τις προάλλες ότι οι Έλληνες δεν αντιλαμβάνονται ότι η αιτία του Γερμανικού θυμού δεν είναι κάποιο λάθος πολιτικής στην Ελλάδα, ούτε καν η τάση να ξοδεύουμε πάνω απ’ τις δυνατότητές μας. Η πραγματική αιτία είναι η απάτη, η δήλωση ψευδών στοιχείων. Αυτό είναι κάτι που η ηθική των Προτεσταντών, που διαχώρισαν την θέση τους από τη Καθολική Εκκλησία θεωρώντας ότι η τελευταία ήταν διεφθαρμένη, δεν ανέχεται. Αυτό δεν μας συγχωρούν. (Βέβαια, δεν είπα στον φίλο για Ζήμενς-Μίζενς – είναι έγκλημα να είσαι διεφθαρμένος αλλά όχι το να διαφθείρεις; - ούτε για ελαττωματικά υποβρύχια – αναρωτιέμαι γιατί.) Ο φίλος αναρωτιέται γιατί βρίζουμε αυτούς που τώρα μας δανείζουν κινδυνεύοντας σοβαρά να χάσουν τα λεφτά τους αντί να λέμε ένα ευχαριστώ. Ένας κάποιος αντίλογος είναι ότι παίρνουν και ένα επιτόκιο – 5% - πάνω από το επιτόκιο της αγοράς. Γενικότερα, υστερούμε στην ανάληψη ευθύνης, που είναι κάτι που η βορειοευρωπαϊκή ιδιοσυγκρασία δεν καταλαβαίνει. (Το είδαμε και στο ποδόσφαιρο. Ενώ οι δικοί μας είχαν κλαδέψει τους Αργεντίνους, στον διαιτητή έκαναν την χαρακτηριστική κίνηση σηκώματος των ώμων – «τι έκανα»; Μα τι έκανα εγώ κυρία; - όπως λέγαμε και στο δημοτικό.) Υπ’ αυτήν την έννοια ήταν σωστό που αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας ο Γιώργος Παπανδρέου δημοσιοποίησε την πραγματική εικόνα των δημοσίων οικονομικών και μίλησε για διαφθορά. Με την επιφύλαξη ότι έπρεπε να είχε παράλληλα έτοιμο σχέδιο δράσης, και να μην δώσει την εικόνα ότι είμαστε οι μόνοι διεφθαρμένοι σ’ αυτό τον κόσμο ή ότι δεν έχουμε τις δυνάμεις να καταπολεμήσουμε την διαφθορά.
Υπάρχει ένα γενικότερο σημείο εδώ που οδηγεί σε μία πρόταση πολιτικής. Έχει εμπεδωθεί στους διεθνείς κύκλους η πεποίθηση ότι η Ελλάδα έδινε ψευδή στοιχεία από την αρχή της ένταξής της στην ΟΝΕ – ότι δηλαδή εντάχθηκε στην ΟΝΕ με απάτη. Αυτό αντιβαίνει στην γενική πεποίθηση πολλών από μας ότι το 2000 έγινε βέβαια δημιουργική λογιστική αλλά στην τάξη μεγέθους που έκαναν όλες οι χώρες. Το ότι η απάτη δεν ήταν μόνο προϊόν των τελευταίων ετών και μίας κυβέρνησης κάποιας συγκεκριμένης ποιότητας αλλά γενικευμένη οδηγεί να χαρακτηριστούμε συνολικά σαν λαός απατεώνες και αποτελεί βαρύ πλήγμα για το κύρος της χώρας. (Είχα πάντα μία απορία: Ο κοσμοπολίτης, μειλίχιος και άριστος επιστήμονας καθηγητής Αλογοσκούφης, που δίδασκε νύχτα-μέρα θεωρίες της «αξιοπιστίας» στα μαθήματά του, δεν αντιλαμβανόταν όταν έκανε την κακιάς ώρας απογραφή του ότι το πλήγμα θα ήταν συνολικό για την χώρα και όχι μόνο για «τους άλλους»;) Όλ’ αυτά οδηγούν στο εξής: Προτείνεται η σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής (αν δεν υπάρχει ήδη – έχω χάσει τον λογαριασμό) που σκοπό θα έχει ακριβώς αυτόν: Να διακριβώσει έγκυρα και αξιόπιστα την πραγματική εικόνα των δημοσίων οικονομικών από τις παραμονές της εισόδου στην ΟΝΕ και να δώσει τέλος στην πεποίθηση ότι είμαστε σαν λαός παθολογικά ψεύτες. (Αν βέβαια δεν είμαστε!)
Θα διατυπώσω μία προσωπική σκέψη. Ο ρόλος της Γερμανίας στην ευρωζώνη ίσως να ισχυροποιηθεί, η δε διάθεσή της για ευρωπαϊκή αλληλεγγύη διαρκώς θα μειώνεται. Όχι μόνο γιατί η Γερμανία βγήκε ισχυροποιημένη από την κρίση, χωρίς τα βαριά πλήγματα στην υγεία του χρηματοπιστωτικού της συστήματος, στην πραγματική οικονομία, και τα δημοσιονομικά που υπέστησαν άλλες χώρες. Αλλά κυρίως γιατί πλέον έχουν διαμορφωθεί νέοι όροι σ’ αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ιστορικό συμβιβασμό βορρά-νότου της ευρώπης τα τελευταία 30-40 χρόνια. Η αίσθηση του γράφοντος είναι ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση αυτό το διάστημα βασίστηκε σε μία άτυπη συμφωνία, όπου οι χώρες του ευρωπαϊκού νότου εντάχθηκαν στο ευρωπαϊκό περιφερειακό σύστημα, με τους περιορισμούς και τις δυνατότητες που αυτό διέγραφε, και σε αντάλλαγμα άνοιγαν τις αγορές τους στις πιο αναπτυγμένες βορειοευρωπαϊκές βιομηχανίες. Οι βόρειες χώρες, πλεονασματικές εξαγωγικά χώρες στο μεγαλύτερο ποσοστό, κέρδιζαν τις ανερχόμενες αγορές του νότου, με αντάλλαγμα την αλληλεγγύη και τις χορηγίες. Αυτή η άτυπη συμφωνία τώρα έχει εν πολλοίς ξεπεραστεί, καθώς η παγκοσμιοποίηση θα επέβαλλε το άνοιγμα των αγορών του νότου ούτως ή άλλως. Γιατί λοιπόν η Γερμανία που εγκατέλειψε το ισχυρότερο νόμισμα της ευρώπης να δεχτεί τώρα ένα αδύνατο και πληθωριστικό ευρώ ή να κάνει οποιαδήποτε άλλη παραχώρηση προς τις ελλειμματικές χώρες του νότου; Βέβαια, αυτό συνιστά μία στενή και τεχνοκρατική προσέγγιση των πραγμάτων, ενώ μία ευρύτερη προσέγγιση θα αναγνώριζε την αλληλεγγύη ως αυταξία, αλλά και τον στρατηγικό ρόλο του ευρωπαϊκού νότου στα θέματα μετανάστευσης, ενέργειας, ασφάλειας, κλπ. Όμως, ζούμε σε εποχές δύσκολες, όπου ακόμα και η Γερμανία νιώθει την πίεση της Ασίας, και νιώθει ότι πρέπει να φυλάξει τις δυνάμεις της για να ανταπεξέλθει στον ανταγωνισμό σε βάθος χρόνου. Δυστυχώς, σε καιρούς χαλεπούς, η σκέψη ο σώζων εαυτόν σωθήτω αρχίζει να κυριαρχεί.
Αυτή η πρόβλεψη πρέπει βέβαια να αντιπαρατεθεί με εκείνη που υποστηρίζεται ευρέως και θεωρεί πως η κρίση θα οδηγήσει την Ευρώπη σε νέο άλμα ενοποίησης (όπως έκανε και στο παρελθόν), που αναπόφευκτα θα σημάνει στενότερη διεθνική (και όχι δια-κυβερνητική) οικονομική διακυβέρνηση. Πρακτικά, ο μόνος δρόμος για να γίνει αυτό κατά την γνώμη μου είναι με την αναβάθμιση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Σε αυτό το πλαίσιο, η βαρύτητα κάθε χώρας θα περιοριστεί κοντύτερα στο ποσοστό της στον ευρωπαϊκό πληθυσμό. Αυτό βέβαια δεν νομίζω ότι αποτελεί και την ιδανική προοπτική για μία μικρή χώρα όπως η Ελλάδα που, με την κατάργηση του βέτο, θα βρεθεί να παρακάμπτεται σε πολλές αποφάσεις. Τι θα γίνει αν αύριο (λέμε) η Ευρώπη αποφασίσει ο ευρωπαϊκός στρατός (συμπεριλαμβανομένων και ελλήνων στρατιωτών) να πάει να πολεμήσει στο (π.χ.) Ιράκ, που για μας αποτελεί κόκκινη γραμμή; Τι θα γίνει αν η ελληνική γραφειοκρατία μετατοπιστεί βαθμιαία περισσότερο προς Βρυξέλλες (κάτι που αναδύεται ως προοπτική τώρα που κάνουμε ένα βήμα προς το ουσιαστικό προτεκτοράτο); Μαζί με τα πολιτικά μπαγκάζια μεταφέρονται και οικονομικά.
3. ΟΝΕ και ευρώ. Δύσκολα θέματα, υπό το πρίσμα των εξελίξεων. Ήταν λάθος η ένταξη στην ΟΝΕ και το κοινό νόμισμα, ή τι άλλο πήγε στραβά και τα εισοδήματα έχουν χάσει μεγάλο μέρος της αγοραστικής τους αξίας τα τελευταία δέκα χρόνια, και γιατί αυτή η τέτοιας κλίμακας λαίλαπα τώρα; Γιατί κινδυνεύουμε, αν δεν προσέξουμε, να βγούμε εκτός ευρώ με πιθανή μεγάλης κλίμακας υποτίμηση; Η ΟΝΕ και το κοινό νόμισμα φυσικά σημαίνουν απώλεια της δυνατότητας να χρησιμοποιούμε ανεξάρτητη νομισματική πολιτική για να επηρεάζουμε την συναλλαγματική ισοτιμία. Μέσα στην ΟΝΕ, η νομισματική πολιτική είναι μία, και η επιρροή της Ελλάδας σε αυτή και την (κοινή για όλους) ισοτιμία του ευρώ είναι αμελητέα. Τι κόστος έχει αυτό; Η οικονομική θεωρία δεν δίνει σαφή απάντηση. Οι παλιότεροι Κεϋνσιανοί θεωρούσαν ότι η αλλαγή της ισοτιμίας έχει ουσιαστικά αποτελέσματα, και έτσι η υποτίμηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε για να βγει η χώρα από την ύφεση ή για να εξουδετερωθεί η απώλεια ανταγωνιστικότητας που οφείλεται σε άλλους λόγους (ακρίβεια, απώλεια ποιότητας). Νεότερες γενιές οικονομολόγων είναι λιγότερο θετικές. Μία υποτίμηση συνοδεύεται πάντα και από πληθωρισμό, καθώς τα εισαγόμενα είδη ακριβαίνουν.
Πιο θεμελιακά, η υποτίμηση είναι εργαλείο που επηρεάζει την ζήτηση, όμως οι μοντέρνες ευρωπαϊκές/βιομηχανικές κοινωνίες (συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής) δεν πάσχουν από ελειμματική ζήτηση – το αντίθετο. Το «πρόβλημα» των (πρώην) βιομηχανικών χωρών της Δύσης είναι στην προσφορά που δεν μπορεί να αντισταθεί στον καινοφανή ανταγωνισμό από την Ανατολή. Περαιτέρω, για να αποδώσει η υποτίμηση πρέπει να ληφθούν και μέτρα μείωσης της εγχώριας ζήτησης (της «απορρόφησης») ώστε να μπορέσει η προσφορά να ικανοποιήσει την ζήτηση για εξαγόμενα - πρακτικά μιλώντας, να γίνει χώρος για τις εξαγωγές. Με άλλα λόγια, σοβαρές ενστάσεις διατυπώθηκαν για την αποτελεσματικότητα της αλλαγής συναλλαγματικής ισοτιμίας (κυρίως της υποτίμησης) να δώσει ουσιαστική ώθηση στο προϊόν και την απασχόληση. Την σοβαρότητα των ενστάσεων αυτών διαπίστωσαν και στην πράξη οι Γάλλοι (Μιτεράν) και Βέλγοι στις αρχές της δεκαετίας του 1980, οπότε και εγκατέλειψαν την επέκταση της ζήτησης μέσω υποτίμησης. Τα τελευταία βέβαια χρόνια η όλη αυτή γενικά παραδεκτή θεώρηση επανεξετάζεται: Κάποια εμπειρικά ευρήματα λένε πως οι χώρες που αναπτύσσονται σε καθεστώς ελευθέρων ισοτιμιών (και άρα με την δυνατότητα υποτίμησης) πάνε καλύτερα από όσες βρίσκονται σε καταστάσεις όπως η ΟΝΕ με «σφραγισμένες» ισοτιμίες. Έτσι, συμπερασματικά, από θεωρητικής πλευράς, θα έλεγε κανείς ότι η υποτίμηση είναι μεν ένα ατελές εργαλείο με πολλά κουσούρια, όμως αν βρεθείς στην ανάγκη μπορείς να το χρησιμοποιήσεις ως μπάλωμα, κυρίως για να αποτρέψεις την απώλεια ανταγωνιστικότητας, όπως διατυπώθηκε παραπάνω.
