Ο ξάδερφός μου ο Νίκος (ψευδώνυμο) μένει σε αγροτο-τουριστική παραλιακή περιοχή περίπου 1.30’ από την Αθήνα. Τόσο κοντά κι όμως τόσο μακριά – για να χρησιμοποιήσουμε την στερεότυπη έκφραση. Ο Νίκος κι η γυναίκα του είναι εκπαιδευτικοί της Μέσης Εκπαίδευσης. Ο Νίκος διατηρεί φροντιστήριο ενώ η σύζυγος περιμένει διορισμό ως αναπληρώτρια για τρίτη συνεχή χρονιά. Ο Νίκος ασχολείται και με τα κτήματα που του άφησε ο πατέρας του. Και οι δύο κάνουν αγώνα για να μεγαλώσουν την ωραία τους οικογένεια και τα τρία τους παιδιά, έχοντας βέβαια κατακτήσει ένα αρκετά καλό επίπεδο ζωής.
Τα πράγματα τελευταία έχουν δυσκολέψει αρκετά. Η ακρίβεια δαγκώνει, όπως παντού, η ύφεση έχει αρχίσει να φαίνεται, ενώ στην αγροτική τους κατά βάση περιοχή είναι ορατά και τα αποτελέσματα της γενικότερης δυσπραγίας του αγροτικού κόσμου τα τελευταία χρόνια. Ο Νίκος μου αφηγείται ιστορίες του τύπου, όταν πουλήσω τα πορτοκάλια θα σε πληρώσω και σένα, πληρωμές που έρχονται όταν και όποτε έρχονται, ενώ υπολογίζει ότι το ένα τρίτο των διδάκτρων του φροντιστηρίου δεν θα τα εισπράξει ποτέ. Τα πορτοκάλια του πουλιούνται προς δεκαοκτώ (αριθμητικά: 18) λεπτά το κιλό – τέτοια κέρματα δεν νομίζω ότι έχει κανείς μας στην τσέπη του – και το χωράφι του (που κάποτε ήταν η βάση ενός αγροτικού εισοδήματος) του αποφέρει 1,500-2,000 ευρώ ετήσια με αποκλειστικά προσωπική του εργασία (αν ήταν να βάζει εργάτες δεν θα έβγαινε). Κάποτε στην περιοχή λειτουργούσε εργοστάσιο χυμοποίησης των πορτοκαλιών, που τώρα έχει κλείσει (μειώνοντας ασφαλώς την ζήτηση για το προϊόν).
Η περιοχή τους γνωρίζει ανθηρή οικιστική ανάπτυξη λόγω θάλασσας και γειτνίασης με την Αθήνα και άλλα αστικά κέντρα (η ανάπτυξη αυτή γίνεται εις βάρος των αγροτικών κλήρων που καθίστανται ούτως ή άλλως προβληματικοί). Αλλά η ανάπτυξη είναι «έτσι, χωρίς πρόγραμμα» (όπως παντού δηλαδή). Οι δρόμοι είναι στενοί, υπερτοπικοί δρόμοι μεγάλης κίνησης περνούν μέσα από τα χωριά και τους παραθεριστικούς οικισμούς (νταλίκες και ποδήλατα πλάι-πλάι), ανεξέλεγκτη ηχορύπανση. Στα προβλήματα αυτά έχει προστεθεί πλέον και η έλλειψη νερού, το οποίο αφού μειώθηκε για αγροτική χρήση, τώρα πλέον δεν επαρκεί ούτε καν για οικιακή (και είναι υφάλμυρο).
Ο Νίκος έχει παράπονα, νιώθει αβοήθητος από το κράτος, ξεχασμένος από πολιτικούς και ντόπιους παράγοντες που μοίρασαν κούφιες υποσχέσεις. Η γυναίκα του απορρίφθηκε στην αίτησή της για θέση μόνιμης καθηγήτριας, και πρέπει να τρέχει ώρες με το αυτοκίνητο για να πάει στο σχολείο, όταν βέβαια την ειδοποιήσουν, όποτε την πληρώσουν, και χωρίς καλοκαιρινό μισθό. Όλοι ξέρουμε τις δυσκολίες του να μεγαλώσεις ένα παιδί – το να μεγαλώνεις τρία στην σύγχρονη Ελλάδα είναι νομίζω άθλος. Εάν θέλουμε να ενισχύσουμε με ρεαλιστικούς όρους την δημογραφία της χώρας, οι τρίτεκνοι πρέπει νομίζω να λάβουν αποφασιστική στήριξη, όχι αποσπασματικά με δωρεάν εισιτήρια κλπ, αλλά με στήριξη που κάνει την διαφορά, π.χ. με διορισμό σε αυτήν την περίπτωση. Η σύζυγος παλιότερα εκλήθη να καταλάβει θέση στο Δημόσιο αλλά δεν πήγε – αν είχε πάει θα είχε πάρει συνολικά 3Χ2=6 χρόνια άδεια μητρότητας. Αυτά το Δημόσιο τα έσωσε σ’ αυτήν την περίπτωση. Όλα αυτά, και μαζί η κοινή λογική και ηθική, θα επέβαλλαν τον διορισμό αυτής της μητέρας σε μόνιμη θέση από την οποία θα μπορούσε να βρίσκεται και σχετικά κοντά στην οικογένειά της (όχι να λείπει από το σπίτι της 10 ώρες ημερησίως). Βέβαια, τα ξαδέρφια έχουν χορτάσει από τέτοιου τύπου υποσχέσεις...
Ας μην ξεχνάμε το βασικό, ότι ο Νίκος και η οικογένειά του εξακολουθούν να διατηρούν ένα επίπεδο ζωής που πολλές ελληνικές οικογένειες θα θεωρούσαν τουλάχιστον αξιοπρεπές, μάλλον αρκετά καλό – για να μην μιλήσουμε βέβαια για δισεκατομμύρια άλλων ανθρώπινων υπάρξεων πάνω στον πλανήτη μας που ούτε να ονειρευτούν δεν μπορούν τέτοια ζωή. Από την άλλη μεριά, αναμφισβήτητα βρίσκεται υπό πίεση και δυσκολία – δείγμα τυπικό της ελληνικής μεσαίας τάξης που βλέπει πως δύσκολα πλέον διατηρείται ένα επίπεδο ζωής που μέχρι προ τινός εθεωρείτο κεκτημένο. Στην παθογένεια της οικονομίας προστίθενται και οι πολλαπλές παθογένειες του πολιτικού εποικοδομήματος που εμποδίζουν την λήψη αποφάσεων (ανίκανη διακυβέρνηση, συντεχνιακές μειοψηφίες, συγκρουσιακός ανταγωνισμός των κομμάτων που εμποδίζει την συναίνεση, κλπ – δες σχετικά το Σχέδιο Νέας Διακήρυξης του Σεπτέμβρη). Η ελληνική κοινωνία και η ηγεσία της, με προεξάρχοντα το ΠΑΣΟΚ, επιβάλλεται να σκεφθεί τους λόγους για τους οποίους το επίπεδο ζωής για τους πολλούς βρίσκεται υπό πίεση, και να «χαράξει πορεία». Δεν θα επεκταθούμε πολύ εδώ, καθώς σχετικές αναλύσεις έχουν καταχωρηθεί αλλού (π.χ., στο σημείωμα για την ανταγωνιστικότητα) – επίσης, η πορεία πρέπει να χαραχθεί σε συνεργασία και συνεννόηση με την κοινωνία, μέσα από μία «κινηματικού τύπου» λογική (δες επίσης σχετική καταχώρηση).
Το παράδειγμα του ξάδερφου Νίκου που αναφέρεται εδώ τονίζει κάποιες όψεις της καθημερινότητας της μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων και επιβάλλει κάποιες προτεραιότητες. Πρώτον, η οικονομική πρόοδος δεν αγγίζει μεγάλο μέρος, ίσως την πλειοψηφία, της ελληνικής κοινωνίας. Η οικονομία μπορεί να τρέχει με 3% ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης, όμως μεγάλα στρώματα νιώθουν τα πραγματικά τους εισοδήματα να συρρικνώνονται από την ακρίβεια και την «καθισμένη» αγορά. Ανάμεσά τους βέβαια, πιο πιεσμένοι νιώθουν πολλοί αγρότες. Επιβάλλεται λοιπόν η κατά το δυνατόν σταθεροποίηση της οικονομίας, ώστε να αποφεύγεται η αβεβαιότητα. Επίσης επιβάλλεται η ελάφρυνση των ασθενέστερων εισοδηματικά με την επιβολή (πιο) προοδευτικής φορολογίας. Δεύτερη έρχεται η ανάπτυξη, η σε βάθος χρόνου μεθοδική και συστηματική προσπάθεια ώστε να διασφαλίζεται και όσο το δυνατό βελτιώνεται το επίπεδο ζωής. Εδώ η έμφαση πρέπει να είναι στην παραγωγή και την εξωστρέφεια. Πρέπει να μας προβληματίζει το ότι η γεωργία υποχωρεί ραγδαία προς όφελος της οικιστικής ανάπτυξης (αν και σε κάποιο βαθμό ασφαλώς αυτό είναι αναπόφευκτο). Πρέπει επίσης να μας προβληματίζει γιατί μια καλή πρώτη ύλη (όπως τα πορτοκάλια του ξαδέρφου) δεν μπορεί να βρει το δρόμο προς τις αγορές με λογική τιμή. Και γιατί το εργοστάσιο εξαγώγιμου φυσικού χυμού έκλεισε, ενώ οι διεθνείς αγορές κατακλύζονται από χυμούς κάθε προελεύσεως. Ρεαλιστική έμφαση στην παραγωγή, όχι την οικοδομή, τα ακίνητα, ή την κατανάλωση, με προσανατολισμό τις διεθνείς αγορές, αυτά τα χαρακτηριστικά (το ξαναλέμε) πρέπει να ενισχυθούν. Ας προστεθεί το ότι ο υπερβολικός προσανατολισμός της χώρας στις υπηρεσίες δεν βοηθάει, γιατί δεν υπακούει στις παραπάνω αρχές.
Εδώ συγκαταλέγεται και η παραπαιδεία και τα φροντιστήρια – μοναδική στον κόσμο ελληνική ιδιαιτερότητα (έχω ακούσει ότι η Ιαπωνία έχει κάτι ανάλογο και το μεταφέρω με επιφύλαξη, αλλά αλλού δεν πρέπει να υπάρχει τίποτα τέτοιο). Ο τομέας αυτός ασφαλώς συμπληρώνει την εκπαίδευση των νέων και επιπλέον δίνει εργασία και εισόδημα σε πολλές οικογένειες. Από την άλλη όμως είναι δύσκολο να αποκρυβεί το μεγάλο κόστος που αυτή η διαδικασία επιβάλλει στις οικογένειες, και σε τελική ανάλυση το γεγονός ότι η παραπαιδεία ντουμπλάρει ουσιαστικά το σχολείο, απασχολεί έξτρα πόρους για να γίνει ουσιαστικά η ίδια δουλειά που κάνει το σχολείο. Επίσης, η υπηρεσία αυτή δεν είναι εξαγώγιμη. Αυτά βέβαια λέγονται με κάθε σεβασμό προς την σκληρή δουλειά και τον υψηλό επαγγελματισμό που επιδεικνύει η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων σε φροντιστήρια και ιδιαίτερα μαθήματα. Ούτε και πρόκειται βεβαίως να καταργηθούν τα φροντιστήρια με ένα διάταγμα. Όμως σε βάθος χρόνου, η κοινωνία πρέπει να αναζητήσει τρόπους να διαθέσει πιο παραγωγικά (για το σύνολο) τους διαθέσιμούς της ανθρώπινους πόρους. Αυτό κατά πάσα πιθανότητα γίνεται μόνο με την αύξηση των θέσεων στα πανεπιστήμια, με την ίδρυση (ΙΣΩΣ) ιδιωτικών, ώστε να ικανοποιείται η ζήτηση χωρίς οι νέοι να καταφεύγουν σε προσπάθεια πρόσθετη του σχολείου. Επίσης, το σχολείο πρέπει κατά την γνώμη του γράφοντος να προσανατολιστεί την τελευταία (εξεταστική) χρονιά σε αποκλειστικά προ-πανεπιστημιακού τύπου παιδεία – να κατοχυρώσει δηλαδή θεσμικά αυτό που στην ουσία γίνεται στην πράξη εδώ και πολλά χρόνια. Οι απελευθερωνόμενοι εκπαιδευτικοί από την ιδιωτική παιδεία πρέπει να έχουν ευκαρία απασχόλησης στον δημόσιο τομέα.
Τρίτο, πρέπει να βελτιωθεί η υποδομή της χώρας – συγκοινωνιακή, τηλεπικοινωνιακή, διαχείρισης υδάτινων πόρων, περιβάλλοντος γενικά. Αυτό πρέπει να τεθεί σαν ένας αναβαθμισμένος και συστηματικός στόχος. Τέταρτο, πρέπει να γίνουν ουσιαστικότερες προσπάθειες για να ενισχυθεί η δημογραφία της χώρας – αποφασιστικές και συντονισμένες, κατά τα όσα περιγράφηκαν πιο πάνω. Τέλος, οι παθογένειες του πολιτικού συστήματος πρέπει να αντιμετωπιστούν, ώστε η χώρα να μπορεί να αποφασίζει και θέτει σε εφαρμογή τις λύσεις που είναι προς το συλλογικό συμφέρον, χωρίς να κωλύεται από τις επί μέρους μικρο-επιδιώξεις και συντεχνιακά συμφέροντα.
Ας το ξαναπούμε: Είμαστε σε αρκετά καλή θέση, έτσι που πανικός η αίσθημα να κρίσης (όπως λέω και αλλού) να μην είναι δικαιολογημένο. Από την άλλη μεριά, δεν δικαιολογείται ούτε συναίσθημα εφησυχασμού – αν θέλουμε να εγγυηθούμε την πρόοδο και ευημερία σε βάθος χρόνου.
Wednesday, 27 August 2008
ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΣΤΗΝ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΑΘΗΝΑ
Προχτές βράδι, 25/8, παρακολούθησα παράσταση των Ορνίθων του Αριστοφάνη από το Θέατρο Τέχνης στο Θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη» στον Υμηττό. Η σκηνοθεσία ήταν η αρχική του αείμνηστου Κάρολου Κουν και η παράσταση, απ’ όσο μπορώ να κρίνω, υπέροχη. Τέλειο πάντρεμα του κειμένου με στοιχεία λαϊκής παράδοσης, σύγχρονης κουλτούρας, και με αναφορές στην καθημερινότητα. Έξοχος θίασος. Δηλαδή μια λαϊκή, «γήινη» παράσταση – ακριβώς μέσα νομίζω στον χαρακτήρα του αριστοφανικού κειμένου. Το κείμενο είναι επίσης ωραίο, δηκτικό, σαρκαστικό, ουτοπικά οραματικό (τα πουλιά φτιάχνουν μία αιθέρια τέλεια κοινωνία) και αξίζει να εντρυφήσει κανείς σε αυτό και μετά την παράσταση.
Δεν μπορεί όμως να μην σημειώσει κανείς και κάποια πλην στην όλη βραδιά από οργανωτική άποψη. Το βασικό είναι ότι το θέατρο είναι τελείως ανεπαρκές. Πρώτον, ακουστικά: Καθόμουν περίπου στο μέσο με άκρη του κοίλου και ομολογώ ότι το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου το έχασα. Δεύτερη μεγάλη έλλειψη οι θέσεις που ήταν ξύλινος πάγκος (οι μέσες άρχισαν να διαμαρτύρονται από νωρίς) και, τρίτο, χωρίς αρίθμηση. Από εδώ προκύπτει και ένα χαρακτηριστικό αλαλούμ. Ο καθένας έπιανε όσο χώρο και θέσεις ήθελε, στο τέλος ο κόσμος δεν χωρούσε και έκατσε στα σκαλιά (είπατε τίποτα για ασφάλεια;). Οι ταξιθέτες (τέσσερις-πέντε για ένα κοινό πόσων άραγε χιλιάδων ανθρώπων;) ήταν απλά διακοσμητικοί.
Συνδεδεμένο με όλα αυτά είναι και το θέμα των «επισήμων», ή, σε πιο απλά ελληνικά, τζαμπατζήδων, στους οποίους επιφυλάσσεται μάλιστα και ιδιαίτερη μεταχείριση και ειδικός περιφραγμένος χώρος στην καρδιά του κοίλου (δηλ., οι καλύτερες θέσεις) – μάλιστα έχει πλάκα, γιατί κάτι τέτοιοι βρίσκονται στο στόχαστρο του Αριστοφάνη. Στον έλεγχο εισιτηρίων, μία κυρία δίπλα μου δήλωσε πως «έχει δώσει όνομα». Η παράσταση άρχισε στις 9.15 (από 9.00) – πάλι καλά. Μετά από λίγο, ένας κύριος, προφανώς από αυτούς που έχουν όνομα (και το δίνουν), κατέφθασε στον χώρο των «επισήμων». Και του επετράπη βέβαια η είσοδος, όπως γενικότερα επετράπη το σούρτα-φέρτα και το κάποιο (όχι πολύ) σούσουρο καθ’ όλη την διάρκεια της παράστασης. Στα θετικά ας αναφέρουμε την αρκετά καλή οργάνωση του πάρκινγκ.
Η πέτρα του σκανδάλου, κατά την γνώμη μου, είναι ή έλλειψη επαρκών και αριθμημένων θέσεων. Αυτό θα έλυνε τα πάντα – την κάποια σωματική ταλαιπωρία και το αλαλούμ (και βέβαια, το θέμα των τζαμπατζήδων «επισήμων» που προκαλούν την νοημοσύνη και αξιοπρέπειά μας - ή τουλάχιστον, αν δεν το έλυνε το θέμα, θα το έκανε λιγότερο εμφανές). Πόσο κοστίζει η εγκατάσταση πλαστικών καθισμάτων σαν και αυτές των γηπέδων σε ένα τέτοιο θέατρο; Δεν μπορώ να φανταστώ ότι το κόστος είναι απαγορευτικό. Δεν υπάρχουν λεφτά; Για τα γήπεδα όμως υπάρχουν! Για να μην πούμε πως τα εισιτήρια αυτά πρέπει να είναι διαθέσιμα στο Ίντερνετ, και ο καθένας/καθεμία να μπορεί να κατοχυρώνει τόσο καλύτερη θέση όσο νωρίτερα κλείνει εισιτήριο – γνωρίζοντας ανά πάσα στιγμή ότι δεν γίνονται παιχνίδια, πράγμα που θα προωθούσε την διαφάνεια.
