Και αισίως φτάνουμε στην τελευταία πράξη του δράματος. Ο μεγάλος ασθενής της μεταπολιτευτικής πραγματικότητας, η Ολυμπιακή βέβαια, οδεύει προς κλείσιμο, ή πώληση, ή ίσως έναν συνδυσμό των δύο (κατά τον Αλέκο Αλαβάνο). Υπό το βάρος συνεχών και συσσωρευμένων ζημιών, υπό την πίεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που απαγορεύει την κρατική στήριξη στις αεροπορικές εταιρίες, υπό το άγρυπνο βλέμμα των ανταγωνιστών – εγχώριων και ξένων - που αναμφίβολα πιέζουν στο παρασκήνιο, ο Υπουργός Μεταφορών κ. Χατζηδάκης παρουσίασε ένα σχέδιο για οριστική επίλυση του προβλήματος. Απ’ όσο έγινε γνωστό (και κατανοητό), το σχέδιο προβλέπει το κλείσιμο της εταιρίας με την τωρινή μορφή, την μεταβίβαση των περιουσιακών της στοιχείων και του έργου της σε τρεις εταιρίες-θυγατρικές της εταιρίας-κέλυφος «Πάνθεον» (οι οποίες προσφέρουν πτητικό έργο, επίγεια εξυπηρέτηση και υπηρεσίες τεχνικής βάσης), και την εισαγωγή ιδιωτών επενδυτών στην Πάνθεον αρχικά σε ποσοστό 49% και σταδιακά σε 100%. Μόλις ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία, οι Ολυμπιακές Αερογραμμές και η Ολυμπιακή Αεροπορία-Υπηρεσίες παύουν και νομικά να υφίστανται. Η νέα εταιρία θα έχει περίπου το 65% του μεγέθους της σημερινής, δηλαδή το πτητικό της έργο (κυρίως;) περικόπτεται αρκετά δραστικά. Το σχέδιο έχει λάβει το πράσινο φως από την Κομισιόν.
Το σχέδιο είναι φιλόδοξο θα έλεγε κανείς, υπό την έννοια ότι προσπαθεί να τετραγωνίσει τον κύκλο, καθώς φιλοδοξεί να πετύχει εκεί που προηγούμενες απόπειρες πώλησης απέτυχαν και να δημιουργήσει μία κερδοφόρα, βιώσιμη εταιρία σε δύσκολες διεθνώς συνθήκες (βλ. παρακάτω). Πολλά από τα σημεία του παραμένουν, τουλάχιστον για το κοινό, ασαφή. Γράφτηκε στον ξένο τύπο ότι η Ολυμπιακή καλείται να επιστρέψει στο Ελληνικό Κράτος τις επιδοτήσεις που εμμέσως και κατά παράβαση της Κοινοτικής νομοθεσίας έχει λάβει κατά καιρούς. Αληθεύει αυτό; Και ποιός θα αναλάβει το κόστος; Τι θα συνεισφέρει ο ιδιώτης επενδυτής που θα αναλάβει τελικά το 100% της νέας εταιρίας; Η νέα εταιρία θα πετάει με σήμα τους κύκλους και την εμπορική ονομασία «Ολυμπιακή»; (Έτσι γράφτηκε χωρίς να επιβεβαιωθεί.) Παραπέρα, θα είναι ο ιδώτης επενδυτής αξιόπιστος; Θα έχει αξιόπιστο και δυναμικό σχέδιο ανάπτυξης της εταιρίας σε καθαρά πλέον ιδωτικοοικονομική βάση; Ή μήπως θα θέλει να πάρει την Ολυμπιακή-Πάνθεον για εξυπηρέτηση άλλων σκοπών, από το να «βάλει χέρι» στα φιλέτα της επίγειας εξυπηρέτησης, τεχνικής βάσης, και της ιδιωτικής εκμετάλλευσης των αεροδρομίων, μέχρι την μεταφορά του πτητικού έργου στην δική του (ξένη;) βάση, είτε την σταδιακή συρρίκνωση της εταιρίας με το ξήλωμα των περιουσιακών της στοιχείων και την εκμετάλλευση των δικαιωμάτων (slots) στα μεγάλα αεροδρόμια του εξωτερικού; Τι θα γίνει τελικά (αλλά εξ ίσου σημαντικά) με τους εργαζόμενους στις υφιστάμενες εταιρίες;
Ο ιστορικός του μέλλοντος θα έχει πολλά να πει για την «ΟΑ», ή πιο σωστά, Ολυμπιακή Αμαρτία. Για την (κακο)διαχείρισή της από όλες (κατά πάσα πιθανότητα) τις μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις. Για μία εταιρία που έγινε λεία των κομματικών στρατών με τους παχυλούς μισθούς αντί να στελεχωθεί με καταρτισμένο και δραστήριο προσωπικό. Για ένα κράτος που είδε την ΟΑ ως προέκτασή του, και δεν διαχώρισε τους λογαριασμούς του μαζί της. (Έτσι, δημόσιοι υπάλληλοι εν υπηρεσία ταξίδευαν χωρίς να «κοστίζουν» στο κράτος, αλλά και η ΟΑ δεν απέδιδε τις εισφορές της στο Δημόσιο. Τώρα όμως, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απαιτεί την απόδοση των οφειλομένων εισφορών χωρίς να αναγνωρίζει τις πτητικές υπηρεσίες που προσέφερε η ΟΑ στο Δημόσιο.) Για αφειδώς δωρεάν εισιτήρια σε πολιτικούς, κομματικούς παρατρεχάμενους και κουστωδίες. Για εργαζόμενους που σκέφτονταν και δρούσαν συντεχνιακά, προβάλλοντας μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις και απολαμβάνοντας αδικαιολόγητες χαριστικές επιδοτήσεις (αφειδώς δωρεάν εισιτήρια) σε βάρος μίας προβληματικής επιχείρησης, για προσωπικό που είδε την ΟΑ μόνο ως ευκαιρία προς εκμετάλλευση. Για αποσπασματικές λύσεις, ανεβοκατεβάσματα διοικήσεων, και έλλειψη σαφούς και μακροπρόθεσμου οράματος. Για διαχείριση, εν τέλει, που έγινε με τα κριτήρια ενός πελατοκεντρικού κράτους και όχι με τα κριτήρια μιας επιχείρησης που σκοπεύει να γίνει βιώσιμη και να αναπτυχθεί. Η εικόνα αυτή είναι ομολογουμένως πολύ σχηματική, και αδικεί σίγουρα πολλούς (εργαζόμενους, διοικήσεις, ίσως και κάποιες πολιτικές ηγεσίες) που πίστεψαν και πάσχισαν για κάτι καλύτερο. Παρ’ όλ’ αυτά, και παρ’ ότι δεν γνωρίζω και πολλές λεπτομέρειες, νομίζω πως στην περίπτωση της Ολυμπιακής μπορούμε ξεκάθαρα να μιλάμε για μία συλλογική αποτυχία, που μάλιστα αναδεικνύει ανάγλυφα πολλές από τις παθογένειες της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.
Ο ιστορικός θα πει επίσης για μια επιχείρηση που συρρικνωνόταν ενώ διεθνώς ο τομέας γνώριζε άνθιση (με την παγκοσμιοποίηση, την αλλαγή καθεστώτος στην ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια, και την οικονομική άνοδο του ευρύτερου γεωγραφικού χώρου της ανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής). Για μία μεταφορική επιχείρηση απαραίτητη στην Ελλάδα με την πολύ φτωχή συγκοινωνιακή υποδομή και την ιδιαίτερη γεωμορφολογία (νησιά, βουνά, κλπ). Για την επιχείρηση στυλοβάτη του τουρισμού, αλλά και την γέφυρα με την απανταχού ομογένεια.
Ερωτήματα γεννώνται επίσης για την κυβέρνηση της ΝΔ που παρέλαβε την εταιρία στην θέση που επιχειρεί να την πάει τώρα (νέα Ολυμπιακή με νέα δομή – Ολυμπιακές Αερογραμμές και Ολυμπιακή Αεροπορία-Υπηρεσίες – και με την πρώτη ελεύθερη βαρών) πριν 4,5 χρόνια, αλλά την άφησε να σέρνεται και να απαξιώνεται περαιτέρω (κάποιοι θα έλεγαν όπως και τις άλλες εταιρίες μεταφορών όπως τον ΟΣΕ, αλλά και το ΕΣΥ, κλπ, σε μία συστηματική προσπάθεια απαξίωσης του δημόσιου τομέα). Για έναν υπουργό, τον κ. Χατζηδάκη, που τώρα αναλαμβάνει να «σώσει» την Ολυμπιακή αφού ως Ευρωβουλευτής την κατακεραύνωνε σωρηδόν με τις επερωτήσεις του, δίνοντας ασφαλώς και επιχειρήματα στους ανταγωνιστές της.
Αλλά αυτά είναι πλέον ιστορία. Το ζήτημα είναι τι μπορεί να περισωθεί τώρα, ώστε να συνεχίσει να υπάρχει η Ολυμπιακή (με κάποια μορφή), προσφέροντας σύγχρονο και όσο το δυνατό εκτεταμένο συγκοινωνιακό έργο στην χώρα μας, και αποτρέποντας αερομεταφορικό μονοπώλιο. Το σχέδιο που παρουσιάστηκε είναι σίγουρα το τελευταίο. Εάν αποτύχει, είναι σίγουρο πως η Ευρωπαϊκή Ένωση θα ασκήσει αφόρητες πιέσεις για τελικό κλείσιμο της Ολυμπιακής. Παράλληλα, οι διεθνείς συνθήκες είναι ιδιαίτερα δύσκολες για τις αεροπορικές εταιρίες, με την ύφεση που πλήττει τις οικονομίες, την άνοδο της τιμής των καυσίμων, και την πίεση στις παραδοσιακές εταιρίες από τις (λεγόμενες) εταιρίες χαμηλού κόστους,. Είναι γνωστό ότι στην Ευρώπη υπάρχει υπερπροσφορά εταιριών και πτητικού έργου (π.χ., πολύ μεγαλύτερη από την ανάλογου μεγέθους αγορά των ΗΠΑ), και κοινό μυστικό ότι ο τρέχων αεροπορικός χάρτης δεν είναι βιώσιμος. Γι αυτό και παρατηρούνται συγχωνεύσεις μεταξύ εταιριών (π.χ. KLM-Air France), διάφορες πτωχεύσεις (μικρότερων εταιριών που προστίθενται όμως στις παλιότερες της SwissAir και της Sabena), ενώ έχει αρχίσει να διαφαίνεται ο σχηματισμός τριών αξόνων εταιριών (ή συμμαχιών) παν-Ευρωπαϊκής εμβέλειας, με βάση τις KLM-Air France (που θα πάρουν και την Alitalia;), British Airways (που φλερτάρει και με την Iberia), και Lufthansa (που έχει αν δεν κάνω λάθος και τα διάδοχα σχήματα των SwissAir και Sabena). Ευχής εργο θα ήταν να εντασσόταν η Ολυμπιακή σε κάποιο από αυτά τα σχήματα, αλλά όπως δείχνει η εμπειρία των επανειλλημμένων και αποτυχημένων διαγωνισμών πώλησης στο παρελθόν, αυτό μάλλον δεν είναι εφικτό.
Όλα αυτά συγκλίνουν στο ότι άλλη ευκαιρία δεν θα υπάρξει. Αλλά ακόμα και τώρα, στο παρά δύο, τίποτα δεν είναι δεδομένο και οι δυσκολίες μεγάλες. Πέρα από την αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει το σχέδιο, όπως περιγράφηκε πιο πάνω, αναφύονται τώρα και οι πολιτικές δυσκολίες. Οι εργαζόμενοι αντιδρούν (δικαολογημένα σε κάποιο βαθμό, παίρνοντας υπ’ όψη την αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει το προτεινόμενο σχέδιο ως προς αυτούς). Η αντιπολίτευση όλων των αποχρώσεων επίσης αντιδρά σφόδρα, είτε από (δικαιολογημένη!) έλλειψη εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Καραμανλή (που, ας θυμηθούμε, απαξιώνει συστηματικά τον δημόσιο τομέα), είτε και από κεκτημένη αντιπολιτευτική ταχύτητα. Και ναι μεν τέτοιο αντιπολιτευτικό μένος από κόμματα που εμφορούνται από αντι-συστημικές λογικές όπως το ΚΚΕ και ο Συνασπισμός δεν ξενίζει, όμως η σφοδρή κριτική από το ΠΑΣΟΚ (π.χ. εκφράσεις όπως «ταφόπλακα», Απ. Καλαμάνης, ανάλογα και ο αρμόδιος τομεάρχης Ν. Σηφουνάκης) μαρτυρά – πάντα κατά την ταπεινή άποψη του γράφοντος, και ας μου συγχωρεθεί η αμετροέπεια - έλλειψη πολιτικής ωριμότητας και ίσως άγνοια των ευρύτερων δεδομένων.
Εδώ δίνεται χρυσή ευκαιρία στο ΠΑΣΟΚ, παρά την αντιπάθειά του (και μου) στην κυβέρνηση της ΝΔ και τον κ. Χατζηδάκη ειδικά, και παράλληλα με εποικοδομητική κριτική, να παίξει καταλυτικό ρόλο στις εξελίξεις, πείθοντας ακόμα περισσότερο την ελληνική κοινωνία ότι έχει το πολιτικό εκτόπισμα να αναλάβει τις τύχες της χώρας. Ειδικότερα, μπορεί να μεσολαβήσει μεταξύ κυβέρνησης και εργαζομένων, πείθοντας τους δε να ακολουθήσουν (αλλιώς αυτοκτονούν επαγγελματικά), αλλά και απαιτώντας από τους μεν (κυβέρνηση) μια σειρά από ρεαλιστικά εχέγγυα στην όλη διαδικασία. Εχέγγυα που θα διασφαλίζουν:
- Την τύχη των εργαζομένων με τον καλύτερο τρόπο.
- Ότι ο επενδυτής θα έχει σχέδιο να «δουλέψει» και αναπτύξει την εταιρία, βασισμένο σε αξιόπιστο και δυναμικό business plan, και όχι να την εκμεταλλευτεί ξηλώνοντάς την.