Υπ’ αυτήν την έννοια, η εισαγωγή του κοινού νομίσματος είχε σίγουρα κάποιο κόστος. Δεν θυμάμαι να έγινε ενδελεχής τεχνική αξιολόγηση του τι θα σήμαινε το ευρώ για την Ελλάδα (ίσως και να έγινε). Αλλά ούτε και υπήρξαν φωνές αντίδρασης από τα δύο μεγάλα κόμματα – υπήρξε μάλλον ομοφωνία. (Η αριστερά ίσως αντιδρούσε, αλλά όπως υποστήριξα και παραπάνω, μέσα στην γλώσσα του «όχι» που μονίμως ομιλεί η αριστερά, χάνει την αξιοπιστία της και σε όσα θέματα έχει ενδεχομένως δίκιο.) Η απόφαση ήταν με την ευρύτερη έννοια πολιτική. Θέλαμε να μην χάσουμε το «τρένο» που μας οδηγούσε στον στενό πυρήνα και τα (υπαρκτά ή φαντασιακά;) οικονομικο-πολιτικο-ψυχολογικά πλεονεκτήματα που αυτό θα έφερνε. Το βλέπαμε ως θεμελιακή επιλογή: Μπορεί η μικρή Ελλάδα να περπατήσει μόνη της στης παγκοσμιοποιημένης οικονομίας την ολόμαυρη ράχη; Αν όχι, τότε ας βαδίσουμε τον δρόμο της ευρωπαϊκής ενοποίησης μέχρι τέλους. Έπειτα, προσβλέπαμε στην σταθερότητα του χαμηλού πληθωρισμού και επιτοκίων και την απαλλαγή πό την μάστιγα των κρίσεων συναλλαγματικής ισοτιμίας. Αυτά όλα ήρθαν, μόνο που είναι τα άμεσα οφέλη. Τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα δεν ήταν από την αρχή ορατά, αλλά και δεν αξιοποιήσαμε τα βραχυπρόθεσμα οφέλη για να ενισχύσουμε την θέση μας στο σύστημα. Αντί για τις επενδύσεις (με βάση το φτηνό χρήμα) και τις διαρθρωτικές αλλαγές που απαιτούνταν για την τόνωση της προσφοράς (εξορθολογικοποίηση του κράτους, άνοδο της παραγωγικότητας στον ιδιωτικό τομέα, μείωση κόστους) είχαμε ραγδαία άνοδο των τιμών, αύξηση της κατανάλωσης με δανεισμό, και των εισαγομένων και των εξωτερικών ελλειμμάτων. Ξαναγυρίζουμε σ’ αυτό που είπε ο Κ. Καραμανλής (ο θείος βέβαια), «εγώ σας έβαλα στην ΕΟΚ, εσείς τώρα κολυμπείστε». Ίσως, με μία αναστροφή του επιχειρήματος, αυτό να ήταν και ένα από τα κίνητρα, δηλαδή ότι η χώρα θα κέρδιζε από τις αλλαγές που ήταν αναγκαίες στο περιβάλλον του ενιαίου νομίσματος, δηλαδή δημοσιονομική σταθερότητα, άνοδο παραγωγικότητας, κλπ. Το μεγάλο πρόβλημα με αυτό το επιχείρημα είναι ότι για να πετύχει χρειάζεται η χώρα να το έχει βάλει με το «μέσα μυαλό» να κάνει τις απαραίτητες αλλαγές. Αλλιώς, αν «εγώ θέλω αλλά δεν το θέλει η θέλησή μου» (πάλι Καραμανλής – θείος), χάνουμε και τα αυγά και τα καλάθια.
Ένα μεγάλο θέμα ήταν επίσης και η ισοτιμία που επελέγη – 345 δραχμές ανά ευρώ. Η αυτή οδήγησε σε πραγματική ανατίμηση (απώλεια ανταγωνιστικότητας – σαν να είχαμε σκληρή δραχμή) με αποτέλεσμα να φτηνήνουν τα εισαγόμενα. Όπως έγραψα πέρσι το καλοκαίρι, ποτέ άλλοτε δεν είχα δει τόσες κουρσάρες στη χώρα μας. Αλλά τα βασικά είδη (τρόφιμα, κλπ) ανατιμήθηκαν (για σύνθετους λόγους που περιλαμβάνουν και την κερδοσκοπία και τα καρτέλ), με αποτέλεσμα να πληγούν οι μικρομεσαίοι που βασίζονται αναλογικά περισσότερο στα είδη αυτά. Ίσως όμως και μια πιο χαμηλή ισοτιμία για την δραχμή να ήταν περισσότερο πληθωριστική καθώς οι τιμές αναπόφευκτα θα έτειναν να εξισωθούν με τις ευρωπαϊκές. Γενικότερα, ο πληθωρισμός που παρατηρήθηκε επί ΟΝΕ στην Ελλάδα, αν και δεν ήταν μόνο ελληνικό φαινόμενο, (όλες οι χώρες κατέγραψαν πληθωρισμό, κυρίως βέβαια οι νότιες, αλλά ακόμα και η Γερμανία!) αποτελεί για μένα ένα ερώτημα. Το σκληρό νόμισμα έπρεπε να οδηγεί σε χαμηλότερο επίπεδο τιμών, όχι υψηλότερο. Αυτό με οδηγεί στο συμπέρασμα πως βαθύτερη αιτία της ακρίβειας και μειωμένης ανταγωνιστικότητας της χώρας δεν είναι το ευρώ αλλά η ασθμαίνουσα παραγωγικότητα (σε σχέση με άλλες οικονομίες), ο υπερτροφικος δημόσιος τομεάς, κλπ.
Εν κατακλείδι, είναι δύσκολο να πει κανείς με κάποια σιγουριά αν η ένταξή μας στο ευρώ ήταν λάθος, όμως είναι πολύ πιο βέβαιο ότι τυχόν έξοδος θα είναι επώδυνη, συνοδευόμενη ταυτόχρονα από ραγδαία υποτίμηση, κρατική χρεοκοπία με την μία ή άλλη μορφή και, το χειρότερο ίσως απ’ όλα, κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος (καθώς όλοι θα ζητάνε να σηκώσουν τα λεφτά τους εν όψει υποτίμησης). Και μετά, πληθωρισμό και νομισματικές κρίσεις σε ...βάθος χρόνου. Έτσι, η μόνη στρατηγική είναι η με νύχια και δόντια παραμονή στο ευρώ. Ευτυχώς που έξοδος δεν προβλέπεται από τις συνθήκες, κι έτσι οι πονηρές σκέψεις κάποιων πέφτουν προς το παρόν στο κενό. Όπως όμως έχει επισημανθεί (Π.Κ. Ιωακειμίδης, Γ. Λακόπουλος), αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κεκτημένο επ’ άπειρο. Ή αλλιώς, κάθε συνθήκη έχει αξία όταν επικυρώνει μία υπαρκτή πραγματικότητα, όχι όταν την αντιστρατεύεται. Έτσι, αν δεν ισχυροποιήσουμε την οικονομία μας, οι πιέσεις για έξοδό μας αναπόφευκτα θα αυξηθούν.
4. Στηρίχθηκε η Γερμανική ευημερία στην ελληνική κατανάλωση; Είναι μία άποψη που υποστηρίζεται αρκετά συχνά από τους οικονομολογούντες ότι δηλαδή η Ελλάδα στηρίζει την Γερμανία αποτελώντας μία καλή αγορά για τις εξαγωγές της, και άρα η Γερμανία μας οφείλει. Όπως και με πολλές απόψεις των οικονομολογούντων, η θέση δεν είναι τελείως άσχετη (αν ήταν δεν θα συζητιόταν καν) αλλά είναι λίγο σαν η ουρά να κουνάει τον σκύλο. Η Γερμανία δουλεύει και η Ελλάδα καταναλώνει και απολαμβάνει, ποιός οφείλει σε ποιόν; Ευρύτερα, που οφείλεται το «Γερμανικό θαύμα»; Στην σκληρή δουλειά του Γερμανικού λαού και μόνο, μαγικό ραβδί δεν υπάρχει. Ο Γερμανός παράγει 10 και καταναλώνει 6, βάζοντας τα άλλα στην άκρη (αποταμίευση), για να μεγαλώνει το κεφάλαιό του στο μέλλον (επένδυση) και για να παράγει αύριο περισσότερο (ανάπτυξη). Εάν ο Έλληνας παράγει 10 καταναλώνει 16, εάν παράγει 4 θέλει κι αυτός να καταναλώσει 6. Βραχυπρόθεσμα οφελείται από την μεγαλύτερη κατανάλωση, αλλά μακροπρόθεσμα υποσκάπτει την ευημερία του. Αυτή είναι μία επιλογή που ανεπηρέαστοι («ορθολογικά», κατά την θεωρία) κάνουμε. Ανεπηρέαστοι; Χμμμμ..... Δελεαζόμενοι από τις χάντρες που μας πουλάνε (εντάξει, όχι χάντρες, ωραία καταναλωτικά αγαθά που όλοι επιθυμούμε), δανειζόμαστε για να αγοράσουμε, υποθηκεύοντας την μακροπρόθεσμη ευημερία προς χάριν της βραχυπρόθεσμης ικανοποίησης.
Η Γερμανία δεν μας οφείλει γιατί θα πούλαγε κι αλλού. Αυτό που ο γράφων θεωρεί ως βασική αδυναμία της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής δεν είναι το ότι η Γερμανία είναι πλεονασματική χώρα (όπως έχει διαμαρτυρηθεί η Γαλλία, για να εισπράξει την δικαιολογημένη απάντηση ότι η Γερμανία γίνεται στόχος λόγω της επιτυχίας της) αλλά το ότι το ευρώ έπρεπε να ακολουθεί μία περισσότερη ενδιάμεση πορεία συμβιβάζοντας τις επιθυμίες των πλεονασματικών χωρών (που το θέλουν «σκληρό»), με τις επιθυμίες των ελλειμματικών χωρών (που θα το ήθελαν πιο αδύνατο για να βοηθηθούν οι εξαγωγές τους), σταθμίζοντας και το μέγεθος της κάθε ομάδας. Ευρύτερα, περίμενε κανείς περισσότερη ηγετική πνοή και Κεϋνσιανή επέκταση από μία χώρα της οποίας το 60% των εξαγωγών πάει προς την ΕΕ, της οποίας η ευρωζώνη αποτελεί προνομιακό πεδίο εξαγωγών. Αν μία τέτοια οικονομία δεν είναι η ατμομηχανή αυτής της ζώνης, τότε ποιός θα είναι;
5. Τέλος, κάτι για τις διαρθρωτικές αλλαγές (πριν αναφωνήσουμε όλοι έλεος!). Τώρα πια που το ζήτημα έχει δρομολογηθεί (26/6/10 - επίκειται η ψήφισή του πακέτου ως (ν)τροπολογία στο Ασφαλιστικό νομοσχέδιο), το πράγμα μοιάζει παρωχημένο αλλά είναι τόσο σημαντικό που δεν γίνεται να μην σχολιαστεί. Η (νεο)φιλελευθεροποίηση της αγοράς εργασίας προτείνεται από πολλούς (εδώ ταιριάζει το "στην αναμπουμπούλα ο λύκος χαίρεται"), χωρίς να σχετίζεται ευθέως με τον στόχο του δημοσιονομικού μαζέματος, χωρίς να περιλμβάνεται στο Μνημόνιο με το ΔΝΤ-ΕΕ που ψηφίστηκε αρχές Μαΐου (αυτό το γράφω με επιφύλαξη), ενώ είναι και αμφίβολης αποτελεσματικότητας ως προς την ανταγωνιστικότητα. Την ίδια ώρα που τα εργασιακά στον ιδιωτικό τομέα βαδίζουν ταχέως προς το Μάντσεστερ του 19ου αιώνα, έρχεται και η επίσημη επικύρωση. Θεωρώ πως κάποιας μορφής ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας είναι χρήσιμη (π.χ., που να διευκολύνει την μερική απασχόληση, την κινητικότητα μεταξύ επαγγελμάτων, κλπ), αλλά ίσως το παρόν νομοσχέδιο το παρακάνει. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ οφείλει να είναι πολύ προσεκτική και επιλεκτική σε διαρθρωτικές αλλαγές (νεο)φιλελεύθερου χαρακτήρα, ακόμα και σε συνθήκες κρίσης.
Τους τελευταίους μήνες γράφονται διάφορα που μαρτυρούν μία σχεδόν υπαρξιακή αγωνία για το μέλλον της χώρας μας (π.χ. Δ. Μητρόπουλος και Ε. Παπαδάκη στις 17/3, Π.Κ. Ιωακειμίδης στις 18/3, όλα στα ΝΕΑ, και άλλα πολλά έκτοτε). Θα προσθέσω εδώ κάποιες σκέψεις πάνω σε ορισμένα ζητήματα κεφαλαιώδους σημασίας:
1. Τα όρια της σύγκλισης. Η ανάπτυξη και η σύγκλιση όχι μόνο ως αποτέλεσμα αλλά και ως διαδικασία είναι κατά την γνώμη μου βασικές βαλβίδες εκτόνωσης των κοινωνικών εντάσεων, με την «φυγή προς τα εμπρός» και την συστράτευση στον στόχο που θέτουν. Το θέμα λοιπόν είναι αν θα επανέλθουμε σε συνθήκες υγιούς ανάπτυξης σε βάθος χρόνου. Με την βιομηχανική εποχή να μετράει πλέον πάνω από δύο αιώνες στις αποκαλούμενες βιομηχανικές χώρες και το μεγαλύτερο μέρος των ελλήνων να έχει πλέον γεννηθεί σε συνθήκες διαρκούς υλικής προόδου, η περαιτέρω ανάπτυξη και η σύγκλιση με χώρες πιο ανεπτυγμένες θεωρείται πλέον ως μία φυσική διαδικασία. Αλλά μήπως υπάρχουν κάποια όρια σε αυτήν την διαδικασία; Οι σκέψεις εδώ έχουν προσωπικό χαρακτήρα. Πρώτ’ απ’ όλα ας πάρουμε την περίφημη σύγκλιση. Όντας στον οικονομικό, ιστορικό, γεωγραφικό, εν πολλοίς πολιτισμικό κύκλο της Ευρώπης, η Ελλάδα κατάφερε να συγκλίνει με το ευρωπαϊκό επίπεδο ζωής, σημειώνοντας υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης (μέχρι και πρόσφατα). Σύγκλιση βέβαια όχι απόλυτη, στο 60% ας πούμε της Ευρώπης. Όταν όμως η δυναμική της σύγκλισης εξαντλείται, τότε οι ρυθμοί ανάπτυξης πέφτουν, και η χώρα απλά ακολουθεί χωρίς να πλησιάζει άλλο. Υπάρχουν εμπειρκά ευρήματα που λένε ότι ο μέσος όρος ανάπτυξης (μεταξύ χωρών, όχι ανθρώπων, δηλαδή η Κίνα μετράει απλώς ως μία μονάδα όπως όλοι) την εικοσαετία 1980-2000 ήταν χαμηλότερος (και με μεγαλύτερη διακύμανση) από αυτόν της εικοσαετίας 1960-80. Σ’ αυτά ας προστεθούν και οι περιορισμοί που θα επιβάλλει το περιβάλλον, το οποίο σε βάθος χρόνου θα απαιτήσει ριζικές αλλαγές. Ο εκ τω σημαντικών οικονομολόγων των πρώτων μεταπολεμικών γενεών Κένεθ Μπούλντινγκ έγραψε πως όποιος πιστεύει ότι μπορεί σταθεροί ρυθμοί ανάπτυξης να συνεχίσουν επ’ άπειρον πάνω σε έναν πεπερασμένο πλανήτη είναι είτε τρελλός είτε οικονομολόγος! Πού καταλήγουν όλ’ αυτά; Στο ότι ίσως (ΙΣΩΣ) η διαρκής ανάπτυξη να μην είναι υποστηρίξιμη σε βάθος χρόνου, ισως απλά επέλθει στασιμότητα του βιοτικού επιπέδου της χώρας, με ό,τι σημαίνει αυτό για την ευημερία και την κοινωνική συνοχή.