Γιατί τα λέω όλα αυτά και γίνομαι γκρινιάρης; Η βραδιά ήταν πολύ ωραία και τα αρνητικά δεν αναιρούν τα θετικά. Αλλά και μια σχετικά εύκολη εγκατάσταση (επαρκείς και αριθμημένες θέσεις) θα άλλαζε πολύ τον χαρακτήρα της βραδιάς. Είπαμε, λαϊκή παράσταση, αλλά ο σεβασμός στον παππού Αριστοφάνη επιβάλλει να μην είναι και χύμα η οργάνωση και η όλη διαδικασία. Και κάτι τελευταίο: Παρά τις δυσκολίες της γλώσσας, τέτοιου είδους παραστάσεις θα μπορούσαν και πρέπει να αποτελούν και εξαγώγιμο είδος, αποτελώντας την αιχμή του δόρατος του πολιτιστικού τουρισμού (κ. Σπηλιωτόπουλε) και εξωστρεφούς πολιτισμού (κ. Λιάπη). Αλλά όλα αυτά προϋποθέτουν καλή οργάνωση και διαθεσιμότητα στο Δίκτυο. Έτσι όπως είναι τώρα...
Δεν μπορεί όμως να μην σημειώσει κανείς και κάποια πλην στην όλη βραδιά από οργανωτική άποψη. Το βασικό είναι ότι το θέατρο είναι τελείως ανεπαρκές. Πρώτον, ακουστικά: Καθόμουν περίπου στο μέσο με άκρη του κοίλου και ομολογώ ότι το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου το έχασα. Δεύτερη μεγάλη έλλειψη οι θέσεις που ήταν ξύλινος πάγκος (οι μέσες άρχισαν να διαμαρτύρονται από νωρίς) και, τρίτο, χωρίς αρίθμηση. Από εδώ προκύπτει και ένα χαρακτηριστικό αλαλούμ. Ο καθένας έπιανε όσο χώρο και θέσεις ήθελε, στο τέλος ο κόσμος δεν χωρούσε και έκατσε στα σκαλιά (είπατε τίποτα για ασφάλεια;). Οι ταξιθέτες (τέσσερις-πέντε για ένα κοινό πόσων άραγε χιλιάδων ανθρώπων;) ήταν απλά διακοσμητικοί.
Συνδεδεμένο με όλα αυτά είναι και το θέμα των «επισήμων», ή, σε πιο απλά ελληνικά, τζαμπατζήδων, στους οποίους επιφυλάσσεται μάλιστα και ιδιαίτερη μεταχείριση και ειδικός περιφραγμένος χώρος στην καρδιά του κοίλου (δηλ., οι καλύτερες θέσεις) – μάλιστα έχει πλάκα, γιατί κάτι τέτοιοι βρίσκονται στο στόχαστρο του Αριστοφάνη. Στον έλεγχο εισιτηρίων, μία κυρία δίπλα μου δήλωσε πως «έχει δώσει όνομα». Η παράσταση άρχισε στις 9.15 (από 9.00) – πάλι καλά. Μετά από λίγο, ένας κύριος, προφανώς από αυτούς που έχουν όνομα (και το δίνουν), κατέφθασε στον χώρο των «επισήμων». Και του επετράπη βέβαια η είσοδος, όπως γενικότερα επετράπη το σούρτα-φέρτα και το κάποιο (όχι πολύ) σούσουρο καθ’ όλη την διάρκεια της παράστασης. Στα θετικά ας αναφέρουμε την αρκετά καλή οργάνωση του πάρκινγκ.
Η πέτρα του σκανδάλου, κατά την γνώμη μου, είναι ή έλλειψη επαρκών και αριθμημένων θέσεων. Αυτό θα έλυνε τα πάντα – την κάποια σωματική ταλαιπωρία και το αλαλούμ (και βέβαια, το θέμα των τζαμπατζήδων «επισήμων» που προκαλούν την νοημοσύνη και αξιοπρέπειά μας - ή τουλάχιστον, αν δεν το έλυνε το θέμα, θα το έκανε λιγότερο εμφανές). Πόσο κοστίζει η εγκατάσταση πλαστικών καθισμάτων σαν και αυτές των γηπέδων σε ένα τέτοιο θέατρο; Δεν μπορώ να φανταστώ ότι το κόστος είναι απαγορευτικό. Δεν υπάρχουν λεφτά; Για τα γήπεδα όμως υπάρχουν! Για να μην πούμε πως τα εισιτήρια αυτά πρέπει να είναι διαθέσιμα στο Ίντερνετ, και ο καθένας/καθεμία να μπορεί να κατοχυρώνει τόσο καλύτερη θέση όσο νωρίτερα κλείνει εισιτήριο – γνωρίζοντας ανά πάσα στιγμή ότι δεν γίνονται παιχνίδια, πράγμα που θα προωθούσε την διαφάνεια.
Γιατί τα λέω όλα αυτά και γίνομαι γκρινιάρης; Η βραδιά ήταν πολύ ωραία και τα αρνητικά δεν αναιρούν τα θετικά. Αλλά και μια σχετικά εύκολη εγκατάσταση (επαρκείς και αριθμημένες θέσεις) θα άλλαζε πολύ τον χαρακτήρα της βραδιάς. Είπαμε, λαϊκή παράσταση, αλλά ο σεβασμός στον παππού Αριστοφάνη επιβάλλει να μην είναι και χύμα η οργάνωση και η όλη διαδικασία. Και κάτι τελευταίο: Παρά τις δυσκολίες της γλώσσας, τέτοιου είδους παραστάσεις θα μπορούσαν και πρέπει να αποτελούν και εξαγώγιμο είδος, αποτελώντας την αιχμή του δόρατος του πολιτιστικού τουρισμού (κ. Σπηλιωτόπουλε) και εξωστρεφούς πολιτισμού (κ. Λιάπη). Αλλά όλα αυτά προϋποθέτουν καλή οργάνωση και διαθεσιμότητα στο Δίκτυο. Έτσι όπως είναι τώρα...
ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ
(και την εισαγωγή της διδασκαλίας της αρχαίας γραμματείας από μετάφραση)
Το σχολείο βρίσκεται αγκυλωμένο στην λογική της εκμάθησης των αρχαίων. Εδώ ο γράφων οφείλει να δηλώσει την πλήρη αντίθεσή του στην πρακτική αυτή. Ας μου επιτραπεί να αρχίσω από την προσωπική μου εμπειρία. Υπήρξα μαθητής πού έμαθα αρκετά καλά, απόλαυσα τα αρχαία, και θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που διδάχτηκα τέτοια ύλη στο σχολείο. Η ένστασή μου πηγάζει από διαφορετικά σημεία, όμως. Το κόστος σε ώρες διδασκαλίας και κόπο υπήρξε μεγάλο – μάθημα αρχαίων σχεδόν κάθε μέρα επί έξι χρόνια. Και ποιό το όφελος; Μπορεί να έμαθα σε κάποιο βαθμό την γλώσσα, αλλά δεν διδάχθηκα ούτε ένα (αριθμός: ΕΝΑ) ολοκληρωμένο κείμενο της αρχαίας γραμματείας στο πρωτότυπο. Για να υπάρξει μία σύγκριση, η ικανοποίηση από την (κάποια) γνώση της γλώσσας δεν συγκρίνεται με την αγαλλίαση από την γνωριμία με τα ίδια τα κείμενα (μάλλον, κάποια από αυτά) από μετάφραση (που απέκτησα με ίδια πρωτοβουλία, και σε μεγαλύτερη ηλικία ομολογουμένως). Όχι μόνον αυτό, αλλά ο κόπος της εκμάθησης της γλώσσας σίγουρα εκτόπισε άλλη διδασκαλία όπως αρχαία γραμματεία σε μετάφραση, διεθνή και ελληνική μοντέρνα λογοτεχνία, κλπ. Αφήστε δε που η μεγάλη πλειοψηφία της τάξης σιχαινόταν το μάθημα. Νομίζω πως πρέπει να είναι μία βασική αρχή της σύγχρονης παιδαγωγικής ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα ουσιαστικό όταν το αντικείμενο δεν σε εμπνέει. Μπορεί βέβαια να θέλαμε να είμαστε όλοι Μαρξ, που είχε διαβάσει όλη την αρχαία γραμματεία (και πολλών άλλων γλωσσών) στο πρωτότυπο, όμως πρέπει κάποια στιγμή να αποδεχθούμε το εφικτό και ρεαλιστικό. Τέλος, η διδασκαλία των αρχαίων και (απαραίτητα) των νέων ελληνικών ταυτόχρονα δημιουργεί σύγχυση. Η δική μου γενιά (σημερινοί σαρανταπεντάρηδες) δεν διδάχθηκε συστηματικά τα νέα (αυτό βέβαια δεν οφείλεται μόνο στα αρχαία, ήταν και προϊόν της μετάβασης από την καθαρεύουσα στην δημοτική κατά την δεκαετία του ’70) και αυτό πιστεύω είναι από τους σημαντικούς παράγοντες της παρατηρούμενης αγλωσσίας από την γενιά μου και κάτω. Δεν ξέρω αν έχει κάτι αλλάξει από τότε, αλλά όλα αυτά συνηγορούν στην κατάργηση της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής. (Από την διδακτική μου εμπειρία πάντως υποπτεύομαι πως αν έχει κάτι αλλάξει είναι προς το χειρότερο, δηλαδή οι αντοχές της μαθητιώσας νεολαίας στην θεωρητική διδασκαλία μάλλον μειώνονται από γενιά σε γενιά.)
Η πρόταση που γίνεται εδώ είναι η κατάργηση του μαθήματος της αρχαίας ελληνικής γλώσσας ως μαθήματος κορμού. Η γλώσσα (ή γλωσσική μορφή) αυτή διδάσκεται μόνο ως μάθημα επιλογής. Οι αποδεσμευόμενες ώρες διδακτικού έργου διοχετεύονται τριπλά: Πρώτον, στην ενίσχυση της εκμάθησης της νέας ελληνικής. Δεύτερον, στην διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας από μετάφραση. Η διδασκαλία αυτή γίνεται σε πλάτος και κριτικό βάθος, έτσι ώστε να γίνουν αντιληπτά τα υπέροχα μηνύματα που εκπέμπουν τα κείμενα αυτά. Τέλος, και επειδή βέβαια το ανθρώπινο πνεύμα δεν σταμάτησε την πορεία του με το τέλος του αρχαίου ελληνικού κόσμου, εισάγονται μαθήματα παγκόσμιας λογοτεχνίας (Σαίξπηρ, Γκαίτε, κλπ), όπως βέβαια και μοντέρνας ελληνικής λογοτεχνίας.
Η πρόταση που γίνεται εδώ είναι ασφαλώς ρηξικέλευθη, ερχόμενη σε πλήρη αντίθεση με πρακτικές και νοοτροπίες βαθιά ριζωμένες στην ελληνική κοινωνία. Αλλά ήδη μία αλλαγή στον τρόπο σκέψης διαφαίνεται με την επανεξέταση της διδασκαλίας των θρησκευτικών στα σχολεία. Αρχή επίσης πολύ καλή έχει γίνει με την μετάφραση της Θείας Λειτουργίας από την Εκκλησία (τουλάχιστον του Ευαγγελίου και των Επιστολών). Βεβαίως η αλλαγή συνεπάγεται και κόστος, με την απαιτούμενη μετεκπαίδευση του διδακτικού προσωπικού. Όμως η πρόταση αυτή βασίζεται σε κοινή λογική και (καλώς εννοούμενη) ανάλυση κόστους-οφέλους: Οι δυνατότητες της νεολαίας στην εκπαίδευση είναι λίγο-πολύ δεδομένες, από εκεί και πέρα το ερώτημα που τίθεται είναι πώς θα χρησιμοποιηθεί το υπάρχον δυναμικό με τον καλύτερο τρόπο. Με βάση τα παραπάνω, πιστεύεται πως η πρόταση που διατυπώνεται εδώ προετοιμάζει κατά τον καλύτερο τρόπο την ελληνική νεολαία να έλθει σε επαφή με τα μηνύματα της αρχαίας ελληνικής και παγκόσμιας γραμματείας, και να αποκτήσει σύγχρονη, κριτική και πολυ-πολιτισμική παιδεία.
Το σχολείο βρίσκεται αγκυλωμένο στην λογική της εκμάθησης των αρχαίων. Εδώ ο γράφων οφείλει να δηλώσει την πλήρη αντίθεσή του στην πρακτική αυτή. Ας μου επιτραπεί να αρχίσω από την προσωπική μου εμπειρία. Υπήρξα μαθητής πού έμαθα αρκετά καλά, απόλαυσα τα αρχαία, και θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που διδάχτηκα τέτοια ύλη στο σχολείο. Η ένστασή μου πηγάζει από διαφορετικά σημεία, όμως. Το κόστος σε ώρες διδασκαλίας και κόπο υπήρξε μεγάλο – μάθημα αρχαίων σχεδόν κάθε μέρα επί έξι χρόνια. Και ποιό το όφελος; Μπορεί να έμαθα σε κάποιο βαθμό την γλώσσα, αλλά δεν διδάχθηκα ούτε ένα (αριθμός: ΕΝΑ) ολοκληρωμένο κείμενο της αρχαίας γραμματείας στο πρωτότυπο. Για να υπάρξει μία σύγκριση, η ικανοποίηση από την (κάποια) γνώση της γλώσσας δεν συγκρίνεται με την αγαλλίαση από την γνωριμία με τα ίδια τα κείμενα (μάλλον, κάποια από αυτά) από μετάφραση (που απέκτησα με ίδια πρωτοβουλία, και σε μεγαλύτερη ηλικία ομολογουμένως). Όχι μόνον αυτό, αλλά ο κόπος της εκμάθησης της γλώσσας σίγουρα εκτόπισε άλλη διδασκαλία όπως αρχαία γραμματεία σε μετάφραση, διεθνή και ελληνική μοντέρνα λογοτεχνία, κλπ. Αφήστε δε που η μεγάλη πλειοψηφία της τάξης σιχαινόταν το μάθημα. Νομίζω πως πρέπει να είναι μία βασική αρχή της σύγχρονης παιδαγωγικής ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα ουσιαστικό όταν το αντικείμενο δεν σε εμπνέει. Μπορεί βέβαια να θέλαμε να είμαστε όλοι Μαρξ, που είχε διαβάσει όλη την αρχαία γραμματεία (και πολλών άλλων γλωσσών) στο πρωτότυπο, όμως πρέπει κάποια στιγμή να αποδεχθούμε το εφικτό και ρεαλιστικό. Τέλος, η διδασκαλία των αρχαίων και (απαραίτητα) των νέων ελληνικών ταυτόχρονα δημιουργεί σύγχυση. Η δική μου γενιά (σημερινοί σαρανταπεντάρηδες) δεν διδάχθηκε συστηματικά τα νέα (αυτό βέβαια δεν οφείλεται μόνο στα αρχαία, ήταν και προϊόν της μετάβασης από την καθαρεύουσα στην δημοτική κατά την δεκαετία του ’70) και αυτό πιστεύω είναι από τους σημαντικούς παράγοντες της παρατηρούμενης αγλωσσίας από την γενιά μου και κάτω. Δεν ξέρω αν έχει κάτι αλλάξει από τότε, αλλά όλα αυτά συνηγορούν στην κατάργηση της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής. (Από την διδακτική μου εμπειρία πάντως υποπτεύομαι πως αν έχει κάτι αλλάξει είναι προς το χειρότερο, δηλαδή οι αντοχές της μαθητιώσας νεολαίας στην θεωρητική διδασκαλία μάλλον μειώνονται από γενιά σε γενιά.)
Η πρόταση που γίνεται εδώ είναι η κατάργηση του μαθήματος της αρχαίας ελληνικής γλώσσας ως μαθήματος κορμού. Η γλώσσα (ή γλωσσική μορφή) αυτή διδάσκεται μόνο ως μάθημα επιλογής. Οι αποδεσμευόμενες ώρες διδακτικού έργου διοχετεύονται τριπλά: Πρώτον, στην ενίσχυση της εκμάθησης της νέας ελληνικής. Δεύτερον, στην διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας από μετάφραση. Η διδασκαλία αυτή γίνεται σε πλάτος και κριτικό βάθος, έτσι ώστε να γίνουν αντιληπτά τα υπέροχα μηνύματα που εκπέμπουν τα κείμενα αυτά. Τέλος, και επειδή βέβαια το ανθρώπινο πνεύμα δεν σταμάτησε την πορεία του με το τέλος του αρχαίου ελληνικού κόσμου, εισάγονται μαθήματα παγκόσμιας λογοτεχνίας (Σαίξπηρ, Γκαίτε, κλπ), όπως βέβαια και μοντέρνας ελληνικής λογοτεχνίας.
Η πρόταση που γίνεται εδώ είναι ασφαλώς ρηξικέλευθη, ερχόμενη σε πλήρη αντίθεση με πρακτικές και νοοτροπίες βαθιά ριζωμένες στην ελληνική κοινωνία. Αλλά ήδη μία αλλαγή στον τρόπο σκέψης διαφαίνεται με την επανεξέταση της διδασκαλίας των θρησκευτικών στα σχολεία. Αρχή επίσης πολύ καλή έχει γίνει με την μετάφραση της Θείας Λειτουργίας από την Εκκλησία (τουλάχιστον του Ευαγγελίου και των Επιστολών). Βεβαίως η αλλαγή συνεπάγεται και κόστος, με την απαιτούμενη μετεκπαίδευση του διδακτικού προσωπικού. Όμως η πρόταση αυτή βασίζεται σε κοινή λογική και (καλώς εννοούμενη) ανάλυση κόστους-οφέλους: Οι δυνατότητες της νεολαίας στην εκπαίδευση είναι λίγο-πολύ δεδομένες, από εκεί και πέρα το ερώτημα που τίθεται είναι πώς θα χρησιμοποιηθεί το υπάρχον δυναμικό με τον καλύτερο τρόπο. Με βάση τα παραπάνω, πιστεύεται πως η πρόταση που διατυπώνεται εδώ προετοιμάζει κατά τον καλύτερο τρόπο την ελληνική νεολαία να έλθει σε επαφή με τα μηνύματα της αρχαίας ελληνικής και παγκόσμιας γραμματείας, και να αποκτήσει σύγχρονη, κριτική και πολυ-πολιτισμική παιδεία.