- Ότι ο επενδυτής θα βάλει το χέρι στην τσέπη, και δεν θα πάρει απλά τζάμπα προίκα.
Έστω και στο παρά δύο, η ελληνική κοινωνία, και το ΠΑΣΟΚ, ηγετική και διαφωτιστική δύναμη μέσα σε αυτήν, μπορούν να δείξουν ότι ξεπερνούν κάποιες από τις παθογένειες του παρελθόντος, να αναιρέσουν εν μέρει την συλλογική αποτυχία που περιγράφηκε πιο πάνω, και να συμβάλουν στην ανάπτυξη αξιόπιστων αεροπορικών συγκοινωνιών προς όφελος του συλλογικού συμφέροντος.
Saturday, 20 September 2008
Saturday, 13 September 2008
El Sistema
Μια βραδιά του Σεπτέμβρη του 2007, στο διεθνούς φήμης φεστιβάλ κλασικής μουσικής του Λονδίνου BBC Proms, εμφανίστηκαν τρεις ορχήστρες νέων – η Ευρωπαϊκή Ορχήστρα νέων, μία Βρετανική, και η ορχήστρα νέων της Βενεζουέλας «Σιμόν Μπολιβάρ». Τώρα, λίγο πολύ όλοι ξέρουμε τι συστηματική δουλειά, οργάνωση, και χρήμα (μην γελιόμαστε) απαιτεί μία σοβαρή ορχήστρα κλασικής μουσικής, κια ακόμα περισσότερο μία ορχήστρα νέων οι οποίες ακριβώς για το ν λόγο αυτό σπανίζουν. Έτσι, μία φτωχή χώρα σαν την Βενεζουέλα δεν είναι εύκολο να έχει σοβαρή ορχήστρα νέων – σίγουρα επρόκειτο περί λάθους. Κι όμως. Η ορχήστρα αυτή, υπό την διεύθυνση του χαρισματικού νεαρού (τότε 27 ετών – ναί, εικοσιεφτά) αρχιμουσικού Gustavo Dudamel έκλεψε την παράσταση – η εκτέλεσή της ήταν καθ’ όλα άψογη, διακρινόμενη από υψηλό επαγγελματισμό, ευαισθησία, αλλά και νεανική χάρη και χιούμορ.
Η παράσταση αυτή έκανε γνωστό στο ευρύτερο κοινό το «Εθνικό Δίκτυο Ορχηστρών Νέων και Παίδων της Βενεζουέλας». Είναι ένα ευρύ δίκτυο ορχηστρών, πλέον των 100, αλλά ακόμα πιο θεμελιακά, ένα σύστημα μουσικής παιδείας των νέων. Περίπου 100.000 παιδιά συγκαταλέγονται στις τάξεις του (στοιχεία από την Wikipedia). Κορωνίδα του συστήματος είναι η ορχήστρα «Σιμόν Μπολιβάρ» και προϊόν του (ούτως ειπείν), ανάμεσα σε άλλους, ο Dudamel που ήδη κάνει καριέρα σε μεγάλες διεθνείς ορχήστρες.
Ιδρυμένο από τον (συνάδελφο) οικονομολόγο και ερασιτέχνη μουσικό José Antonio Abreu, και πιο γνωστό ως El Sistema, Το Σύστημα, το Δίκτυο έχει διπλό σκοπό: Την παροχή αφ’ ενός μουσικής εκπαίδευσης υψηλού επιπέδου στους νέους της Βενεζουέλας, αλλά και αφ’ ετέρου (και εδώ είναι το ιδιαίτερα σημαντικό) το Σύστημα υπηρετεί και ριζοσπαστικό κοινωνικό σκοπό, καθώς μεγάλο μέρος των νέων που μπαίνουν στο σύστημα προέρχονται από τα φτωχότερα στρώματα της κοινωνίας, και ακόμα περισσότερο από νεολαία που ζει στην μέσα στην εξαθλίωση, στο έγκλημα και τα ναρκωτικά. Η δωρεάν παρεχόμενη μουσική εκαπίδευση αποσκοπεί, και το πετυχαίνει, στο να τραβήξει τα παιδιά αυτά από την φτώχεια και την εξαθλίωση. Αλλά παράλληλα με αυτά πετυχαίνει και έναν τρίτο σκοπό, ο οποίος είναι το σπάσιμο του ελιτισμού που παραδοσιακά «δέρνει» την κλασική μουσική και η σύνδεσή της με τα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα ανεξαρτήτως κοινωνικο-οικονομικής θέσης. Γι αυτό τον λόγο, ο διεθνούς φήμης Βρετανός αρχιμουσικός (μαέστρος) sir Simon Rattle θεωρεί το El Sistema ως «το πιο σημαντικό πράγμα που γίνεται στην κλασική μουσική παγκοσμίως». Ήδη η ιδέα έχει βρει μιμητές, με το Βρετανικό σύστημα να ιδρύεται υπό την ηγεσία του βιολοντσελίστα Julian Lloyd Webber.
Θα μπορούσαμε να χαρακτησίσουμε το El Sistema σαν ένα πολύ καλό παράδειγμα του τι μπορεί να πετύχει μία κοινωνία όταν κινητοποιείται σε βάθος. Και αυτό τώρα μας φέρνει στα δικά μας για δύο λόγους: Πρώτον γιατί, όπως γράφω και αλλού, η καθολική, σε βάθος κινητοποίηση είναι αναγκαία για να μπορέσει η ελληνική κοινωνία να «κάνει το άλμα προς τα εμπρός» και να πετύχει στόχους σε όλους τους τομείς, από την πάταξη της διαφθοράς, μέχρι το περιβάλλον, την κοινωνική και πολιτιστική πρόοδο, την καθημερινότητα, την μαζική υγεία, κλπ. Και δεύτερον γιατί ακριβώς αυτή η κινητοποίηση απαιτείται στον χώρο της κλασικής μουσικής όπου δυστυχώς υστερούμε σημαντικά.
Χωρίς να παραγνωρίζω ούτε τις άλλες μορφές τέχνης (οι οποίες με ενδιαφέρουν και συγκινούν όσο και η μουσική) αλλά ούτε και τις άλλες μορφές μουσικής (ειδικά την δική μας, από την δημοτική, λαϊκή, ρεμπέτικη, έντεχνη λαϊκή, μέχρι την τζαζ, ρόκ, διεθνή, κλπ, οι οποίες θεωρώ ότι εμφορούνται από γνήσιο συναίσθημα και ταλέντο – αλλά όχι πάντα) πρέπει να δηλώσω εξ αρχής ότι προσωπικά έχω αδυναμία στην κλασική μουσική και τον υπέροχο κόσμο της. Την θεωρώ ότι αγγίζει την τελειότητα τόσο ως προς την τεχνική που απαιτείται, αλλά και επίσης ως προς την εκφραστική λεπτότητα, την γκάμα, την ποικιλία και το βάθος των συναισθημάτων που προξενεί. Η κλασική μουσική επίσης έχει το πλεονέκτημα ότι μπορεί να συναντηθεί γόνιμα με όλες τις άλλες μορφές μουσικής, και να τις μπολιάσει με την τεχνική της αρτιότητα στην εκτέλεση και το συναισθηματικό βάθος στην σύνθεση. Το ζητούμενο είναι η καλή μουσική, οποιουδήποτε είδους, αλλά βασικό – νομίζω – συστατικό και προαπαιτούμενο οποιασδήποτε καλής μουσικής είναι η παιδεία κλασικής μουσικής. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η κλασική μουσική και η παιδεία της αναπτύσσονται σε χώρες με υψηλό οικονομικό, κοινωνικό και μορφωτικό επίπεδο. Είναι βέβαια μουσική σε κάποια απόσταση από μεγάλο μέρος της κοινωνίας, αλλά γίνεται παντού προσπάθεια να ξεπεραστούν τα στεγανά και η κλασική μουσική να προσεγγίσει ευρύτερα ακροατήρια.
Στην πορεία της Ελλάδας για περαιτέρω, διαρκή πολιτιστική άνοδο, και για προσέγγιση της διεθνούς πολιτιστικής πρωτοπορείας, νομίζω ότι πρέπει να τεθεί ως βασικός στόχος η πλατιά μουσική παιδεία με κύριο πυλώνα την κλασική μουσική. Το Βενεζουελανό «Σύστημα» δείχνει έναν εμπνευσμένο δρόμο. Συνδυάζει υψηλής στάθμης μουσική παιδεία, ριζοσπαστική κοινωνική προσφορά, και λαϊκή συμμετοχή στην τέχνη. Χρειάζεται βέβαια καθολική κινητοποίηση, δουλειά σε βάθος χρόνου ( στην Βενεζουέλα που άρχισε το 1975 τα αποτελέσματα γίνονται ορατά τώρα), στήριξη και πόρους, ενώ τα αποτελέσματα είναι αβέβαια κυρίως λόγω του χρονικού ορίζοντα. Αλλά αξίζει τον κόπο!
Οι προτάσεις που γίνονται εδώ είναι οι εξής.
- Πρώτ’ απ’ όλα, μετάκληση της ορχήστρας «Σιμόν Μπολιβάρ» για σειρά συναυλιών στην Ελλάδα (δηλαδή, όποτε καταφέρουμε να μπούμε στο φορτωμένο πρόγραμμά της).
- Μετάκληση του εμπνευσμένου δάσκαλου και ιδρυτή του El Sistema José Antonio Abreu για διαλέξεις. Μετάκληση επίσης άλλων σχετικών ειδικών από την Βενεζουέλα αλλά και από χώρες που ξεκινούν τώρα (π.χ. Βρετανία).
- Εισαγωγή σοβαρής θεωρητικής και πρακτικής (εκμάθηση οργάνου από όλους) μουσικής παιδείας στο δημοτικό και εν συνεχεία στο Γυμνάσιο. Πυλώνας του «Ελληνικού Συστήματος» θα είναι το σχολείο σε όλες του τις βαθμίδες. Έμφαση, αλλά χωρίς αποκλειστικότητα, στην κλασική μουσική.
- Εισαγωγή του θεσμού των μαθητικών ορχηστρών (σε όλα τα επίπεδα, και με έμφαση στις κατά τόπους δυνατότητες), και ενδυνάμωση των χορωδιών. Δημιουργία του «Εθνικού Ορχηστρικού Δικτύου» (ΕΟΔ) κατά τα Βενεζουελανά πρότυπα.
- Επέκταση του θεσμού του Μουσικού Σχολείου.
- Εισαγωγή μουσικής παιδείας σε κέντρα κοινωνικής αποκατάστασης (τοξικομανών, ψυχοπαθών, αργότερα φυλακές).
- Ίδρυση από όλους τους Δήμους Αθλητικών/Πολιτιστικών Κέντρων/Στεκιών (βλέπε και αλλού πάνω σε αυτό).
- Διαρκής προσπάθεια από τις ορχήστρες, τα Μέγαρα μουσικής και την Λυρική Σκηνή για επαφή με ευρείες λαϊκές μάζες και προσέγγιση κυρίως των νέων (με συναυλίες-εμπειρίες για μαθητές και οικογένειες). Περιοδείες ανά την χώρα.
- Δημιουργία ή ενίσχυση της ορχήστρας νέων, και ειδικότερα:
- Ενίσχυση της μεικτής ελληνοτουρκικής ορχήστρας νέων και των πολιτιστικών ανταλλαγών γενικότερα (κατά τα πρότυπα της μεικτής Ισραηλινοπαλαιστινιακής ορχήστρας East-West Divan Orchestra που ιδρύθημε και τελεί υπό την ηγεσία του κορυφαίου μαέστρου Daniel Barenboim).
- Γενικότερα, εξέταση της δυνατότητας το ελληνικό «Σύστημα» να είναι μεικτό ελληνοτουρκικό. Τι καλύτερο από το να προστεθεί ένας ακόμα στόχος στο Σύστημα ο οποίος να είναι η φιλία των λαών!
Η παράσταση αυτή έκανε γνωστό στο ευρύτερο κοινό το «Εθνικό Δίκτυο Ορχηστρών Νέων και Παίδων της Βενεζουέλας». Είναι ένα ευρύ δίκτυο ορχηστρών, πλέον των 100, αλλά ακόμα πιο θεμελιακά, ένα σύστημα μουσικής παιδείας των νέων. Περίπου 100.000 παιδιά συγκαταλέγονται στις τάξεις του (στοιχεία από την Wikipedia). Κορωνίδα του συστήματος είναι η ορχήστρα «Σιμόν Μπολιβάρ» και προϊόν του (ούτως ειπείν), ανάμεσα σε άλλους, ο Dudamel που ήδη κάνει καριέρα σε μεγάλες διεθνείς ορχήστρες.
Ιδρυμένο από τον (συνάδελφο) οικονομολόγο και ερασιτέχνη μουσικό José Antonio Abreu, και πιο γνωστό ως El Sistema, Το Σύστημα, το Δίκτυο έχει διπλό σκοπό: Την παροχή αφ’ ενός μουσικής εκπαίδευσης υψηλού επιπέδου στους νέους της Βενεζουέλας, αλλά και αφ’ ετέρου (και εδώ είναι το ιδιαίτερα σημαντικό) το Σύστημα υπηρετεί και ριζοσπαστικό κοινωνικό σκοπό, καθώς μεγάλο μέρος των νέων που μπαίνουν στο σύστημα προέρχονται από τα φτωχότερα στρώματα της κοινωνίας, και ακόμα περισσότερο από νεολαία που ζει στην μέσα στην εξαθλίωση, στο έγκλημα και τα ναρκωτικά. Η δωρεάν παρεχόμενη μουσική εκαπίδευση αποσκοπεί, και το πετυχαίνει, στο να τραβήξει τα παιδιά αυτά από την φτώχεια και την εξαθλίωση. Αλλά παράλληλα με αυτά πετυχαίνει και έναν τρίτο σκοπό, ο οποίος είναι το σπάσιμο του ελιτισμού που παραδοσιακά «δέρνει» την κλασική μουσική και η σύνδεσή της με τα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα ανεξαρτήτως κοινωνικο-οικονομικής θέσης. Γι αυτό τον λόγο, ο διεθνούς φήμης Βρετανός αρχιμουσικός (μαέστρος) sir Simon Rattle θεωρεί το El Sistema ως «το πιο σημαντικό πράγμα που γίνεται στην κλασική μουσική παγκοσμίως». Ήδη η ιδέα έχει βρει μιμητές, με το Βρετανικό σύστημα να ιδρύεται υπό την ηγεσία του βιολοντσελίστα Julian Lloyd Webber.