2. Ελλάδα και ευρώ(πη). Τριάντα χρόνια στήριξη, όπως έγραψε η Ελίζα Παπαδάκη στα ΝΕΑ της 24/3. Τώρα όμως η στήριξη στερεύει, και γιατί το κλίμα αλλάζει, αλλά και γιατί η Ελλάδα είναι πλέον μία πλούσια χώρα και (θα έπρεπε να) μπορεί να πορευτεί μόνη της. Άλλες χώρες, του πρώην ανατολικού μπλοκ αξίζει τώρα να στηριχτούν περισσότερο. Μάλιστα, έχει υποστηριχτεί (από τον Ιβάν Κράστεβ, σε μία συνέντευξη άκρως απαξιωτική για την Ελλάδα και τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου αλλά και που φωτίζει μία άλλη όψη των πραγμάτων, στον Τ. Μίχα, Ελευθεροτυπία 29/3/2010) ότι η Ελλάδα στηρίχτηκε από τις «Βρυξέλλες» πολύ περισσότερο από ό,τι θα είχε στηριχθεί μία χώρα της ανατολικής ευρώπης. Οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών, με τα πάρε-δώσε για τα σχέδιο σωτηρίας της Ελλάδας, θέτουν ανάγλυφα το ερώτημα για τον ρόλο της Γερμανίας στην ΕΕ, όπως έχει γράψει και ο Δ. Μητρόπουλος στα ΝΕΑ. Για τους γνωστούς λόγους κυρίως εσωτερικών συσχετισμών, η Γερμανία φαίνεται διατεθειμένη να πάει κόντρα σε όλες τις άλλες χώρες της ευρωζώνης, που είχαν διάθεση να προχωρήσουν γρηγορότερα στην διάσωση αλλά και τώρα σε μέτρα στενότερης οικονομικής διακυβέρνησης ανάμεσα στους 16 της ευρωζώνης, αλλά και ικανή να επιβάλλει τους όρους της. Η αυξημένη βαρύτητα της Γερμανία οφείλεται κατά την γνώμη στον συνδυασμό δύο παραγόντων, πρώτον τον διακυβερνητικό ουσιαστικά χαρακτήρα των ουσιαστικών αποφάσεων στην ΕΕ (όπου όλα γίνονται αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ κυβερνήσεων), και δεύτερον στο γεγονός ότι η Γερμανία είναι πλεονασματική χώρα, πράγμα που της δίνει αφ’ υψηλού θέση σε κάθε διαπραγμάτευση. Ας προστεθεί βέβαια και το αυτονόητο, ότι η Γερμανία είναι που βάζει το χέρι στην τσέπη για να στηρίξει στην πράξη οποιαδήποτε πολιτική.
Εγείρεται πάντως το ερώτημα γιατί η Γερμανία υιοθέτησε τέτοια στενόκαρδη (έως εχθρική και προσβλητική) αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης. Εδώ υπάρχουν πολλές απόψεις. Μία (Τίμοθυ Γκάρτον Ας) λέει πως η Γερμανία κατάφερε να ενσωματωθεί πάλι στην ευρωπαϊκή οικογένεια μετά το τραύμα του πολέμου, και επίσης πέτυχε την επανένωσή της. Ο φόβος του πολέμου απομακρύνθηκε. Έτσι, η Γερμανία αισθάνεται τώρα λιγότερο υπό πίεση και επιρρεπής σε παραχωρήσεις οικονομικής στήριξης. Υπηρετώντας περισσότερο τα στενά της εθνικά συμφέροντα παρά το ευρωπαϊκό ιδεώδες, η Γερμανία ξαναγίνεται πλέον μία «νορμάλ» χώρα (Γιούργκεν Χάμπερμας). Εν συνεχεία, μπορούμε να μιλήσουμε για τους ηγέτες της. Η σημερινή γενιά δεν έχει την άμεση εμπειρία του πολέμου και δεν αισθάνεται δεσμεύσεις όπως οι γενιές των Αντενάουερ και Κολ. Ίσως να μην έχει και την πνοή αυτών. Παραπέρα, έχουν αλλάξει και οι εποχές, ο μέσος Γερμανός εργαζόμενος βρίσκεται τώρα υπό μεγαλύτερη πίεση (απειλή ανεργίας, περισσότερη δουλειά) και δεν έχει διάθεση για κουβαρνταλίκια προς τους νοτιο-ευρωπαίους. Είναι εν τέλει και θέμα κουλτούρας. Η κοινωνία που αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και την ζωή την ίδια ως τον μηχανισμό ενός καλοκουρδισμένου ρολογιού δεν αισθάνεται να έχει και πολλά κοινά με μία κοινωνία του ήλιου και της δίψας για ζωή, αλλά και της ασυγχώρητης ανεμελιάς και του ωχ αδερφέ.
Παρενθετικά, το θέμα του αν υπάρχουν σήμερα μεγάλοι ηγέτες, στην Γερμανία, Ευρώπη ή αλλού, μας οδηγεί σε άλλες διακλαδώσεις σκέψεων. Πώς μπορούν να υπάρξουν μεγάλοι ηγέτες σε κοινωνίες που σχεδόν δεν θέλουν να κυβερνηθούν; Όπου κάθε λογής ηχηρές μειοψηφίες (κατά Μανκούρ Όλσον) εμποδίζουν κάθε μεταρρύθμιση; Παραπέρα, θα συμφωνήσω απόλυτα με τον Δ. Μητρόπουλο που έγραψε (ΝΕΑ, 26/6/10) για τον διαφαινόμενο γενικευόμενο κατακερματισμό («φραξιονισμό») των κοινωνιών σε άθροισμα προσωπικών στρατηγικών, ατόμων ή ηλεκτρονίων όλο και λιγότερο δεσμευόμενων από το σύνολο. Το βλέπουμε στην πολιτική, το ποδόσφαιρο (των ημερών) και αλλού. Ίσως είναι αυτό μία εντεινόμενη τάση του ύστερου καπιταλισμού και της ύστερης (ή μήπως μετα-) νεωτερικότητας, με την αυξανόμενη πολυπλοκότητα και βάθος της ζωής σε οποιαδήποτε έκφανσή της, που βυθίζει όλο και περισσότερο τα άτομα στην «γωνιά τους» με όλο και λιγότερη αναφορά στο σύνολο. Έτσι, οι μεγάλες ηγεσίες σπανίζουν, καθώς το έργο της σύνθεσης (που τις κάνει μεγάλες) γίνεται όλο και δυσκολότερο. Άλλωστε, αυτό εξυπερετεί και ενθαρρύνεται από το «σύστημα» που προτιμά να έχει απέναντί του άτομα και όχι πολίτες, κόμματα, συνδικάτα, ή και έθνη. Πέρα από το αν ο κατακερματισμός αυτός εμποδίζει την διεύθυνση των κοινωνιών, έχει και σοβαρές επιπτώσεις για την προοδευτική πολιτική, όπως τις ανέλυσε προ ημερών στον Guardian ο George Monbiot, θεωρητικός της αριστεράς και (κυρίως) της οικολογίας. Ο Μονμπιό συγκρίνει την μαζικότητα του «κινήματος του τσαγιού» στις ΗΠΑ, που είναι χαρακτηριστική περίπτωση «νόθας συνείδησης» (εργατόκοσμος που ουσιαστικά οδηγείται να υποστηρίξει θέσεις κατευθείαν ενάντιες στα συμφέροντά του, όπως μείωση των κρατικών παροχών, κλπ), με την κατάτμηση των αριστερών κινημάτων που ενώ (ή μήπως ακριβώς γι αυτό;) βασίζονται σε ενδελεχή γνώση, κατακερματίζονται και χάνονται σε ατέρμονη αντιπαλότητα. Εάν η πραγματικότητα είναι κατατμημένη, τότε μήπως και η μελέτη της δεν μπορεί παρά να οδηγεί και σε ανάλογη μορφολογία αυτών που την εκπροσωπούν;
Επανέρχομαι στην Γερμανία και ειδικότερα τις σχέσεις της με την Ελλάδα. Συνάδελφος και φίλος (δικός μου αλλά όχι της Ελλάδας) Αυστριακός μου έλεγε τις προάλλες ότι οι Έλληνες δεν αντιλαμβάνονται ότι η αιτία του Γερμανικού θυμού δεν είναι κάποιο λάθος πολιτικής στην Ελλάδα, ούτε καν η τάση να ξοδεύουμε πάνω απ’ τις δυνατότητές μας. Η πραγματική αιτία είναι η απάτη, η δήλωση ψευδών στοιχείων. Αυτό είναι κάτι που η ηθική των Προτεσταντών, που διαχώρισαν την θέση τους από τη Καθολική Εκκλησία θεωρώντας ότι η τελευταία ήταν διεφθαρμένη, δεν ανέχεται. Αυτό δεν μας συγχωρούν. (Βέβαια, δεν είπα στον φίλο για Ζήμενς-Μίζενς – είναι έγκλημα να είσαι διεφθαρμένος αλλά όχι το να διαφθείρεις; - ούτε για ελαττωματικά υποβρύχια – αναρωτιέμαι γιατί.) Ο φίλος αναρωτιέται γιατί βρίζουμε αυτούς που τώρα μας δανείζουν κινδυνεύοντας σοβαρά να χάσουν τα λεφτά τους αντί να λέμε ένα ευχαριστώ. Ένας κάποιος αντίλογος είναι ότι παίρνουν και ένα επιτόκιο – 5% - πάνω από το επιτόκιο της αγοράς. Γενικότερα, υστερούμε στην ανάληψη ευθύνης, που είναι κάτι που η βορειοευρωπαϊκή ιδιοσυγκρασία δεν καταλαβαίνει. (Το είδαμε και στο ποδόσφαιρο. Ενώ οι δικοί μας είχαν κλαδέψει τους Αργεντίνους, στον διαιτητή έκαναν την χαρακτηριστική κίνηση σηκώματος των ώμων – «τι έκανα»; Μα τι έκανα εγώ κυρία; - όπως λέγαμε και στο δημοτικό.) Υπ’ αυτήν την έννοια ήταν σωστό που αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας ο Γιώργος Παπανδρέου δημοσιοποίησε την πραγματική εικόνα των δημοσίων οικονομικών και μίλησε για διαφθορά. Με την επιφύλαξη ότι έπρεπε να είχε παράλληλα έτοιμο σχέδιο δράσης, και να μην δώσει την εικόνα ότι είμαστε οι μόνοι διεφθαρμένοι σ’ αυτό τον κόσμο ή ότι δεν έχουμε τις δυνάμεις να καταπολεμήσουμε την διαφθορά.
Υπάρχει ένα γενικότερο σημείο εδώ που οδηγεί σε μία πρόταση πολιτικής. Έχει εμπεδωθεί στους διεθνείς κύκλους η πεποίθηση ότι η Ελλάδα έδινε ψευδή στοιχεία από την αρχή της ένταξής της στην ΟΝΕ – ότι δηλαδή εντάχθηκε στην ΟΝΕ με απάτη. Αυτό αντιβαίνει στην γενική πεποίθηση πολλών από μας ότι το 2000 έγινε βέβαια δημιουργική λογιστική αλλά στην τάξη μεγέθους που έκαναν όλες οι χώρες. Το ότι η απάτη δεν ήταν μόνο προϊόν των τελευταίων ετών και μίας κυβέρνησης κάποιας συγκεκριμένης ποιότητας αλλά γενικευμένη οδηγεί να χαρακτηριστούμε συνολικά σαν λαός απατεώνες και αποτελεί βαρύ πλήγμα για το κύρος της χώρας. (Είχα πάντα μία απορία: Ο κοσμοπολίτης, μειλίχιος και άριστος επιστήμονας καθηγητής Αλογοσκούφης, που δίδασκε νύχτα-μέρα θεωρίες της «αξιοπιστίας» στα μαθήματά του, δεν αντιλαμβανόταν όταν έκανε την κακιάς ώρας απογραφή του ότι το πλήγμα θα ήταν συνολικό για την χώρα και όχι μόνο για «τους άλλους»;) Όλ’ αυτά οδηγούν στο εξής: Προτείνεται η σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής (αν δεν υπάρχει ήδη – έχω χάσει τον λογαριασμό) που σκοπό θα έχει ακριβώς αυτόν: Να διακριβώσει έγκυρα και αξιόπιστα την πραγματική εικόνα των δημοσίων οικονομικών από τις παραμονές της εισόδου στην ΟΝΕ και να δώσει τέλος στην πεποίθηση ότι είμαστε σαν λαός παθολογικά ψεύτες. (Αν βέβαια δεν είμαστε!)
Θα διατυπώσω μία προσωπική σκέψη. Ο ρόλος της Γερμανίας στην ευρωζώνη ίσως να ισχυροποιηθεί, η δε διάθεσή της για ευρωπαϊκή αλληλεγγύη διαρκώς θα μειώνεται. Όχι μόνο γιατί η Γερμανία βγήκε ισχυροποιημένη από την κρίση, χωρίς τα βαριά πλήγματα στην υγεία του χρηματοπιστωτικού της συστήματος, στην πραγματική οικονομία, και τα δημοσιονομικά που υπέστησαν άλλες χώρες. Αλλά κυρίως γιατί πλέον έχουν διαμορφωθεί νέοι όροι σ’ αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ιστορικό συμβιβασμό βορρά-νότου της ευρώπης τα τελευταία 30-40 χρόνια. Η αίσθηση του γράφοντος είναι ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση αυτό το διάστημα βασίστηκε σε μία άτυπη συμφωνία, όπου οι χώρες του ευρωπαϊκού νότου εντάχθηκαν στο ευρωπαϊκό περιφερειακό σύστημα, με τους περιορισμούς και τις δυνατότητες που αυτό διέγραφε, και σε αντάλλαγμα άνοιγαν τις αγορές τους στις πιο αναπτυγμένες βορειοευρωπαϊκές βιομηχανίες. Οι βόρειες χώρες, πλεονασματικές εξαγωγικά χώρες στο μεγαλύτερο ποσοστό, κέρδιζαν τις ανερχόμενες αγορές του νότου, με αντάλλαγμα την αλληλεγγύη και τις χορηγίες. Αυτή η άτυπη συμφωνία τώρα έχει εν πολλοίς ξεπεραστεί, καθώς η παγκοσμιοποίηση θα επέβαλλε το άνοιγμα των αγορών του νότου ούτως ή άλλως. Γιατί λοιπόν η Γερμανία που εγκατέλειψε το ισχυρότερο νόμισμα της ευρώπης να δεχτεί τώρα ένα αδύνατο και πληθωριστικό ευρώ ή να κάνει οποιαδήποτε άλλη παραχώρηση προς τις ελλειμματικές χώρες του νότου; Βέβαια, αυτό συνιστά μία στενή και τεχνοκρατική προσέγγιση των πραγμάτων, ενώ μία ευρύτερη προσέγγιση θα αναγνώριζε την αλληλεγγύη ως αυταξία, αλλά και τον στρατηγικό ρόλο του ευρωπαϊκού νότου στα θέματα μετανάστευσης, ενέργειας, ασφάλειας, κλπ. Όμως, ζούμε σε εποχές δύσκολες, όπου ακόμα και η Γερμανία νιώθει την πίεση της Ασίας, και νιώθει ότι πρέπει να φυλάξει τις δυνάμεις της για να ανταπεξέλθει στον ανταγωνισμό σε βάθος χρόνου. Δυστυχώς, σε καιρούς χαλεπούς, η σκέψη ο σώζων εαυτόν σωθήτω αρχίζει να κυριαρχεί.