Sunday, 17 August 2008
ΤΡΟΧΑΙΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ
Φανταστείτε το εξής, τελείως υποθετικό, σενάριο. Εχθροπραξίες ξεσπούν στα σύνορα της χώρας με άγνωστη προς το παρόν ξένη δύναμη. Οι πληροφορίες αναφέρουν αρχικά για δύο ή τρεις νεκρούς. Η κοινή γνώμη αναστατώνεται. Τα πατριωτικά κηρύγματα δίνουν και παίρνουν εναντίον του ύπουλου και βάρβαρου εχθρού. Η κυβέρνηση και η ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων συσκέπτονται πυρετωδώς για να αξιολογήσουν την κατάσταση. Λαμβάνουν μέτρα τα οποία όμως δείχνουν να μην έχουν αποτέλεσμα: Η κρίση κλιμακώνεται. Οι νεκροί (χτυπάω διαρκώς ξύλο) φθάνουν τους δέκα. Ο αναβρασμός της κοινής γνώμης μεγαλώνει. Η κυβέρνηση κατηγορείται πως αδρανεί και βρίσκεται σε δύσκολη πολιτικά θέση. Κηρύσσεται μερική επιστράτευση (νομίζω πως αυτό πράγματι θα γινόταν με δέκα νεκρούς). Εν τω μεταξύ, οι πληροφορίες αναφέρουν πως η κρίση κλιμακώνεται περαιτέρω, με τους νεκρούς να φτάνουν μέσα σε λίγους μήνες τους εκατό, χίλιους, με ανοδική τάση. Οι τραυματίες ανέρχονται σε περισσότερες χιλιάδες. Επικρατεί ατμόσφαιρα πανικού και πολεμικής εγρήγορσης. Γενική επιστράτευση. Η κοινή γνώμη βρίσκεται σε παραζάλη. Έκτακτα παραρτήματα εφημερίδων εκδίδονται το ένα μετά το άλλο, το Χρηματιστήριο βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Η κυβέρνηση πέφτει, η νέα που την διαδέχεται δεν έχει όμως καλύτερη τύχη, καθώς παραιτείται σε μία βδομάδα.
Ώσπου τελικά αποκαλύπτεται η φύση της απειλής. Γίνεται σαφές πως δεν υπάρχει εξωτερικός εχθρός, οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές οφείλονται στα τροχαία ατυχήματα. Α, ώστε αυτό ήταν; Τότε εντάξει! Δεν υπάρχει βάρβαρος επιβουλέας, δεν κινδυνεύουν τα ιερά και όσια της φυλής, ο αναβρασμός και τα κηρύγματα παύουν. Η ζωή επιστρέφει στον κανονικό της ρυθμό. Κανονικό είπατε; Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές συνεχίζονται και ανέρχονται σε εκατοντάδες ή και χιλιάδες κάθε χρόνο. Αλλά η κυβέρνηση σταθεροποιείται, το Χρηματιστήριο ανακάμπτει, η επιστράτευση ανακαλείται. Φυσικά, κάποια μέτρα λαμβάνονται και για την αντιμετώπιση των τροχαίων, τα οποία όμως αποδεικνύονται οικτρά ατελέσφορα, και σιγά-σιγά ατονούν μέσα στην γενική αδιαφορία. Τα τροχαία ατυχήματα και οι απώλειές τους πνίγονται ως είδηση μέσα σε αυτό που αποκαλείται «τετριμμένο και αδιάφορο κακό νέο» (στα Αγγλικά: banality of evil). (Ο όρος, αν δεν απατώμαι, χρησιμοποιήθηκε από την Αμερικανίδα δημοσιογράφο και διανοούμενη Χάνα Άρεντ για να περιγράψει την αδιαφορία απέναντι στις συνεχείς αποκαλύψεις για τις διαστάσεις του Ολοκαυτώματος.)
Αρκετά όμως. Αγαπητέ αναγνώστη/στρια, ήδη θα το κατάλαβες αυτή η μεταφορά τι σημαίνει (για να παραφράσουμε τον ποιητή). Οποιαδήποτε, έστω και μικρή, ανθρώπινη απώλεια οφειλόμενη σε εξωτερική αιτία θα ήταν ικανή να προκαλέσει εθνικό συναγερμό, όμως τα πολύ πολλαπλάσια σε έκταση (και επαναλαμβανόμενα σε ετήσια βάση) τροχαία ατυχήματα συναντούν γενική αδιαφορία. Όταν συμβεί κάποιο πολύνεκρο δυστύχημα, όπως με πούλμαν, κλπ, τότε η κοινή γνώμη ταράζεται και αγανακτεί με τους υπαίτιους. Η προσοχή όμως αυτή της κοινής γνώμης χαρακτηρίζεται, εκτός από την φυσική συμπάθεια, από υπερβολική συναισθηματική φόρτιση που δεν βοηθάει στην εξαγωγή νηφάλιων συμπερασμάτων, χρήσιμων στην μακροχρόνια αντιμετώπιση του φαινομένου. Συνήθως το ενδιαφέρον ατονεί μετά από λίγες μέρες, και το δυστύχημα ξεχνιέται. Δεν ξεχνιέται βέβαια από τους συγγενείς και οικείους των θυμάτων, οι οποίοι ζουν την τραγωδία και την δυστυχία τους.
Δεν γνωρίζω λεπτομερή στοιχεία για τα τροχαία στην Ελλάδα, αλλά και τι σημασία θα είχαν οι ακριβείς αριθμοί; Σημασία έχει ότι οι νεκροί είναι εκατοντάδες ή και χιλιάδες κάθε χρόνο, οι τραυματίες πολλαπλάσιοι, κάθε μεγάλη έξοδος από τις πόλεις (Πάσχα, Χριστούγεννα) συνοδεύεται από εκατόμβη (ή σίγουρα πενηντόμβη) θυμάτων στην άσφαλτο. Θλιβερή υπόμνηση είναι τα αναρίθμητα εικονοστάσια ένθεν και ένθεν των δρόμων ανά την επικράτεια. Σχετικά με το μέγεθος της χώρας, η συχνότητα των τροχαίων είναι τέτοια που σίγουρα δίνει μακάβριες πρωτιές στην Ελλάδα ανάμεσα στις αναπτυγμένες χώρες, και την κατατάσσει σε επίλεκτη θέση ανάμεσα σε μάλλον τριτοκοσμικές χώρες όπως Τουρκία, Νιγηρία και Μπανγκλαντές. Πέρα από τον βαρύ φόρο σε ανθρώπινο πόνο, υπάρχουν και άλλες πολύ σοβαρές διαστάσεις του προβλήματος, όπως είναι το οικονομικό κόστος (κόστος από την απώλεια ανθρώπινων πόρων και μάλιστα αυτών που βρίσκονται στην νεότητα και την παραγωγική ακμή τους, που αφήνουν πίσω τους οικογένειες, κόστος νοσηλείας και αποκατάστασης, κλπ), αλλά και το δημογραφικό κόστος από την απώλεια νέων ως επί το πλείστον ανθρώπων σε μία μικρή και δημογραφικά αδύνατη χώρα όπως η Ελλάδα.
Οι αιτίες του φαινομένου είναι πολλές και πολύπλοκες, αλλά δεν είναι του παρόντος η πλήρης ανάλυσή τους. Ασφαλώς παίζει σημαντικό ρόλο η κραυγαλέα έλλειψη σε σύγχρονου τύπου οδική υποδομή. Αλλά αυτό είναι ένα δεδομένο που αλλάζει αργά, και που εν τέλει πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη ως δεδομένο. Άλλωστε, δρόμους όλων των τύπων έχουν όλες οι χώρες – ακόμα και οι πιο ανεπτυγμένες έχουν κακούς δρόμους, χωρίς όμως να έχουν τόσα (αναλογικά) ατυχήματα. Επομένως, από την σκοπιά που μας ενδιαφέρει, η έλλειψη καλών δρόμων δεν είναι το βασικό στοιχείο: Το πρόβλημα δεν είναι οι κακοί δρόμοι, είναι οι κακοί οδηγοί. Ασφαλώς και πρέπει η οδική υποδομή να συμπληρωθεί τάχιστα. Αλλά το ζητούμενο είναι η αλλαγή του κυρίως ενόχου για το φαινόμενο, δηλαδή της συμπεριφοράς των οδηγών. Η πρόοδος στον τομέα αυτό θα μειώσει (ελπίζεται) τα ατυχήματα τόσο έως ότου βελτιωθεί η υποδομή αλλά βεβαίως και μετά, εφ’ όσον θα υπάρχουν πάντα κακοί δρόμοι.
Η καταπολέμηση του φαινομένου με κινητοποίηση της κοινωνίας σε βάθος και μέσα από κινηματικού τύπου λογική (όπως περιγράφονται σε άλλη καταχώρηση σε αυτή την ιστοσελίδα) είναι από τις προτεραιότητες στην εκσυγχρονιστική πορεία της χώρας. Το ΠΑΣΟΚ οφείλει να αναγάγει το θέμα σε κορυφαίο πολιτικό και προγραμματικό ζήτημα. Όντας στην εξουσία, το ΠΑΣΟΚ εργάζεται συστηματικά στο θέμα αυτό πάνω σε δύο άξονες πολιτικής: Αφ’ ενός με ένταση και συστηματοποίηση των επί μέρους μέτρων, αφ’ ετέρου με συστηματική διαφωτιστική εκστρατεία με στόχο την αλλαγή κατεστημένων νοοτροπιών και πρακτικών. Ιδρύεται υφυπουργείο οδικής ασφάλειας. Η αστυνόμευση εντείνεται και κυρίως γίνεται συστηματικότερη (δεν έχει σημασία να πάρεις ένα μεγάλο πρόστιμο στην χάση και στη φέξη, σημασία έχει να παίρνεις ένα αρκετά τσουχτερό πρόστιμο ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ που κάνεις παράβαση. Έτσι, και οι πιέσεις για σβήσιμο ποινών θα μειωθούν). Επίσης, αντιμετωπίζεται ακριβώς αυτό το ζήτημα, οι πιέσεις για διαγραφή ποινών, με την ψηφιακή ένταξή τους σε βάση δεδομένων, η πρόσβαση στην οποία ρυθμίζεται από τον κανονισμό. Εγκαθίστανται συνεχώς νέες κάμερες για το έλεγχο της κυκλοφορίας και των εντοπισμό των παραβατών. Δημιουργείται τηλεφωνική γραμμή όπου καταγγέλλονται περιστατικά επικίνδυνης οδήγησης. Ασφαλώς, δεν πέφτουν ποινές από μία (ενδεχομένως) κακόβουλη καταγγελία, όμως λαμβάνονται μέτρα όταν υπάρχει πληθώρα καταγγελιών για έναν οδηγό ή αυτοκίνητο. Εδώ βέβαια θα υπάρξουν αντιδράσεις προερχόμενες από πάγιες νοοτροπίες της Ελληνικής κοινωνίας (αποφυγή «καρφώματος», κλπ), όμως η ενημερωτική εκστρατεία (βλ. παρακάτω) αποσκοπεί στο να πείσει την κοινωνία ότι η επικίνδυνη οδήγηση είναι αντικοινωνική συμπεριφορά, και ότι η καταγγελία είναι σε αυτή την περίπτωση νόμιμη και θεμιτή αυτοάμυνα.
Εντείνεται και συστηματοποιείται η ενημερωτική εκστρατεία. Εδώ, ο στόχος είναι ο διαφωτισμός της κοινής γνώμης, ότι, κακά τα ψέματα, ο εχθρός είναι εντός των τειχών, είμαστε δηλαδή εμείς οι ίδιοι. Η αντιμετώπιση των τροχαίων είναι εν τέλει υπόθεση που αφορά όλους μας, και που θα κερδηθεί από όλους μας. Κανείς δεν είναι ούτε αλώβητος ούτε αμέτοχος ευθυνών – όλοι μετέχουμε σε πρακτικές (από μικρο- μέχρι μεγαλο-παραβάσεις) και νοοτροπίες που μπορούν να βελτιωθούν προς όφελος του συνόλου (π.χ., όλοι κάνουμε μικρές ή και μεγάλες παραβάσεις. Προέχει η ευγένεια και συνεργασία στο δρόμο. Αντικοινωνικές συμπεριφορές όπως επίδειξη, ανταγωνισμός ή επιθετικότητα δεν έχουν θέση στον δρόμο (όπως ούτε και αλλού). Ο δρόμος είναι για να κάνουμε την δουλειά μας και για να γυρίζουμε σώοι το βράδυ στο σπίτι μας, δεν είναι πεδίο επίδειξης για επίδοξους ραλίστες ξ’ διαλογής. (Όποιος έχει τέτοιες ικανότητες μπορεί πολύ ωραία να τις εκδηλώνει συμμετέχοντας σε αγώνες.) Προωθείται η λογική και αξία της ήπιας οδήγησης (που φθείρει λιγότερο τα αυτοκίνητα, και τους οδηγούς, καταναλώνει λιγότερη ενέργεια και παράγει λιγότερο θόρυβο), αλλά και της ενεργητικής οδήγησης όσον αφορά την τήρηση των σημάτων και των κανονισμών. Απαιτείται αυτοπειθαρχία, αλλά και πειθαρχία στους κανονισμούς και τα σήματα, τα οποία είναι θεσπισμένα από την ίδια την κοινωνία, προς όφελος και προστασία της ίδιας. Οι Έλληνες καλούμαστε να ακολουθήσουμε το παράδειγμα του Σωκράτη, που ένοιωθε βαθιά περήφανος για την χώρα του και τους νόμους της. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι καλούμαστε να πεθάνουμε για την εφαρμογή των νόμων (τόσος πατριωτισμός είναι μάλλον αδιανόητος). Σημαίνει όμως ότι είμαστε περήφανοι και ακολουθούμε τους νόμους και κανονισμούς που εμείς οι ίδιοι, ελεύθεροι πολίτες όντες και όχι κάτω από ξένο ζυγό, θεσπίσαμε, προς δικό μας όφελος και μόνον. Παράλληλα, αρχίζει δουλειά με κυκλοφοριακή αγωγή από πολύ μικρή ηλικία στο σχολείο, η οποία αποσκοπεί στο να διδάξει τους αυριανούς πολίτες τις αρετές που αναφέρθηκαν παραπάνω – πάνω απ’ όλα, την περηφάνια του ελεύθερου πολίτη που σέβεται και μοχθεί να βελτιώσει την ίδια του/της την κοινωνία.
Στοιχειώδης σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή, σοβαροί οικονομικοί και άλλοι λόγοι, αλλά και εθνική περηφάνια και απλή λογική, όλα συνηγορούν, ΦΩΝΑΖΟΥΝ, για να αντιμετωπιστεί επί τέλους η μάστιγα των τροχαίων ατυχημάτων στην χώρα μας. Το ΠΑΣΟΚ αναδεικνύει τα τροχαία ατυχήματα σε εθνικό και πολιτικό ζήτημα πρώτης γραμμής – τους αποδίδει δηλαδή την πραγματική τους διάσταση. Όντας στην εξουσία, εργάζεται συστηματικά και σε βάθος χρόνου για την επίλυση του προβλήματος.
Ώσπου τελικά αποκαλύπτεται η φύση της απειλής. Γίνεται σαφές πως δεν υπάρχει εξωτερικός εχθρός, οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές οφείλονται στα τροχαία ατυχήματα. Α, ώστε αυτό ήταν; Τότε εντάξει! Δεν υπάρχει βάρβαρος επιβουλέας, δεν κινδυνεύουν τα ιερά και όσια της φυλής, ο αναβρασμός και τα κηρύγματα παύουν. Η ζωή επιστρέφει στον κανονικό της ρυθμό. Κανονικό είπατε; Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές συνεχίζονται και ανέρχονται σε εκατοντάδες ή και χιλιάδες κάθε χρόνο. Αλλά η κυβέρνηση σταθεροποιείται, το Χρηματιστήριο ανακάμπτει, η επιστράτευση ανακαλείται. Φυσικά, κάποια μέτρα λαμβάνονται και για την αντιμετώπιση των τροχαίων, τα οποία όμως αποδεικνύονται οικτρά ατελέσφορα, και σιγά-σιγά ατονούν μέσα στην γενική αδιαφορία. Τα τροχαία ατυχήματα και οι απώλειές τους πνίγονται ως είδηση μέσα σε αυτό που αποκαλείται «τετριμμένο και αδιάφορο κακό νέο» (στα Αγγλικά: banality of evil). (Ο όρος, αν δεν απατώμαι, χρησιμοποιήθηκε από την Αμερικανίδα δημοσιογράφο και διανοούμενη Χάνα Άρεντ για να περιγράψει την αδιαφορία απέναντι στις συνεχείς αποκαλύψεις για τις διαστάσεις του Ολοκαυτώματος.)