Θα μπορούσαμε να χαρακτησίσουμε το El Sistema σαν ένα πολύ καλό παράδειγμα του τι μπορεί να πετύχει μία κοινωνία όταν κινητοποιείται σε βάθος. Και αυτό τώρα μας φέρνει στα δικά μας για δύο λόγους: Πρώτον γιατί, όπως γράφω και αλλού, η καθολική, σε βάθος κινητοποίηση είναι αναγκαία για να μπορέσει η ελληνική κοινωνία να «κάνει το άλμα προς τα εμπρός» και να πετύχει στόχους σε όλους τους τομείς, από την πάταξη της διαφθοράς, μέχρι το περιβάλλον, την κοινωνική και πολιτιστική πρόοδο, την καθημερινότητα, την μαζική υγεία, κλπ. Και δεύτερον γιατί ακριβώς αυτή η κινητοποίηση απαιτείται στον χώρο της κλασικής μουσικής όπου δυστυχώς υστερούμε σημαντικά.
Χωρίς να παραγνωρίζω ούτε τις άλλες μορφές τέχνης (οι οποίες με ενδιαφέρουν και συγκινούν όσο και η μουσική) αλλά ούτε και τις άλλες μορφές μουσικής (ειδικά την δική μας, από την δημοτική, λαϊκή, ρεμπέτικη, έντεχνη λαϊκή, μέχρι την τζαζ, ρόκ, διεθνή, κλπ, οι οποίες θεωρώ ότι εμφορούνται από γνήσιο συναίσθημα και ταλέντο – αλλά όχι πάντα) πρέπει να δηλώσω εξ αρχής ότι προσωπικά έχω αδυναμία στην κλασική μουσική και τον υπέροχο κόσμο της. Την θεωρώ ότι αγγίζει την τελειότητα τόσο ως προς την τεχνική που απαιτείται, αλλά και επίσης ως προς την εκφραστική λεπτότητα, την γκάμα, την ποικιλία και το βάθος των συναισθημάτων που προξενεί. Η κλασική μουσική επίσης έχει το πλεονέκτημα ότι μπορεί να συναντηθεί γόνιμα με όλες τις άλλες μορφές μουσικής, και να τις μπολιάσει με την τεχνική της αρτιότητα στην εκτέλεση και το συναισθηματικό βάθος στην σύνθεση. Το ζητούμενο είναι η καλή μουσική, οποιουδήποτε είδους, αλλά βασικό – νομίζω – συστατικό και προαπαιτούμενο οποιασδήποτε καλής μουσικής είναι η παιδεία κλασικής μουσικής. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η κλασική μουσική και η παιδεία της αναπτύσσονται σε χώρες με υψηλό οικονομικό, κοινωνικό και μορφωτικό επίπεδο. Είναι βέβαια μουσική σε κάποια απόσταση από μεγάλο μέρος της κοινωνίας, αλλά γίνεται παντού προσπάθεια να ξεπεραστούν τα στεγανά και η κλασική μουσική να προσεγγίσει ευρύτερα ακροατήρια.
Στην πορεία της Ελλάδας για περαιτέρω, διαρκή πολιτιστική άνοδο, και για προσέγγιση της διεθνούς πολιτιστικής πρωτοπορείας, νομίζω ότι πρέπει να τεθεί ως βασικός στόχος η πλατιά μουσική παιδεία με κύριο πυλώνα την κλασική μουσική. Το Βενεζουελανό «Σύστημα» δείχνει έναν εμπνευσμένο δρόμο. Συνδυάζει υψηλής στάθμης μουσική παιδεία, ριζοσπαστική κοινωνική προσφορά, και λαϊκή συμμετοχή στην τέχνη. Χρειάζεται βέβαια καθολική κινητοποίηση, δουλειά σε βάθος χρόνου ( στην Βενεζουέλα που άρχισε το 1975 τα αποτελέσματα γίνονται ορατά τώρα), στήριξη και πόρους, ενώ τα αποτελέσματα είναι αβέβαια κυρίως λόγω του χρονικού ορίζοντα. Αλλά αξίζει τον κόπο!
Οι προτάσεις που γίνονται εδώ είναι οι εξής.
- Πρώτ’ απ’ όλα, μετάκληση της ορχήστρας «Σιμόν Μπολιβάρ» για σειρά συναυλιών στην Ελλάδα (δηλαδή, όποτε καταφέρουμε να μπούμε στο φορτωμένο πρόγραμμά της).
- Μετάκληση του εμπνευσμένου δάσκαλου και ιδρυτή του El Sistema José Antonio Abreu για διαλέξεις. Μετάκληση επίσης άλλων σχετικών ειδικών από την Βενεζουέλα αλλά και από χώρες που ξεκινούν τώρα (π.χ. Βρετανία).
- Εισαγωγή σοβαρής θεωρητικής και πρακτικής (εκμάθηση οργάνου από όλους) μουσικής παιδείας στο δημοτικό και εν συνεχεία στο Γυμνάσιο. Πυλώνας του «Ελληνικού Συστήματος» θα είναι το σχολείο σε όλες του τις βαθμίδες. Έμφαση, αλλά χωρίς αποκλειστικότητα, στην κλασική μουσική.
- Εισαγωγή του θεσμού των μαθητικών ορχηστρών (σε όλα τα επίπεδα, και με έμφαση στις κατά τόπους δυνατότητες), και ενδυνάμωση των χορωδιών. Δημιουργία του «Εθνικού Ορχηστρικού Δικτύου» (ΕΟΔ) κατά τα Βενεζουελανά πρότυπα.
- Επέκταση του θεσμού του Μουσικού Σχολείου.
- Εισαγωγή μουσικής παιδείας σε κέντρα κοινωνικής αποκατάστασης (τοξικομανών, ψυχοπαθών, αργότερα φυλακές).
- Ίδρυση από όλους τους Δήμους Αθλητικών/Πολιτιστικών Κέντρων/Στεκιών (βλέπε και αλλού πάνω σε αυτό).
- Διαρκής προσπάθεια από τις ορχήστρες, τα Μέγαρα μουσικής και την Λυρική Σκηνή για επαφή με ευρείες λαϊκές μάζες και προσέγγιση κυρίως των νέων (με συναυλίες-εμπειρίες για μαθητές και οικογένειες). Περιοδείες ανά την χώρα.
- Δημιουργία ή ενίσχυση της ορχήστρας νέων, και ειδικότερα:
- Ενίσχυση της μεικτής ελληνοτουρκικής ορχήστρας νέων και των πολιτιστικών ανταλλαγών γενικότερα (κατά τα πρότυπα της μεικτής Ισραηλινοπαλαιστινιακής ορχήστρας East-West Divan Orchestra που ιδρύθημε και τελεί υπό την ηγεσία του κορυφαίου μαέστρου Daniel Barenboim).
- Γενικότερα, εξέταση της δυνατότητας το ελληνικό «Σύστημα» να είναι μεικτό ελληνοτουρκικό. Τι καλύτερο από το να προστεθεί ένας ακόμα στόχος στο Σύστημα ο οποίος να είναι η φιλία των λαών!
Sunday, 7 September 2008
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ
Παρά την μεγάλη πρόοδο και την συνεχή και αξιοσημείωτη προσπάθεια εκπαιδευτικών και νεολαίας, ο χώρος της Παιδείας παραμένει ο κατεξοχήν χώρος των δυσκολιών και των αντιφάσεων. Μεγάλα βήματα έχουν γίνει με την κατάργηση αναχρονιστικών θεσμών όπως η πανεπιστημιακή Έδρα, την επέκταση της κτιριακής υποδομής και την ίδρυση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων σε όλη την χώρα. Παράλληλα όμως, παραμένει μεγάλο ζητούμενο η ποιότητα της παρεχομένης εκπαίδευσης. Στην μέση εκπαίδευση, η έμφαση εξακολουθεί να δίδεται στον άκρατο ακαδημαϊσμό. Εδώ έχει σημασία να αναφέρουμε τα αποτελέσματα των φετινών εισαγωγικών εξετάσεων στα πανεπιστήμια, τα οποία δείχνουν (αν δεν κάνω λάθος) 45.000 (ναι, σαραπέντε χιλιάδες) μαθητές να μην έχουν πιάσει την βάση. Σύμφωνοι, το σχολείο πρέπει να δοκιμάζει ως ένα βαθμό τους μαθητές, και υπ’ αυτή την έννοια κάποιοι πάντα θα αποτυγχάνουν. Όταν όμως ο άριθμός είναι τόσο ψηλός, τότε, κατά την άποψη του γράφοντος, μιλάμε για αποτυχία όχι των μαθητών αλλά του σχολείου και του συστήματος γενικά - ενός σχολείου και ενός συστήματος που δεν μπορούν να διδάξουν στους μαθητές ύλη ανάλογη σε δυσκολία και περιεχόμενο με τις ικανότητες και τα ενδιαφέροντά τους. Μία παραπέρα αντίφαση είναι ότι οι αποτυχόντες αυτοί δεν θα εισαχθούν ούτε σε τμήματα ΑΕΙ και ΤΕΙ τα οποία μικρές μόνον απαιτήσεις έχουν από ακαδημαϊκού τύπου γνώση (π.χ.,τμήματα ανθοκομίας) τα οποία τώρα κινδυνεύουν να κλείσουν από έλλειψη εισακτέων. (Η γενική υποψία είναι ότι αυτό είναι σκόπιμο, ώστε να οδηγηθούν οι υποψήφιοι στα ιδιωτικά κολλέγια. Αλλά εκεί δεν πρέπει να έχουν την βάση για να εισαχθούν;)
Το σύστημα παραμένει εξετασιοκεντρικό στις τελευταίες τάξεις και η παραπαιδεία ανθεί. Το σχολείο χαρακτηρίζεται από την αποστήθιση και μηχανιστική αναπαραγωγή γνώσης περιορισμένου εύρους, και την έλλειψη αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «δημιουργία στην γνώση» (μέσα σε κάποια πλαίσια βέβαια), με την προσωπική έρευνα, την κριτική ματιά, και την εκμάθηση της «πλοήγησης» μέσα στον απέραντο ωκεανό της σύγχρονης γνώσης. (Εδώ ας μου επιτραπεί να προσθέσω και την προσωπική μου παρατήρηση της πλειοψηφίας των προπτυχιακών ελλήνων φοιτητών στο πανεπιστήμιο όπου διδάσκω: μηχανιστική επικέντρωση σε ένα σύγγραμμα, άγνοια του τι σημαίνει προσωπική έρευνα και συγγραφή δοκιμίου, κλπ.). Το σχολείο βρίσκεται επίσης αγκυλωμένο στην λογική της εκμάθησης των αρχαίων. Όπως πιο αναλυτικά υποστηρίζει ο γράφων σε άλλη καταχώρηση, προτείνεται η κατάργηση του μαθήματος της αρχαίας ελληνικής γλώσσας ως μαθήματος κορμού. Τα αρχαία διδάσκονται μόνο ως μάθημα επιλογής. Οι απελευθερωνόμενες ώρες διδακτικού έργου διοχετεύονται, πρώτον, στην ενίσχυση της εκμάθησης της νέας ελληνικής, δεύτερον, στην διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας από μετάφραση, τρίτον στην διδασκαλία παγκόσμιας (Σαίξπηρ, Γκαίτε, κλπ), όπως βέβαια και μοντέρνας ελληνικής λογοτεχνίας. Η πρόταση αυτή βασίζεται σε ψύχραιμη ανάλυση του πώς θα αξιοποιηθούν οι δυνατότητες της ελληνικής νεολαίας κατά τον καλύτερο τρόπο, και πώς θα έλθει η νεολαία καλύτερα σε επαφή με τα μηνύματα της αρχαίας ελληνικής και παγκόσμιας γραμματείας, αποκτώντας σύγχρονη, κριτική και πολυ-πολιτισμική παιδεία.
Η πλειοψηφία των πανεπιστημίων βρίσκεται σε καθεστώς οργανωτικής και λειτουργικής αφασίας, οφειλόμενης κατά κύριο λόγο στο περίφημο (ή διαβόητο;) «πανεπιστημιακό άσυλο» που κάποτε προστάτευσε την ελευθερία της έκφρασης στο πανεπιστήμιο, αλλά που τώρα δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό, παρά έχει μεταλλαχθεί σε τροχοπέδη οποιασδήποτε αλλαγής είτε εξορθολογισμού. Τα μεγάλα ζητούμενα παραμένουν συνολικά η ποιοτική αναβάθμιση, η παροχή γενικών δεξιοτήτων έτσι ώστε να διευκολύνεται η επαγγελματική αποκατάσταση των πτυχιούχων, ο προσανατολισμός σε σύγχρονες ειδικότητες, η σύνδεση της παραγωγής με την γνώση και η περαιτέρω ενίσχυση της επαγγελματικά προσανατολισμένης παιδείας στα τελευταία χρόνια του σχολείου. Ο τελευταίος χρόνος του σχολείου να είναι προπανεπιστημιακός και προσανατολισμένος στις εισαγωγικές, ώστε να αντιμετωπίζεται το σχολείο σοβαρά από τους μαθητές και όχι ως πάρεργο.(Αυτό άλλωστε γίνεται τώρα στην πράξη, καθώς οι μαθητές της τελευταίας τάξης – και ίσως κάποιοι από τους διδάσκοντες - «κωλοβαράνε» - με συγχωρείτε για την έκφραση αλλά είναι η καταλληλότερη – την μέρα στο σχολείο, κάνοντας οικονομία δυνάμεων για το απόγευμα στο φροντιστήριο.) Παράλληλα, ανοίγουν περισσότερες πανεπιστημιακές θέσεις με την νομιμοποίηση των κολλεγίων (δες παρακάτω) και την άνοδο του γενικού επιπέδου έτσι ώστε να απορροφώνται περισσότεροι υποψήφιοι από τα δημόσια ΑΕΙ και ΤΕΙ από τμήματα που τώρα κινδυνεύουν να κλείσουν από έλλειψη εισακτέων.