Αυτή η πρόβλεψη πρέπει βέβαια να αντιπαρατεθεί με εκείνη που υποστηρίζεται ευρέως και θεωρεί πως η κρίση θα οδηγήσει την Ευρώπη σε νέο άλμα ενοποίησης (όπως έκανε και στο παρελθόν), που αναπόφευκτα θα σημάνει στενότερη διεθνική (και όχι δια-κυβερνητική) οικονομική διακυβέρνηση. Πρακτικά, ο μόνος δρόμος για να γίνει αυτό κατά την γνώμη μου είναι με την αναβάθμιση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Σε αυτό το πλαίσιο, η βαρύτητα κάθε χώρας θα περιοριστεί κοντύτερα στο ποσοστό της στον ευρωπαϊκό πληθυσμό. Αυτό βέβαια δεν νομίζω ότι αποτελεί και την ιδανική προοπτική για μία μικρή χώρα όπως η Ελλάδα που, με την κατάργηση του βέτο, θα βρεθεί να παρακάμπτεται σε πολλές αποφάσεις. Τι θα γίνει αν αύριο (λέμε) η Ευρώπη αποφασίσει ο ευρωπαϊκός στρατός (συμπεριλαμβανομένων και ελλήνων στρατιωτών) να πάει να πολεμήσει στο (π.χ.) Ιράκ, που για μας αποτελεί κόκκινη γραμμή; Τι θα γίνει αν η ελληνική γραφειοκρατία μετατοπιστεί βαθμιαία περισσότερο προς Βρυξέλλες (κάτι που αναδύεται ως προοπτική τώρα που κάνουμε ένα βήμα προς το ουσιαστικό προτεκτοράτο); Μαζί με τα πολιτικά μπαγκάζια μεταφέρονται και οικονομικά.
3. ΟΝΕ και ευρώ. Δύσκολα θέματα, υπό το πρίσμα των εξελίξεων. Ήταν λάθος η ένταξη στην ΟΝΕ και το κοινό νόμισμα, ή τι άλλο πήγε στραβά και τα εισοδήματα έχουν χάσει μεγάλο μέρος της αγοραστικής τους αξίας τα τελευταία δέκα χρόνια, και γιατί αυτή η τέτοιας κλίμακας λαίλαπα τώρα; Γιατί κινδυνεύουμε, αν δεν προσέξουμε, να βγούμε εκτός ευρώ με πιθανή μεγάλης κλίμακας υποτίμηση; Η ΟΝΕ και το κοινό νόμισμα φυσικά σημαίνουν απώλεια της δυνατότητας να χρησιμοποιούμε ανεξάρτητη νομισματική πολιτική για να επηρεάζουμε την συναλλαγματική ισοτιμία. Μέσα στην ΟΝΕ, η νομισματική πολιτική είναι μία, και η επιρροή της Ελλάδας σε αυτή και την (κοινή για όλους) ισοτιμία του ευρώ είναι αμελητέα. Τι κόστος έχει αυτό; Η οικονομική θεωρία δεν δίνει σαφή απάντηση. Οι παλιότεροι Κεϋνσιανοί θεωρούσαν ότι η αλλαγή της ισοτιμίας έχει ουσιαστικά αποτελέσματα, και έτσι η υποτίμηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε για να βγει η χώρα από την ύφεση ή για να εξουδετερωθεί η απώλεια ανταγωνιστικότητας που οφείλεται σε άλλους λόγους (ακρίβεια, απώλεια ποιότητας). Νεότερες γενιές οικονομολόγων είναι λιγότερο θετικές. Μία υποτίμηση συνοδεύεται πάντα και από πληθωρισμό, καθώς τα εισαγόμενα είδη ακριβαίνουν.
Πιο θεμελιακά, η υποτίμηση είναι εργαλείο που επηρεάζει την ζήτηση, όμως οι μοντέρνες ευρωπαϊκές/βιομηχανικές κοινωνίες (συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής) δεν πάσχουν από ελειμματική ζήτηση – το αντίθετο. Το «πρόβλημα» των (πρώην) βιομηχανικών χωρών της Δύσης είναι στην προσφορά που δεν μπορεί να αντισταθεί στον καινοφανή ανταγωνισμό από την Ανατολή. Περαιτέρω, για να αποδώσει η υποτίμηση πρέπει να ληφθούν και μέτρα μείωσης της εγχώριας ζήτησης (της «απορρόφησης») ώστε να μπορέσει η προσφορά να ικανοποιήσει την ζήτηση για εξαγόμενα - πρακτικά μιλώντας, να γίνει χώρος για τις εξαγωγές. Με άλλα λόγια, σοβαρές ενστάσεις διατυπώθηκαν για την αποτελεσματικότητα της αλλαγής συναλλαγματικής ισοτιμίας (κυρίως της υποτίμησης) να δώσει ουσιαστική ώθηση στο προϊόν και την απασχόληση. Την σοβαρότητα των ενστάσεων αυτών διαπίστωσαν και στην πράξη οι Γάλλοι (Μιτεράν) και Βέλγοι στις αρχές της δεκαετίας του 1980, οπότε και εγκατέλειψαν την επέκταση της ζήτησης μέσω υποτίμησης. Τα τελευταία βέβαια χρόνια η όλη αυτή γενικά παραδεκτή θεώρηση επανεξετάζεται: Κάποια εμπειρικά ευρήματα λένε πως οι χώρες που αναπτύσσονται σε καθεστώς ελευθέρων ισοτιμιών (και άρα με την δυνατότητα υποτίμησης) πάνε καλύτερα από όσες βρίσκονται σε καταστάσεις όπως η ΟΝΕ με «σφραγισμένες» ισοτιμίες. Έτσι, συμπερασματικά, από θεωρητικής πλευράς, θα έλεγε κανείς ότι η υποτίμηση είναι μεν ένα ατελές εργαλείο με πολλά κουσούρια, όμως αν βρεθείς στην ανάγκη μπορείς να το χρησιμοποιήσεις ως μπάλωμα, κυρίως για να αποτρέψεις την απώλεια ανταγωνιστικότητας, όπως διατυπώθηκε παραπάνω.
Υπ’ αυτήν την έννοια, η εισαγωγή του κοινού νομίσματος είχε σίγουρα κάποιο κόστος. Δεν θυμάμαι να έγινε ενδελεχής τεχνική αξιολόγηση του τι θα σήμαινε το ευρώ για την Ελλάδα (ίσως και να έγινε). Αλλά ούτε και υπήρξαν φωνές αντίδρασης από τα δύο μεγάλα κόμματα – υπήρξε μάλλον ομοφωνία. (Η αριστερά ίσως αντιδρούσε, αλλά όπως υποστήριξα και παραπάνω, μέσα στην γλώσσα του «όχι» που μονίμως ομιλεί η αριστερά, χάνει την αξιοπιστία της και σε όσα θέματα έχει ενδεχομένως δίκιο.) Η απόφαση ήταν με την ευρύτερη έννοια πολιτική. Θέλαμε να μην χάσουμε το «τρένο» που μας οδηγούσε στον στενό πυρήνα και τα (υπαρκτά ή φαντασιακά;) οικονομικο-πολιτικο-ψυχολογικά πλεονεκτήματα που αυτό θα έφερνε. Το βλέπαμε ως θεμελιακή επιλογή: Μπορεί η μικρή Ελλάδα να περπατήσει μόνη της στης παγκοσμιοποιημένης οικονομίας την ολόμαυρη ράχη; Αν όχι, τότε ας βαδίσουμε τον δρόμο της ευρωπαϊκής ενοποίησης μέχρι τέλους. Έπειτα, προσβλέπαμε στην σταθερότητα του χαμηλού πληθωρισμού και επιτοκίων και την απαλλαγή πό την μάστιγα των κρίσεων συναλλαγματικής ισοτιμίας. Αυτά όλα ήρθαν, μόνο που είναι τα άμεσα οφέλη. Τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα δεν ήταν από την αρχή ορατά, αλλά και δεν αξιοποιήσαμε τα βραχυπρόθεσμα οφέλη για να ενισχύσουμε την θέση μας στο σύστημα. Αντί για τις επενδύσεις (με βάση το φτηνό χρήμα) και τις διαρθρωτικές αλλαγές που απαιτούνταν για την τόνωση της προσφοράς (εξορθολογικοποίηση του κράτους, άνοδο της παραγωγικότητας στον ιδιωτικό τομέα, μείωση κόστους) είχαμε ραγδαία άνοδο των τιμών, αύξηση της κατανάλωσης με δανεισμό, και των εισαγομένων και των εξωτερικών ελλειμμάτων. Ξαναγυρίζουμε σ’ αυτό που είπε ο Κ. Καραμανλής (ο θείος βέβαια), «εγώ σας έβαλα στην ΕΟΚ, εσείς τώρα κολυμπείστε». Ίσως, με μία αναστροφή του επιχειρήματος, αυτό να ήταν και ένα από τα κίνητρα, δηλαδή ότι η χώρα θα κέρδιζε από τις αλλαγές που ήταν αναγκαίες στο περιβάλλον του ενιαίου νομίσματος, δηλαδή δημοσιονομική σταθερότητα, άνοδο παραγωγικότητας, κλπ. Το μεγάλο πρόβλημα με αυτό το επιχείρημα είναι ότι για να πετύχει χρειάζεται η χώρα να το έχει βάλει με το «μέσα μυαλό» να κάνει τις απαραίτητες αλλαγές. Αλλιώς, αν «εγώ θέλω αλλά δεν το θέλει η θέλησή μου» (πάλι Καραμανλής – θείος), χάνουμε και τα αυγά και τα καλάθια.
Ένα μεγάλο θέμα ήταν επίσης και η ισοτιμία που επελέγη – 345 δραχμές ανά ευρώ. Η αυτή οδήγησε σε πραγματική ανατίμηση (απώλεια ανταγωνιστικότητας – σαν να είχαμε σκληρή δραχμή) με αποτέλεσμα να φτηνήνουν τα εισαγόμενα. Όπως έγραψα πέρσι το καλοκαίρι, ποτέ άλλοτε δεν είχα δει τόσες κουρσάρες στη χώρα μας. Αλλά τα βασικά είδη (τρόφιμα, κλπ) ανατιμήθηκαν (για σύνθετους λόγους που περιλαμβάνουν και την κερδοσκοπία και τα καρτέλ), με αποτέλεσμα να πληγούν οι μικρομεσαίοι που βασίζονται αναλογικά περισσότερο στα είδη αυτά. Ίσως όμως και μια πιο χαμηλή ισοτιμία για την δραχμή να ήταν περισσότερο πληθωριστική καθώς οι τιμές αναπόφευκτα θα έτειναν να εξισωθούν με τις ευρωπαϊκές. Γενικότερα, ο πληθωρισμός που παρατηρήθηκε επί ΟΝΕ στην Ελλάδα, αν και δεν ήταν μόνο ελληνικό φαινόμενο, (όλες οι χώρες κατέγραψαν πληθωρισμό, κυρίως βέβαια οι νότιες, αλλά ακόμα και η Γερμανία!) αποτελεί για μένα ένα ερώτημα. Το σκληρό νόμισμα έπρεπε να οδηγεί σε χαμηλότερο επίπεδο τιμών, όχι υψηλότερο. Αυτό με οδηγεί στο συμπέρασμα πως βαθύτερη αιτία της ακρίβειας και μειωμένης ανταγωνιστικότητας της χώρας δεν είναι το ευρώ αλλά η ασθμαίνουσα παραγωγικότητα (σε σχέση με άλλες οικονομίες), ο υπερτροφικος δημόσιος τομεάς, κλπ.
Εν κατακλείδι, είναι δύσκολο να πει κανείς με κάποια σιγουριά αν η ένταξή μας στο ευρώ ήταν λάθος, όμως είναι πολύ πιο βέβαιο ότι τυχόν έξοδος θα είναι επώδυνη, συνοδευόμενη ταυτόχρονα από ραγδαία υποτίμηση, κρατική χρεοκοπία με την μία ή άλλη μορφή και, το χειρότερο ίσως απ’ όλα, κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος (καθώς όλοι θα ζητάνε να σηκώσουν τα λεφτά τους εν όψει υποτίμησης). Και μετά, πληθωρισμό και νομισματικές κρίσεις σε ...βάθος χρόνου. Έτσι, η μόνη στρατηγική είναι η με νύχια και δόντια παραμονή στο ευρώ. Ευτυχώς που έξοδος δεν προβλέπεται από τις συνθήκες, κι έτσι οι πονηρές σκέψεις κάποιων πέφτουν προς το παρόν στο κενό. Όπως όμως έχει επισημανθεί (Π.Κ. Ιωακειμίδης, Γ. Λακόπουλος), αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κεκτημένο επ’ άπειρο. Ή αλλιώς, κάθε συνθήκη έχει αξία όταν επικυρώνει μία υπαρκτή πραγματικότητα, όχι όταν την αντιστρατεύεται. Έτσι, αν δεν ισχυροποιήσουμε την οικονομία μας, οι πιέσεις για έξοδό μας αναπόφευκτα θα αυξηθούν.