Αρκετά όμως. Αγαπητέ αναγνώστη/στρια, ήδη θα το κατάλαβες αυτή η μεταφορά τι σημαίνει (για να παραφράσουμε τον ποιητή). Οποιαδήποτε, έστω και μικρή, ανθρώπινη απώλεια οφειλόμενη σε εξωτερική αιτία θα ήταν ικανή να προκαλέσει εθνικό συναγερμό, όμως τα πολύ πολλαπλάσια σε έκταση (και επαναλαμβανόμενα σε ετήσια βάση) τροχαία ατυχήματα συναντούν γενική αδιαφορία. Όταν συμβεί κάποιο πολύνεκρο δυστύχημα, όπως με πούλμαν, κλπ, τότε η κοινή γνώμη ταράζεται και αγανακτεί με τους υπαίτιους. Η προσοχή όμως αυτή της κοινής γνώμης χαρακτηρίζεται, εκτός από την φυσική συμπάθεια, από υπερβολική συναισθηματική φόρτιση που δεν βοηθάει στην εξαγωγή νηφάλιων συμπερασμάτων, χρήσιμων στην μακροχρόνια αντιμετώπιση του φαινομένου. Συνήθως το ενδιαφέρον ατονεί μετά από λίγες μέρες, και το δυστύχημα ξεχνιέται. Δεν ξεχνιέται βέβαια από τους συγγενείς και οικείους των θυμάτων, οι οποίοι ζουν την τραγωδία και την δυστυχία τους.
Δεν γνωρίζω λεπτομερή στοιχεία για τα τροχαία στην Ελλάδα, αλλά και τι σημασία θα είχαν οι ακριβείς αριθμοί; Σημασία έχει ότι οι νεκροί είναι εκατοντάδες ή και χιλιάδες κάθε χρόνο, οι τραυματίες πολλαπλάσιοι, κάθε μεγάλη έξοδος από τις πόλεις (Πάσχα, Χριστούγεννα) συνοδεύεται από εκατόμβη (ή σίγουρα πενηντόμβη) θυμάτων στην άσφαλτο. Θλιβερή υπόμνηση είναι τα αναρίθμητα εικονοστάσια ένθεν και ένθεν των δρόμων ανά την επικράτεια. Σχετικά με το μέγεθος της χώρας, η συχνότητα των τροχαίων είναι τέτοια που σίγουρα δίνει μακάβριες πρωτιές στην Ελλάδα ανάμεσα στις αναπτυγμένες χώρες, και την κατατάσσει σε επίλεκτη θέση ανάμεσα σε μάλλον τριτοκοσμικές χώρες όπως Τουρκία, Νιγηρία και Μπανγκλαντές. Πέρα από τον βαρύ φόρο σε ανθρώπινο πόνο, υπάρχουν και άλλες πολύ σοβαρές διαστάσεις του προβλήματος, όπως είναι το οικονομικό κόστος (κόστος από την απώλεια ανθρώπινων πόρων και μάλιστα αυτών που βρίσκονται στην νεότητα και την παραγωγική ακμή τους, που αφήνουν πίσω τους οικογένειες, κόστος νοσηλείας και αποκατάστασης, κλπ), αλλά και το δημογραφικό κόστος από την απώλεια νέων ως επί το πλείστον ανθρώπων σε μία μικρή και δημογραφικά αδύνατη χώρα όπως η Ελλάδα.
Οι αιτίες του φαινομένου είναι πολλές και πολύπλοκες, αλλά δεν είναι του παρόντος η πλήρης ανάλυσή τους. Ασφαλώς παίζει σημαντικό ρόλο η κραυγαλέα έλλειψη σε σύγχρονου τύπου οδική υποδομή. Αλλά αυτό είναι ένα δεδομένο που αλλάζει αργά, και που εν τέλει πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη ως δεδομένο. Άλλωστε, δρόμους όλων των τύπων έχουν όλες οι χώρες – ακόμα και οι πιο ανεπτυγμένες έχουν κακούς δρόμους, χωρίς όμως να έχουν τόσα (αναλογικά) ατυχήματα. Επομένως, από την σκοπιά που μας ενδιαφέρει, η έλλειψη καλών δρόμων δεν είναι το βασικό στοιχείο: Το πρόβλημα δεν είναι οι κακοί δρόμοι, είναι οι κακοί οδηγοί. Ασφαλώς και πρέπει η οδική υποδομή να συμπληρωθεί τάχιστα. Αλλά το ζητούμενο είναι η αλλαγή του κυρίως ενόχου για το φαινόμενο, δηλαδή της συμπεριφοράς των οδηγών. Η πρόοδος στον τομέα αυτό θα μειώσει (ελπίζεται) τα ατυχήματα τόσο έως ότου βελτιωθεί η υποδομή αλλά βεβαίως και μετά, εφ’ όσον θα υπάρχουν πάντα κακοί δρόμοι.
Η καταπολέμηση του φαινομένου με κινητοποίηση της κοινωνίας σε βάθος και μέσα από κινηματικού τύπου λογική (όπως περιγράφονται σε άλλη καταχώρηση σε αυτή την ιστοσελίδα) είναι από τις προτεραιότητες στην εκσυγχρονιστική πορεία της χώρας. Το ΠΑΣΟΚ οφείλει να αναγάγει το θέμα σε κορυφαίο πολιτικό και προγραμματικό ζήτημα. Όντας στην εξουσία, το ΠΑΣΟΚ εργάζεται συστηματικά στο θέμα αυτό πάνω σε δύο άξονες πολιτικής: Αφ’ ενός με ένταση και συστηματοποίηση των επί μέρους μέτρων, αφ’ ετέρου με συστηματική διαφωτιστική εκστρατεία με στόχο την αλλαγή κατεστημένων νοοτροπιών και πρακτικών. Ιδρύεται υφυπουργείο οδικής ασφάλειας. Η αστυνόμευση εντείνεται και κυρίως γίνεται συστηματικότερη (δεν έχει σημασία να πάρεις ένα μεγάλο πρόστιμο στην χάση και στη φέξη, σημασία έχει να παίρνεις ένα αρκετά τσουχτερό πρόστιμο ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ που κάνεις παράβαση. Έτσι, και οι πιέσεις για σβήσιμο ποινών θα μειωθούν). Επίσης, αντιμετωπίζεται ακριβώς αυτό το ζήτημα, οι πιέσεις για διαγραφή ποινών, με την ψηφιακή ένταξή τους σε βάση δεδομένων, η πρόσβαση στην οποία ρυθμίζεται από τον κανονισμό. Εγκαθίστανται συνεχώς νέες κάμερες για το έλεγχο της κυκλοφορίας και των εντοπισμό των παραβατών. Δημιουργείται τηλεφωνική γραμμή όπου καταγγέλλονται περιστατικά επικίνδυνης οδήγησης. Ασφαλώς, δεν πέφτουν ποινές από μία (ενδεχομένως) κακόβουλη καταγγελία, όμως λαμβάνονται μέτρα όταν υπάρχει πληθώρα καταγγελιών για έναν οδηγό ή αυτοκίνητο. Εδώ βέβαια θα υπάρξουν αντιδράσεις προερχόμενες από πάγιες νοοτροπίες της Ελληνικής κοινωνίας (αποφυγή «καρφώματος», κλπ), όμως η ενημερωτική εκστρατεία (βλ. παρακάτω) αποσκοπεί στο να πείσει την κοινωνία ότι η επικίνδυνη οδήγηση είναι αντικοινωνική συμπεριφορά, και ότι η καταγγελία είναι σε αυτή την περίπτωση νόμιμη και θεμιτή αυτοάμυνα.
Εντείνεται και συστηματοποιείται η ενημερωτική εκστρατεία. Εδώ, ο στόχος είναι ο διαφωτισμός της κοινής γνώμης, ότι, κακά τα ψέματα, ο εχθρός είναι εντός των τειχών, είμαστε δηλαδή εμείς οι ίδιοι. Η αντιμετώπιση των τροχαίων είναι εν τέλει υπόθεση που αφορά όλους μας, και που θα κερδηθεί από όλους μας. Κανείς δεν είναι ούτε αλώβητος ούτε αμέτοχος ευθυνών – όλοι μετέχουμε σε πρακτικές (από μικρο- μέχρι μεγαλο-παραβάσεις) και νοοτροπίες που μπορούν να βελτιωθούν προς όφελος του συνόλου (π.χ., όλοι κάνουμε μικρές ή και μεγάλες παραβάσεις. Προέχει η ευγένεια και συνεργασία στο δρόμο. Αντικοινωνικές συμπεριφορές όπως επίδειξη, ανταγωνισμός ή επιθετικότητα δεν έχουν θέση στον δρόμο (όπως ούτε και αλλού). Ο δρόμος είναι για να κάνουμε την δουλειά μας και για να γυρίζουμε σώοι το βράδυ στο σπίτι μας, δεν είναι πεδίο επίδειξης για επίδοξους ραλίστες ξ’ διαλογής. (Όποιος έχει τέτοιες ικανότητες μπορεί πολύ ωραία να τις εκδηλώνει συμμετέχοντας σε αγώνες.) Προωθείται η λογική και αξία της ήπιας οδήγησης (που φθείρει λιγότερο τα αυτοκίνητα, και τους οδηγούς, καταναλώνει λιγότερη ενέργεια και παράγει λιγότερο θόρυβο), αλλά και της ενεργητικής οδήγησης όσον αφορά την τήρηση των σημάτων και των κανονισμών. Απαιτείται αυτοπειθαρχία, αλλά και πειθαρχία στους κανονισμούς και τα σήματα, τα οποία είναι θεσπισμένα από την ίδια την κοινωνία, προς όφελος και προστασία της ίδιας. Οι Έλληνες καλούμαστε να ακολουθήσουμε το παράδειγμα του Σωκράτη, που ένοιωθε βαθιά περήφανος για την χώρα του και τους νόμους της. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι καλούμαστε να πεθάνουμε για την εφαρμογή των νόμων (τόσος πατριωτισμός είναι μάλλον αδιανόητος). Σημαίνει όμως ότι είμαστε περήφανοι και ακολουθούμε τους νόμους και κανονισμούς που εμείς οι ίδιοι, ελεύθεροι πολίτες όντες και όχι κάτω από ξένο ζυγό, θεσπίσαμε, προς δικό μας όφελος και μόνον. Παράλληλα, αρχίζει δουλειά με κυκλοφοριακή αγωγή από πολύ μικρή ηλικία στο σχολείο, η οποία αποσκοπεί στο να διδάξει τους αυριανούς πολίτες τις αρετές που αναφέρθηκαν παραπάνω – πάνω απ’ όλα, την περηφάνια του ελεύθερου πολίτη που σέβεται και μοχθεί να βελτιώσει την ίδια του/της την κοινωνία.
Στοιχειώδης σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή, σοβαροί οικονομικοί και άλλοι λόγοι, αλλά και εθνική περηφάνια και απλή λογική, όλα συνηγορούν, ΦΩΝΑΖΟΥΝ, για να αντιμετωπιστεί επί τέλους η μάστιγα των τροχαίων ατυχημάτων στην χώρα μας. Το ΠΑΣΟΚ αναδεικνύει τα τροχαία ατυχήματα σε εθνικό και πολιτικό ζήτημα πρώτης γραμμής – τους αποδίδει δηλαδή την πραγματική τους διάσταση. Όντας στην εξουσία, εργάζεται συστηματικά και σε βάθος χρόνου για την επίλυση του προβλήματος.
Wednesday, 30 July 2008
ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ (;) ΑΞΙΩΝ
Γίνεται πολύς λόγος τελευταία για κρίση στην Ελληνική πολιτική και κοινωνία. Η κρίση αυτή κατά πάσα πιθανότητα αρθρώνεται σε πολλά επίπεδα, κυβερνητικό, ευρύτερα πολιτικό, κοινωνικό, ηθικό και ψυχολογικό. Στο καθαρά κυβερνητικό επίπεδο, είναι ίσως ευκολότερο να περιγραφούν οι ευθύνες: Η κυβέρνηση Καραμανλή (του νεώτερου) έχει αποδειχθεί ανίκανη να διαχειριστεί με στοιχειώδη αποτελεσματικότητα τα μεγάλα προβλήματα του τόπου. Μεγαλόστομες προεκλογικές (προ-2004) εξαγγελίες διαψεύδονται, μικρο-αλλαγές (όλες σε νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση) βαφτίζονται «μεταρρυθμίσεις», βαριά οσμή σκανδάλων παντού – τα οποία τίθενται ανεξαιρέτως στο αρχείο. (Φυσικά, όλοι αθώοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου, και ούτε παριστάνω τον δικαστή, αλλά ο τρόπος με τον οποίο η παρούσα κυβέρνηση εννοεί τις πολυ-εξαγγελμένες διαφάνεια και κάθαρση, με την συνδρομή, προφανώς και δυστυχώς, της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, μόνο υποψίες εγείρει.)
Αλλά δυστυχώς η κρίση δείχνει να αγγίζει ευρύτερα την πολιτική, με την δυσπιστία των πολιτών διάχυτη, και με το ΠΑΣΟΚ να μην μπορεί να μετατρέψει προς όφελός του τις προφανείς πολιτικές αδυναμίες της κυβέρνησης. Εδώ ίσως έχουν παίξει ρόλο κάποιες (πόσες πραγματικά;) αδυναμίες της περιόδου Σημίτη, αλλά και το ότι η παρούσα ηγεσία του ΠΑΣΟΚ δεν «τοποθετήθηκε» ποτέ επίσημα απέναντι στην περίοδο Σημίτη. Ο γράφων είχε ανέκαθεν την άποψη ότι ο Γ. Παπανδρέου έπρεπε από την πρώτη στιγμή (μετά το 2004) να σταθεί επαινετικά, αλλά και κριτικά όπου χρειαζόταν, στο έργο των κυβερνήσεων αυτών. Αυτό θα είχε δώσει στο ΠΑΣΟΚ την χαμένη του αυτοπεποίθηση, αλλά και θα του είχε επιτρέψει να έχει σήμερα την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας από τις κακοτοπιές. Επίσης, θα είχε δώσει στον νυν πρόεδρο μία γόνιμη αντζέντα στην πρώτη του, μάλλον αμήχανη, περίοδο. Αντ’ αυτού, το παρελθόν αποσιωπήθηκε πλήρως, δημιουργώντας συνειρμούς γενικευμένης ενοχής γιά την περίοδο Σημίτη. Ίσως αυτοί οι συνειρμοί και οι υποψίες να βρίσκονται πίσω από την τωρινή αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να αποκτήσει πολιτική υπεροχή.
Όμως, αυτό ας μην μας εμποδίζει να έχουμε μία αίσθηση του μέτρου. Η κυβερνήσεις Καραμανλή δεν έχουν ουδεμία σχέση με τις κυβερνήσεις Σημίτη, που έβαλαν την χώρα στην ΟΝΕ και την Κύπρο στην ΕΕ, έκαναν μεγάλα έργα και δρομολόγησαν Ολυμπιάδα που ούτε καν να ονειρευτεί δεν μπορούσε μέχρι τότε η Ελλάδα, και γενικότερα επετέλεσαν έργο από την κατάσβεση των πυρκαγιών μέχρι την εξάρθρωση της 17Ν και την αναβάθμιση της Αστυνομίας. (Και επεχείρησαν και άλλα, όπως η λύση του Ασφαλιστικού, η αναμόρφωση του δημόσιου τομέα, μεταρρυθμίσεις στην Παιδεία, κά, με διαφορετικούς βαθμούς επιτυχίας και αποδοχή από την κοινωνία.) Κατ’επέκταση, η απαξίωση της πολιτικής που παρατηρείται είναι πρώτα και κύρια αποτέλεσμα (ή μήπως και συνειδητή επιδίωξη;) της κατώτερης των περιστάσεων κυβέρνησης Καραμανλή, και η αδυναμία του ΠΑΣΟΚ είναι η παράπλευρη απώλεια. Ας μην υπάρχει αμφιβολία ότι, στην παρατηρούμενη πτώση του δικομματισμού, τα «ξερά» είναι η ΝΔ, και μαζί της καίγονται και τα «χλωρά» του ΠΑΣΟΚ.
Δυσλειτουργίες υπάρχουν βέβαια και στο ευρύτερο πολιτικό πεδίο. Εδώ γίνεται λόγος για διαπλοκή, εξάρτηση της πολιτικής από «συμφέροντα» και αθέμιτο χρήμα. Οι αναλύσεις δεν συμφωνούν ως προς τις βαθύτερες αιτίες. Κάποιοι θεωρούν ότι το αθέμιτο χρήμα ρέει για να καλυφθεί επικοινωνιακά η έλλειψη ουσιαστικής διαφοροποίησης μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων (Κ. Τσουκαλάς), κάποιοι ότι γίνεται γιατί το χρήμα εκτός πολιτικής που είναι διαθέσιμο για να «επηρεάσει» είναι τρομακτικό σε ποσότητα (Ν. Μουζέλης) – και όλο και αυξάνει, θα πρόσθετα εγώ, και συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά για να «επηρεάσει». Πιθανόν υπάρχει δόση αλήθειας σε όλα αυτά τα επιχειρήματα, αν και προσωπικά θα υποστήριζα ότι η φαυλοποίηση (άραγε είναι η σωστή λέξη;) της δημόσιας ζωής στην Ελλάδα είναι, αν τουλάχιστον πιστέψουμε τις διάχυτες φήμες, πιό έντονη στην Ελλάδα από άλλες χώρες. Αν αυτό είναι αλήθεια, επαναλαμβάνω, τότε οι θεσμοί στην Ελλάδα υφίστανται καταρράκωση πιό έντονη από αλλού, και η βαθύτερη αιτία αυτού του φαινομένου δεν φαίνεται να έχει εντοπιστεί πλήρως. (Δηλαδή, χρήμα υπάρχει και αλλού, γιατί η διαφθορά να είναι τόσο έντονη στην Ελλάδα;) Ίσως έχει να κάνει με το στάδιο ανάπτυξης: Χρήμα που περιβάλλει την πολιτική υπάρχει παντού, το πώς όμως θα ανταποκριθεί η πολιτική εξαρτάται από το επίπεδο ανάπτυξης της κοινωνίας, το βαθμό ωρίμανσης των θεσμών, της ανάπτυξης της κοινωνίας των πολιτών, κλπ.