Παράλληλα θα πρέπει να αντιμετωπισθεί το θέμα των λογής-λογής κολλεγίων που παρέχουν κάποιου είδους διδασκαλία σε συνεργασία με ξένα πανεπιστήμια (όχι εκ των καλυτέρων). Εδώ, η ζωή (όπως λέμε) έχει ξεπεράσει την θεωρία. Η ζήτηση για τις υπηρεσίες των κολλεγίων αυτών είναι μεγάλη, ως εναλλακτική λύση των σπουδών στο εξωτερικό. Είναι άδικο για την νεολαία που στρέφεται σε αυτή την κατεύθυνση να της απαγορεύεται ο δρόμος αυτός. Αντιβαίνει επίσης στην λογική να επιτρέπεται ο ιδιωτικός τομέας σε όλους τους άλλους τομείς δραστηριότητας (συμπεριλαμβανομένης της Παιδείας στις άλλες βαθμίδες) εκτός από την Ανώτατη Παιδεία. Επομένως, η λειτουργία των κολλεγίων αυτών πρέπει να επιτραπεί αν μη τι άλλο ως θέμα κοινής λογικής. (Ήδη μία αρχή έχει γίνει με τον Νόμο Στυλιανίδη που πέρασε από την Βουλή μεσούντος του Αυγούστου προκειμένου να μην υπάρξουν αντιδράσεις.) Παράλληλα θα πρέπει να γίνει αντιληπτό πως το κύριο ζητούμενο είναι η αναβάθμιση της δημόσιας Ανώτατης Παιδείας που είναι και η οδός που επιλέγει η μεγάλη πλειοψηφία της νεολαίας.
Παιδεία, ο κατ’ εξοχήν χώρος των αντιφάσεων. Οι μαθητές που στενάζουν κάτω από την πίεση σε όλα τα επίπεδα, τα αρχαία που όλο διδάσκονται χωρίς κατ’ ουσία τίποτα να διδάσκεται και εκτρέπουν από τον πραγματικό στόχο της διδασκαλίας της ουσίας της αρχαίας γραμματείας (όπως και της διεθνούς), μαθητές που μέσα στον κυκκεώνα της γνώσης και τον ορυμαγδό αντικρουόμενων απόψεων εθίζονται στις 100 σελίδες της «ύλης» και την μονολιθικότητα της άποψης, το φροντιστήριο που κάνει ό,τι και το σχολείο με το διπλό κόστος, οι γονείς που υφίστανται βαριά οικονομική αφαίμαξη με τα φροντιστήρια αλλά θα εδιαμαρτύροντο σφόδρα και στην παραμικρή σκέψη για δίδακτρα στην ανώτατη παιδεία, μαθητές που «τα δίνουν όλα» στις εισαγωγικές εξετάσεις για το παν/μιο αλλά «αράζουν» μόλις μπουν (εκεί που θα έπρεπε να ξεκινάει η συστηματική προσπάθεια), παν/μιο που εν τέλει απαιτεί τόσες θυσίες για είσοδο χωρίς να εξασφαλίζει προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης, ίσως ούτε καν προσαρμογής στο γρήγορα εξελισσόμενο περιβάλλον των σύγρχονων κοινωνιών. Κυρίες και κύριοι, ώρα για αλλαγή ρότας.
Προτάσεις
- Ελάφρυνση του ακαδημαϊκού και εξετασιοκεντρικού χαρακτήρα του σχολείου στο δημοτικό και το γυμνάσιο, με μείωση της δουλειάς στο σπίτι.
- Περαιτέρω, για τον ίδιο σκοπό, εισαγωγή μαθημάτων τρέχοντος και πρακτικού ενδιαφέροντος (μαζική κουλτούρα, πολιτικό σύστημα, κυκλοφοριακή αγωγή και αγωγή υγείας, κλπ).
- Κατάργηση του ενός και μοναδικού συγγράματος, ίδρυση και εμπλουτισμός σχολικών βιβλιοθηκών ώστε να είναι δυνατή η συγγραφή δοκιμίων και μικρών ερευνητικών εργασιών από τους μαθητές.
- Ενίσχυση της επαγγελματικής εκπαίδευσης στην Μέση Εκπαίδευση.
- Κατάργηση της διδασκαλίας των αρχαίων, διδασκαλία της αρχαίας γραμματείας (όσο και της παγκόσμιας) από μετάφραση – δες σχετική καταχώρηση.
- Εισαγωγή μαθημάτων-πρακτικής μουσικής και θεάτρου στα σχολεία σε όλες τι βαθμίδες, σε συνδυασμό με την επέκταση του θεσμού του ολοήμερου σχολείου. Ενίσχυση του θεσμού της χορωδίας και ορχήστρας με αξιοποίηση των κατά τόπους δυνατοτήτων (δηλ. πολυσυλλεκτική προσέγγιση). Σύνδεση με το Εθνικό Ορχηστρικό Δίκτυο (ΕΟΔ) – δες προσεχώς σχετική καταχώρηση ("El Sistema").
- Η τελευταία χρονιά του Λυκείου γίνεται προ-Πανεπιστημιακός χρόνος με μαθήματα μόνο κατεύθυνσης. Αυτό χωρίς αύξηση του ηλικιακού ορίου αποφοίτησης (18). (Νομίζω αυτό είναι και κοντά στις προτάσεις Βερέμη που κατατέθηκαν πρόσφατα.) Το «πακέτο» μαθημάτων κατεύθυνσης είναι ευέλικτο (δηλ. ο μαθητής/τρια καθορίζει το ακριβές περιεχόμενο), μέσα βέβαια σε κάποια όρια.
- Ευελιξία στα «μονοπάτια της παιδείας». Αυτό είναι μια καινοτόμος έννοια, και θα χρειαστεί καιρός μέχρι να βρεθούν οι κατάλληλες ρυθμίσεις στην πράξη, αλλά αξίζει τον κόπο. Η έννοια είναι πολλαπλή και σημαίνει ότι η ακαδημαϊκή πορεία του μαθητή δεν είναι απολίθωμα αλλά ζωντανή επιλογή μέσα σε ρευστό περιβάλλον. Περιλαμβάνει το ευέλικτο πακέτο μαθημάτων κατεύθυνσης (δες παραπάνω), συνδυασμούς γνωστικών αντικειμένων μέσα στα Παν/μια (π.χ., Οικονομικά και Λογιστική, με ποσοστό 50-50, και πολλά, πολλά άλλα – τα λεγόμενα συνδυασμένα πτυχία, στα αγγλικά: joint courses), και την δυνατότητα μετατροπής κατεύθυνσης σπουδών από το Πτυχίο στο μετατυχιακό επίπεδο (π.χ., από Ιατρική σε Μοριακή Βιολογία – ανάλογα βέβαια με την φύση του αντικειμένου). Αυτή η ευελιξία θα δώσει την ευκαιρία στους μαθητές να κάνουν επιλογές μαθημάτων/κετεύθυνσης σπουδών κοντύτερα στις κλίσεις και τα ενδιαφέροντά τους, θα τους δίνει την ευκαιρία να προσαρμόζονται στο ραγδαία εξελισσόμενο περιβάλλον των γνωστικών αντικειμένων αλλά και της αγοράς εργασίας, ενώ θα τους μειώνει και το άγχος με την γνώση ότι η επιλογή που κάνεις στα 18 δεν σε δεσμεύει για μια ζωή.
- Κατάργηση του (λεγόμενου) Πανεπιστημιακού ασύλου. Απαγόρευση εισόδου στα Παν/μια παντός μη έχοντος εργασία με έλεγχο σε όλες τις εισόδους.
- Εξορθολογισμός των πανεπιστημιακών σπουδών με θέσπιση χρονοδιαγράμματος στις σπουδές (χρόνος – ανωτατος επιτρεπόμενος - και δομή – Κηπουρική ΙΙ αφού περάσεις την Κηπουρική Ι – σπουδών). Θέσπιση θεσμού φοιτητή μερικής απασχόλησης, με ανάλογη επιμήκυνση του χρόνου σπουδών.
- Τέλος, αντιμετώπιση του θεσμού των «κολλεγίων» μέσα από ρεαλιστική οπτική γωνία – όπως γράφτηκε και παραπάνω, το κύριο ζήτημα κατά τον γράφοντα είναι ότι τα κολλέγια αυτά δείχνουν να εξυπηρετούν μία γνήσια κοινωνική ανάγκη, την επιθυμία απόκτισης πτυχίων από μερίδα της νεολαίας που δεν έχει άλλη δυνατότητα εντός της χώρας, και πτυχίων τα οποία έχουν κάποιο αντίκρυσμα στην αγορά εργασίας. Ένταξη των κολλεγίων αυτών σε σαφές και αυστηρό θεσμικό πλαίσιο ωστε να μην ασκούν αθέμιτο ανταγωνισμό στα δημόσια παν/μια. Και υπενθύμιση του βασικού δεδομένου, ότι η μεγάλη πλειψηφία της νεολαίας περνάει από το δημόσιο παν/μιο (τουλάχιστον στο προπτυχιακό επίπεδο), έστι ώστε η μεγάλη προτεραιότητα προς το δημόσιο συμφέρον να είναι ο εξορθολογισμός και η αναβάθμιση του δημοσίου παν/μίου.
Το σύστημα παραμένει εξετασιοκεντρικό στις τελευταίες τάξεις και η παραπαιδεία ανθεί. Το σχολείο χαρακτηρίζεται από την αποστήθιση και μηχανιστική αναπαραγωγή γνώσης περιορισμένου εύρους, και την έλλειψη αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «δημιουργία στην γνώση» (μέσα σε κάποια πλαίσια βέβαια), με την προσωπική έρευνα, την κριτική ματιά, και την εκμάθηση της «πλοήγησης» μέσα στον απέραντο ωκεανό της σύγχρονης γνώσης. (Εδώ ας μου επιτραπεί να προσθέσω και την προσωπική μου παρατήρηση της πλειοψηφίας των προπτυχιακών ελλήνων φοιτητών στο πανεπιστήμιο όπου διδάσκω: μηχανιστική επικέντρωση σε ένα σύγγραμμα, άγνοια του τι σημαίνει προσωπική έρευνα και συγγραφή δοκιμίου, κλπ.). Το σχολείο βρίσκεται επίσης αγκυλωμένο στην λογική της εκμάθησης των αρχαίων. Όπως πιο αναλυτικά υποστηρίζει ο γράφων σε άλλη καταχώρηση, προτείνεται η κατάργηση του μαθήματος της αρχαίας ελληνικής γλώσσας ως μαθήματος κορμού. Τα αρχαία διδάσκονται μόνο ως μάθημα επιλογής. Οι απελευθερωνόμενες ώρες διδακτικού έργου διοχετεύονται, πρώτον, στην ενίσχυση της εκμάθησης της νέας ελληνικής, δεύτερον, στην διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας από μετάφραση, τρίτον στην διδασκαλία παγκόσμιας (Σαίξπηρ, Γκαίτε, κλπ), όπως βέβαια και μοντέρνας ελληνικής λογοτεχνίας. Η πρόταση αυτή βασίζεται σε ψύχραιμη ανάλυση του πώς θα αξιοποιηθούν οι δυνατότητες της ελληνικής νεολαίας κατά τον καλύτερο τρόπο, και πώς θα έλθει η νεολαία καλύτερα σε επαφή με τα μηνύματα της αρχαίας ελληνικής και παγκόσμιας γραμματείας, αποκτώντας σύγχρονη, κριτική και πολυ-πολιτισμική παιδεία.
Η πλειοψηφία των πανεπιστημίων βρίσκεται σε καθεστώς οργανωτικής και λειτουργικής αφασίας, οφειλόμενης κατά κύριο λόγο στο περίφημο (ή διαβόητο;) «πανεπιστημιακό άσυλο» που κάποτε προστάτευσε την ελευθερία της έκφρασης στο πανεπιστήμιο, αλλά που τώρα δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό, παρά έχει μεταλλαχθεί σε τροχοπέδη οποιασδήποτε αλλαγής είτε εξορθολογισμού. Τα μεγάλα ζητούμενα παραμένουν συνολικά η ποιοτική αναβάθμιση, η παροχή γενικών δεξιοτήτων έτσι ώστε να διευκολύνεται η επαγγελματική αποκατάσταση των πτυχιούχων, ο προσανατολισμός σε σύγχρονες ειδικότητες, η σύνδεση της παραγωγής με την γνώση και η περαιτέρω ενίσχυση της επαγγελματικά προσανατολισμένης παιδείας στα τελευταία χρόνια του σχολείου. Ο τελευταίος χρόνος του σχολείου να είναι προπανεπιστημιακός και προσανατολισμένος στις εισαγωγικές, ώστε να αντιμετωπίζεται το σχολείο σοβαρά από τους μαθητές και όχι ως πάρεργο.(Αυτό άλλωστε γίνεται τώρα στην πράξη, καθώς οι μαθητές της τελευταίας τάξης – και ίσως κάποιοι από τους διδάσκοντες - «κωλοβαράνε» - με συγχωρείτε για την έκφραση αλλά είναι η καταλληλότερη – την μέρα στο σχολείο, κάνοντας οικονομία δυνάμεων για το απόγευμα στο φροντιστήριο.) Παράλληλα, ανοίγουν περισσότερες πανεπιστημιακές θέσεις με την νομιμοποίηση των κολλεγίων (δες παρακάτω) και την άνοδο του γενικού επιπέδου έτσι ώστε να απορροφώνται περισσότεροι υποψήφιοι από τα δημόσια ΑΕΙ και ΤΕΙ από τμήματα που τώρα κινδυνεύουν να κλείσουν από έλλειψη εισακτέων.