4. Στηρίχθηκε η Γερμανική ευημερία στην ελληνική κατανάλωση; Είναι μία άποψη που υποστηρίζεται αρκετά συχνά από τους οικονομολογούντες ότι δηλαδή η Ελλάδα στηρίζει την Γερμανία αποτελώντας μία καλή αγορά για τις εξαγωγές της, και άρα η Γερμανία μας οφείλει. Όπως και με πολλές απόψεις των οικονομολογούντων, η θέση δεν είναι τελείως άσχετη (αν ήταν δεν θα συζητιόταν καν) αλλά είναι λίγο σαν η ουρά να κουνάει τον σκύλο. Η Γερμανία δουλεύει και η Ελλάδα καταναλώνει και απολαμβάνει, ποιός οφείλει σε ποιόν; Ευρύτερα, που οφείλεται το «Γερμανικό θαύμα»; Στην σκληρή δουλειά του Γερμανικού λαού και μόνο, μαγικό ραβδί δεν υπάρχει. Ο Γερμανός παράγει 10 και καταναλώνει 6, βάζοντας τα άλλα στην άκρη (αποταμίευση), για να μεγαλώνει το κεφάλαιό του στο μέλλον (επένδυση) και για να παράγει αύριο περισσότερο (ανάπτυξη). Εάν ο Έλληνας παράγει 10 καταναλώνει 16, εάν παράγει 4 θέλει κι αυτός να καταναλώσει 6. Βραχυπρόθεσμα οφελείται από την μεγαλύτερη κατανάλωση, αλλά μακροπρόθεσμα υποσκάπτει την ευημερία του. Αυτή είναι μία επιλογή που ανεπηρέαστοι («ορθολογικά», κατά την θεωρία) κάνουμε. Ανεπηρέαστοι; Χμμμμ..... Δελεαζόμενοι από τις χάντρες που μας πουλάνε (εντάξει, όχι χάντρες, ωραία καταναλωτικά αγαθά που όλοι επιθυμούμε), δανειζόμαστε για να αγοράσουμε, υποθηκεύοντας την μακροπρόθεσμη ευημερία προς χάριν της βραχυπρόθεσμης ικανοποίησης.
Η Γερμανία δεν μας οφείλει γιατί θα πούλαγε κι αλλού. Αυτό που ο γράφων θεωρεί ως βασική αδυναμία της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής δεν είναι το ότι η Γερμανία είναι πλεονασματική χώρα (όπως έχει διαμαρτυρηθεί η Γαλλία, για να εισπράξει την δικαιολογημένη απάντηση ότι η Γερμανία γίνεται στόχος λόγω της επιτυχίας της) αλλά το ότι το ευρώ έπρεπε να ακολουθεί μία περισσότερη ενδιάμεση πορεία συμβιβάζοντας τις επιθυμίες των πλεονασματικών χωρών (που το θέλουν «σκληρό»), με τις επιθυμίες των ελλειμματικών χωρών (που θα το ήθελαν πιο αδύνατο για να βοηθηθούν οι εξαγωγές τους), σταθμίζοντας και το μέγεθος της κάθε ομάδας. Ευρύτερα, περίμενε κανείς περισσότερη ηγετική πνοή και Κεϋνσιανή επέκταση από μία χώρα της οποίας το 60% των εξαγωγών πάει προς την ΕΕ, της οποίας η ευρωζώνη αποτελεί προνομιακό πεδίο εξαγωγών. Αν μία τέτοια οικονομία δεν είναι η ατμομηχανή αυτής της ζώνης, τότε ποιός θα είναι;
5. Τέλος, κάτι για τις διαρθρωτικές αλλαγές (πριν αναφωνήσουμε όλοι έλεος!). Τώρα πια που το ζήτημα έχει δρομολογηθεί (26/6/10 - επίκειται η ψήφισή του πακέτου ως (ν)τροπολογία στο Ασφαλιστικό νομοσχέδιο), το πράγμα μοιάζει παρωχημένο αλλά είναι τόσο σημαντικό που δεν γίνεται να μην σχολιαστεί. Η (νεο)φιλελευθεροποίηση της αγοράς εργασίας προτείνεται από πολλούς (εδώ ταιριάζει το "στην αναμπουμπούλα ο λύκος χαίρεται"), χωρίς να σχετίζεται ευθέως με τον στόχο του δημοσιονομικού μαζέματος, χωρίς να περιλμβάνεται στο Μνημόνιο με το ΔΝΤ-ΕΕ που ψηφίστηκε αρχές Μαΐου (αυτό το γράφω με επιφύλαξη), ενώ είναι και αμφίβολης αποτελεσματικότητας ως προς την ανταγωνιστικότητα. Την ίδια ώρα που τα εργασιακά στον ιδιωτικό τομέα βαδίζουν ταχέως προς το Μάντσεστερ του 19ου αιώνα, έρχεται και η επίσημη επικύρωση. Θεωρώ πως κάποιας μορφής ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας είναι χρήσιμη (π.χ., που να διευκολύνει την μερική απασχόληση, την κινητικότητα μεταξύ επαγγελμάτων, κλπ), αλλά ίσως το παρόν νομοσχέδιο το παρακάνει. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ οφείλει να είναι πολύ προσεκτική και επιλεκτική σε διαρθρωτικές αλλαγές (νεο)φιλελεύθερου χαρακτήρα, ακόμα και σε συνθήκες κρίσης.
Wednesday, 26 May 2010
Σοσιαλισμός (I)
Την Κυριακή πεθαίνει ο φασισμός
Δευτέρα, σοσιαλισμός!
[Προεκλογικό σύνθημα της δεκαετίας του ‘70]
Είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια,
ο βοριάς θα τα κάνει συντρίμμια, κομμάτια.
[λαϊκό τραγούδι]
Το καράβι που ταξιδεύουμε το λένε Α/Γ ΩΝΙΑ.
[Γιώργος Σεφέρης]
«Οι παππούδες μας γνώρισαν τον εμφύλιο πόλεμο και την πείνα της δεκαετίας του ΄40. Οι γονείς μας έκτισαν τη δημοκρατία. Κι εμείς οι κακομαθημένοι νέοι Ισπανοί, παιδιά της ελευθερίας και του πλούτου, πρέπει να υψώσουμε το ηθικό μας ανάστημα για να αντιμετωπίσουμε τη μεγάλη κρίση».
Χαβιέρ Θέρκας, Ισπανός (Καταλανός) συγγραφέας
Πρόσεχε τις πένες για να έχεις λίρες
[Αγγλική παροιμία]
Ο Θεός έδωσε σε κάθε άνθρωπο ένα στόμα – και δύο χέρια.
[Παλιά παροιμία]
Δουλεύοντας συλλογικά, αποδίδουμε όλοι περισσότερο.
[Αρχιμουσικός – απόδοση κατά προσέγγιση]
Δεν μας τρομάζουν τα νέα μέτρα...
[Λουκιανός Κηλαηδόνης]
Α. ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ
Έγινε αρκετός λόγος πριν λίγο καιρό για το αν τα νέα μέτρα συμβαδίζουν με την φυσιογνωμία του ΠΑΣΟΚ που είναι (λέει) ο σοσιαλισμός. Το παρόν κείμενο έχει σαν σκοπό να συμβάλει σ’ αυτόν τον διάλογο, κατά βάση ανακυκλώνοντας (για να είμαστε και μέσα στην πράσινη ανάπτυξη!) διάφορα που έχουν γραφτεί σε αυτές τις σελίδες, αλλά και προσθέτοντας και μερικές καινούριες σκέψεις. Θα δημοσιευτεί σε τρεις συνέχειες (φίλε/η αναγνώστη/τρια, καλό κουράγιο!)
Δεν είμαι φιλόσοφος ή πολιτικός επιστήμονας για να έχω εμπεριστατωμένη άποψη για το τι είναι σοσιαλισμός. Γι αυτό θα μιλήσω απλά. (Κι ίσως και οι ειδικευμένοι θεωρητικοί να μην έχουν καταλήξει σε μονοκόμματα συμπεράσματα, αλλά τώρα με τέτοια θ’ ασχολούμαστε;) Θα έλεγα ότι το πρακτικό νόημα του σοσιαλισμού συνοψίζεται (κατ’ εμέ) στην έννοια «πλατιά ευημερία». Ευημερία, ώστε το βιοτικό επίπεδο να βελτιώνεται διαρκώς, και να είναι καλό με διεθνείς συγκρίσεις. Πλατιά, ώστε το επίπεδο αυτό ευημερίας να διαχέεται όσο το δυνατόν περισσότερο και πιο ομοιόμορφα σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Ως εδώ ίσως δεν εγείρονται πολλές αντιρρήσεις.
Αλλά: Η πλατιά αυτή ευημερία πρέπει να εδράζεται σε δύο βασικές προϋποθέσεις:
- Να είναι πραγματική και όχι επίπλαστη. Η ευημερία πρέπει να βρίσκεται μέσα στις δυνατότητες και αντοχές της οικονομίας, να συμβαδίζει με, και όχι να αντιστρατεύεται, την ισχυρή οικονομία. Αυτή η αρχή έχει μία σειρά επιπτώσεις: Η ευημερία πρέπει να είναι τέτοια που να αφήνει περιθώρια στην οικονομία να είναι διεθνώς ανταγωνιστική – αυτό σημαίνει κυρίως χαμηλό κόστος και υψηλή ποιότητα προϊόντων και υπηρεσιών. Επίσης, να βρίσκεται μέσα στα όρια που διαγράφουν οι δυνατότητές μας – αυτό σημαίνει να μην βασίζεται σε δανεικά, εσωτερικά (δημόσια ή ιδιωτικά) ή εξωτερικά (εξωτερικό έλλειμμα).
- Να έχει διάρκεια στον χρόνο, εξασφαλίζοντας βιώσιμη ανάπτυξη και ευημερία. Αυτό κυρίως σημαίνει ότι η κατανάλωση, δημόσια και ιδιωτική, δεν πρέπει να γίνεται εις βάρος της αποταμίευσης και της επένδυσης.
Από την Μεταπολίτευση και εδώ, η Ελλάδα έχει κάνει αναμφισβήτητα και σημαντικά βήματα προόδου σε όλα τα επίπεδα, πολιτικής, κοινωνικής, και υλικής. Όμως, έχοντας πλέον μπει στον δεύτερο μεταπολιτευτικό κύκλο, μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι νέες προκλήσεις έχουν αναφυεί που θέτουν υπό πίεση ή ακόμα και υπό αίρεση πολλές από αυτές τις κατακτήσεις. Ειδικότερα στον τομέα της υλικής προόδου, με την κρίση στα δημόσια οικονομικά, με την ύφεση, με τα εξωτερικά ελλείμματα, την αποβιομηχάνιση, την έλλειψη επενδύσεων και φυγή δραστηριοτήτων προς Βαλκάνια και αλλού, με την γενιά των 700 ευρώ (και αν) προ των πυλών, με το μέλλον των νέων γενεών τόσο υποθηκευμένο καθώς θα κληθούν να αποπληρώσουν τα χρέη και τους τόκους των σημερινών, με την ακρίβεια και την πίεση που υφίσταντο οι μεσαίες τάξεις ακόμα και πριν τα πρόσφατα μέτρα, με την προϊούσα ανισοκατανομή του εισοδήματος και την νέα φτώχεια, βλέπουμε πόσο σαθρά ήταν τα θεμέλια της μεταπολιτευτικής ευημερίας. Τα δύο παραπάνω κριτήρια σε μεγάλο βαθμό δεν ικανοποιούνται, κάνοντας την ευημερία να φαντάζει επίπλαστη, και το πισωγύρισμα να φαίνεται σαν πιθανό (το πιθανότερο;) σενάριο. Ο σοσιαλισμός που επικαλέστηκαν κάποιοι στην Βουλή φαντάζει σαν πικρόχολο αστείο.
Η ελληνική κοινωνία και η ευρύτερη ηγεσία της δεν αντιλήφθηκαν ότι η ατζέντα της μεταπολίτευσης βαθμιαία άλλαζε – «ανεπαισθήτως» όπως λέει και ο ποιητής. Νέα ζητήματα προστέθηκαν πλάι στα παλιά: Θεσμικός αλλά και κοινωνικός εκσυγχρονισμός, παραγωγική αναδιάρθρωση, προστασία του περιβάλλοντος, ριζική ανακαίνιση του κράτους, διαχείριση της παγκοσμιοποίησης και της μετανάστευσης. ‘Ετσι, μείναμε πίσω σε όλα αυτά και άλλα, όπως πολύ περιεκτικά τα απαρίθμησε η Ελίζα Παπαδάκη στα ΝΕΑ της 24/3. Σαν επιστέγασμα όλων των παραπάνω, της αναιμικής οικονομίας που πιέζει το κράτος να λύσει όλα της τα προβλήματα, και της φαυλότητας σε όλες της τις εκφάνσεις, έρχεται η κακή κατάσταση των δημοσιονομικών. Το συσσωρευμένο χρέος αποτελεί πολλαπλή αστοχία: Διότι θέτει σε κίνδυνο την βιωσιμότητα τους κράτους και ευρύτερα του οικονομικού συστήματος, γιατί αποστερεί την οικονομία από παραγωγικούς πόρους που θα έπρεπε να πηγαίνουν σε επενδύσεις, γιατί βάζει θηλιά στις μελλοντικές γενιές, γιατί σπαταλάει τους πόρους της χώρας σε τόκους, γιατί αποτελεί όχημα για μεγαλύτερη ανισοκατανομή του πλούτου καθώς οι (ήδη πλούσιοι επενδυτές σε αυτό) εισπράττουν επιπλέον τόκους.