Παραπέρα βέβαια, η Ελληνική κοινωνία αυτόνομα, και όχι μέσω της πολιτικής, δείχνει να μην είναι και αυτή αμέτοχη της κρίσης. Το μέγιστο παράδειγμα είναι αυτό της διαφθοράς, η οποία φαίνεται να αγγίζει ευρύτερα την κοινωνία. Εδώ μπορεί να αναρωτηθεί κανείς αν η διαφθορά της πολιτικής προκαλεί την διαφθορά στην κοινωνία (με βάση την λογική ότι το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι) ή το αντίθετο (με την λογική ότι η πολιτική είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας). Ϊσως και τα δύο, ή με την λογική του αυγού και της κότας, ότι η διαφθορά της πολιτικής και της κοινωνίας είναι δύο όψεις του αυτού φαινομένου. Καταλήγουμε πάλι στο ότι η βαθύτερη αιτία της υποβάθμισης των θεσμών μας διαφεύγει (τουλάχιστον στον γράφοντα).
Τέλος, η κρίση έχει ηθικές και ψυχολογικές διαστάσεις, δείχνει δηλαδή να είναι μία κρίση αξιών. Η Ελληνική κοινωνία φαίνεται να βρίσκεται σε μία, ας πούμε, ηθική/ ψυχολογική κόπωση, γενικευμένη αμφισβήτηση αξιών και ιδεολογιών. Οι αιτίες δεν είναι εύκολο να αναλυθούν – και χρειάζεται προσοχή γιατί εδώ μπαίνουμε σε «πειραματικού τύπου» ανάλυση, όπου και τα όρια μεταξύ της φιλοσοφίας και της αμπελο-φιλοσοφίας είναι δυσδιάκριτα. Μπορεί να σχετίζονται με το ότι η Ελλάδα κατέκτησε σχετικά γρήγορα (σε διάστημα δύο ή τριών γενεών από τον πόλεμο και μετά) ένα αξιόλογο υλικό επίπεδο ζωής και τώρα δείχνει να «μένει» από έλλειψη στόχων – υπάρχει ένα κενό που θα έπρεπε να καλυφθεί από στόχους και ιδανικά ψηλότερα, την ποιοτική αναβάθμιση της δημόσιας και κοινωνικής ζωής, την περιβαλλοντική αφύπνιση, το πλησίασμα της παγκόσμιας κοινωνικής και πολιτιστικής πρωτοπορίας. Αντ’αυτών, σε πολλούς από αυτούς τους τομείς έχουμε πισωγύρισμα. Άλλος λόγος μπορεί να σχετίζεται με την αβεβαιότητα που προκύπτει από το γεγονός ότι η υλική αυτή ευημερία είναι σε μάλλον ρηχή, αποτέλεσμα συγκυρίας (γενική μεταπολεμική σύγκλιση, Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση) που τώρα αίρεται, και ότι πρέπει να επαναβεβαιώνεται διαρκώς, ειδικά σε εποχή παγκοσμιοποίησης. Τέλος, η κόπωση μπορεί να τροφοδοτείται από την σύγκρουση μεταξύ παράδοσης και ανανέωσης και από την ανάγκη προσαρμογής σε μία νεωτερικότητα που προσλαμβάνεται μόνο αποσπασματικά και «διαθλασμένα».
Αλλά το πράγμα δεν μένει εδώ. Δεν μπορεί να μην συσχετίσει κανείς την πτώση του ηθικού που παρατηρείται τώρα στην Ελλάδα με κάποια γενικότερη δυσθυμία. Παραδείγματος χάριν, στην Βρετανία η γκρίνια απέναντι στους Εργατικούς δεν φαίνεται να έχει τέλος (όλοι νομίζαμε ότι έφταιγε ο Μπλαιρ, μέχρι που ο Μπράουν αποδείχτηκε ίσως χειρότερος – ή μήπως έφταιγε πράγματι ο Μπλαιρ αλλά έφυγε πολύ αργά για να «γυρίσει» η κατάσταση;). Οι Συντηρητικοί φαίνεται να είναι σε τροχιά εξουσίας, χωρίς όμως κανείς να γνωρίζει ουσιαστικά ποιά είναι η δική τους πρόταση για τα δύσκολα ζητήματα που αντιμετωπίζει η χώρα. Στη Γαλλία, παρατηρούμε απότομες μεταπτώσεις της διάθεσης του εκλογικού σώματος που παράγουν σχεδόν ακυβερνησία. Πότε ήταν (το 2000?), π.χ., που ο Ζοσπέν και οι Σοσιαλιστές κέρδισαν τις βουλευτικές εκλογές, για να μην καταφέρουν να περάσουν ούτε καν στο δεύτερο γύρο των προεδρικών δύο χρόνια αργότερα; Άλλο παράδειγμα ο Σαρκοζύ, που εξελέγη μετά φανών και λαμπάδων το 2007 αλλά τώρα, ένα χρόνο περίπου μετά, πατώνει στις δημοσκοπήσεις. Και λοιπά. Και για να το συσχετίσω και με τα πορίσματα της επιστημονικής έρευνας, πρέπει να αναφερθεί το διαπιστωμένο εμπειρικό εύρημα ότι η «ευτυχία» του μέσου πολίτη των δυτικών κοινωνιών πολύ λίγο έχει ανέβει τα τελευταία τριάντα χρόνια – παρά την συνεχιζόμενη άνοδο του συνολικού βιοτικού επιπέδου. Γιατί αυτή η διαφαινόμενη έλλειψη προσανατολισμού, αισιοδοξίας και ικανοποίησης στις Ευρωπαϊκές κοινωνίες;
Και εδώ οι πιθανές απαντήσεις ποικίλλουν. Σε ένα κάπως άμεσο επίπεδο, μπορεί να προτείνει κανείς την δυσαρέσκεια από την αυξανόμενη ανισοκατανομή του εισοδήματος και από το γεγονός ότι ο μέσος εργαζόμενος έχει δει πολύ μικρή πραγματική αύξηση των εισοδημάτων του τις τελευταίες δύο-τρεις δεκαετίες στις ΗΠΑ αλλά και την Ευρώπη. (Οι αυξήσεις της υλικής ευημερίας τείνουν να πηγαίνουν στους πολύ πλούσιους.) Απογοήτευση προκαλεί το γεγονός ότι και οι κυβερνήσεις στηριζόμενες από θεωρούμενα αριστερά κόμματα εμφανίζονται αδύναμες ή και τελείως απρόθυμες να κάνουν ο,τιδήποτε μπορεί έστω και κατ’ελάχιστον να απειλήσει αυτή την κατανομή εισοδήματος. Άλλες, όπως η ημετέρα κυβέρνηση της ΝΔ, επιχειρούν ασύστολα να υποβοηθήσουν και επιταχύνουν την αναδιανομή προς όφελος των οικονομικά ισχυροτέρων. Επίσης, αβεβαιότητα προκαλεί η διαφαινόμενη αποσάρθρωση του κοινωνικού ιστού, με τα παρεπόμενα προβλήματα (αλκοολισμός, έγκλημα, παχυσαρκία), στις ώριμες βιομηχανικές («μετα-βιομηχανικές») δυτικές κοινωνίες. Παραπέρα, προσπαθώντας να μην χάσει στην σχετική του θέση στην «κοινωνική σκάλα», ο μέσος εργαζόμενος τρέχει σαν τον Βέγγο μόνο και μόνο για μείνει κατ’ουσίαν ακίνητος – άλλη πηγή δυσαρέσκειας.
Αλλά, όταν όλοι προσπαθούμε να φτάσουμε ή και να ξεπεράσουμε ακόμα τον διπλανό μας (το αγαπημένο μου θέμα στην έρευνα) μήπως αυτό δεν φανερώνει τελικά και κάποια απληστία, που είναι εν τέλει και συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης; Τελειότητα δεν υπάρχει στην ανθρώπινη φύση, όπως ασφαλώς ούτε και πουθενά αλλού. Το ζήτημα είναι τι είδους καταστάσεις τροφοδοτούν οι ατέλειες. Ένας (Έλληνας) φοιτητής σε Βρετανικό Πανεπιστήμιο (όχι το δικό μου) μου έλεγε τις προάλλες το παράπονό του ότι ενώ δίνει ένα σεβαστό ποσό διδάκτρων στο Παν/μιο, κάποιοι (ευτυχώς λίγοι) διδάσκοντες αντιμετωπίζουν την επικοινωνία με τους φοιτητές περίπου ως πάρεργο. Προσπαθούσα να εξηγήσω ότι οι διδάσκοντες οι ίδιοι συνήθως δεν βλέπουν ούτε δραχμή (ή λίρα) από αυτά τα λεφτά. Φυσικά, οι διδάσκοντες απολαμβάνουν ενός σχετικά αξιοπρεπούς μισθού και αυτό τους δημιουργεί την πάγια υποχρέωση να επικοινωνούν τακτικά με τους φοιτητές (πράγμα που ούτως ή άλλως κάνουν, αλλά όχι πάντα όσο οι φοιτητές θα ήθελαν!). Όμως, μία ψύχραιμη ανάλυση της κατάστασης δείχνει την διάσταση μεταξύ του κοινωνικά επιθυμητού στόχου (της επικοινωνίας με τους φοιτητές, και της προσέλκυση μεγαλύτερου αριθμού τους) και του ιδιωτικού κινήτρου (του ιδιωτικού οφέλος του δάσκαλου από αυτές τις δραστηριότητες). Επίσης, πολλές φορές οι διδάσκοντες έχουν οι ίδιοι παράπονα (λιγότερο ή περισσότερο δικαιολογημένα) από τον εργοδότη τους, και (κάποιοι) θα δικαιολογούσαν την στάση τους υποστηρίζοντας πάνω κάτω «τόσο με πληρώνουν τόσο κάνω». Εδώ βλέπουμε μία διάβρωση αυτού που μπορεί να ονομαστεί «κοινωνικό κεφάλαιο» ή πιο απλά καλή θέληση. Ακόμα σημαντικότερα, η επαγγελματική εξέλιξη των Παν/μιακών εξαρτάται σχεδόν απόλυτα από την έρευνα και πολύ λίγο από την ποιότητα της διδασκαλίας τους. Έτσι, αυτή καθορίζεται μόνο από προσωπικό μεράκι. Βλέπουμε δηλαδή ότι το σύστημα κινήτρων που δίνει το Παν/μιο ιεραρχεί τις προτεραιότητες μάλλον υπερβολικά προς την μία πλευρά (έρευνα) – όπως ενδιαφέρει περισσότερο τους ίδιους τους Παν/μιακούς. Διάσταση μεταξύ του κοινωνικά επιθυμητού και ιδιωτικά ωφέλιμου, λάθος ιεράρχηση και σύγχυση ιδιωτικών κινήτρων, κατεστημένα συμφέροντα, διάβρωση του κοινωνικού κεφαλαίου και της καλής θέλησης. Ιδού φαινόμενα (αιτίες ή συμπτώματα;) που διαπερνούν όλα τα επαγγέλματα και τους κοινωνικούς χώρους σε όλες τις χώρες, και που σίγουρα αποτελούν πηγή απογοήτευσης, δυσφορίας και κυνισμού.
Κοινωνική δυσαρέσκει προκύπτει επίσης από την αθρόα (κατά την γνώμη του γράφοντος, που έχει κυρίως στο νου την Βρετανική εμπειρία) γραφειοκρατικοποίηση των δυτικών κοινωνιών. Οι λόγοι δεν είναι του παρόντος, όμως είναι του παρόντος να τονισθεί ότι γραφειοκρατικοποίηση σημαίνει και ιεραρχία, που δημιουργεί νικητές και ηττημένους. Τελικά, ασφαλώς δεν είναι και εύκολο το να διοικείς μία κοινωνία. (Ένας καλός φίλος και συνάδελφος μου έλεγε χτες τις δυσκολίες που έχει για να κατευθύνει μία ομάδα πέντε (!) διοικητικών υπαλλήλων. Φαντάσου να προσπαθείς να διοικήσεις κοινωνίες!!) Οι κοινωνίες θα είναι πάντα ατελείς, και οι ατέλειες τους (πραγματικές ή θεωρούμενες) θα είναι πάντα αιτία προστριβών. Σε εποχές παλιότερα ραγδαίας προόδου, οι ατέλειες αυτές ξεπερνιόνταν από την αισιοδοξία της στιγμής. Τώρα όμως που φτάσαμε σε ένα «οροπέδιο» από το οποίο η παραπέρα πρόοδος δεν είναι τόσο εύκολη, τώρα τελικά που η «ποιότητα» των κοινωνιών (ό,τι σημαίνει αυτό) έφτασε μέχρις εκεί που η ανάπτυξη της συλλογικής συνείδησης επιτρέπει, οι ατέλειες πιάνουν «πρώτο τραπέζι πίστα» και η γκρίνια δεν σταματάει.
Αλλά βαδίζουμε σε πολύ Εγελιανά μονοπάτια. Δεν είναι η πρόθεσή μου να υποστηρίξω πως κάποιες μεταφυσικού τύπου ατέλειες της ανθρώπινης φύσης, είτε της συλλογικής συνείδησης, ευθύνονται για όλα. Οι αιτίες πρέπει πρωτίστως να αναζητηθούν στις κοινωνικές εξελίξεις και καταστάσεις. Όμως η αντιμετώπιση αυτών δυσκολεύεται επειδή το ανθρώπινο ζώον τείνει να βάζει το στενό ατομικό συμφέρον πάνω από το συλλογικό.
Ας τελειώσω όμως (επιτέλους!) με τρεις βασικές επιφυλάξεις. Όπως αναφέρθηκε, το παρόν άρθρο είναι αρκετά «πειραματικό» στον χαρακτήρα του, και προτείνει διάφορες θέσεις ως υποθέσεις για περαιτέρω επεξεργασία και συζήτηση, και όχι φυσικά ως αδιαμφισβήτητες αλήθειες. Δεύτερο, παίρνει σαν δεδομένο ότι υπάρχει στην Ελλάδα, αλλά και αλλού, αυτό που ονομάζεται «κρίση», όμως ακόμα και αυτό σηκώνει συζήτηση: Οι ανησυχίες ή αβεβαιότητες που παρατηρούνται τώρα υπήρχαν πάντα – έχουν τώρα πράγματι πάρει τις διαστάσεις κρίσης; Εάν όχι, τότε βέβαια και το άρθρο στο σύνολό του μένει μάλλον μετέωρο. Τρίτον, η θεωρούμενη «κρίση» μπορεί να γίνει σε μεγάλο βαθμό μία αυτο-εκπληρούμενη προφητεία: Όσο πιο πολύ μιλάς για κρίση, ακόμα και χωρίς να υπάρχει, τόσο πιο πολύ το ηθικό της κοινωνίας πέφτει, και άρα τόσο πιο πολύ η «κρίση» βαθαίνει. Αυτό είναι κάτι που δυστυχώς παρατηρείται κάποιες φορές στον δημόσιο διάλογο. Σ’αυτό πρέπει να προστεθεί η τάση των μίντια, στην προσπάθειά τους να αναδείξουν ειδήσεις, να τονίζουν την «κρίση» ακόμα και όταν αυτή δεν ξεφεύγει από τις συνηθισμένες διαστάσεις. Γι αυτό, «μπαίνει καθήκον», όπως λέγανε και αλλού, να μην μιλάμε για κρίση. Οφείλουμε να αναδεικνύουμε το όραμα, εστιαζόμενοι στα πραγματικά προβλήματα και τις λύσεις τους, να τονώνουμε την αισιοδοξία για το αύριο, και όχι να βουλιάζουμε στον φαύλο κύκλο της απαισιοδοξίας. Γι αυτό, ζητώ ταπεινά συγγνώμη από τον/την αναγνώστη/στρια για την παρέκβαση αυτού του άρθρου, και υπόσχομαι να μην επαναλάβω.
(ΥΓ – 7/9/08): Ξαναδιαβάζοντας τα παραπάνω, θα ηθελα να τονίσω κάτι που ίσως δεν τονίστηκε επαρκώς την πρώτη φορά: Πιστεύω βαθιά ότι η ελληνική κοινωνία ΔΕΝ είναι τόσο διεφθαρμένη, απογοητευμένη, ή κυνική, ώστε πλέον το παιχνίδι της ανασυγκρότησης να είναι χαμένο. Ή μάλλον, είναι απ’ όλ’ αυτά, αλλά μόνον λίγο, επιφανειακά. Πιστεύω ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ελλήνων/ελληνίδων εμφορείται από ήθος, αγάπη προς την πατρίδα, και αισιοδοξία, ώστε να μπορεί να κινητοποιηθεί στην σωστή κατεύθυνση ανά πάσα στιγμή (το ποιά είναι η «σωστή κατεύθυνση» φίλε/η αναγνώστη/τρια αναλύεται σε διάφορες καταχωρήσεις σε αυτήν εδώ την ιστοσελίδα), αρκεί να δοθεί το πράσινο φώς. Πιστεύω ότι η κοινωνία θα αντιδράσει θετικά και με ενθουσιασμό σε οποιαδήποτε αξιόπιστη προσπάθεια έλθει «από τα πάνω», γι αυτό και πιστεύω πως στο γαϊτανάκι κοινωνίας-πολιτικής που αναλύεται και αλλού, το πρώτο λόγο στην παρούσα συγκυρία έχει η πολιτική.
Αλλά δυστυχώς η κρίση δείχνει να αγγίζει ευρύτερα την πολιτική, με την δυσπιστία των πολιτών διάχυτη, και με το ΠΑΣΟΚ να μην μπορεί να μετατρέψει προς όφελός του τις προφανείς πολιτικές αδυναμίες της κυβέρνησης. Εδώ ίσως έχουν παίξει ρόλο κάποιες (πόσες πραγματικά;) αδυναμίες της περιόδου Σημίτη, αλλά και το ότι η παρούσα ηγεσία του ΠΑΣΟΚ δεν «τοποθετήθηκε» ποτέ επίσημα απέναντι στην περίοδο Σημίτη. Ο γράφων είχε ανέκαθεν την άποψη ότι ο Γ. Παπανδρέου έπρεπε από την πρώτη στιγμή (μετά το 2004) να σταθεί επαινετικά, αλλά και κριτικά όπου χρειαζόταν, στο έργο των κυβερνήσεων αυτών. Αυτό θα είχε δώσει στο ΠΑΣΟΚ την χαμένη του αυτοπεποίθηση, αλλά και θα του είχε επιτρέψει να έχει σήμερα την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας από τις κακοτοπιές. Επίσης, θα είχε δώσει στον νυν πρόεδρο μία γόνιμη αντζέντα στην πρώτη του, μάλλον αμήχανη, περίοδο. Αντ’ αυτού, το παρελθόν αποσιωπήθηκε πλήρως, δημιουργώντας συνειρμούς γενικευμένης ενοχής γιά την περίοδο Σημίτη. Ίσως αυτοί οι συνειρμοί και οι υποψίες να βρίσκονται πίσω από την τωρινή αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να αποκτήσει πολιτική υπεροχή.