Παράλληλα θα πρέπει να αντιμετωπισθεί το θέμα των λογής-λογής κολλεγίων που παρέχουν κάποιου είδους διδασκαλία σε συνεργασία με ξένα πανεπιστήμια (όχι εκ των καλυτέρων). Εδώ, η ζωή (όπως λέμε) έχει ξεπεράσει την θεωρία. Η ζήτηση για τις υπηρεσίες των κολλεγίων αυτών είναι μεγάλη, ως εναλλακτική λύση των σπουδών στο εξωτερικό. Είναι άδικο για την νεολαία που στρέφεται σε αυτή την κατεύθυνση να της απαγορεύεται ο δρόμος αυτός. Αντιβαίνει επίσης στην λογική να επιτρέπεται ο ιδιωτικός τομέας σε όλους τους άλλους τομείς δραστηριότητας (συμπεριλαμβανομένης της Παιδείας στις άλλες βαθμίδες) εκτός από την Ανώτατη Παιδεία. Επομένως, η λειτουργία των κολλεγίων αυτών πρέπει να επιτραπεί αν μη τι άλλο ως θέμα κοινής λογικής. (Ήδη μία αρχή έχει γίνει με τον Νόμο Στυλιανίδη που πέρασε από την Βουλή μεσούντος του Αυγούστου προκειμένου να μην υπάρξουν αντιδράσεις.) Παράλληλα θα πρέπει να γίνει αντιληπτό πως το κύριο ζητούμενο είναι η αναβάθμιση της δημόσιας Ανώτατης Παιδείας που είναι και η οδός που επιλέγει η μεγάλη πλειοψηφία της νεολαίας.
Παιδεία, ο κατ’ εξοχήν χώρος των αντιφάσεων. Οι μαθητές που στενάζουν κάτω από την πίεση σε όλα τα επίπεδα, τα αρχαία που όλο διδάσκονται χωρίς κατ’ ουσία τίποτα να διδάσκεται και εκτρέπουν από τον πραγματικό στόχο της διδασκαλίας της ουσίας της αρχαίας γραμματείας (όπως και της διεθνούς), μαθητές που μέσα στον κυκκεώνα της γνώσης και τον ορυμαγδό αντικρουόμενων απόψεων εθίζονται στις 100 σελίδες της «ύλης» και την μονολιθικότητα της άποψης, το φροντιστήριο που κάνει ό,τι και το σχολείο με το διπλό κόστος, οι γονείς που υφίστανται βαριά οικονομική αφαίμαξη με τα φροντιστήρια αλλά θα εδιαμαρτύροντο σφόδρα και στην παραμικρή σκέψη για δίδακτρα στην ανώτατη παιδεία, μαθητές που «τα δίνουν όλα» στις εισαγωγικές εξετάσεις για το παν/μιο αλλά «αράζουν» μόλις μπουν (εκεί που θα έπρεπε να ξεκινάει η συστηματική προσπάθεια), παν/μιο που εν τέλει απαιτεί τόσες θυσίες για είσοδο χωρίς να εξασφαλίζει προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης, ίσως ούτε καν προσαρμογής στο γρήγορα εξελισσόμενο περιβάλλον των σύγρχονων κοινωνιών. Κυρίες και κύριοι, ώρα για αλλαγή ρότας.
Προτάσεις
- Ελάφρυνση του ακαδημαϊκού και εξετασιοκεντρικού χαρακτήρα του σχολείου στο δημοτικό και το γυμνάσιο, με μείωση της δουλειάς στο σπίτι.
- Περαιτέρω, για τον ίδιο σκοπό, εισαγωγή μαθημάτων τρέχοντος και πρακτικού ενδιαφέροντος (μαζική κουλτούρα, πολιτικό σύστημα, κυκλοφοριακή αγωγή και αγωγή υγείας, κλπ).
- Κατάργηση του ενός και μοναδικού συγγράματος, ίδρυση και εμπλουτισμός σχολικών βιβλιοθηκών ώστε να είναι δυνατή η συγγραφή δοκιμίων και μικρών ερευνητικών εργασιών από τους μαθητές.
- Ενίσχυση της επαγγελματικής εκπαίδευσης στην Μέση Εκπαίδευση.
- Κατάργηση της διδασκαλίας των αρχαίων, διδασκαλία της αρχαίας γραμματείας (όσο και της παγκόσμιας) από μετάφραση – δες σχετική καταχώρηση.
- Εισαγωγή μαθημάτων-πρακτικής μουσικής και θεάτρου στα σχολεία σε όλες τι βαθμίδες, σε συνδυασμό με την επέκταση του θεσμού του ολοήμερου σχολείου. Ενίσχυση του θεσμού της χορωδίας και ορχήστρας με αξιοποίηση των κατά τόπους δυνατοτήτων (δηλ. πολυσυλλεκτική προσέγγιση). Σύνδεση με το Εθνικό Ορχηστρικό Δίκτυο (ΕΟΔ) – δες προσεχώς σχετική καταχώρηση ("El Sistema").
- Η τελευταία χρονιά του Λυκείου γίνεται προ-Πανεπιστημιακός χρόνος με μαθήματα μόνο κατεύθυνσης. Αυτό χωρίς αύξηση του ηλικιακού ορίου αποφοίτησης (18). (Νομίζω αυτό είναι και κοντά στις προτάσεις Βερέμη που κατατέθηκαν πρόσφατα.) Το «πακέτο» μαθημάτων κατεύθυνσης είναι ευέλικτο (δηλ. ο μαθητής/τρια καθορίζει το ακριβές περιεχόμενο), μέσα βέβαια σε κάποια όρια.
- Ευελιξία στα «μονοπάτια της παιδείας». Αυτό είναι μια καινοτόμος έννοια, και θα χρειαστεί καιρός μέχρι να βρεθούν οι κατάλληλες ρυθμίσεις στην πράξη, αλλά αξίζει τον κόπο. Η έννοια είναι πολλαπλή και σημαίνει ότι η ακαδημαϊκή πορεία του μαθητή δεν είναι απολίθωμα αλλά ζωντανή επιλογή μέσα σε ρευστό περιβάλλον. Περιλαμβάνει το ευέλικτο πακέτο μαθημάτων κατεύθυνσης (δες παραπάνω), συνδυασμούς γνωστικών αντικειμένων μέσα στα Παν/μια (π.χ., Οικονομικά και Λογιστική, με ποσοστό 50-50, και πολλά, πολλά άλλα – τα λεγόμενα συνδυασμένα πτυχία, στα αγγλικά: joint courses), και την δυνατότητα μετατροπής κατεύθυνσης σπουδών από το Πτυχίο στο μετατυχιακό επίπεδο (π.χ., από Ιατρική σε Μοριακή Βιολογία – ανάλογα βέβαια με την φύση του αντικειμένου). Αυτή η ευελιξία θα δώσει την ευκαιρία στους μαθητές να κάνουν επιλογές μαθημάτων/κετεύθυνσης σπουδών κοντύτερα στις κλίσεις και τα ενδιαφέροντά τους, θα τους δίνει την ευκαιρία να προσαρμόζονται στο ραγδαία εξελισσόμενο περιβάλλον των γνωστικών αντικειμένων αλλά και της αγοράς εργασίας, ενώ θα τους μειώνει και το άγχος με την γνώση ότι η επιλογή που κάνεις στα 18 δεν σε δεσμεύει για μια ζωή.
- Κατάργηση του (λεγόμενου) Πανεπιστημιακού ασύλου. Απαγόρευση εισόδου στα Παν/μια παντός μη έχοντος εργασία με έλεγχο σε όλες τις εισόδους.
- Εξορθολογισμός των πανεπιστημιακών σπουδών με θέσπιση χρονοδιαγράμματος στις σπουδές (χρόνος – ανωτατος επιτρεπόμενος - και δομή – Κηπουρική ΙΙ αφού περάσεις την Κηπουρική Ι – σπουδών). Θέσπιση θεσμού φοιτητή μερικής απασχόλησης, με ανάλογη επιμήκυνση του χρόνου σπουδών.
- Τέλος, αντιμετώπιση του θεσμού των «κολλεγίων» μέσα από ρεαλιστική οπτική γωνία – όπως γράφτηκε και παραπάνω, το κύριο ζήτημα κατά τον γράφοντα είναι ότι τα κολλέγια αυτά δείχνουν να εξυπηρετούν μία γνήσια κοινωνική ανάγκη, την επιθυμία απόκτισης πτυχίων από μερίδα της νεολαίας που δεν έχει άλλη δυνατότητα εντός της χώρας, και πτυχίων τα οποία έχουν κάποιο αντίκρυσμα στην αγορά εργασίας. Ένταξη των κολλεγίων αυτών σε σαφές και αυστηρό θεσμικό πλαίσιο ωστε να μην ασκούν αθέμιτο ανταγωνισμό στα δημόσια παν/μια. Και υπενθύμιση του βασικού δεδομένου, ότι η μεγάλη πλειψηφία της νεολαίας περνάει από το δημόσιο παν/μιο (τουλάχιστον στο προπτυχιακό επίπεδο), έστι ώστε η μεγάλη προτεραιότητα προς το δημόσιο συμφέρον να είναι ο εξορθολογισμός και η αναβάθμιση του δημοσίου παν/μίου.
ΚΑΛΑ ΚΡΑΣΑ
Στο φύλλο του Σαββάτου 6ης Σεπτεμβρίου, η Βρεττανική Guardian συμπεριέλαβε ένα ένθετο με το πρώτο μέρος ενός οδηγού για κρασιά (μέρος πρώτο: κόκκινο, το δεύτερο μέρος θα δημοσιευόταν σήμερα 7 Σεπτεμβρίου στην αδελφή έκδοση της Guardian, τον Observer). Σ’ αυτό το πρώτο μέρος λοιπόν δημοσιεύτηκε ένας περιληπτικός χάρτης με τις κύριες οινοπαραγωγές χώρες (σύνολο 13, αντιγράφω τυχαία, ΗΠΑ, Χιλή, Βρεττανία (;), Πορτογαλία, Ισπανία, Αργεντινή, Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία, Αυστραλία, Νότια Αφρική, Κίνα, Νέα Ζηλανδία), όπως τουλάχιστον τις βλέπει ο συντάκτης του αφιερώματος. (Ίσως με βάση τα μεγέθη παραγωγής, με στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Αμπέλου και Οίνου.)
Ναι, σωστά είδατε. Η Ελλάδα δεν εμφανίζεται στον χάρτη, ούτε εκπροσωπείται ανάμεσα στις ποικιλίες σταφυλιού/κρασιού που προβάλλονται στο πρώτο μέρος (κόκκινο κρασί). Αυτό επικυρώνει την πάγια παρατήρηση/άποψη του γράφοντος ότι στην Βρεττανική μαζική αγορά, δηλ. τα σουπερμάρκετ, εμφανίζονται κρασιά από όλο τον κόσμο εκτός από την Ελλάδα. Και αυτά τα πολύ λίγα ελληνικά που εμφανίζονται, δυστυχώς κατά κανόνα δυσφημίζουν το ελληνικό κρασί (ας μην τα αναφέρουμε). Βέβαια, εάν κανείς είναι αποφασισμένος να βρει καλό ελληνικό κρασί, μπορεί να βρει σε εξειδικευμένες κάβες – αυτός όμως δεν είναι τρόπος να προσεγγίσεις ευρύ καταναλωτικό κοινό και να προωθήσεις εξαγωγές. Και ακόμα ευρύτερα, η εικόνα αυτή δυστυχώς συνοψίζει και την κατάσταση με τα ελληνικά τρόφιμα και αγροτικά προϊόντα γενικά, τα οποία εκτός λίγων εξαιρέσεων δεν δείχνουν να φτάνουν στην αγορά εδώ σε αξιοσημείωτα μεγέθη.
Τι φταίει και η Ελλάδα, χώρα οινοποιός για χιλιάδες συνεχή χρόνια, και με, πιστεύουμε, καλό προϊόν, δεν μπορεί να καταφέρει να προωθήσει το κρασί της (σε αντίθεση με άλλες χώρες όπου το κρασί είναι πολύ πρόσφατη υπόθεση); Πολλά μπορεί να ειπωθούν εδώ. Πρώτ’ απ’ όλα μεγάλο μέρος της παραγωγής καταναλώνεται εγχωρίως. Έπειτα, το καλό ελληνικό κρασί δείχνει να είναι κάπως ακριβό σε σχέση με την ποιότητά του – για να συναγωνιστείς σε διεθνείς αγορές χρειάζεται ευνοϊκός συνδυασμός ποιότητας-τιμής, κι όχι μόνον ένα από τα δύο. Οι λόγοι έχουν να κάνουν με τον μικρό κλήρο, την χαμηλή παραγωγικότητα, την γενικότερη ακρίβεια (στα μεροκάματα, τον εξοπλισμό, τα φάρμακα). Αλλά πέρα από αυτούς τους βασικούς παράγοντες, αναφύονται και άλλα εύλογα ερωτήματα. Τι κάνουν οι ιδιώτες παραγωγοί και οι συνεταιρισμοί για την προβολή του ελληνικού κρασιού διεθνώς; Τι κάνουν για να κερδίσουν την μάχη της ποιότητας – ειδικότερα οι δεύτεροι; Αλλά παραπέρα, τι κάνει η Πολιτεία, τα Υπουργεία Εμπορίου («Ανάπτυξης» το λένε τώρα) και Γεωργίας (υπάρχει ακόμα;), ο Οργανισμός Προωθήσεως Εξαγωγών, το Υπουργείο Εξωτερικών με την οικονομική διπλωματία (ναι, υπάρχει και αυτή); Υπάρχει οικονομικός/εμπορικός ακόλουθος στην εδώ πρεσβεία μας, και αν ναι, κάνει άραγε τίποτα, ή παίρνει απλά τον αέρα του εις τας Αγγλίας, κάνοντας και κανα μαστεράκι τζάμπα – ως είθισται να κάνουν οι αξιοκρατικά (εδώ γελάνε) επιλεγμένοι κάτοχοι τέτοιων θέσεων;
Μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι δεν μας ενδιαφέρει να προωθήσουμε το ελληνικό κρασί διεθνώς, ότι δεν έχουμε πλεόνασμα παραγωγής προς εξαγωγή. Αλλά κάποια σημάδια άλλα δείχνουν, τα μηνύματα λένε ότι οι παραγωγοί υποφέρουν από χαμηλές τιμές και αδιάθετο προϊόν. Η Ελλάδα πάσχει από χρόνιο έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο, και δεν θα αργήσει η μέρα που αυτό θα εμφανιστεί και στον τομέα του κρασιού ειδικά. Αφήστε δε που μαζί με το καλό κρασί μία χώρα «πουλάει» και κουλτούρα ευρύτερα, από υψηλής ποιότητας γευσιγνωστικό και οικολογικό τουρισμό, μέχρι γενικότερη κουζίνα, αισθητική και τρόπο ζωής. Πιστεύουμε πως η απουσία της Ελλάδας από το διεθνές γίγνεσθαι σε αυτό τον τομέα (όπως και σε άλλους) συνιστά μία συλλογική αποτυχία με ευρείας κλίμακας επιπτώσεις (στις εξαγωγές, απασχόληση, εισοδήματα, αλλά και εικόνα, «ίματζ»). Η αντιμετώπιση της κατάστασης πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα, και να έλθει με συνολική, σε βάθος, και κυρίως συντονισμένη,κινητοποίηση όλων των ενδιαφερομένων, κοινωνίας (ιδιωτών, συνεταιρισμών, κοινοτήτων παραγωγών) και Πολιτείας (ΟΠΕ, Υπουργείου Ανάπτυξης, και οικονομικής διπλωματίας του ΥΠΕΞ). Αιχμή του δόρατος θα πρέπει να είναι η μάχη της ποιότητας, και με δεδομένο ότι αυτή έχει κερδηθεί, η διεθνής, συγκροτημένη και μελετημένη, επικοινωνιακή προβολή του ελληνικού κρασιού.