Ειδικά τα τελευταία χρόνια φαίνεται να έγινε ένα τεράστιο βήμα προς τα πίσω, το οποίο εγείρει ανάλογης σημασίας ερωτήματα. Γιατί η ελληνική κοινωνία επέλεξε να την διοικήσει τα προηγούμενα πεντέμισυ χρόνια κάποιος του οποίου το μόνο αποδεδειγμένο προσόν ήταν οι ρητορικές κορώνες εναντίον της διαφθοράς μεταξύ τυρού και τζατζικίου (που έχει αντικαταστήσει το αχλάδι στα ψητοπωλεία); Υπάρχει βέβαια η απάντηση ότι ο ελληνικός λαός εξαπατήθηκε, ότι άλλο ψήφισε το 2004 (τους σταυροφόρους εναντίον της διαφθοράς) και άλλο του βγήκε (οι σταυροφόροι της διαφθοράς). Ϊσως υπάρχει δόση αλήθειας σε αυτό, όμως δεν μου φαίνεται πειστική σαν εξήγηση, δεν νομίζω ότι πάει αρκετά βαθιά στο πρόβλημα – μου φαίνεται πιο φυσικό να υποστηρίξω ότι η ελληνική κοινωνία αφέθηκε (κυρίως) να εξαπατηθεί. Έτσι, ο ερώτημα παραμένει – γιατί εκδιώχθηκε ο ένας άνθρωπος (Κώστας Σημίτης) που πιστεύω πάσχισε πραγματικά για την χώρα, για να έρθει κάποιος αν μη τι άλλο τελείως αδοκίμαστος. Ομολογώ ότι αυτό αποτέλεσε για μένα ένα βασανιστικό ερώτημα επί αρκετό καιρό. Ώσπου κατέληξα σε ένα ερμηνευτικό σχήμα το οποίο προτείνω: Μία εκλογική αλλαγή γίνεται στην βάση δύο γενικά αλλαγών/επιλογών, ιδεολογικής επιλογής και επιλογής ομάδας - οι «απ’ έξω» κάποια στιγμή συνασπίζονται γύρω από τον εναλλακτικό πόλο με την ελπίδα κάποια στιγμή να έρθουν στα πράγματα και να φάνε από την πίτα της εξουσίας. Κάπως κυνική η άποψη, αλλά και η άποξη ότι οι πολίτες διαλέγουν με μόνο αγνά ιδεολογικά κίνητρα φαίνεται πολύ ωραιοπημένη ή και αφελής. Η δημοκρατία έχει αυτές τις ατέλειες, αυτά είναι γνωστά πράγματα. (Σαν είδος «σοβαρού καλαμπουριού», δεν μπορώ να μην αναφέρω το παράδειγμα μίας ομάδας πιθήκων σε κάποιο υψίπεδο της Αφρικής – ξεχνάω όνομα. Για κάποιους λόγους που σχετίζονται με την εξέλιξη της ομάδας, ο γερότερος αρσενικός έχει στην διάθεσή του όλες τις θηλυκές της ομάδας. Οι άλλοι αρσενικοί, γιοκ. Καθώς περνάει ο καιρός, οι «απ’ έξω» συνασπίζονται εναντίον του κυρίαρχου αρσενικού. Ο τελευταίος αποκρούει τις επιβουλές εναντίον του όσο αντέχει, όσο βρίσκεται στην ακμή της δύναμής του, αλλά κάποια στιγμή αδήριτα χάνει. Ο αρχηγός των «ατάκτων» παίρνει αυτός την εξουσία. Αρχικά επιτρέπει πλήρη ελευθερία σε όλους τους άλλους αρσενικούς, μερτικό δηλαδή από την εξουσία, αλλά με τον καιρό επανέρχεται το καθεστώς της πλήρους μονοκρατορίας. Και ούτω καθ’ εξής. Η εξελικτική βιολογία προσφέρει πολλά παραδείγματα που μπορούν να συμβάλλουν στην κατανόηση της συμπεριφοράς του ανθρώπινου ζώου, γι αυτό και μελετάται προσεκτικά από τις άλλες κοινωνικές επιστήμες. Στην παραπάνω περίπτωση, αυτή η συμπεριφορά συμβάλλει ώστε μόνο τα γονίδια του ισχυρότερου αρσενικού να διαιωνίζονται, και αυτό συμβάλλει με την σειρά του στην ισχυροποίηση της ομάδας. Δεν σας θυμίζει όμως κάτι και από τον εκλογικό ανταγωνισμό στις ανθρώπινες κοινωνίες;). Η θέση μου εδώ είναι η εξής: Στην περίπτωση του 2004, πέρα από τις (όποιες) ιδεολογικές διαφορές και τις κομματικές ομαδοποιήσεις, έπαιξε ρόλο και ένας τρίτος παράγοντας, δηλαδή ο Κώστας Σημίτης και οι συν αυτώ καλούσαν την Ελλάδα να αλλάξει για να προχωρήσει, αλλά έβρισκαν αντιδράσεις. Όσοι δεν ήθελαν να αλλάξουν συνασπίσθηκαν εναντίον του υπό το πρόσχημα της πολιτικής αλλαγής, αυτή είναι η πικρή αλήθεια (κατά την άποψή μου). Δεν ήταν μόνο η ιδεολογική ούτε η συνηθισμένη ποδοσφαιρικού τύπου αντιπαράθεση (Πράσινοι-Βένετοι, Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός) μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, αλλά οι επικείμενες αλλαγές σφυρηλάτησαν τους δεσμούς μεταξύ αυτών που αντιδρούσαν.
Στην μέση δε όσων ήθελαν να προχωρήσουν στον εκσυγχρονισμό της χώρας και όσων αντιστάθηκαν, μοιραίο και άβουλο, το «βαθέον ΠΑΣΟΚ» (ή μήπως αβυσσαλέον;) στάθηκε ανίκανο να συλλάβει το στίγμα των καιρών (ή μήπως είχε βολευτεί κιόλας;), υπονόμευσε τις κυβερνήσεις Σημίτη, και έτσι φέρει έμμεσα ευθύνη για την σημερινή κατάσταση. Ο Σημίτης «μετράει» επιτυχίες (ΟΝΕ, Κύπρος στην Ευρώπη, εξάρθρωση της 17Ν, μεγάλα έργα, Ολυμπιακοί) η καθεμία των οποίων από μόνη της θα καθιέρωνε έναν πρωθυπουργό. Σιγά-σιγά δε, αν αφηνόταν, θα προχωρούσε και ασφαλιστικό, αναδιοργάνωση του κράτους, κλπ, που εγκαίρως θα απέτρεπαν τον σημερινό εφιάλτη. Δεν λογάριασε όμως τους ακούραστους θεματοφύλακες του σοσιαλισμού τύπου Άκη Τσοχατζόπουλου, ο οποίος δήλωσε (εκ των υστέρων) για τον ασφαλιστικό νόμο Γιαννίτση (του ‘99 νομίζω, που αποσύρθηκε) πως «τραυμάτισε την σχέση του ΠΑΣΟΚ με την κοινωνία» - και απήλθε νυμφευόμενος εις Παρισίους για να την ξε-τραυματίσει. Τα παιδιά του ΕΑΜ και η γενιά του αντιδικτατορικού αγώνα έφτασαν να υπερασπίζονται την Ελλάδα της υπερφίαλης κατανάλωσης, του υδροκέφαλου κράτους, της συντεχνίας και της διαφθοράς. (Αναφερόμενος στις προκλήσεις του νέου μεταπολιτευτικού κύκλου που λέγαμε παραπάνω, μπορεί κανείς να συνοψίσει λίγο πικρόχολα πως χορτάσαμε, και όλα δυσκόλεψαν.)
Εδώ τώρα δεν μπορούμε να μην σταθούμε και στην Αριστερά, εξίσου παραζαλισμένη όπως όλοι από το κακό που μας βρήκε, και μπροστάρισσα στην σύγχυση που μαστίζει την ελληνική κοινωνία αυτή την δύσκολη ώρα. Μία Αριστερά που βρωμίζει το πηγάδι απ’ όπου όλοι ξεδιψάμε με το νερό της δημοκρατίας (με τις δηλώσεις του εκπροσώπου του ΚΚΕ περί μη σεβασμού του Συντάγματος), που καπηλεύεται μνημεία που η ιστορία και η ανθρωπότητα μας εμπιστεύτηκαν να προστατεύουμε και να σεβόμαστε βάζοντάς τα πάνω από τα δικά μας και τα τωρινά μας, και που κλωτσάει την καρδάρα απ’ όπου πίνουμε όλοι γάλα όταν δυσφημίζει τον ελληνικό τουρισμό. Πάνω απ’ όλα, την αριστερά που δεν αντιλαμβάνεται πως το «πρόβλημα» της Ελλάδας (είτε γενικευμένη φαυλότητα λέγεται αυτό, είτε έλλειμμα ανταγωνισμού) δεν είναι θέμα πέντε-δέκα καρχαριών που «τα έφαγαν» (αν και ασφαλώς υπάρχουν και αυτοί), αλλά διατρέχει οριζοντίως και καθέτως την κοινωνία. Την αριστερά που δεν αντιλαμβάνεται πως έφτασε τέλος εποχής, χρειαζόμαστε γενική αλλαγή συμπεριφοράς προκειμένου να επιβιώσουμε σαν χώρα στις νέες συνθήκες του παγκοσμιοποιημένου ανταγωνισμού. Την αριστερά που δεν αντιλαμβάνεται επίσης ότι από την προϊούσα παρακμή και περιθωριοποίηση της χώρας δεν πρόκειται να βγει κανείς ωφελημένος, και πολύ περισσότερο οι οικονομικά ασθενέστεροι. Την αριστερά που θα έπρεπε να προβάλλει διεκδικήσεις με προοπτική, όχι αδιέξοδες, και παράλληλα με αυτές να εμψυχώνει την κοινωνία, να της εμπνέει κουράγιο και την πεποίθηση ότι έχουμε τις δυνάμεις να βγούμε πέρα, όχι να ενισχύει τον τυφλό θυμό και την απελπισία. Να της εμπνεύσει, πάνω απ’ όλα, πίστη στον εαυτό της.
Θα ρωτήσει κανείς, γιατί τα βάζεις μόνο με την αριστερά, και όχι ας πούμε με τον ΛΑΟΣ ή την ΝΔ. Η ΝΔ του κ. Σαμαρά αρχίζει όντως να αναδεικνύεται σε μεγάλη απογοήτευση, αλλά με τον ΛΑΟΣ πώς να απογοητευτεί κανείς – να απογοητευτείς από την αρκούδα επειδή είναι αρκούδα; Η αριστερά όμως, της οποίες οι μεγάλες αξίες, αλλά και η ιστορία και αυτοθυσία, ενέπνεαν και συνεχίζουν να εμπνέουν ακόμα και όσους από μας δεν υπήρξαμε ποτέ ταγμένοι εκεί, ναι, νομίζω ότι αναδεικνύεται σαφώς κατώτερη των περιστάσεων και των προσδοκιών. Της αναγνωρίζουμε το μεγάλο ελαφρυντικό ότι οι συνθήκες είναι πρωτόγνωρες. Αλλά εδώ είναι που αναδεικνύονται οι πραγματικές ηγεσίες, και η αριστερά με μία κοινωνικά συνειδητοποιημενη αλλά και υπεύθυνη στάση θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να αυξήσει την επιρροή της. Και μέσα στην άναρθρη κραυγή που βγαίνει από το σύνολο της αριστεράς (με τις φωτεινές της εξαιρέσεις), χάνεται το ένα αληθινό και βασικό μήνυμα που έπρεπε να εκπέμπεται, πως δηλαδή τα μέτρα είναι άδικα και μονόπλευρα καθώς χτυπούν περισσότερο τους μισθωτούς και τους μικρομεσαίους. Το επισήμανε κατηγορηματικά και ο Κώστας Σημίτης (συνέντευξη στο ΒΗΜΑ της Κυριακής 16 Μαΐου), που η αριστερά τόσο έχει λοιδωρήσει. Το μόνο αριστερό μήνυμα με προοπτική και κατανόηση των συνθηκών είναι ότι τα μέτρα είναι μεν απαραίτητα αλλά πρέπει να συνοδευτούν και από επισταμένη, οργανωμένη προσπάθεια καταστολής της φοροδιαφυγής για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης αλλά και εισπρακτικούς, και περιστολής των δημοσίων δαπανών ώστε να έχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα. Εκεί έπρεπε (κατά την άποψή μου) να εστιάζεται η κριτική της αριστεράς.
Ζούμε δύσκολες στιγμές, οι οποίες δεν γίνονται ευκολότερες από την σύγχυση, την έλλειψη κατανόησης των συνθηκών, την άρνηση να δούμε τα πράγματα όπως έχουν χωρίς να εθελοτυφλούμε, και βέβαια τις προσωπικές στρατηγικές, το «κάνουμε όπως βρούμε» μπροστά στον κίνδυνο. Έτσι, η μεγαλύτερη ζημιά ίσως τείνει να προξενείται από τους υποκειμενικούς και όχι τους αντικειμενικούς παράγοντες. Ο παραλληλισμός εδώ είναι με το αυτοκίνητο που χάλασε και μας άφησε στο δρόμο – ο αντικειμενικός παράγοντας. Τι κάνει ο νηφάλιος άνθρωπος; Καταστρώνει ένα πρόγραμμα αντιμετώπισης (τηλέφωνο στην βοήθεια, αναδιάρθρωση του προγράμματος) ώστε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα και ελαχιστοποιήσει την συνολική ζημιά. Τι κάνει ο πανικόβλητος και συγχυσμένος; Κλωτσάει και χτυπάει το αυτοκίνητο (ή απεργεί και διαδηλώνει, αν θέλετε), μεγαλώνοντας το πρόβλημα. Εδώ, η ζημιά μεγεθύνεται από τον υποκειμενικό παράγοντα της σύγχυσης και του πανικού και την έλλειψη οργανωμένης στρατηγικής αντιμετώπισης του προβλήματος. Με το «έλλειψη οργανωμένης στρατηγικής» δεν αναφέρομαι στην κυβέρνηση που προσπαθεί όσο μπορεί (και δυό φορές ακόμα, σε μερικές περιπτώσεις), αναφέρομαι στην κοινωνία της οποίας ναι μεν ένα μεγάλο κομμάτι έχει αποδεχτεί το πρόβλημα και την λύση του, ένα άλλο όμως κομμάτι συμπεριφέρεται αυτοκαταστροφικά.
Το αλαλούμ τέλος συμπληρώνεται από τις κραυγές και τους ψιθύρους μίας κοινωνίας εν βρασμώ ψυχής. Κραυγές ισοπεδωτικής γενίκευσης από την μία μεριά ενάντια στους (θεωρούμενους) συλλήβδην διεφθαρμένους πολιτικούς (και την Βουλή), τους μεγαλο-καρχαρίες, όσους «τα φάγανε» ή τα έπιασαν, γενικά ενάντια σε ό,τι ...κινείται. Κραυγές που ενισχύονται από την χρόνια ατιμωρησία των πάντων. Κραυγές που ζητούν αίμα (μεταφορικά) μέσα από διαδικασίες «παραδειγματικής» τιμωρίας. Ψίθυροι και διαδόσεις που σκοπεύουν, και ίσως αρκούν δυστυχώς, για να κηλιδώσουν υπολήψεις. Όμως η «παραδειγματική» δικαιοσύνη δεν συνιστά δικαιοσύνη, δικαιοσύνη σημαίνει η τιμωρία να είναι αυτή που προβλέπεται, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο, βασισμένη σε αποδεικτικά στοιχεία, μέσα από αδιάβλητες διαδικασίες που προστατεύουν και το δίκαιο του κατηγορουμένου. Οι δε ψίθυροι οδηγούν σε καταστάσεις σαν αυτές των ρωμαϊκών προγραφών, όπου αρκούσε κάτι να ειπωθεί (χωρίς αποδείξεις) για κάποιον για να τελειώσει εκεί η καριέρα του και πολλές φορές και η ζωή του. Αυτές όμως είναι διαλυτικές καταστάσεις από τις οποίες δεν μένει τίποτα όρθιο, γι αυτό και θεσπίστηκε η αρχή ότι καθένας είναι αθώος μέχρις αποδείξεως του εναντίου. Μία κοινωνία που σέβεται τον εαυτό της οφείλει να σεβαστεί απόλυτα και τις δύο αυτές αρχές, ότι δεν υπάρχει «παραδειγματική δικαιοσύνη» και ότι όλα οφείλουν να αποφασίζονται μέσα από διαφανείς διαδικασίες και με αποδείξεις. Γενικά βρισκόμαστε σε μία δύσκολη συγκυρία (και όσον αφορά αυτό τον τομέα.). Υπερβολική διστακτικότητα στην διερεύνηση και απονομή δικαιοσύνης θα δώσει ώθηση στις γνωστές αμφιβολίες ότι όλα στο τέλος συγκαλύπτονται, όμως και υπερβάλλων ζήλος μπορεί να καταλήξει σε κυνήγι μαγισσών και να δυναμιτίσει την (όποια) διακομματική συναίνεση.