Όμως, αυτό ας μην μας εμποδίζει να έχουμε μία αίσθηση του μέτρου. Η κυβερνήσεις Καραμανλή δεν έχουν ουδεμία σχέση με τις κυβερνήσεις Σημίτη, που έβαλαν την χώρα στην ΟΝΕ και την Κύπρο στην ΕΕ, έκαναν μεγάλα έργα και δρομολόγησαν Ολυμπιάδα που ούτε καν να ονειρευτεί δεν μπορούσε μέχρι τότε η Ελλάδα, και γενικότερα επετέλεσαν έργο από την κατάσβεση των πυρκαγιών μέχρι την εξάρθρωση της 17Ν και την αναβάθμιση της Αστυνομίας. (Και επεχείρησαν και άλλα, όπως η λύση του Ασφαλιστικού, η αναμόρφωση του δημόσιου τομέα, μεταρρυθμίσεις στην Παιδεία, κά, με διαφορετικούς βαθμούς επιτυχίας και αποδοχή από την κοινωνία.) Κατ’επέκταση, η απαξίωση της πολιτικής που παρατηρείται είναι πρώτα και κύρια αποτέλεσμα (ή μήπως και συνειδητή επιδίωξη;) της κατώτερης των περιστάσεων κυβέρνησης Καραμανλή, και η αδυναμία του ΠΑΣΟΚ είναι η παράπλευρη απώλεια. Ας μην υπάρχει αμφιβολία ότι, στην παρατηρούμενη πτώση του δικομματισμού, τα «ξερά» είναι η ΝΔ, και μαζί της καίγονται και τα «χλωρά» του ΠΑΣΟΚ.
Δυσλειτουργίες υπάρχουν βέβαια και στο ευρύτερο πολιτικό πεδίο. Εδώ γίνεται λόγος για διαπλοκή, εξάρτηση της πολιτικής από «συμφέροντα» και αθέμιτο χρήμα. Οι αναλύσεις δεν συμφωνούν ως προς τις βαθύτερες αιτίες. Κάποιοι θεωρούν ότι το αθέμιτο χρήμα ρέει για να καλυφθεί επικοινωνιακά η έλλειψη ουσιαστικής διαφοροποίησης μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων (Κ. Τσουκαλάς), κάποιοι ότι γίνεται γιατί το χρήμα εκτός πολιτικής που είναι διαθέσιμο για να «επηρεάσει» είναι τρομακτικό σε ποσότητα (Ν. Μουζέλης) – και όλο και αυξάνει, θα πρόσθετα εγώ, και συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά για να «επηρεάσει». Πιθανόν υπάρχει δόση αλήθειας σε όλα αυτά τα επιχειρήματα, αν και προσωπικά θα υποστήριζα ότι η φαυλοποίηση (άραγε είναι η σωστή λέξη;) της δημόσιας ζωής στην Ελλάδα είναι, αν τουλάχιστον πιστέψουμε τις διάχυτες φήμες, πιό έντονη στην Ελλάδα από άλλες χώρες. Αν αυτό είναι αλήθεια, επαναλαμβάνω, τότε οι θεσμοί στην Ελλάδα υφίστανται καταρράκωση πιό έντονη από αλλού, και η βαθύτερη αιτία αυτού του φαινομένου δεν φαίνεται να έχει εντοπιστεί πλήρως. (Δηλαδή, χρήμα υπάρχει και αλλού, γιατί η διαφθορά να είναι τόσο έντονη στην Ελλάδα;) Ίσως έχει να κάνει με το στάδιο ανάπτυξης: Χρήμα που περιβάλλει την πολιτική υπάρχει παντού, το πώς όμως θα ανταποκριθεί η πολιτική εξαρτάται από το επίπεδο ανάπτυξης της κοινωνίας, το βαθμό ωρίμανσης των θεσμών, της ανάπτυξης της κοινωνίας των πολιτών, κλπ.
Παραπέρα βέβαια, η Ελληνική κοινωνία αυτόνομα, και όχι μέσω της πολιτικής, δείχνει να μην είναι και αυτή αμέτοχη της κρίσης. Το μέγιστο παράδειγμα είναι αυτό της διαφθοράς, η οποία φαίνεται να αγγίζει ευρύτερα την κοινωνία. Εδώ μπορεί να αναρωτηθεί κανείς αν η διαφθορά της πολιτικής προκαλεί την διαφθορά στην κοινωνία (με βάση την λογική ότι το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι) ή το αντίθετο (με την λογική ότι η πολιτική είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας). Ϊσως και τα δύο, ή με την λογική του αυγού και της κότας, ότι η διαφθορά της πολιτικής και της κοινωνίας είναι δύο όψεις του αυτού φαινομένου. Καταλήγουμε πάλι στο ότι η βαθύτερη αιτία της υποβάθμισης των θεσμών μας διαφεύγει (τουλάχιστον στον γράφοντα).
Τέλος, η κρίση έχει ηθικές και ψυχολογικές διαστάσεις, δείχνει δηλαδή να είναι μία κρίση αξιών. Η Ελληνική κοινωνία φαίνεται να βρίσκεται σε μία, ας πούμε, ηθική/ ψυχολογική κόπωση, γενικευμένη αμφισβήτηση αξιών και ιδεολογιών. Οι αιτίες δεν είναι εύκολο να αναλυθούν – και χρειάζεται προσοχή γιατί εδώ μπαίνουμε σε «πειραματικού τύπου» ανάλυση, όπου και τα όρια μεταξύ της φιλοσοφίας και της αμπελο-φιλοσοφίας είναι δυσδιάκριτα. Μπορεί να σχετίζονται με το ότι η Ελλάδα κατέκτησε σχετικά γρήγορα (σε διάστημα δύο ή τριών γενεών από τον πόλεμο και μετά) ένα αξιόλογο υλικό επίπεδο ζωής και τώρα δείχνει να «μένει» από έλλειψη στόχων – υπάρχει ένα κενό που θα έπρεπε να καλυφθεί από στόχους και ιδανικά ψηλότερα, την ποιοτική αναβάθμιση της δημόσιας και κοινωνικής ζωής, την περιβαλλοντική αφύπνιση, το πλησίασμα της παγκόσμιας κοινωνικής και πολιτιστικής πρωτοπορίας. Αντ’αυτών, σε πολλούς από αυτούς τους τομείς έχουμε πισωγύρισμα. Άλλος λόγος μπορεί να σχετίζεται με την αβεβαιότητα που προκύπτει από το γεγονός ότι η υλική αυτή ευημερία είναι σε μάλλον ρηχή, αποτέλεσμα συγκυρίας (γενική μεταπολεμική σύγκλιση, Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση) που τώρα αίρεται, και ότι πρέπει να επαναβεβαιώνεται διαρκώς, ειδικά σε εποχή παγκοσμιοποίησης. Τέλος, η κόπωση μπορεί να τροφοδοτείται από την σύγκρουση μεταξύ παράδοσης και ανανέωσης και από την ανάγκη προσαρμογής σε μία νεωτερικότητα που προσλαμβάνεται μόνο αποσπασματικά και «διαθλασμένα».
Αλλά το πράγμα δεν μένει εδώ. Δεν μπορεί να μην συσχετίσει κανείς την πτώση του ηθικού που παρατηρείται τώρα στην Ελλάδα με κάποια γενικότερη δυσθυμία. Παραδείγματος χάριν, στην Βρετανία η γκρίνια απέναντι στους Εργατικούς δεν φαίνεται να έχει τέλος (όλοι νομίζαμε ότι έφταιγε ο Μπλαιρ, μέχρι που ο Μπράουν αποδείχτηκε ίσως χειρότερος – ή μήπως έφταιγε πράγματι ο Μπλαιρ αλλά έφυγε πολύ αργά για να «γυρίσει» η κατάσταση;). Οι Συντηρητικοί φαίνεται να είναι σε τροχιά εξουσίας, χωρίς όμως κανείς να γνωρίζει ουσιαστικά ποιά είναι η δική τους πρόταση για τα δύσκολα ζητήματα που αντιμετωπίζει η χώρα. Στη Γαλλία, παρατηρούμε απότομες μεταπτώσεις της διάθεσης του εκλογικού σώματος που παράγουν σχεδόν ακυβερνησία. Πότε ήταν (το 2000?), π.χ., που ο Ζοσπέν και οι Σοσιαλιστές κέρδισαν τις βουλευτικές εκλογές, για να μην καταφέρουν να περάσουν ούτε καν στο δεύτερο γύρο των προεδρικών δύο χρόνια αργότερα; Άλλο παράδειγμα ο Σαρκοζύ, που εξελέγη μετά φανών και λαμπάδων το 2007 αλλά τώρα, ένα χρόνο περίπου μετά, πατώνει στις δημοσκοπήσεις. Και λοιπά. Και για να το συσχετίσω και με τα πορίσματα της επιστημονικής έρευνας, πρέπει να αναφερθεί το διαπιστωμένο εμπειρικό εύρημα ότι η «ευτυχία» του μέσου πολίτη των δυτικών κοινωνιών πολύ λίγο έχει ανέβει τα τελευταία τριάντα χρόνια – παρά την συνεχιζόμενη άνοδο του συνολικού βιοτικού επιπέδου. Γιατί αυτή η διαφαινόμενη έλλειψη προσανατολισμού, αισιοδοξίας και ικανοποίησης στις Ευρωπαϊκές κοινωνίες;
Και εδώ οι πιθανές απαντήσεις ποικίλλουν. Σε ένα κάπως άμεσο επίπεδο, μπορεί να προτείνει κανείς την δυσαρέσκεια από την αυξανόμενη ανισοκατανομή του εισοδήματος και από το γεγονός ότι ο μέσος εργαζόμενος έχει δει πολύ μικρή πραγματική αύξηση των εισοδημάτων του τις τελευταίες δύο-τρεις δεκαετίες στις ΗΠΑ αλλά και την Ευρώπη. (Οι αυξήσεις της υλικής ευημερίας τείνουν να πηγαίνουν στους πολύ πλούσιους.) Απογοήτευση προκαλεί το γεγονός ότι και οι κυβερνήσεις στηριζόμενες από θεωρούμενα αριστερά κόμματα εμφανίζονται αδύναμες ή και τελείως απρόθυμες να κάνουν ο,τιδήποτε μπορεί έστω και κατ’ελάχιστον να απειλήσει αυτή την κατανομή εισοδήματος. Άλλες, όπως η ημετέρα κυβέρνηση της ΝΔ, επιχειρούν ασύστολα να υποβοηθήσουν και επιταχύνουν την αναδιανομή προς όφελος των οικονομικά ισχυροτέρων. Επίσης, αβεβαιότητα προκαλεί η διαφαινόμενη αποσάρθρωση του κοινωνικού ιστού, με τα παρεπόμενα προβλήματα (αλκοολισμός, έγκλημα, παχυσαρκία), στις ώριμες βιομηχανικές («μετα-βιομηχανικές») δυτικές κοινωνίες. Παραπέρα, προσπαθώντας να μην χάσει στην σχετική του θέση στην «κοινωνική σκάλα», ο μέσος εργαζόμενος τρέχει σαν τον Βέγγο μόνο και μόνο για μείνει κατ’ουσίαν ακίνητος – άλλη πηγή δυσαρέσκειας.
Αλλά, όταν όλοι προσπαθούμε να φτάσουμε ή και να ξεπεράσουμε ακόμα τον διπλανό μας (το αγαπημένο μου θέμα στην έρευνα) μήπως αυτό δεν φανερώνει τελικά και κάποια απληστία, που είναι εν τέλει και συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης; Τελειότητα δεν υπάρχει στην ανθρώπινη φύση, όπως ασφαλώς ούτε και πουθενά αλλού. Το ζήτημα είναι τι είδους καταστάσεις τροφοδοτούν οι ατέλειες. Ένας (Έλληνας) φοιτητής σε Βρετανικό Πανεπιστήμιο (όχι το δικό μου) μου έλεγε τις προάλλες το παράπονό του ότι ενώ δίνει ένα σεβαστό ποσό διδάκτρων στο Παν/μιο, κάποιοι (ευτυχώς λίγοι) διδάσκοντες αντιμετωπίζουν την επικοινωνία με τους φοιτητές περίπου ως πάρεργο. Προσπαθούσα να εξηγήσω ότι οι διδάσκοντες οι ίδιοι συνήθως δεν βλέπουν ούτε δραχμή (ή λίρα) από αυτά τα λεφτά. Φυσικά, οι διδάσκοντες απολαμβάνουν ενός σχετικά αξιοπρεπούς μισθού και αυτό τους δημιουργεί την πάγια υποχρέωση να επικοινωνούν τακτικά με τους φοιτητές (πράγμα που ούτως ή άλλως κάνουν, αλλά όχι πάντα όσο οι φοιτητές θα ήθελαν!). Όμως, μία ψύχραιμη ανάλυση της κατάστασης δείχνει την διάσταση μεταξύ του κοινωνικά επιθυμητού στόχου (της επικοινωνίας με τους φοιτητές, και της προσέλκυση μεγαλύτερου αριθμού τους) και του ιδιωτικού κινήτρου (του ιδιωτικού οφέλος του δάσκαλου από αυτές τις δραστηριότητες). Επίσης, πολλές φορές οι διδάσκοντες έχουν οι ίδιοι παράπονα (λιγότερο ή περισσότερο δικαιολογημένα) από τον εργοδότη τους, και (κάποιοι) θα δικαιολογούσαν την στάση τους υποστηρίζοντας πάνω κάτω «τόσο με πληρώνουν τόσο κάνω». Εδώ βλέπουμε μία διάβρωση αυτού που μπορεί να ονομαστεί «κοινωνικό κεφάλαιο» ή πιο απλά καλή θέληση. Ακόμα σημαντικότερα, η επαγγελματική εξέλιξη των Παν/μιακών εξαρτάται σχεδόν απόλυτα από την έρευνα και πολύ λίγο από την ποιότητα της διδασκαλίας τους. Έτσι, αυτή καθορίζεται μόνο από προσωπικό μεράκι. Βλέπουμε δηλαδή ότι το σύστημα κινήτρων που δίνει το Παν/μιο ιεραρχεί τις προτεραιότητες μάλλον υπερβολικά προς την μία πλευρά (έρευνα) – όπως ενδιαφέρει περισσότερο τους ίδιους τους Παν/μιακούς. Διάσταση μεταξύ του κοινωνικά επιθυμητού και ιδιωτικά ωφέλιμου, λάθος ιεράρχηση και σύγχυση ιδιωτικών κινήτρων, κατεστημένα συμφέροντα, διάβρωση του κοινωνικού κεφαλαίου και της καλής θέλησης. Ιδού φαινόμενα (αιτίες ή συμπτώματα;) που διαπερνούν όλα τα επαγγέλματα και τους κοινωνικούς χώρους σε όλες τις χώρες, και που σίγουρα αποτελούν πηγή απογοήτευσης, δυσφορίας και κυνισμού.
Κοινωνική δυσαρέσκει προκύπτει επίσης από την αθρόα (κατά την γνώμη του γράφοντος, που έχει κυρίως στο νου την Βρετανική εμπειρία) γραφειοκρατικοποίηση των δυτικών κοινωνιών. Οι λόγοι δεν είναι του παρόντος, όμως είναι του παρόντος να τονισθεί ότι γραφειοκρατικοποίηση σημαίνει και ιεραρχία, που δημιουργεί νικητές και ηττημένους. Τελικά, ασφαλώς δεν είναι και εύκολο το να διοικείς μία κοινωνία. (Ένας καλός φίλος και συνάδελφος μου έλεγε χτες τις δυσκολίες που έχει για να κατευθύνει μία ομάδα πέντε (!) διοικητικών υπαλλήλων. Φαντάσου να προσπαθείς να διοικήσεις κοινωνίες!!) Οι κοινωνίες θα είναι πάντα ατελείς, και οι ατέλειες τους (πραγματικές ή θεωρούμενες) θα είναι πάντα αιτία προστριβών. Σε εποχές παλιότερα ραγδαίας προόδου, οι ατέλειες αυτές ξεπερνιόνταν από την αισιοδοξία της στιγμής. Τώρα όμως που φτάσαμε σε ένα «οροπέδιο» από το οποίο η παραπέρα πρόοδος δεν είναι τόσο εύκολη, τώρα τελικά που η «ποιότητα» των κοινωνιών (ό,τι σημαίνει αυτό) έφτασε μέχρις εκεί που η ανάπτυξη της συλλογικής συνείδησης επιτρέπει, οι ατέλειες πιάνουν «πρώτο τραπέζι πίστα» και η γκρίνια δεν σταματάει.
Αλλά βαδίζουμε σε πολύ Εγελιανά μονοπάτια. Δεν είναι η πρόθεσή μου να υποστηρίξω πως κάποιες μεταφυσικού τύπου ατέλειες της ανθρώπινης φύσης, είτε της συλλογικής συνείδησης, ευθύνονται για όλα. Οι αιτίες πρέπει πρωτίστως να αναζητηθούν στις κοινωνικές εξελίξεις και καταστάσεις. Όμως η αντιμετώπιση αυτών δυσκολεύεται επειδή το ανθρώπινο ζώον τείνει να βάζει το στενό ατομικό συμφέρον πάνω από το συλλογικό.