Ναι, σωστά είδατε. Η Ελλάδα δεν εμφανίζεται στον χάρτη, ούτε εκπροσωπείται ανάμεσα στις ποικιλίες σταφυλιού/κρασιού που προβάλλονται στο πρώτο μέρος (κόκκινο κρασί). Αυτό επικυρώνει την πάγια παρατήρηση/άποψη του γράφοντος ότι στην Βρεττανική μαζική αγορά, δηλ. τα σουπερμάρκετ, εμφανίζονται κρασιά από όλο τον κόσμο εκτός από την Ελλάδα. Και αυτά τα πολύ λίγα ελληνικά που εμφανίζονται, δυστυχώς κατά κανόνα δυσφημίζουν το ελληνικό κρασί (ας μην τα αναφέρουμε). Βέβαια, εάν κανείς είναι αποφασισμένος να βρει καλό ελληνικό κρασί, μπορεί να βρει σε εξειδικευμένες κάβες – αυτός όμως δεν είναι τρόπος να προσεγγίσεις ευρύ καταναλωτικό κοινό και να προωθήσεις εξαγωγές. Και ακόμα ευρύτερα, η εικόνα αυτή δυστυχώς συνοψίζει και την κατάσταση με τα ελληνικά τρόφιμα και αγροτικά προϊόντα γενικά, τα οποία εκτός λίγων εξαιρέσεων δεν δείχνουν να φτάνουν στην αγορά εδώ σε αξιοσημείωτα μεγέθη.
Τι φταίει και η Ελλάδα, χώρα οινοποιός για χιλιάδες συνεχή χρόνια, και με, πιστεύουμε, καλό προϊόν, δεν μπορεί να καταφέρει να προωθήσει το κρασί της (σε αντίθεση με άλλες χώρες όπου το κρασί είναι πολύ πρόσφατη υπόθεση); Πολλά μπορεί να ειπωθούν εδώ. Πρώτ’ απ’ όλα μεγάλο μέρος της παραγωγής καταναλώνεται εγχωρίως. Έπειτα, το καλό ελληνικό κρασί δείχνει να είναι κάπως ακριβό σε σχέση με την ποιότητά του – για να συναγωνιστείς σε διεθνείς αγορές χρειάζεται ευνοϊκός συνδυασμός ποιότητας-τιμής, κι όχι μόνον ένα από τα δύο. Οι λόγοι έχουν να κάνουν με τον μικρό κλήρο, την χαμηλή παραγωγικότητα, την γενικότερη ακρίβεια (στα μεροκάματα, τον εξοπλισμό, τα φάρμακα). Αλλά πέρα από αυτούς τους βασικούς παράγοντες, αναφύονται και άλλα εύλογα ερωτήματα. Τι κάνουν οι ιδιώτες παραγωγοί και οι συνεταιρισμοί για την προβολή του ελληνικού κρασιού διεθνώς; Τι κάνουν για να κερδίσουν την μάχη της ποιότητας – ειδικότερα οι δεύτεροι; Αλλά παραπέρα, τι κάνει η Πολιτεία, τα Υπουργεία Εμπορίου («Ανάπτυξης» το λένε τώρα) και Γεωργίας (υπάρχει ακόμα;), ο Οργανισμός Προωθήσεως Εξαγωγών, το Υπουργείο Εξωτερικών με την οικονομική διπλωματία (ναι, υπάρχει και αυτή); Υπάρχει οικονομικός/εμπορικός ακόλουθος στην εδώ πρεσβεία μας, και αν ναι, κάνει άραγε τίποτα, ή παίρνει απλά τον αέρα του εις τας Αγγλίας, κάνοντας και κανα μαστεράκι τζάμπα – ως είθισται να κάνουν οι αξιοκρατικά (εδώ γελάνε) επιλεγμένοι κάτοχοι τέτοιων θέσεων;
Μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι δεν μας ενδιαφέρει να προωθήσουμε το ελληνικό κρασί διεθνώς, ότι δεν έχουμε πλεόνασμα παραγωγής προς εξαγωγή. Αλλά κάποια σημάδια άλλα δείχνουν, τα μηνύματα λένε ότι οι παραγωγοί υποφέρουν από χαμηλές τιμές και αδιάθετο προϊόν. Η Ελλάδα πάσχει από χρόνιο έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο, και δεν θα αργήσει η μέρα που αυτό θα εμφανιστεί και στον τομέα του κρασιού ειδικά. Αφήστε δε που μαζί με το καλό κρασί μία χώρα «πουλάει» και κουλτούρα ευρύτερα, από υψηλής ποιότητας γευσιγνωστικό και οικολογικό τουρισμό, μέχρι γενικότερη κουζίνα, αισθητική και τρόπο ζωής. Πιστεύουμε πως η απουσία της Ελλάδας από το διεθνές γίγνεσθαι σε αυτό τον τομέα (όπως και σε άλλους) συνιστά μία συλλογική αποτυχία με ευρείας κλίμακας επιπτώσεις (στις εξαγωγές, απασχόληση, εισοδήματα, αλλά και εικόνα, «ίματζ»). Η αντιμετώπιση της κατάστασης πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα, και να έλθει με συνολική, σε βάθος, και κυρίως συντονισμένη,κινητοποίηση όλων των ενδιαφερομένων, κοινωνίας (ιδιωτών, συνεταιρισμών, κοινοτήτων παραγωγών) και Πολιτείας (ΟΠΕ, Υπουργείου Ανάπτυξης, και οικονομικής διπλωματίας του ΥΠΕΞ). Αιχμή του δόρατος θα πρέπει να είναι η μάχη της ποιότητας, και με δεδομένο ότι αυτή έχει κερδηθεί, η διεθνής, συγκροτημένη και μελετημένη, επικοινωνιακή προβολή του ελληνικού κρασιού.
Wednesday, 27 August 2008
Ο ΞΑΔΕΡΦΟΣ ΜΟΥ Ο ΝΙΚΟΣ
Ο ξάδερφός μου ο Νίκος (ψευδώνυμο) μένει σε αγροτο-τουριστική παραλιακή περιοχή περίπου 1.30’ από την Αθήνα. Τόσο κοντά κι όμως τόσο μακριά – για να χρησιμοποιήσουμε την στερεότυπη έκφραση. Ο Νίκος κι η γυναίκα του είναι εκπαιδευτικοί της Μέσης Εκπαίδευσης. Ο Νίκος διατηρεί φροντιστήριο ενώ η σύζυγος περιμένει διορισμό ως αναπληρώτρια για τρίτη συνεχή χρονιά. Ο Νίκος ασχολείται και με τα κτήματα που του άφησε ο πατέρας του. Και οι δύο κάνουν αγώνα για να μεγαλώσουν την ωραία τους οικογένεια και τα τρία τους παιδιά, έχοντας βέβαια κατακτήσει ένα αρκετά καλό επίπεδο ζωής.
Τα πράγματα τελευταία έχουν δυσκολέψει αρκετά. Η ακρίβεια δαγκώνει, όπως παντού, η ύφεση έχει αρχίσει να φαίνεται, ενώ στην αγροτική τους κατά βάση περιοχή είναι ορατά και τα αποτελέσματα της γενικότερης δυσπραγίας του αγροτικού κόσμου τα τελευταία χρόνια. Ο Νίκος μου αφηγείται ιστορίες του τύπου, όταν πουλήσω τα πορτοκάλια θα σε πληρώσω και σένα, πληρωμές που έρχονται όταν και όποτε έρχονται, ενώ υπολογίζει ότι το ένα τρίτο των διδάκτρων του φροντιστηρίου δεν θα τα εισπράξει ποτέ. Τα πορτοκάλια του πουλιούνται προς δεκαοκτώ (αριθμητικά: 18) λεπτά το κιλό – τέτοια κέρματα δεν νομίζω ότι έχει κανείς μας στην τσέπη του – και το χωράφι του (που κάποτε ήταν η βάση ενός αγροτικού εισοδήματος) του αποφέρει 1,500-2,000 ευρώ ετήσια με αποκλειστικά προσωπική του εργασία (αν ήταν να βάζει εργάτες δεν θα έβγαινε). Κάποτε στην περιοχή λειτουργούσε εργοστάσιο χυμοποίησης των πορτοκαλιών, που τώρα έχει κλείσει (μειώνοντας ασφαλώς την ζήτηση για το προϊόν).
Η περιοχή τους γνωρίζει ανθηρή οικιστική ανάπτυξη λόγω θάλασσας και γειτνίασης με την Αθήνα και άλλα αστικά κέντρα (η ανάπτυξη αυτή γίνεται εις βάρος των αγροτικών κλήρων που καθίστανται ούτως ή άλλως προβληματικοί). Αλλά η ανάπτυξη είναι «έτσι, χωρίς πρόγραμμα» (όπως παντού δηλαδή). Οι δρόμοι είναι στενοί, υπερτοπικοί δρόμοι μεγάλης κίνησης περνούν μέσα από τα χωριά και τους παραθεριστικούς οικισμούς (νταλίκες και ποδήλατα πλάι-πλάι), ανεξέλεγκτη ηχορύπανση. Στα προβλήματα αυτά έχει προστεθεί πλέον και η έλλειψη νερού, το οποίο αφού μειώθηκε για αγροτική χρήση, τώρα πλέον δεν επαρκεί ούτε καν για οικιακή (και είναι υφάλμυρο).
Ο Νίκος έχει παράπονα, νιώθει αβοήθητος από το κράτος, ξεχασμένος από πολιτικούς και ντόπιους παράγοντες που μοίρασαν κούφιες υποσχέσεις. Η γυναίκα του απορρίφθηκε στην αίτησή της για θέση μόνιμης καθηγήτριας, και πρέπει να τρέχει ώρες με το αυτοκίνητο για να πάει στο σχολείο, όταν βέβαια την ειδοποιήσουν, όποτε την πληρώσουν, και χωρίς καλοκαιρινό μισθό. Όλοι ξέρουμε τις δυσκολίες του να μεγαλώσεις ένα παιδί – το να μεγαλώνεις τρία στην σύγχρονη Ελλάδα είναι νομίζω άθλος. Εάν θέλουμε να ενισχύσουμε με ρεαλιστικούς όρους την δημογραφία της χώρας, οι τρίτεκνοι πρέπει νομίζω να λάβουν αποφασιστική στήριξη, όχι αποσπασματικά με δωρεάν εισιτήρια κλπ, αλλά με στήριξη που κάνει την διαφορά, π.χ. με διορισμό σε αυτήν την περίπτωση. Η σύζυγος παλιότερα εκλήθη να καταλάβει θέση στο Δημόσιο αλλά δεν πήγε – αν είχε πάει θα είχε πάρει συνολικά 3Χ2=6 χρόνια άδεια μητρότητας. Αυτά το Δημόσιο τα έσωσε σ’ αυτήν την περίπτωση. Όλα αυτά, και μαζί η κοινή λογική και ηθική, θα επέβαλλαν τον διορισμό αυτής της μητέρας σε μόνιμη θέση από την οποία θα μπορούσε να βρίσκεται και σχετικά κοντά στην οικογένειά της (όχι να λείπει από το σπίτι της 10 ώρες ημερησίως). Βέβαια, τα ξαδέρφια έχουν χορτάσει από τέτοιου τύπου υποσχέσεις...
Ας μην ξεχνάμε το βασικό, ότι ο Νίκος και η οικογένειά του εξακολουθούν να διατηρούν ένα επίπεδο ζωής που πολλές ελληνικές οικογένειες θα θεωρούσαν τουλάχιστον αξιοπρεπές, μάλλον αρκετά καλό – για να μην μιλήσουμε βέβαια για δισεκατομμύρια άλλων ανθρώπινων υπάρξεων πάνω στον πλανήτη μας που ούτε να ονειρευτούν δεν μπορούν τέτοια ζωή. Από την άλλη μεριά, αναμφισβήτητα βρίσκεται υπό πίεση και δυσκολία – δείγμα τυπικό της ελληνικής μεσαίας τάξης που βλέπει πως δύσκολα πλέον διατηρείται ένα επίπεδο ζωής που μέχρι προ τινός εθεωρείτο κεκτημένο. Στην παθογένεια της οικονομίας προστίθενται και οι πολλαπλές παθογένειες του πολιτικού εποικοδομήματος που εμποδίζουν την λήψη αποφάσεων (ανίκανη διακυβέρνηση, συντεχνιακές μειοψηφίες, συγκρουσιακός ανταγωνισμός των κομμάτων που εμποδίζει την συναίνεση, κλπ – δες σχετικά το Σχέδιο Νέας Διακήρυξης του Σεπτέμβρη). Η ελληνική κοινωνία και η ηγεσία της, με προεξάρχοντα το ΠΑΣΟΚ, επιβάλλεται να σκεφθεί τους λόγους για τους οποίους το επίπεδο ζωής για τους πολλούς βρίσκεται υπό πίεση, και να «χαράξει πορεία». Δεν θα επεκταθούμε πολύ εδώ, καθώς σχετικές αναλύσεις έχουν καταχωρηθεί αλλού (π.χ., στο σημείωμα για την ανταγωνιστικότητα) – επίσης, η πορεία πρέπει να χαραχθεί σε συνεργασία και συνεννόηση με την κοινωνία, μέσα από μία «κινηματικού τύπου» λογική (δες επίσης σχετική καταχώρηση).