Και μέσα στην φασαρία χάνεται το γεγονός ότι ο ελληνικός έχει δείξει ωριμότητα, ότι έχει κατανοήσει ότι η δύσκολη θέση στην οποία έχουμε περιέλθει είναι προϊόν δικών μας συμπεριφορών και μόνο, και να δεχθεί (παρά τις αντιδράσεις) λύσεις ανήκουστες για τον δυτικό κόσμο. Ίσως (δυστυχώς) αυτές οι λύσεις να ακολουθηθούν και από άλλες χώρες. Όμως η ωριμότητα αυτή του ελληνικού λαού έπρεπε να προβάλλεται περισσότερο και διεθνώς. Και μας κάνει τελικά αισιόδοξους. Νομίζω ότι αυτήν την δύσκολη ώρα επαληθεύεται το κλισέ (δικής μου επινοήσεως) ότι ο ελληνικός λαός είναι στις καλύτερές του όταν δεν υπάρχει πλέον ελπίδα, όταν όλα τα περιθώρια έχουν πλέον εξαντληθεί. (Δυστυχώς κάνουμε ό,τι μπορούμε για να φτάνουμε σε αυτό το «σημείο μηδέν» συμπεριφερόμενοι αυτοκαταστροφικά - βλ. π.χ. εκδίωξη Σημίτη και έλευση Καραμανλή του νεότερου – έτσι, για να αποκτάει και η ζωή λίγο ενδιαφέρον.) Παρ’ όλα’ αυτά, δηλώνω αισιόδοξος. Θα βγούμε πέρα. (Ήδη, η εκτέλεση του προϋπολογισμού πάει πολύ καλά.) Στο κάτω-κάτω της γραφής, η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει! Αυτό δεν είναι σύνθημα για χαλάρωση, είναι σύνθημα για να εντείνουμε τις προσπάθειες στηριζόμενοι στην πεποίθηση ότι μας περιμένει ένα καλύτερο αύριο. Ένα αύριο που εμείς οι ίδιοι φτιάχνουμε.
Δευτέρα, σοσιαλισμός!
[Προεκλογικό σύνθημα της δεκαετίας του ‘70]
Είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια,
ο βοριάς θα τα κάνει συντρίμμια, κομμάτια.
[λαϊκό τραγούδι]
Το καράβι που ταξιδεύουμε το λένε Α/Γ ΩΝΙΑ.
[Γιώργος Σεφέρης]
«Οι παππούδες μας γνώρισαν τον εμφύλιο πόλεμο και την πείνα της δεκαετίας του ΄40. Οι γονείς μας έκτισαν τη δημοκρατία. Κι εμείς οι κακομαθημένοι νέοι Ισπανοί, παιδιά της ελευθερίας και του πλούτου, πρέπει να υψώσουμε το ηθικό μας ανάστημα για να αντιμετωπίσουμε τη μεγάλη κρίση».
Χαβιέρ Θέρκας, Ισπανός (Καταλανός) συγγραφέας
Πρόσεχε τις πένες για να έχεις λίρες
[Αγγλική παροιμία]
Ο Θεός έδωσε σε κάθε άνθρωπο ένα στόμα – και δύο χέρια.
[Παλιά παροιμία]
Δουλεύοντας συλλογικά, αποδίδουμε όλοι περισσότερο.
[Αρχιμουσικός – απόδοση κατά προσέγγιση]
Δεν μας τρομάζουν τα νέα μέτρα...
[Λουκιανός Κηλαηδόνης]
Α. ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ
Έγινε αρκετός λόγος πριν λίγο καιρό για το αν τα νέα μέτρα συμβαδίζουν με την φυσιογνωμία του ΠΑΣΟΚ που είναι (λέει) ο σοσιαλισμός. Το παρόν κείμενο έχει σαν σκοπό να συμβάλει σ’ αυτόν τον διάλογο, κατά βάση ανακυκλώνοντας (για να είμαστε και μέσα στην πράσινη ανάπτυξη!) διάφορα που έχουν γραφτεί σε αυτές τις σελίδες, αλλά και προσθέτοντας και μερικές καινούριες σκέψεις. Θα δημοσιευτεί σε τρεις συνέχειες (φίλε/η αναγνώστη/τρια, καλό κουράγιο!)
Δεν είμαι φιλόσοφος ή πολιτικός επιστήμονας για να έχω εμπεριστατωμένη άποψη για το τι είναι σοσιαλισμός. Γι αυτό θα μιλήσω απλά. (Κι ίσως και οι ειδικευμένοι θεωρητικοί να μην έχουν καταλήξει σε μονοκόμματα συμπεράσματα, αλλά τώρα με τέτοια θ’ ασχολούμαστε;) Θα έλεγα ότι το πρακτικό νόημα του σοσιαλισμού συνοψίζεται (κατ’ εμέ) στην έννοια «πλατιά ευημερία». Ευημερία, ώστε το βιοτικό επίπεδο να βελτιώνεται διαρκώς, και να είναι καλό με διεθνείς συγκρίσεις. Πλατιά, ώστε το επίπεδο αυτό ευημερίας να διαχέεται όσο το δυνατόν περισσότερο και πιο ομοιόμορφα σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Ως εδώ ίσως δεν εγείρονται πολλές αντιρρήσεις.
Αλλά: Η πλατιά αυτή ευημερία πρέπει να εδράζεται σε δύο βασικές προϋποθέσεις:
- Να είναι πραγματική και όχι επίπλαστη. Η ευημερία πρέπει να βρίσκεται μέσα στις δυνατότητες και αντοχές της οικονομίας, να συμβαδίζει με, και όχι να αντιστρατεύεται, την ισχυρή οικονομία. Αυτή η αρχή έχει μία σειρά επιπτώσεις: Η ευημερία πρέπει να είναι τέτοια που να αφήνει περιθώρια στην οικονομία να είναι διεθνώς ανταγωνιστική – αυτό σημαίνει κυρίως χαμηλό κόστος και υψηλή ποιότητα προϊόντων και υπηρεσιών. Επίσης, να βρίσκεται μέσα στα όρια που διαγράφουν οι δυνατότητές μας – αυτό σημαίνει να μην βασίζεται σε δανεικά, εσωτερικά (δημόσια ή ιδιωτικά) ή εξωτερικά (εξωτερικό έλλειμμα).
- Να έχει διάρκεια στον χρόνο, εξασφαλίζοντας βιώσιμη ανάπτυξη και ευημερία. Αυτό κυρίως σημαίνει ότι η κατανάλωση, δημόσια και ιδιωτική, δεν πρέπει να γίνεται εις βάρος της αποταμίευσης και της επένδυσης.
Από την Μεταπολίτευση και εδώ, η Ελλάδα έχει κάνει αναμφισβήτητα και σημαντικά βήματα προόδου σε όλα τα επίπεδα, πολιτικής, κοινωνικής, και υλικής. Όμως, έχοντας πλέον μπει στον δεύτερο μεταπολιτευτικό κύκλο, μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι νέες προκλήσεις έχουν αναφυεί που θέτουν υπό πίεση ή ακόμα και υπό αίρεση πολλές από αυτές τις κατακτήσεις. Ειδικότερα στον τομέα της υλικής προόδου, με την κρίση στα δημόσια οικονομικά, με την ύφεση, με τα εξωτερικά ελλείμματα, την αποβιομηχάνιση, την έλλειψη επενδύσεων και φυγή δραστηριοτήτων προς Βαλκάνια και αλλού, με την γενιά των 700 ευρώ (και αν) προ των πυλών, με το μέλλον των νέων γενεών τόσο υποθηκευμένο καθώς θα κληθούν να αποπληρώσουν τα χρέη και τους τόκους των σημερινών, με την ακρίβεια και την πίεση που υφίσταντο οι μεσαίες τάξεις ακόμα και πριν τα πρόσφατα μέτρα, με την προϊούσα ανισοκατανομή του εισοδήματος και την νέα φτώχεια, βλέπουμε πόσο σαθρά ήταν τα θεμέλια της μεταπολιτευτικής ευημερίας. Τα δύο παραπάνω κριτήρια σε μεγάλο βαθμό δεν ικανοποιούνται, κάνοντας την ευημερία να φαντάζει επίπλαστη, και το πισωγύρισμα να φαίνεται σαν πιθανό (το πιθανότερο;) σενάριο. Ο σοσιαλισμός που επικαλέστηκαν κάποιοι στην Βουλή φαντάζει σαν πικρόχολο αστείο.
Η ελληνική κοινωνία και η ευρύτερη ηγεσία της δεν αντιλήφθηκαν ότι η ατζέντα της μεταπολίτευσης βαθμιαία άλλαζε – «ανεπαισθήτως» όπως λέει και ο ποιητής. Νέα ζητήματα προστέθηκαν πλάι στα παλιά: Θεσμικός αλλά και κοινωνικός εκσυγχρονισμός, παραγωγική αναδιάρθρωση, προστασία του περιβάλλοντος, ριζική ανακαίνιση του κράτους, διαχείριση της παγκοσμιοποίησης και της μετανάστευσης. ‘Ετσι, μείναμε πίσω σε όλα αυτά και άλλα, όπως πολύ περιεκτικά τα απαρίθμησε η Ελίζα Παπαδάκη στα ΝΕΑ της 24/3. Σαν επιστέγασμα όλων των παραπάνω, της αναιμικής οικονομίας που πιέζει το κράτος να λύσει όλα της τα προβλήματα, και της φαυλότητας σε όλες της τις εκφάνσεις, έρχεται η κακή κατάσταση των δημοσιονομικών. Το συσσωρευμένο χρέος αποτελεί πολλαπλή αστοχία: Διότι θέτει σε κίνδυνο την βιωσιμότητα τους κράτους και ευρύτερα του οικονομικού συστήματος, γιατί αποστερεί την οικονομία από παραγωγικούς πόρους που θα έπρεπε να πηγαίνουν σε επενδύσεις, γιατί βάζει θηλιά στις μελλοντικές γενιές, γιατί σπαταλάει τους πόρους της χώρας σε τόκους, γιατί αποτελεί όχημα για μεγαλύτερη ανισοκατανομή του πλούτου καθώς οι (ήδη πλούσιοι επενδυτές σε αυτό) εισπράττουν επιπλέον τόκους.
Ειδικά τα τελευταία χρόνια φαίνεται να έγινε ένα τεράστιο βήμα προς τα πίσω, το οποίο εγείρει ανάλογης σημασίας ερωτήματα. Γιατί η ελληνική κοινωνία επέλεξε να την διοικήσει τα προηγούμενα πεντέμισυ χρόνια κάποιος του οποίου το μόνο αποδεδειγμένο προσόν ήταν οι ρητορικές κορώνες εναντίον της διαφθοράς μεταξύ τυρού και τζατζικίου (που έχει αντικαταστήσει το αχλάδι στα ψητοπωλεία); Υπάρχει βέβαια η απάντηση ότι ο ελληνικός λαός εξαπατήθηκε, ότι άλλο ψήφισε το 2004 (τους σταυροφόρους εναντίον της διαφθοράς) και άλλο του βγήκε (οι σταυροφόροι της διαφθοράς). Ϊσως υπάρχει δόση αλήθειας σε αυτό, όμως δεν μου φαίνεται πειστική σαν εξήγηση, δεν νομίζω ότι πάει αρκετά βαθιά στο πρόβλημα – μου φαίνεται πιο φυσικό να υποστηρίξω ότι η ελληνική κοινωνία αφέθηκε (κυρίως) να εξαπατηθεί. Έτσι, ο ερώτημα παραμένει – γιατί εκδιώχθηκε ο ένας άνθρωπος (Κώστας Σημίτης) που πιστεύω πάσχισε πραγματικά για την χώρα, για να έρθει κάποιος αν μη τι άλλο τελείως αδοκίμαστος. Ομολογώ ότι αυτό αποτέλεσε για μένα ένα βασανιστικό ερώτημα επί αρκετό καιρό. Ώσπου κατέληξα σε ένα ερμηνευτικό σχήμα το οποίο προτείνω: Μία εκλογική αλλαγή γίνεται στην βάση δύο γενικά αλλαγών/επιλογών, ιδεολογικής επιλογής και επιλογής ομάδας - οι «απ’ έξω» κάποια στιγμή συνασπίζονται γύρω από τον εναλλακτικό πόλο με την ελπίδα κάποια στιγμή να έρθουν στα πράγματα και να φάνε από την πίτα της εξουσίας. Κάπως κυνική η άποψη, αλλά και η άποξη ότι οι πολίτες διαλέγουν με μόνο αγνά ιδεολογικά κίνητρα φαίνεται πολύ ωραιοπημένη ή και αφελής. Η δημοκρατία έχει αυτές τις ατέλειες, αυτά είναι γνωστά πράγματα. (Σαν είδος «σοβαρού καλαμπουριού», δεν μπορώ να μην αναφέρω το παράδειγμα μίας ομάδας πιθήκων σε κάποιο υψίπεδο της Αφρικής – ξεχνάω όνομα. Για κάποιους λόγους που σχετίζονται με την εξέλιξη της ομάδας, ο γερότερος αρσενικός έχει στην διάθεσή του όλες τις θηλυκές της ομάδας. Οι άλλοι αρσενικοί, γιοκ. Καθώς περνάει ο καιρός, οι «απ’ έξω» συνασπίζονται εναντίον του κυρίαρχου αρσενικού. Ο τελευταίος αποκρούει τις επιβουλές εναντίον του όσο αντέχει, όσο βρίσκεται στην ακμή της δύναμής του, αλλά κάποια στιγμή αδήριτα χάνει. Ο αρχηγός των «ατάκτων» παίρνει αυτός την εξουσία. Αρχικά επιτρέπει πλήρη ελευθερία σε όλους τους άλλους αρσενικούς, μερτικό δηλαδή από την εξουσία, αλλά με τον καιρό επανέρχεται το καθεστώς της πλήρους μονοκρατορίας. Και ούτω καθ’ εξής. Η εξελικτική βιολογία προσφέρει πολλά παραδείγματα που μπορούν να συμβάλλουν στην κατανόηση της συμπεριφοράς του ανθρώπινου ζώου, γι αυτό και μελετάται προσεκτικά από τις άλλες κοινωνικές επιστήμες. Στην παραπάνω περίπτωση, αυτή η συμπεριφορά συμβάλλει ώστε μόνο τα γονίδια του ισχυρότερου αρσενικού να διαιωνίζονται, και αυτό συμβάλλει με την σειρά του στην ισχυροποίηση της ομάδας. Δεν σας θυμίζει όμως κάτι και από τον εκλογικό ανταγωνισμό στις ανθρώπινες κοινωνίες;). Η θέση μου εδώ είναι η εξής: Στην περίπτωση του 2004, πέρα από τις (όποιες) ιδεολογικές διαφορές και τις κομματικές ομαδοποιήσεις, έπαιξε ρόλο και ένας τρίτος παράγοντας, δηλαδή ο Κώστας Σημίτης και οι συν αυτώ καλούσαν την Ελλάδα να αλλάξει για να προχωρήσει, αλλά έβρισκαν αντιδράσεις. Όσοι δεν ήθελαν να αλλάξουν συνασπίσθηκαν εναντίον του υπό το πρόσχημα της πολιτικής αλλαγής, αυτή είναι η πικρή αλήθεια (κατά την άποψή μου). Δεν ήταν μόνο η ιδεολογική ούτε η συνηθισμένη ποδοσφαιρικού τύπου αντιπαράθεση (Πράσινοι-Βένετοι, Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός) μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, αλλά οι επικείμενες αλλαγές σφυρηλάτησαν τους δεσμούς μεταξύ αυτών που αντιδρούσαν.