Ας τελειώσω όμως (επιτέλους!) με τρεις βασικές επιφυλάξεις. Όπως αναφέρθηκε, το παρόν άρθρο είναι αρκετά «πειραματικό» στον χαρακτήρα του, και προτείνει διάφορες θέσεις ως υποθέσεις για περαιτέρω επεξεργασία και συζήτηση, και όχι φυσικά ως αδιαμφισβήτητες αλήθειες. Δεύτερο, παίρνει σαν δεδομένο ότι υπάρχει στην Ελλάδα, αλλά και αλλού, αυτό που ονομάζεται «κρίση», όμως ακόμα και αυτό σηκώνει συζήτηση: Οι ανησυχίες ή αβεβαιότητες που παρατηρούνται τώρα υπήρχαν πάντα – έχουν τώρα πράγματι πάρει τις διαστάσεις κρίσης; Εάν όχι, τότε βέβαια και το άρθρο στο σύνολό του μένει μάλλον μετέωρο. Τρίτον, η θεωρούμενη «κρίση» μπορεί να γίνει σε μεγάλο βαθμό μία αυτο-εκπληρούμενη προφητεία: Όσο πιο πολύ μιλάς για κρίση, ακόμα και χωρίς να υπάρχει, τόσο πιο πολύ το ηθικό της κοινωνίας πέφτει, και άρα τόσο πιο πολύ η «κρίση» βαθαίνει. Αυτό είναι κάτι που δυστυχώς παρατηρείται κάποιες φορές στον δημόσιο διάλογο. Σ’αυτό πρέπει να προστεθεί η τάση των μίντια, στην προσπάθειά τους να αναδείξουν ειδήσεις, να τονίζουν την «κρίση» ακόμα και όταν αυτή δεν ξεφεύγει από τις συνηθισμένες διαστάσεις. Γι αυτό, «μπαίνει καθήκον», όπως λέγανε και αλλού, να μην μιλάμε για κρίση. Οφείλουμε να αναδεικνύουμε το όραμα, εστιαζόμενοι στα πραγματικά προβλήματα και τις λύσεις τους, να τονώνουμε την αισιοδοξία για το αύριο, και όχι να βουλιάζουμε στον φαύλο κύκλο της απαισιοδοξίας. Γι αυτό, ζητώ ταπεινά συγγνώμη από τον/την αναγνώστη/στρια για την παρέκβαση αυτού του άρθρου, και υπόσχομαι να μην επαναλάβω.
(ΥΓ – 7/9/08): Ξαναδιαβάζοντας τα παραπάνω, θα ηθελα να τονίσω κάτι που ίσως δεν τονίστηκε επαρκώς την πρώτη φορά: Πιστεύω βαθιά ότι η ελληνική κοινωνία ΔΕΝ είναι τόσο διεφθαρμένη, απογοητευμένη, ή κυνική, ώστε πλέον το παιχνίδι της ανασυγκρότησης να είναι χαμένο. Ή μάλλον, είναι απ’ όλ’ αυτά, αλλά μόνον λίγο, επιφανειακά. Πιστεύω ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ελλήνων/ελληνίδων εμφορείται από ήθος, αγάπη προς την πατρίδα, και αισιοδοξία, ώστε να μπορεί να κινητοποιηθεί στην σωστή κατεύθυνση ανά πάσα στιγμή (το ποιά είναι η «σωστή κατεύθυνση» φίλε/η αναγνώστη/τρια αναλύεται σε διάφορες καταχωρήσεις σε αυτήν εδώ την ιστοσελίδα), αρκεί να δοθεί το πράσινο φώς. Πιστεύω ότι η κοινωνία θα αντιδράσει θετικά και με ενθουσιασμό σε οποιαδήποτε αξιόπιστη προσπάθεια έλθει «από τα πάνω», γι αυτό και πιστεύω πως στο γαϊτανάκι κοινωνίας-πολιτικής που αναλύεται και αλλού, το πρώτο λόγο στην παρούσα συγκυρία έχει η πολιτική.
Saturday, 19 July 2008
ΑΡΙΣΤΕΡΑ Η ΚΕΝΤΡΟ;
Το ερώτημα «Αριστερά ή Κέντρο» όσον αφορά το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται αρκετά συχνά τον τελευταίο καιρό, ειδικά μετά τις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2007. (Βλ. π.χ. το άρθρο του Δ. Μητρόπουλου ‘Κλίνατε επ’αριστερά’ στην στήλη Εναλλακτικά των ΝΕΩΝ της 19ης Ιουλίου 2008). Η αριστερή αυτή στροφή του ΠΑΣΟΚ (που εκφράζεται π.χ. στον χώρο της Παιδείας με την άρνηση αναγνώρισης των ιδιωτικών «Πανεπιστημίων», στον χώρο της οικονομικής πολιτικής με την έκφραση επιθυμίας για επαναδιεκδίκηση του ΟΤΕ από το Δημόσιο, κλπ) υποστηρίζεται από την λογική ότι το ΠΑΣΟΚ πρέπει να επιστρέψει στις αριστερές του καταβολές και την κινηματική του λογική αν θέλει να ξαναγίνει πλειοψηφικό ρεύμα στην κοινωνία.
Η συλλογιστική αυτή εντάσσεται σε έναν γενικότερο προβληματισμό για το ποιά πρέπει να είναι η στρατηγική των Κεντροαριστερών/σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων για την κατάκτηση της εξουσίας (βλ. σχετικό άρθρο του Παύλου Τσίμα πάλι στα ΝΕΑ προ καιρού). Πράγματι, τα κόμματα αυτά, τουλάχιστον στην Ευρώπη, δείχνουν να χάνουν αναφανδόν τον τελευταίο καιρό την εξουσία όποια κι άν είναι η στρατηγική τους (με γνωστές και φωτεινές εξαιρέσεις όπως στην Ισπανία). Μερικές φορές μπορεί να υποστηριχθεί ότι δεν επέδειξαν αρκετό «ρεαλισμό» πηγαίνοντας αρκούντως προς το κέντρο, άλλες φορές πως δεν υπήρξαν αρκετά τολμηρά πηγαίνοντας προς τα αριστερά! Δεν νομίζω πως το θέμα έχει λυθεί ομόφωνα μεταξύ των σχολιαστών, αλλά ούτε και πως είναι εύκολο να λυθεί. Όποια θέση και αν υποστηρίξει κανείς, υπάρχει ισχυρός αντίλογος. Προσωπικά θα έτεινα προς την ιδέα ότι η απάντηση είναι σύνθετη και όχι «μονοσήμαντη», τύπου αριστερά ή δεξιά, άσπρο ή μαύρο. Νομίζω πως είναι σημαντικό ένα κόμμα να έχει μεν γνωστές αριστερές ιδεολογικές καταβολές, και κάποιες «αδιαπραγμάτευτες» βασικές επιλογές – αυτή η αίσθηση του βασικού προσανατολισμού είναι απαραίτητη για να κινητοποιηθεί μια σημαντική μερίδα της κοινής γνώμης. Από την άλλη μεριά, χρειάζεται ρεαλισμός στην καθημερινή άσκηση της πολιτικής στην βάση επεξεργασμένων προγραμματικά θέσεων – για να πεισθεί η κοινωνία ότι το πρόγραμμα είναι εφικτό και κινείται στην λογική του συλλογικού, και όχι κάποιου στενά ιδεολογικού, συμφέροντος. Αυτός ο (δύσκολος) συνδυασμός της «ρεαλιστικής ουτοπίας», της αίσθησης ότι είναι εφικτό να βελτιωθούν τα πράγματα προς μιά προοδευτική κατεύθυνση προς όφελος των πολλών είναι εξ ων ουκ άνευ για την κατάκτηση της εξουσίας από τα Κεντροαριστερά κόμματα.
Με δεδομένο αυτό, και με επίσης δεδομένο ότι το ΠΑΣΟΚ έχει γνωστές αριστερές καταβολές (ο μακαρίτης Μιχάλης Ράπτης ή «Πάμπλο» συνήθιζε να λέει, ή να γράφει, ότι το ΠΑΣΟΚ είναι το αριστερότερο από τα κόμματα εξουσίας της Ευρώπης), το ζητούμενο για το ΠΑΣΟΚ είναι ο ρεαλισμός και η προγραμματική επεξεργασία σύγχρονων θέσεων. Με άλλα λόγια, πιστεύω πως το ΠΑΣΟΚ έχει κατακτήσει την αριστερή του ταυτότητα στη συνείδηση μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας, για διάφορους λόγους (που έχουν να κάνουν με το ότι τόσο το ΠΑΣΟΚ έχει να επιδείξει μια αρκετά ριζοσπαστική πορεία μέχρι τώρα, όσο και με το ότι και η ελληνική κοινωνία για λόγους ιστορίας αλλά και σύνθεσης εμφορείται σε μεγάλο βαθμό από ριζοσπαστικά αισθήματα). Αυτό που μένει τώρα είναι να πείσει ότι διαθέτει και τις ανάλογες θέσεις και σύγχρονο πρόγραμμα για να υποστηρίξει αξιόπιστα την προοδευτική μεταρρύθμιση, και να εγγυηθεί την ευημερία και την εν γένει πρόοδο. Με απλά λόγια, το ζητούμενο τώρα για το ΠΑΣΟΚ είναι να προσεγγίσει το Κέντρο στις προγραμματικές του θέσεις.
Υπάρχουν πιό συγκεκριμένα τρία βασικά επιχειρήματα σχετικά με το «γιατί Κέντρο». Ας αρχίσουμε με το πιό πραγματιστικό, αυτό που έχει να κάνει με εκλογικού τύπου λογική. Είναι η θέση ότι το εκλογικό παιχνίδι παίζεται στο κέντρο, και υποστηρίζεται θεωρητικά από το γνωστό θεώρημα του μέσου ψηφοφόρου. Υπάρχουν (απλουστευτικά) δύο κόμματα, και κάθε ψηφηφόρος ψηφίζει το κόμμα που είναι εγγύτερα στις δικές του/της θέσεις (ακόμα και αν δεν ταυτίζονται απόλυτα με τις θέσεις του κόμματος). Έτσι, το «Δεξιό» κόμμα παίρνει όλες τις ψήφους πιό δεξιά του, το «Αριστερό» όλες τις ψήφους αριστερά του, και μοιράζονται τις ψήφους στο ενδιάμεσό τους. Γίνεται λοιπόν φανερό ότι η μόνη συμφέρουσα εκλογικά στρατηγική είναι η σύγκλιση στο κέντρο, υπό την έννοια της προσέγγισης στις προτιμήσεις του μέσου ψηφοφόρου. Το θεώρημα αυτό έχει βέβαια κατακριθεί από πολλές απόψεις (υπάρχουν περισσότερα των δύο κόμματα, τα κόμματα δεν είναι τόσο καιροσκοπικά όσο περιγράφονται αλλά εμφορούνται και από ιδεολογικές προτιμήσεις που μπορεί να τα εμποδίζουν να συγκλίνουν απόλυτα, κλπ), αλλά η βασική του λογική, η προσέγγιση προς το κέντρο, επιβεβαιώνεται απότα πράγματα.
Το δεύτερο επιχείρημα υπέρ του «Κέντρου» είναι ίσως πιό ουσιαστικό. Έχει να κάνει με αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «δεύτερη διάσταση της πολιτικής». Μπορούμε να διακρίνουμε δύο διαστάσεις στην πολιτική: Η πρώτη έχει να κάνει με αναδιανεμητικού τύπου λογική (εξίσωση εισοδημάτων, σπάσιμο κάθε τύπου προνομίων, κλπ). Είναι η διάσταση που κρύβεται πίσω από τις κωδικές λέξεις «κοινωνική δικαιοσύνη», που είναι βέβαια βασική ιδεολογική δέσμευση και στόχος κυρίως των (Κεντρο)αριστερών κομμάτων. (Αν και όχι μόνο, αν πιστέψουμε π.χ. την τωρινή ηγεσία των Βρετανών Συντηρητικών). Το παιχνίδι σε αυτήν την διάσταση της πολιτικής είναι περισσότερο «μηδενικού αθροίσματος» (εσύ χάνεις, εγώ κερδίζω, ή τούμπαλιν). Η δεύτερη διάσταση της πολιτικής είναι αυτή που αποσκοπεί στην άνοδο γενικά του συνόλου. Αυτή συνδέεται κυρίως με διαχειριστικές πρακτικές, και αποσκοπεί στον εκσυγχρονισμό και την σύγκλιση του συνόλου με πιό προοδευμένες χώρες από διάφορες απόψεις (οικονομική, κοινωνική, θεσμική, κά). Εδώ το ζητούμενο είναι η σωστή διαχείριση και η χρηστή διοίκηση έτσι ώστε να λυθούν προβλήματα, να αντιμετωπιστούν κάθε λογής προκλήσεις ή δυσκολίες, και να αξιοποιηθούν όσο το δυνατό καλύτερα οι ευκαιρίες. Το παιχνίδι σε αυτή την διάσταση είναι κατά βάση συνεργατικό. Η άποψη του γράφοντος είναι ότι στην παρούσα φάση, η «δεύτερη διάσταση» της πολιτικής είναι πολύ περισσότερο επείγουσα ως προτεραιότητα για την Ελλάδα. Όχι ότι είμαστε κοντά στον ιδεολογικό στόχο της κοινωνικής δικαιοσύνης – προς Θεού. Αλλά αυτή την ώρα αντιμετωπίζουμε δυσκολίες που χρήζουν επείγουσας αντιμετώπισης. Από το ζητούμενο της σύγκλισης (ή, θα έλεγα, της αποτροπής της απόκλισης) σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης και Ευρωπαϊκής ενοποίησης, οι οποίες δεν συγχωρούν τους βραδυπορούντες, μέχρι την αντιμετώπιση της πληθώρας των εγχωρίων προβλημάτων` από την αντιμετώπιση της κρίσης αξιών στην κοινωνία (διαφθορά, αδιαφορία) μέχρι την αναζωογόνηση και ανασύνταξη της πολιτικής` από την προστασία και ισχυροποίηση των δημοσίων και κοινωνικών υπηρεσιών και αγαθών μέχρι την ταυτόχρονη αναδιάρθρωση και εξυγίανση του κρατικού τομέα` από την ισχυροποίηση σε διεθνές επίπεδο μέχρι την αντιμετώπιση των εθνικών θεμάτων, η Ελλάδα αντιμετωπίζει προκλήσεις που και επείγουν και απαιτούν συνεργατικό και συναινετικό πνεύμα. Αυτό επιβάλλει μετριοπαθείς και συναινετικές προσεγγίσεις σε όλα τα θέματα, δηλαδή μία λογική «Κέντρου». Και κυρίως, ας το επαναλάβουμε, το να αναχθεί η χρηστή διοίκηση και διαχείριση σε κεντρικό αίτημα και ζητούμενο της πολιτικής.
Τέλος, και σε συνέχεια του προηγουμένου, θα διατύπωνα μία άποψη για την φύση της δημοκρατίας. (Εξ όσων – λίγων – γνωρίζω πάνω στο θέμα, δεν έχει διατυπωθεί αλλού.) Η πάγια θέση είναι ότι η δημοκρατία είναι το σύστημα όπου η πλειοψηφία κυβερνάει, με βάση τις προτιμήσεις της και λίγο-πολύ χωρίς περιορισμούς, θεωρητικά τουλάχιστον, επιβαλλόμενους από τις απόψεις της μειοψηφίας. Η θέση που θα διατύπωνα είναι ότι η δημοκρατία είναι ένας τρόπος να επιλύονται οι κοινωνικές αντιθέσεις στο τραπέζι, με διάλογο, και με όσο το δυνατό λιγότερη κοινωνική αναταραχή. Δηλαδή, όχι με κουμπούρια στα οδοφράγματα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η πλειοψηφία μπορεί να κάνει ό,τι νομίζει, καλό ή κακό. Οφείλει να λαμβάνει υπ’όψη τις απόψεις της μειοψηφίας, σε ποσοστό ανάλογο βεβαίως της – εκλογικής – δύναμής της. Οφείλει δηλαδή να συνθέτει απόψεις. Αυτή η άποψη αντιβαίνει ευθέως στην πάγια λογική ότι η πλειοψηφία κυβερνάει ανεμπόδιστη, όμως βοηθάει ώστε να διασφαλίζεται καλύτερα η κοινωνική ειρήνη. Η σύνθεση αυτή απόψεων αναπόφευκτα οδηγεί κοντύτερα στο κέντρο.
Συμπερασματικά, το άρθρο αυτό υποστηρίζει ότι η μεγαλύτερη προτεραιότητα για το ΠΑΣΟΚ, αυτή την ώρα, είναι η διατύπωση σύγχρονων, αξιόπιστων, και ρεαλιστικών προγραμματικών θέσεων, πάντα σε προοδευτική κατεύθυνση, αλλά και τέτοιων ώστε να μπορούν να επιτύχουν όσο το δυνατό ευρύτερες κοινωνικές συναινέσεις. Με βάση το ότι το ΠΑΣΟΚ έχει κατοχυρώσει σε επαρκή βαθμό το «αριστερά», τώρα προέχει να κατοχυρώσει και το «κέντρο».
Η συλλογιστική αυτή εντάσσεται σε έναν γενικότερο προβληματισμό για το ποιά πρέπει να είναι η στρατηγική των Κεντροαριστερών/σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων για την κατάκτηση της εξουσίας (βλ. σχετικό άρθρο του Παύλου Τσίμα πάλι στα ΝΕΑ προ καιρού). Πράγματι, τα κόμματα αυτά, τουλάχιστον στην Ευρώπη, δείχνουν να χάνουν αναφανδόν τον τελευταίο καιρό την εξουσία όποια κι άν είναι η στρατηγική τους (με γνωστές και φωτεινές εξαιρέσεις όπως στην Ισπανία). Μερικές φορές μπορεί να υποστηριχθεί ότι δεν επέδειξαν αρκετό «ρεαλισμό» πηγαίνοντας αρκούντως προς το κέντρο, άλλες φορές πως δεν υπήρξαν αρκετά τολμηρά πηγαίνοντας προς τα αριστερά! Δεν νομίζω πως το θέμα έχει λυθεί ομόφωνα μεταξύ των σχολιαστών, αλλά ούτε και πως είναι εύκολο να λυθεί. Όποια θέση και αν υποστηρίξει κανείς, υπάρχει ισχυρός αντίλογος. Προσωπικά θα έτεινα προς την ιδέα ότι η απάντηση είναι σύνθετη και όχι «μονοσήμαντη», τύπου αριστερά ή δεξιά, άσπρο ή μαύρο. Νομίζω πως είναι σημαντικό ένα κόμμα να έχει μεν γνωστές αριστερές ιδεολογικές καταβολές, και κάποιες «αδιαπραγμάτευτες» βασικές επιλογές – αυτή η αίσθηση του βασικού προσανατολισμού είναι απαραίτητη για να κινητοποιηθεί μια σημαντική μερίδα της κοινής γνώμης. Από την άλλη μεριά, χρειάζεται ρεαλισμός στην καθημερινή άσκηση της πολιτικής στην βάση επεξεργασμένων προγραμματικά θέσεων – για να πεισθεί η κοινωνία ότι το πρόγραμμα είναι εφικτό και κινείται στην λογική του συλλογικού, και όχι κάποιου στενά ιδεολογικού, συμφέροντος. Αυτός ο (δύσκολος) συνδυασμός της «ρεαλιστικής ουτοπίας», της αίσθησης ότι είναι εφικτό να βελτιωθούν τα πράγματα προς μιά προοδευτική κατεύθυνση προς όφελος των πολλών είναι εξ ων ουκ άνευ για την κατάκτηση της εξουσίας από τα Κεντροαριστερά κόμματα.