Το παράδειγμα του ξάδερφου Νίκου που αναφέρεται εδώ τονίζει κάποιες όψεις της καθημερινότητας της μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων και επιβάλλει κάποιες προτεραιότητες. Πρώτον, η οικονομική πρόοδος δεν αγγίζει μεγάλο μέρος, ίσως την πλειοψηφία, της ελληνικής κοινωνίας. Η οικονομία μπορεί να τρέχει με 3% ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης, όμως μεγάλα στρώματα νιώθουν τα πραγματικά τους εισοδήματα να συρρικνώνονται από την ακρίβεια και την «καθισμένη» αγορά. Ανάμεσά τους βέβαια, πιο πιεσμένοι νιώθουν πολλοί αγρότες. Επιβάλλεται λοιπόν η κατά το δυνατόν σταθεροποίηση της οικονομίας, ώστε να αποφεύγεται η αβεβαιότητα. Επίσης επιβάλλεται η ελάφρυνση των ασθενέστερων εισοδηματικά με την επιβολή (πιο) προοδευτικής φορολογίας. Δεύτερη έρχεται η ανάπτυξη, η σε βάθος χρόνου μεθοδική και συστηματική προσπάθεια ώστε να διασφαλίζεται και όσο το δυνατό βελτιώνεται το επίπεδο ζωής. Εδώ η έμφαση πρέπει να είναι στην παραγωγή και την εξωστρέφεια. Πρέπει να μας προβληματίζει το ότι η γεωργία υποχωρεί ραγδαία προς όφελος της οικιστικής ανάπτυξης (αν και σε κάποιο βαθμό ασφαλώς αυτό είναι αναπόφευκτο). Πρέπει επίσης να μας προβληματίζει γιατί μια καλή πρώτη ύλη (όπως τα πορτοκάλια του ξαδέρφου) δεν μπορεί να βρει το δρόμο προς τις αγορές με λογική τιμή. Και γιατί το εργοστάσιο εξαγώγιμου φυσικού χυμού έκλεισε, ενώ οι διεθνείς αγορές κατακλύζονται από χυμούς κάθε προελεύσεως. Ρεαλιστική έμφαση στην παραγωγή, όχι την οικοδομή, τα ακίνητα, ή την κατανάλωση, με προσανατολισμό τις διεθνείς αγορές, αυτά τα χαρακτηριστικά (το ξαναλέμε) πρέπει να ενισχυθούν. Ας προστεθεί το ότι ο υπερβολικός προσανατολισμός της χώρας στις υπηρεσίες δεν βοηθάει, γιατί δεν υπακούει στις παραπάνω αρχές.
Εδώ συγκαταλέγεται και η παραπαιδεία και τα φροντιστήρια – μοναδική στον κόσμο ελληνική ιδιαιτερότητα (έχω ακούσει ότι η Ιαπωνία έχει κάτι ανάλογο και το μεταφέρω με επιφύλαξη, αλλά αλλού δεν πρέπει να υπάρχει τίποτα τέτοιο). Ο τομέας αυτός ασφαλώς συμπληρώνει την εκπαίδευση των νέων και επιπλέον δίνει εργασία και εισόδημα σε πολλές οικογένειες. Από την άλλη όμως είναι δύσκολο να αποκρυβεί το μεγάλο κόστος που αυτή η διαδικασία επιβάλλει στις οικογένειες, και σε τελική ανάλυση το γεγονός ότι η παραπαιδεία ντουμπλάρει ουσιαστικά το σχολείο, απασχολεί έξτρα πόρους για να γίνει ουσιαστικά η ίδια δουλειά που κάνει το σχολείο. Επίσης, η υπηρεσία αυτή δεν είναι εξαγώγιμη. Αυτά βέβαια λέγονται με κάθε σεβασμό προς την σκληρή δουλειά και τον υψηλό επαγγελματισμό που επιδεικνύει η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων σε φροντιστήρια και ιδιαίτερα μαθήματα. Ούτε και πρόκειται βεβαίως να καταργηθούν τα φροντιστήρια με ένα διάταγμα. Όμως σε βάθος χρόνου, η κοινωνία πρέπει να αναζητήσει τρόπους να διαθέσει πιο παραγωγικά (για το σύνολο) τους διαθέσιμούς της ανθρώπινους πόρους. Αυτό κατά πάσα πιθανότητα γίνεται μόνο με την αύξηση των θέσεων στα πανεπιστήμια, με την ίδρυση (ΙΣΩΣ) ιδιωτικών, ώστε να ικανοποιείται η ζήτηση χωρίς οι νέοι να καταφεύγουν σε προσπάθεια πρόσθετη του σχολείου. Επίσης, το σχολείο πρέπει κατά την γνώμη του γράφοντος να προσανατολιστεί την τελευταία (εξεταστική) χρονιά σε αποκλειστικά προ-πανεπιστημιακού τύπου παιδεία – να κατοχυρώσει δηλαδή θεσμικά αυτό που στην ουσία γίνεται στην πράξη εδώ και πολλά χρόνια. Οι απελευθερωνόμενοι εκπαιδευτικοί από την ιδιωτική παιδεία πρέπει να έχουν ευκαρία απασχόλησης στον δημόσιο τομέα.
Τρίτο, πρέπει να βελτιωθεί η υποδομή της χώρας – συγκοινωνιακή, τηλεπικοινωνιακή, διαχείρισης υδάτινων πόρων, περιβάλλοντος γενικά. Αυτό πρέπει να τεθεί σαν ένας αναβαθμισμένος και συστηματικός στόχος. Τέταρτο, πρέπει να γίνουν ουσιαστικότερες προσπάθειες για να ενισχυθεί η δημογραφία της χώρας – αποφασιστικές και συντονισμένες, κατά τα όσα περιγράφηκαν πιο πάνω. Τέλος, οι παθογένειες του πολιτικού συστήματος πρέπει να αντιμετωπιστούν, ώστε η χώρα να μπορεί να αποφασίζει και θέτει σε εφαρμογή τις λύσεις που είναι προς το συλλογικό συμφέρον, χωρίς να κωλύεται από τις επί μέρους μικρο-επιδιώξεις και συντεχνιακά συμφέροντα.
Ας το ξαναπούμε: Είμαστε σε αρκετά καλή θέση, έτσι που πανικός η αίσθημα να κρίσης (όπως λέω και αλλού) να μην είναι δικαιολογημένο. Από την άλλη μεριά, δεν δικαιολογείται ούτε συναίσθημα εφησυχασμού – αν θέλουμε να εγγυηθούμε την πρόοδο και ευημερία σε βάθος χρόνου.
Τα πράγματα τελευταία έχουν δυσκολέψει αρκετά. Η ακρίβεια δαγκώνει, όπως παντού, η ύφεση έχει αρχίσει να φαίνεται, ενώ στην αγροτική τους κατά βάση περιοχή είναι ορατά και τα αποτελέσματα της γενικότερης δυσπραγίας του αγροτικού κόσμου τα τελευταία χρόνια. Ο Νίκος μου αφηγείται ιστορίες του τύπου, όταν πουλήσω τα πορτοκάλια θα σε πληρώσω και σένα, πληρωμές που έρχονται όταν και όποτε έρχονται, ενώ υπολογίζει ότι το ένα τρίτο των διδάκτρων του φροντιστηρίου δεν θα τα εισπράξει ποτέ. Τα πορτοκάλια του πουλιούνται προς δεκαοκτώ (αριθμητικά: 18) λεπτά το κιλό – τέτοια κέρματα δεν νομίζω ότι έχει κανείς μας στην τσέπη του – και το χωράφι του (που κάποτε ήταν η βάση ενός αγροτικού εισοδήματος) του αποφέρει 1,500-2,000 ευρώ ετήσια με αποκλειστικά προσωπική του εργασία (αν ήταν να βάζει εργάτες δεν θα έβγαινε). Κάποτε στην περιοχή λειτουργούσε εργοστάσιο χυμοποίησης των πορτοκαλιών, που τώρα έχει κλείσει (μειώνοντας ασφαλώς την ζήτηση για το προϊόν).
Η περιοχή τους γνωρίζει ανθηρή οικιστική ανάπτυξη λόγω θάλασσας και γειτνίασης με την Αθήνα και άλλα αστικά κέντρα (η ανάπτυξη αυτή γίνεται εις βάρος των αγροτικών κλήρων που καθίστανται ούτως ή άλλως προβληματικοί). Αλλά η ανάπτυξη είναι «έτσι, χωρίς πρόγραμμα» (όπως παντού δηλαδή). Οι δρόμοι είναι στενοί, υπερτοπικοί δρόμοι μεγάλης κίνησης περνούν μέσα από τα χωριά και τους παραθεριστικούς οικισμούς (νταλίκες και ποδήλατα πλάι-πλάι), ανεξέλεγκτη ηχορύπανση. Στα προβλήματα αυτά έχει προστεθεί πλέον και η έλλειψη νερού, το οποίο αφού μειώθηκε για αγροτική χρήση, τώρα πλέον δεν επαρκεί ούτε καν για οικιακή (και είναι υφάλμυρο).
Ο Νίκος έχει παράπονα, νιώθει αβοήθητος από το κράτος, ξεχασμένος από πολιτικούς και ντόπιους παράγοντες που μοίρασαν κούφιες υποσχέσεις. Η γυναίκα του απορρίφθηκε στην αίτησή της για θέση μόνιμης καθηγήτριας, και πρέπει να τρέχει ώρες με το αυτοκίνητο για να πάει στο σχολείο, όταν βέβαια την ειδοποιήσουν, όποτε την πληρώσουν, και χωρίς καλοκαιρινό μισθό. Όλοι ξέρουμε τις δυσκολίες του να μεγαλώσεις ένα παιδί – το να μεγαλώνεις τρία στην σύγχρονη Ελλάδα είναι νομίζω άθλος. Εάν θέλουμε να ενισχύσουμε με ρεαλιστικούς όρους την δημογραφία της χώρας, οι τρίτεκνοι πρέπει νομίζω να λάβουν αποφασιστική στήριξη, όχι αποσπασματικά με δωρεάν εισιτήρια κλπ, αλλά με στήριξη που κάνει την διαφορά, π.χ. με διορισμό σε αυτήν την περίπτωση. Η σύζυγος παλιότερα εκλήθη να καταλάβει θέση στο Δημόσιο αλλά δεν πήγε – αν είχε πάει θα είχε πάρει συνολικά 3Χ2=6 χρόνια άδεια μητρότητας. Αυτά το Δημόσιο τα έσωσε σ’ αυτήν την περίπτωση. Όλα αυτά, και μαζί η κοινή λογική και ηθική, θα επέβαλλαν τον διορισμό αυτής της μητέρας σε μόνιμη θέση από την οποία θα μπορούσε να βρίσκεται και σχετικά κοντά στην οικογένειά της (όχι να λείπει από το σπίτι της 10 ώρες ημερησίως). Βέβαια, τα ξαδέρφια έχουν χορτάσει από τέτοιου τύπου υποσχέσεις...
Ας μην ξεχνάμε το βασικό, ότι ο Νίκος και η οικογένειά του εξακολουθούν να διατηρούν ένα επίπεδο ζωής που πολλές ελληνικές οικογένειες θα θεωρούσαν τουλάχιστον αξιοπρεπές, μάλλον αρκετά καλό – για να μην μιλήσουμε βέβαια για δισεκατομμύρια άλλων ανθρώπινων υπάρξεων πάνω στον πλανήτη μας που ούτε να ονειρευτούν δεν μπορούν τέτοια ζωή. Από την άλλη μεριά, αναμφισβήτητα βρίσκεται υπό πίεση και δυσκολία – δείγμα τυπικό της ελληνικής μεσαίας τάξης που βλέπει πως δύσκολα πλέον διατηρείται ένα επίπεδο ζωής που μέχρι προ τινός εθεωρείτο κεκτημένο. Στην παθογένεια της οικονομίας προστίθενται και οι πολλαπλές παθογένειες του πολιτικού εποικοδομήματος που εμποδίζουν την λήψη αποφάσεων (ανίκανη διακυβέρνηση, συντεχνιακές μειοψηφίες, συγκρουσιακός ανταγωνισμός των κομμάτων που εμποδίζει την συναίνεση, κλπ – δες σχετικά το Σχέδιο Νέας Διακήρυξης του Σεπτέμβρη). Η ελληνική κοινωνία και η ηγεσία της, με προεξάρχοντα το ΠΑΣΟΚ, επιβάλλεται να σκεφθεί τους λόγους για τους οποίους το επίπεδο ζωής για τους πολλούς βρίσκεται υπό πίεση, και να «χαράξει πορεία». Δεν θα επεκταθούμε πολύ εδώ, καθώς σχετικές αναλύσεις έχουν καταχωρηθεί αλλού (π.χ., στο σημείωμα για την ανταγωνιστικότητα) – επίσης, η πορεία πρέπει να χαραχθεί σε συνεργασία και συνεννόηση με την κοινωνία, μέσα από μία «κινηματικού τύπου» λογική (δες επίσης σχετική καταχώρηση).