Στην μέση δε όσων ήθελαν να προχωρήσουν στον εκσυγχρονισμό της χώρας και όσων αντιστάθηκαν, μοιραίο και άβουλο, το «βαθέον ΠΑΣΟΚ» (ή μήπως αβυσσαλέον;) στάθηκε ανίκανο να συλλάβει το στίγμα των καιρών (ή μήπως είχε βολευτεί κιόλας;), υπονόμευσε τις κυβερνήσεις Σημίτη, και έτσι φέρει έμμεσα ευθύνη για την σημερινή κατάσταση. Ο Σημίτης «μετράει» επιτυχίες (ΟΝΕ, Κύπρος στην Ευρώπη, εξάρθρωση της 17Ν, μεγάλα έργα, Ολυμπιακοί) η καθεμία των οποίων από μόνη της θα καθιέρωνε έναν πρωθυπουργό. Σιγά-σιγά δε, αν αφηνόταν, θα προχωρούσε και ασφαλιστικό, αναδιοργάνωση του κράτους, κλπ, που εγκαίρως θα απέτρεπαν τον σημερινό εφιάλτη. Δεν λογάριασε όμως τους ακούραστους θεματοφύλακες του σοσιαλισμού τύπου Άκη Τσοχατζόπουλου, ο οποίος δήλωσε (εκ των υστέρων) για τον ασφαλιστικό νόμο Γιαννίτση (του ‘99 νομίζω, που αποσύρθηκε) πως «τραυμάτισε την σχέση του ΠΑΣΟΚ με την κοινωνία» - και απήλθε νυμφευόμενος εις Παρισίους για να την ξε-τραυματίσει. Τα παιδιά του ΕΑΜ και η γενιά του αντιδικτατορικού αγώνα έφτασαν να υπερασπίζονται την Ελλάδα της υπερφίαλης κατανάλωσης, του υδροκέφαλου κράτους, της συντεχνίας και της διαφθοράς. (Αναφερόμενος στις προκλήσεις του νέου μεταπολιτευτικού κύκλου που λέγαμε παραπάνω, μπορεί κανείς να συνοψίσει λίγο πικρόχολα πως χορτάσαμε, και όλα δυσκόλεψαν.)
Εδώ τώρα δεν μπορούμε να μην σταθούμε και στην Αριστερά, εξίσου παραζαλισμένη όπως όλοι από το κακό που μας βρήκε, και μπροστάρισσα στην σύγχυση που μαστίζει την ελληνική κοινωνία αυτή την δύσκολη ώρα. Μία Αριστερά που βρωμίζει το πηγάδι απ’ όπου όλοι ξεδιψάμε με το νερό της δημοκρατίας (με τις δηλώσεις του εκπροσώπου του ΚΚΕ περί μη σεβασμού του Συντάγματος), που καπηλεύεται μνημεία που η ιστορία και η ανθρωπότητα μας εμπιστεύτηκαν να προστατεύουμε και να σεβόμαστε βάζοντάς τα πάνω από τα δικά μας και τα τωρινά μας, και που κλωτσάει την καρδάρα απ’ όπου πίνουμε όλοι γάλα όταν δυσφημίζει τον ελληνικό τουρισμό. Πάνω απ’ όλα, την αριστερά που δεν αντιλαμβάνεται πως το «πρόβλημα» της Ελλάδας (είτε γενικευμένη φαυλότητα λέγεται αυτό, είτε έλλειμμα ανταγωνισμού) δεν είναι θέμα πέντε-δέκα καρχαριών που «τα έφαγαν» (αν και ασφαλώς υπάρχουν και αυτοί), αλλά διατρέχει οριζοντίως και καθέτως την κοινωνία. Την αριστερά που δεν αντιλαμβάνεται πως έφτασε τέλος εποχής, χρειαζόμαστε γενική αλλαγή συμπεριφοράς προκειμένου να επιβιώσουμε σαν χώρα στις νέες συνθήκες του παγκοσμιοποιημένου ανταγωνισμού. Την αριστερά που δεν αντιλαμβάνεται επίσης ότι από την προϊούσα παρακμή και περιθωριοποίηση της χώρας δεν πρόκειται να βγει κανείς ωφελημένος, και πολύ περισσότερο οι οικονομικά ασθενέστεροι. Την αριστερά που θα έπρεπε να προβάλλει διεκδικήσεις με προοπτική, όχι αδιέξοδες, και παράλληλα με αυτές να εμψυχώνει την κοινωνία, να της εμπνέει κουράγιο και την πεποίθηση ότι έχουμε τις δυνάμεις να βγούμε πέρα, όχι να ενισχύει τον τυφλό θυμό και την απελπισία. Να της εμπνεύσει, πάνω απ’ όλα, πίστη στον εαυτό της.
Θα ρωτήσει κανείς, γιατί τα βάζεις μόνο με την αριστερά, και όχι ας πούμε με τον ΛΑΟΣ ή την ΝΔ. Η ΝΔ του κ. Σαμαρά αρχίζει όντως να αναδεικνύεται σε μεγάλη απογοήτευση, αλλά με τον ΛΑΟΣ πώς να απογοητευτεί κανείς – να απογοητευτείς από την αρκούδα επειδή είναι αρκούδα; Η αριστερά όμως, της οποίες οι μεγάλες αξίες, αλλά και η ιστορία και αυτοθυσία, ενέπνεαν και συνεχίζουν να εμπνέουν ακόμα και όσους από μας δεν υπήρξαμε ποτέ ταγμένοι εκεί, ναι, νομίζω ότι αναδεικνύεται σαφώς κατώτερη των περιστάσεων και των προσδοκιών. Της αναγνωρίζουμε το μεγάλο ελαφρυντικό ότι οι συνθήκες είναι πρωτόγνωρες. Αλλά εδώ είναι που αναδεικνύονται οι πραγματικές ηγεσίες, και η αριστερά με μία κοινωνικά συνειδητοποιημενη αλλά και υπεύθυνη στάση θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να αυξήσει την επιρροή της. Και μέσα στην άναρθρη κραυγή που βγαίνει από το σύνολο της αριστεράς (με τις φωτεινές της εξαιρέσεις), χάνεται το ένα αληθινό και βασικό μήνυμα που έπρεπε να εκπέμπεται, πως δηλαδή τα μέτρα είναι άδικα και μονόπλευρα καθώς χτυπούν περισσότερο τους μισθωτούς και τους μικρομεσαίους. Το επισήμανε κατηγορηματικά και ο Κώστας Σημίτης (συνέντευξη στο ΒΗΜΑ της Κυριακής 16 Μαΐου), που η αριστερά τόσο έχει λοιδωρήσει. Το μόνο αριστερό μήνυμα με προοπτική και κατανόηση των συνθηκών είναι ότι τα μέτρα είναι μεν απαραίτητα αλλά πρέπει να συνοδευτούν και από επισταμένη, οργανωμένη προσπάθεια καταστολής της φοροδιαφυγής για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης αλλά και εισπρακτικούς, και περιστολής των δημοσίων δαπανών ώστε να έχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα. Εκεί έπρεπε (κατά την άποψή μου) να εστιάζεται η κριτική της αριστεράς.
Ζούμε δύσκολες στιγμές, οι οποίες δεν γίνονται ευκολότερες από την σύγχυση, την έλλειψη κατανόησης των συνθηκών, την άρνηση να δούμε τα πράγματα όπως έχουν χωρίς να εθελοτυφλούμε, και βέβαια τις προσωπικές στρατηγικές, το «κάνουμε όπως βρούμε» μπροστά στον κίνδυνο. Έτσι, η μεγαλύτερη ζημιά ίσως τείνει να προξενείται από τους υποκειμενικούς και όχι τους αντικειμενικούς παράγοντες. Ο παραλληλισμός εδώ είναι με το αυτοκίνητο που χάλασε και μας άφησε στο δρόμο – ο αντικειμενικός παράγοντας. Τι κάνει ο νηφάλιος άνθρωπος; Καταστρώνει ένα πρόγραμμα αντιμετώπισης (τηλέφωνο στην βοήθεια, αναδιάρθρωση του προγράμματος) ώστε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα και ελαχιστοποιήσει την συνολική ζημιά. Τι κάνει ο πανικόβλητος και συγχυσμένος; Κλωτσάει και χτυπάει το αυτοκίνητο (ή απεργεί και διαδηλώνει, αν θέλετε), μεγαλώνοντας το πρόβλημα. Εδώ, η ζημιά μεγεθύνεται από τον υποκειμενικό παράγοντα της σύγχυσης και του πανικού και την έλλειψη οργανωμένης στρατηγικής αντιμετώπισης του προβλήματος. Με το «έλλειψη οργανωμένης στρατηγικής» δεν αναφέρομαι στην κυβέρνηση που προσπαθεί όσο μπορεί (και δυό φορές ακόμα, σε μερικές περιπτώσεις), αναφέρομαι στην κοινωνία της οποίας ναι μεν ένα μεγάλο κομμάτι έχει αποδεχτεί το πρόβλημα και την λύση του, ένα άλλο όμως κομμάτι συμπεριφέρεται αυτοκαταστροφικά.
Το αλαλούμ τέλος συμπληρώνεται από τις κραυγές και τους ψιθύρους μίας κοινωνίας εν βρασμώ ψυχής. Κραυγές ισοπεδωτικής γενίκευσης από την μία μεριά ενάντια στους (θεωρούμενους) συλλήβδην διεφθαρμένους πολιτικούς (και την Βουλή), τους μεγαλο-καρχαρίες, όσους «τα φάγανε» ή τα έπιασαν, γενικά ενάντια σε ό,τι ...κινείται. Κραυγές που ενισχύονται από την χρόνια ατιμωρησία των πάντων. Κραυγές που ζητούν αίμα (μεταφορικά) μέσα από διαδικασίες «παραδειγματικής» τιμωρίας. Ψίθυροι και διαδόσεις που σκοπεύουν, και ίσως αρκούν δυστυχώς, για να κηλιδώσουν υπολήψεις. Όμως η «παραδειγματική» δικαιοσύνη δεν συνιστά δικαιοσύνη, δικαιοσύνη σημαίνει η τιμωρία να είναι αυτή που προβλέπεται, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο, βασισμένη σε αποδεικτικά στοιχεία, μέσα από αδιάβλητες διαδικασίες που προστατεύουν και το δίκαιο του κατηγορουμένου. Οι δε ψίθυροι οδηγούν σε καταστάσεις σαν αυτές των ρωμαϊκών προγραφών, όπου αρκούσε κάτι να ειπωθεί (χωρίς αποδείξεις) για κάποιον για να τελειώσει εκεί η καριέρα του και πολλές φορές και η ζωή του. Αυτές όμως είναι διαλυτικές καταστάσεις από τις οποίες δεν μένει τίποτα όρθιο, γι αυτό και θεσπίστηκε η αρχή ότι καθένας είναι αθώος μέχρις αποδείξεως του εναντίου. Μία κοινωνία που σέβεται τον εαυτό της οφείλει να σεβαστεί απόλυτα και τις δύο αυτές αρχές, ότι δεν υπάρχει «παραδειγματική δικαιοσύνη» και ότι όλα οφείλουν να αποφασίζονται μέσα από διαφανείς διαδικασίες και με αποδείξεις. Γενικά βρισκόμαστε σε μία δύσκολη συγκυρία (και όσον αφορά αυτό τον τομέα.). Υπερβολική διστακτικότητα στην διερεύνηση και απονομή δικαιοσύνης θα δώσει ώθηση στις γνωστές αμφιβολίες ότι όλα στο τέλος συγκαλύπτονται, όμως και υπερβάλλων ζήλος μπορεί να καταλήξει σε κυνήγι μαγισσών και να δυναμιτίσει την (όποια) διακομματική συναίνεση.
Και μέσα στην φασαρία χάνεται το γεγονός ότι ο ελληνικός έχει δείξει ωριμότητα, ότι έχει κατανοήσει ότι η δύσκολη θέση στην οποία έχουμε περιέλθει είναι προϊόν δικών μας συμπεριφορών και μόνο, και να δεχθεί (παρά τις αντιδράσεις) λύσεις ανήκουστες για τον δυτικό κόσμο. Ίσως (δυστυχώς) αυτές οι λύσεις να ακολουθηθούν και από άλλες χώρες. Όμως η ωριμότητα αυτή του ελληνικού λαού έπρεπε να προβάλλεται περισσότερο και διεθνώς. Και μας κάνει τελικά αισιόδοξους. Νομίζω ότι αυτήν την δύσκολη ώρα επαληθεύεται το κλισέ (δικής μου επινοήσεως) ότι ο ελληνικός λαός είναι στις καλύτερές του όταν δεν υπάρχει πλέον ελπίδα, όταν όλα τα περιθώρια έχουν πλέον εξαντληθεί. (Δυστυχώς κάνουμε ό,τι μπορούμε για να φτάνουμε σε αυτό το «σημείο μηδέν» συμπεριφερόμενοι αυτοκαταστροφικά - βλ. π.χ. εκδίωξη Σημίτη και έλευση Καραμανλή του νεότερου – έτσι, για να αποκτάει και η ζωή λίγο ενδιαφέρον.) Παρ’ όλα’ αυτά, δηλώνω αισιόδοξος. Θα βγούμε πέρα. (Ήδη, η εκτέλεση του προϋπολογισμού πάει πολύ καλά.) Στο κάτω-κάτω της γραφής, η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει! Αυτό δεν είναι σύνθημα για χαλάρωση, είναι σύνθημα για να εντείνουμε τις προσπάθειες στηριζόμενοι στην πεποίθηση ότι μας περιμένει ένα καλύτερο αύριο. Ένα αύριο που εμείς οι ίδιοι φτιάχνουμε.
Subscribe to:
Posts (Atom)