Με δεδομένο αυτό, και με επίσης δεδομένο ότι το ΠΑΣΟΚ έχει γνωστές αριστερές καταβολές (ο μακαρίτης Μιχάλης Ράπτης ή «Πάμπλο» συνήθιζε να λέει, ή να γράφει, ότι το ΠΑΣΟΚ είναι το αριστερότερο από τα κόμματα εξουσίας της Ευρώπης), το ζητούμενο για το ΠΑΣΟΚ είναι ο ρεαλισμός και η προγραμματική επεξεργασία σύγχρονων θέσεων. Με άλλα λόγια, πιστεύω πως το ΠΑΣΟΚ έχει κατακτήσει την αριστερή του ταυτότητα στη συνείδηση μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας, για διάφορους λόγους (που έχουν να κάνουν με το ότι τόσο το ΠΑΣΟΚ έχει να επιδείξει μια αρκετά ριζοσπαστική πορεία μέχρι τώρα, όσο και με το ότι και η ελληνική κοινωνία για λόγους ιστορίας αλλά και σύνθεσης εμφορείται σε μεγάλο βαθμό από ριζοσπαστικά αισθήματα). Αυτό που μένει τώρα είναι να πείσει ότι διαθέτει και τις ανάλογες θέσεις και σύγχρονο πρόγραμμα για να υποστηρίξει αξιόπιστα την προοδευτική μεταρρύθμιση, και να εγγυηθεί την ευημερία και την εν γένει πρόοδο. Με απλά λόγια, το ζητούμενο τώρα για το ΠΑΣΟΚ είναι να προσεγγίσει το Κέντρο στις προγραμματικές του θέσεις.
Υπάρχουν πιό συγκεκριμένα τρία βασικά επιχειρήματα σχετικά με το «γιατί Κέντρο». Ας αρχίσουμε με το πιό πραγματιστικό, αυτό που έχει να κάνει με εκλογικού τύπου λογική. Είναι η θέση ότι το εκλογικό παιχνίδι παίζεται στο κέντρο, και υποστηρίζεται θεωρητικά από το γνωστό θεώρημα του μέσου ψηφοφόρου. Υπάρχουν (απλουστευτικά) δύο κόμματα, και κάθε ψηφηφόρος ψηφίζει το κόμμα που είναι εγγύτερα στις δικές του/της θέσεις (ακόμα και αν δεν ταυτίζονται απόλυτα με τις θέσεις του κόμματος). Έτσι, το «Δεξιό» κόμμα παίρνει όλες τις ψήφους πιό δεξιά του, το «Αριστερό» όλες τις ψήφους αριστερά του, και μοιράζονται τις ψήφους στο ενδιάμεσό τους. Γίνεται λοιπόν φανερό ότι η μόνη συμφέρουσα εκλογικά στρατηγική είναι η σύγκλιση στο κέντρο, υπό την έννοια της προσέγγισης στις προτιμήσεις του μέσου ψηφοφόρου. Το θεώρημα αυτό έχει βέβαια κατακριθεί από πολλές απόψεις (υπάρχουν περισσότερα των δύο κόμματα, τα κόμματα δεν είναι τόσο καιροσκοπικά όσο περιγράφονται αλλά εμφορούνται και από ιδεολογικές προτιμήσεις που μπορεί να τα εμποδίζουν να συγκλίνουν απόλυτα, κλπ), αλλά η βασική του λογική, η προσέγγιση προς το κέντρο, επιβεβαιώνεται απότα πράγματα.
Το δεύτερο επιχείρημα υπέρ του «Κέντρου» είναι ίσως πιό ουσιαστικό. Έχει να κάνει με αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «δεύτερη διάσταση της πολιτικής». Μπορούμε να διακρίνουμε δύο διαστάσεις στην πολιτική: Η πρώτη έχει να κάνει με αναδιανεμητικού τύπου λογική (εξίσωση εισοδημάτων, σπάσιμο κάθε τύπου προνομίων, κλπ). Είναι η διάσταση που κρύβεται πίσω από τις κωδικές λέξεις «κοινωνική δικαιοσύνη», που είναι βέβαια βασική ιδεολογική δέσμευση και στόχος κυρίως των (Κεντρο)αριστερών κομμάτων. (Αν και όχι μόνο, αν πιστέψουμε π.χ. την τωρινή ηγεσία των Βρετανών Συντηρητικών). Το παιχνίδι σε αυτήν την διάσταση της πολιτικής είναι περισσότερο «μηδενικού αθροίσματος» (εσύ χάνεις, εγώ κερδίζω, ή τούμπαλιν). Η δεύτερη διάσταση της πολιτικής είναι αυτή που αποσκοπεί στην άνοδο γενικά του συνόλου. Αυτή συνδέεται κυρίως με διαχειριστικές πρακτικές, και αποσκοπεί στον εκσυγχρονισμό και την σύγκλιση του συνόλου με πιό προοδευμένες χώρες από διάφορες απόψεις (οικονομική, κοινωνική, θεσμική, κά). Εδώ το ζητούμενο είναι η σωστή διαχείριση και η χρηστή διοίκηση έτσι ώστε να λυθούν προβλήματα, να αντιμετωπιστούν κάθε λογής προκλήσεις ή δυσκολίες, και να αξιοποιηθούν όσο το δυνατό καλύτερα οι ευκαιρίες. Το παιχνίδι σε αυτή την διάσταση είναι κατά βάση συνεργατικό. Η άποψη του γράφοντος είναι ότι στην παρούσα φάση, η «δεύτερη διάσταση» της πολιτικής είναι πολύ περισσότερο επείγουσα ως προτεραιότητα για την Ελλάδα. Όχι ότι είμαστε κοντά στον ιδεολογικό στόχο της κοινωνικής δικαιοσύνης – προς Θεού. Αλλά αυτή την ώρα αντιμετωπίζουμε δυσκολίες που χρήζουν επείγουσας αντιμετώπισης. Από το ζητούμενο της σύγκλισης (ή, θα έλεγα, της αποτροπής της απόκλισης) σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης και Ευρωπαϊκής ενοποίησης, οι οποίες δεν συγχωρούν τους βραδυπορούντες, μέχρι την αντιμετώπιση της πληθώρας των εγχωρίων προβλημάτων` από την αντιμετώπιση της κρίσης αξιών στην κοινωνία (διαφθορά, αδιαφορία) μέχρι την αναζωογόνηση και ανασύνταξη της πολιτικής` από την προστασία και ισχυροποίηση των δημοσίων και κοινωνικών υπηρεσιών και αγαθών μέχρι την ταυτόχρονη αναδιάρθρωση και εξυγίανση του κρατικού τομέα` από την ισχυροποίηση σε διεθνές επίπεδο μέχρι την αντιμετώπιση των εθνικών θεμάτων, η Ελλάδα αντιμετωπίζει προκλήσεις που και επείγουν και απαιτούν συνεργατικό και συναινετικό πνεύμα. Αυτό επιβάλλει μετριοπαθείς και συναινετικές προσεγγίσεις σε όλα τα θέματα, δηλαδή μία λογική «Κέντρου». Και κυρίως, ας το επαναλάβουμε, το να αναχθεί η χρηστή διοίκηση και διαχείριση σε κεντρικό αίτημα και ζητούμενο της πολιτικής.
Τέλος, και σε συνέχεια του προηγουμένου, θα διατύπωνα μία άποψη για την φύση της δημοκρατίας. (Εξ όσων – λίγων – γνωρίζω πάνω στο θέμα, δεν έχει διατυπωθεί αλλού.) Η πάγια θέση είναι ότι η δημοκρατία είναι το σύστημα όπου η πλειοψηφία κυβερνάει, με βάση τις προτιμήσεις της και λίγο-πολύ χωρίς περιορισμούς, θεωρητικά τουλάχιστον, επιβαλλόμενους από τις απόψεις της μειοψηφίας. Η θέση που θα διατύπωνα είναι ότι η δημοκρατία είναι ένας τρόπος να επιλύονται οι κοινωνικές αντιθέσεις στο τραπέζι, με διάλογο, και με όσο το δυνατό λιγότερη κοινωνική αναταραχή. Δηλαδή, όχι με κουμπούρια στα οδοφράγματα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η πλειοψηφία μπορεί να κάνει ό,τι νομίζει, καλό ή κακό. Οφείλει να λαμβάνει υπ’όψη τις απόψεις της μειοψηφίας, σε ποσοστό ανάλογο βεβαίως της – εκλογικής – δύναμής της. Οφείλει δηλαδή να συνθέτει απόψεις. Αυτή η άποψη αντιβαίνει ευθέως στην πάγια λογική ότι η πλειοψηφία κυβερνάει ανεμπόδιστη, όμως βοηθάει ώστε να διασφαλίζεται καλύτερα η κοινωνική ειρήνη. Η σύνθεση αυτή απόψεων αναπόφευκτα οδηγεί κοντύτερα στο κέντρο.
Συμπερασματικά, το άρθρο αυτό υποστηρίζει ότι η μεγαλύτερη προτεραιότητα για το ΠΑΣΟΚ, αυτή την ώρα, είναι η διατύπωση σύγχρονων, αξιόπιστων, και ρεαλιστικών προγραμματικών θέσεων, πάντα σε προοδευτική κατεύθυνση, αλλά και τέτοιων ώστε να μπορούν να επιτύχουν όσο το δυνατό ευρύτερες κοινωνικές συναινέσεις. Με βάση το ότι το ΠΑΣΟΚ έχει κατοχυρώσει σε επαρκή βαθμό το «αριστερά», τώρα προέχει να κατοχυρώσει και το «κέντρο».
Friday, 11 July 2008
ΓΙΑΤΙ ΓΡΑΦΩ BLOG
Γιατί γράφω blog (Ελληνιστί (;) «ιστολόγιο» – τι αδόκιμος όρος, αυτά γίνονται όταν η μετάφραση ανατίθεται σε μηχανές, ή σε ανθρώπους που μεταφράζουν μηχανικά); Γιατί γράφω λοιπόν; Να ένα ερώτημα που ενστικτωδώς θέτω ανά πάσα στιγμή, και (πρέπει να) απαντάω σχεδόν συνέχεια. Οι απαντήσεις που δίνω δεν είναι πάντα οι ίδιες, ευτυχώς όμως είναι στο ίδιο μήκος κύματος. Ιδού μερικές – η σειρά δεν έχει σημασία:
- Γιατί έχω ανάγκη επικοινωνίας.
- Γιατί ούτως ή άλλως έχω μια σειρά σκέψεων, και αυτές εναγωνίως ζητούν να βγουν στο χαρτί (τρόπος του λέγειν).
- Γιατί όταν αυτές οι σκέψεις αρχίζουν να βγαίνουν στο χαρτί παίρνουν σχήμα, διαμορφώνονται περισσότερο, καμιά φορά αλλάζουν κιόλας κάπως, έτσι ώστε το τελικό αποτέλεσμα να εκπλήσσει λίγο και αυτόν τον ίδιο που γράφει.
- Γιατί θα ήθελα να προωθήσω τον διάλογο πάνω σε συγκεκριμένες προγραμματικά θέσεις.
- Γιατί ψάχνω να βρω ορισμένα πράγματα σχετικά με την Ελληνική πραγματικότητα που να με «καλύπτουν» γραμμένα από άλλους, και αφού δεν τα βρίσκω, πρέπει να τα γράψω εγώ. (Υπάρχουν πάρα πολλά και ενδιαφέροντα που γράφονται, αλλά μένουν να γραφούν κι άλλα.)
- Γιατί φαίνεται ότι η Ελληνική πραγματικότητα έχει πέσει σε έναν βάλτο (κάποιοι θα έλεγαν «κρίση», αλλά για διάφορους λόγους διαφωνώ με τον όρο): Η/οι πολιτική/οί έχει (και έχουν) ατονήσει ως ηγετική δύναμη στην Έλληνική κοινωνία (συνολικά, αλλά με φωτεινές εξαιρέσεις). Η κοινωνία, από την άλλη μεριά, ενώ έχει περιπέσει κι αυτή σε μια δύσθυμη διάθεση (‘όλοι ίδιοι είναι’, ‘όλοι τα πιάνουν’, ‘τίποτα δεν γίνεται’, κλπ.) πιστεύω ότι κρύβει πολλές ζωντανές δυνάμεις. Έτσι, καταλήγω (περισσότερο διαισθητικά παρά «με ακλόνητα επιχειρήματα») στο συμπέρασμα ότι η αναγέννηση και ανανέωση θα έρθει περισσότερο από «τα κάτω», την κοινωνία, παρά «από πάνω», την πολιτική. Δεν είναι εύκολο, ασφαλώς, αλλά οι νέες τεχνολογίες δίνουν και νέες δυνατότητες. Ας ελπίσουμε λοιπόν ότι αυτές οι σκέψεις συμβάλλουν σε αυτή την κατεύθυνση.
- Γιατί τελικά έχω (σε κάποιο βαθμό) την πολυτέλεια λόγω επαγγέλματος να αφιερώνω χρόνο σε διαλογισμό «μακριά από τον θόρυβο της αγοράς». Βεβαίως, η τύχη όλων αυτών που απλά διατυπώνονται εδώ θα κριθεί στον στίβο της μάχιμης πολιτικής. Μπορεί λοιπόν να πει κανείς ότι αυτές οι σκέψεις είναι απλώς όνειρα θερινής νυκτός. Τα όνειρα όμως έχουν και την δύναμη να κινητοποιούν, ιδιαίτερα όταν σκιαγραφούν ένα όραμα με βάση το οποίο, λίγο-πολύ, ο ιστορικός του μέλλοντος θά κρίνει τις επιδόσεις του παρόντος.
- Γιατί έχω ανάγκη επικοινωνίας.
- Γιατί ούτως ή άλλως έχω μια σειρά σκέψεων, και αυτές εναγωνίως ζητούν να βγουν στο χαρτί (τρόπος του λέγειν).
- Γιατί όταν αυτές οι σκέψεις αρχίζουν να βγαίνουν στο χαρτί παίρνουν σχήμα, διαμορφώνονται περισσότερο, καμιά φορά αλλάζουν κιόλας κάπως, έτσι ώστε το τελικό αποτέλεσμα να εκπλήσσει λίγο και αυτόν τον ίδιο που γράφει.
- Γιατί θα ήθελα να προωθήσω τον διάλογο πάνω σε συγκεκριμένες προγραμματικά θέσεις.
- Γιατί ψάχνω να βρω ορισμένα πράγματα σχετικά με την Ελληνική πραγματικότητα που να με «καλύπτουν» γραμμένα από άλλους, και αφού δεν τα βρίσκω, πρέπει να τα γράψω εγώ. (Υπάρχουν πάρα πολλά και ενδιαφέροντα που γράφονται, αλλά μένουν να γραφούν κι άλλα.)
- Γιατί φαίνεται ότι η Ελληνική πραγματικότητα έχει πέσει σε έναν βάλτο (κάποιοι θα έλεγαν «κρίση», αλλά για διάφορους λόγους διαφωνώ με τον όρο): Η/οι πολιτική/οί έχει (και έχουν) ατονήσει ως ηγετική δύναμη στην Έλληνική κοινωνία (συνολικά, αλλά με φωτεινές εξαιρέσεις). Η κοινωνία, από την άλλη μεριά, ενώ έχει περιπέσει κι αυτή σε μια δύσθυμη διάθεση (‘όλοι ίδιοι είναι’, ‘όλοι τα πιάνουν’, ‘τίποτα δεν γίνεται’, κλπ.) πιστεύω ότι κρύβει πολλές ζωντανές δυνάμεις. Έτσι, καταλήγω (περισσότερο διαισθητικά παρά «με ακλόνητα επιχειρήματα») στο συμπέρασμα ότι η αναγέννηση και ανανέωση θα έρθει περισσότερο από «τα κάτω», την κοινωνία, παρά «από πάνω», την πολιτική. Δεν είναι εύκολο, ασφαλώς, αλλά οι νέες τεχνολογίες δίνουν και νέες δυνατότητες. Ας ελπίσουμε λοιπόν ότι αυτές οι σκέψεις συμβάλλουν σε αυτή την κατεύθυνση.
- Γιατί τελικά έχω (σε κάποιο βαθμό) την πολυτέλεια λόγω επαγγέλματος να αφιερώνω χρόνο σε διαλογισμό «μακριά από τον θόρυβο της αγοράς». Βεβαίως, η τύχη όλων αυτών που απλά διατυπώνονται εδώ θα κριθεί στον στίβο της μάχιμης πολιτικής. Μπορεί λοιπόν να πει κανείς ότι αυτές οι σκέψεις είναι απλώς όνειρα θερινής νυκτός. Τα όνειρα όμως έχουν και την δύναμη να κινητοποιούν, ιδιαίτερα όταν σκιαγραφούν ένα όραμα με βάση το οποίο, λίγο-πολύ, ο ιστορικός του μέλλοντος θά κρίνει τις επιδόσεις του παρόντος.
Subscribe to:
Posts (Atom)