Το παράδειγμα του ξάδερφου Νίκου που αναφέρεται εδώ τονίζει κάποιες όψεις της καθημερινότητας της μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων και επιβάλλει κάποιες προτεραιότητες. Πρώτον, η οικονομική πρόοδος δεν αγγίζει μεγάλο μέρος, ίσως την πλειοψηφία, της ελληνικής κοινωνίας. Η οικονομία μπορεί να τρέχει με 3% ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης, όμως μεγάλα στρώματα νιώθουν τα πραγματικά τους εισοδήματα να συρρικνώνονται από την ακρίβεια και την «καθισμένη» αγορά. Ανάμεσά τους βέβαια, πιο πιεσμένοι νιώθουν πολλοί αγρότες. Επιβάλλεται λοιπόν η κατά το δυνατόν σταθεροποίηση της οικονομίας, ώστε να αποφεύγεται η αβεβαιότητα. Επίσης επιβάλλεται η ελάφρυνση των ασθενέστερων εισοδηματικά με την επιβολή (πιο) προοδευτικής φορολογίας. Δεύτερη έρχεται η ανάπτυξη, η σε βάθος χρόνου μεθοδική και συστηματική προσπάθεια ώστε να διασφαλίζεται και όσο το δυνατό βελτιώνεται το επίπεδο ζωής. Εδώ η έμφαση πρέπει να είναι στην παραγωγή και την εξωστρέφεια. Πρέπει να μας προβληματίζει το ότι η γεωργία υποχωρεί ραγδαία προς όφελος της οικιστικής ανάπτυξης (αν και σε κάποιο βαθμό ασφαλώς αυτό είναι αναπόφευκτο). Πρέπει επίσης να μας προβληματίζει γιατί μια καλή πρώτη ύλη (όπως τα πορτοκάλια του ξαδέρφου) δεν μπορεί να βρει το δρόμο προς τις αγορές με λογική τιμή. Και γιατί το εργοστάσιο εξαγώγιμου φυσικού χυμού έκλεισε, ενώ οι διεθνείς αγορές κατακλύζονται από χυμούς κάθε προελεύσεως. Ρεαλιστική έμφαση στην παραγωγή, όχι την οικοδομή, τα ακίνητα, ή την κατανάλωση, με προσανατολισμό τις διεθνείς αγορές, αυτά τα χαρακτηριστικά (το ξαναλέμε) πρέπει να ενισχυθούν. Ας προστεθεί το ότι ο υπερβολικός προσανατολισμός της χώρας στις υπηρεσίες δεν βοηθάει, γιατί δεν υπακούει στις παραπάνω αρχές.
Εδώ συγκαταλέγεται και η παραπαιδεία και τα φροντιστήρια – μοναδική στον κόσμο ελληνική ιδιαιτερότητα (έχω ακούσει ότι η Ιαπωνία έχει κάτι ανάλογο και το μεταφέρω με επιφύλαξη, αλλά αλλού δεν πρέπει να υπάρχει τίποτα τέτοιο). Ο τομέας αυτός ασφαλώς συμπληρώνει την εκπαίδευση των νέων και επιπλέον δίνει εργασία και εισόδημα σε πολλές οικογένειες. Από την άλλη όμως είναι δύσκολο να αποκρυβεί το μεγάλο κόστος που αυτή η διαδικασία επιβάλλει στις οικογένειες, και σε τελική ανάλυση το γεγονός ότι η παραπαιδεία ντουμπλάρει ουσιαστικά το σχολείο, απασχολεί έξτρα πόρους για να γίνει ουσιαστικά η ίδια δουλειά που κάνει το σχολείο. Επίσης, η υπηρεσία αυτή δεν είναι εξαγώγιμη. Αυτά βέβαια λέγονται με κάθε σεβασμό προς την σκληρή δουλειά και τον υψηλό επαγγελματισμό που επιδεικνύει η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων σε φροντιστήρια και ιδιαίτερα μαθήματα. Ούτε και πρόκειται βεβαίως να καταργηθούν τα φροντιστήρια με ένα διάταγμα. Όμως σε βάθος χρόνου, η κοινωνία πρέπει να αναζητήσει τρόπους να διαθέσει πιο παραγωγικά (για το σύνολο) τους διαθέσιμούς της ανθρώπινους πόρους. Αυτό κατά πάσα πιθανότητα γίνεται μόνο με την αύξηση των θέσεων στα πανεπιστήμια, με την ίδρυση (ΙΣΩΣ) ιδιωτικών, ώστε να ικανοποιείται η ζήτηση χωρίς οι νέοι να καταφεύγουν σε προσπάθεια πρόσθετη του σχολείου. Επίσης, το σχολείο πρέπει κατά την γνώμη του γράφοντος να προσανατολιστεί την τελευταία (εξεταστική) χρονιά σε αποκλειστικά προ-πανεπιστημιακού τύπου παιδεία – να κατοχυρώσει δηλαδή θεσμικά αυτό που στην ουσία γίνεται στην πράξη εδώ και πολλά χρόνια. Οι απελευθερωνόμενοι εκπαιδευτικοί από την ιδιωτική παιδεία πρέπει να έχουν ευκαρία απασχόλησης στον δημόσιο τομέα.
Τρίτο, πρέπει να βελτιωθεί η υποδομή της χώρας – συγκοινωνιακή, τηλεπικοινωνιακή, διαχείρισης υδάτινων πόρων, περιβάλλοντος γενικά. Αυτό πρέπει να τεθεί σαν ένας αναβαθμισμένος και συστηματικός στόχος. Τέταρτο, πρέπει να γίνουν ουσιαστικότερες προσπάθειες για να ενισχυθεί η δημογραφία της χώρας – αποφασιστικές και συντονισμένες, κατά τα όσα περιγράφηκαν πιο πάνω. Τέλος, οι παθογένειες του πολιτικού συστήματος πρέπει να αντιμετωπιστούν, ώστε η χώρα να μπορεί να αποφασίζει και θέτει σε εφαρμογή τις λύσεις που είναι προς το συλλογικό συμφέρον, χωρίς να κωλύεται από τις επί μέρους μικρο-επιδιώξεις και συντεχνιακά συμφέροντα.
Ας το ξαναπούμε: Είμαστε σε αρκετά καλή θέση, έτσι που πανικός η αίσθημα να κρίσης (όπως λέω και αλλού) να μην είναι δικαιολογημένο. Από την άλλη μεριά, δεν δικαιολογείται ούτε συναίσθημα εφησυχασμού – αν θέλουμε να εγγυηθούμε την πρόοδο και ευημερία σε βάθος χρόνου.
ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΣΤΗΝ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΑΘΗΝΑ
Προχτές βράδι, 25/8, παρακολούθησα παράσταση των Ορνίθων του Αριστοφάνη από το Θέατρο Τέχνης στο Θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη» στον Υμηττό. Η σκηνοθεσία ήταν η αρχική του αείμνηστου Κάρολου Κουν και η παράσταση, απ’ όσο μπορώ να κρίνω, υπέροχη. Τέλειο πάντρεμα του κειμένου με στοιχεία λαϊκής παράδοσης, σύγχρονης κουλτούρας, και με αναφορές στην καθημερινότητα. Έξοχος θίασος. Δηλαδή μια λαϊκή, «γήινη» παράσταση – ακριβώς μέσα νομίζω στον χαρακτήρα του αριστοφανικού κειμένου. Το κείμενο είναι επίσης ωραίο, δηκτικό, σαρκαστικό, ουτοπικά οραματικό (τα πουλιά φτιάχνουν μία αιθέρια τέλεια κοινωνία) και αξίζει να εντρυφήσει κανείς σε αυτό και μετά την παράσταση.
Δεν μπορεί όμως να μην σημειώσει κανείς και κάποια πλην στην όλη βραδιά από οργανωτική άποψη. Το βασικό είναι ότι το θέατρο είναι τελείως ανεπαρκές. Πρώτον, ακουστικά: Καθόμουν περίπου στο μέσο με άκρη του κοίλου και ομολογώ ότι το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου το έχασα. Δεύτερη μεγάλη έλλειψη οι θέσεις που ήταν ξύλινος πάγκος (οι μέσες άρχισαν να διαμαρτύρονται από νωρίς) και, τρίτο, χωρίς αρίθμηση. Από εδώ προκύπτει και ένα χαρακτηριστικό αλαλούμ. Ο καθένας έπιανε όσο χώρο και θέσεις ήθελε, στο τέλος ο κόσμος δεν χωρούσε και έκατσε στα σκαλιά (είπατε τίποτα για ασφάλεια;). Οι ταξιθέτες (τέσσερις-πέντε για ένα κοινό πόσων άραγε χιλιάδων ανθρώπων;) ήταν απλά διακοσμητικοί.
Συνδεδεμένο με όλα αυτά είναι και το θέμα των «επισήμων», ή, σε πιο απλά ελληνικά, τζαμπατζήδων, στους οποίους επιφυλάσσεται μάλιστα και ιδιαίτερη μεταχείριση και ειδικός περιφραγμένος χώρος στην καρδιά του κοίλου (δηλ., οι καλύτερες θέσεις) – μάλιστα έχει πλάκα, γιατί κάτι τέτοιοι βρίσκονται στο στόχαστρο του Αριστοφάνη. Στον έλεγχο εισιτηρίων, μία κυρία δίπλα μου δήλωσε πως «έχει δώσει όνομα». Η παράσταση άρχισε στις 9.15 (από 9.00) – πάλι καλά. Μετά από λίγο, ένας κύριος, προφανώς από αυτούς που έχουν όνομα (και το δίνουν), κατέφθασε στον χώρο των «επισήμων». Και του επετράπη βέβαια η είσοδος, όπως γενικότερα επετράπη το σούρτα-φέρτα και το κάποιο (όχι πολύ) σούσουρο καθ’ όλη την διάρκεια της παράστασης. Στα θετικά ας αναφέρουμε την αρκετά καλή οργάνωση του πάρκινγκ.
Η πέτρα του σκανδάλου, κατά την γνώμη μου, είναι ή έλλειψη επαρκών και αριθμημένων θέσεων. Αυτό θα έλυνε τα πάντα – την κάποια σωματική ταλαιπωρία και το αλαλούμ (και βέβαια, το θέμα των τζαμπατζήδων «επισήμων» που προκαλούν την νοημοσύνη και αξιοπρέπειά μας - ή τουλάχιστον, αν δεν το έλυνε το θέμα, θα το έκανε λιγότερο εμφανές). Πόσο κοστίζει η εγκατάσταση πλαστικών καθισμάτων σαν και αυτές των γηπέδων σε ένα τέτοιο θέατρο; Δεν μπορώ να φανταστώ ότι το κόστος είναι απαγορευτικό. Δεν υπάρχουν λεφτά; Για τα γήπεδα όμως υπάρχουν! Για να μην πούμε πως τα εισιτήρια αυτά πρέπει να είναι διαθέσιμα στο Ίντερνετ, και ο καθένας/καθεμία να μπορεί να κατοχυρώνει τόσο καλύτερη θέση όσο νωρίτερα κλείνει εισιτήριο – γνωρίζοντας ανά πάσα στιγμή ότι δεν γίνονται παιχνίδια, πράγμα που θα προωθούσε την διαφάνεια.
Γιατί τα λέω όλα αυτά και γίνομαι γκρινιάρης; Η βραδιά ήταν πολύ ωραία και τα αρνητικά δεν αναιρούν τα θετικά. Αλλά και μια σχετικά εύκολη εγκατάσταση (επαρκείς και αριθμημένες θέσεις) θα άλλαζε πολύ τον χαρακτήρα της βραδιάς. Είπαμε, λαϊκή παράσταση, αλλά ο σεβασμός στον παππού Αριστοφάνη επιβάλλει να μην είναι και χύμα η οργάνωση και η όλη διαδικασία. Και κάτι τελευταίο: Παρά τις δυσκολίες της γλώσσας, τέτοιου είδους παραστάσεις θα μπορούσαν και πρέπει να αποτελούν και εξαγώγιμο είδος, αποτελώντας την αιχμή του δόρατος του πολιτιστικού τουρισμού (κ. Σπηλιωτόπουλε) και εξωστρεφούς πολιτισμού (κ. Λιάπη). Αλλά όλα αυτά προϋποθέτουν καλή οργάνωση και διαθεσιμότητα στο Δίκτυο. Έτσι όπως είναι τώρα...
Δεν μπορεί όμως να μην σημειώσει κανείς και κάποια πλην στην όλη βραδιά από οργανωτική άποψη. Το βασικό είναι ότι το θέατρο είναι τελείως ανεπαρκές. Πρώτον, ακουστικά: Καθόμουν περίπου στο μέσο με άκρη του κοίλου και ομολογώ ότι το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου το έχασα. Δεύτερη μεγάλη έλλειψη οι θέσεις που ήταν ξύλινος πάγκος (οι μέσες άρχισαν να διαμαρτύρονται από νωρίς) και, τρίτο, χωρίς αρίθμηση. Από εδώ προκύπτει και ένα χαρακτηριστικό αλαλούμ. Ο καθένας έπιανε όσο χώρο και θέσεις ήθελε, στο τέλος ο κόσμος δεν χωρούσε και έκατσε στα σκαλιά (είπατε τίποτα για ασφάλεια;). Οι ταξιθέτες (τέσσερις-πέντε για ένα κοινό πόσων άραγε χιλιάδων ανθρώπων;) ήταν απλά διακοσμητικοί.
Συνδεδεμένο με όλα αυτά είναι και το θέμα των «επισήμων», ή, σε πιο απλά ελληνικά, τζαμπατζήδων, στους οποίους επιφυλάσσεται μάλιστα και ιδιαίτερη μεταχείριση και ειδικός περιφραγμένος χώρος στην καρδιά του κοίλου (δηλ., οι καλύτερες θέσεις) – μάλιστα έχει πλάκα, γιατί κάτι τέτοιοι βρίσκονται στο στόχαστρο του Αριστοφάνη. Στον έλεγχο εισιτηρίων, μία κυρία δίπλα μου δήλωσε πως «έχει δώσει όνομα». Η παράσταση άρχισε στις 9.15 (από 9.00) – πάλι καλά. Μετά από λίγο, ένας κύριος, προφανώς από αυτούς που έχουν όνομα (και το δίνουν), κατέφθασε στον χώρο των «επισήμων». Και του επετράπη βέβαια η είσοδος, όπως γενικότερα επετράπη το σούρτα-φέρτα και το κάποιο (όχι πολύ) σούσουρο καθ’ όλη την διάρκεια της παράστασης. Στα θετικά ας αναφέρουμε την αρκετά καλή οργάνωση του πάρκινγκ.
Η πέτρα του σκανδάλου, κατά την γνώμη μου, είναι ή έλλειψη επαρκών και αριθμημένων θέσεων. Αυτό θα έλυνε τα πάντα – την κάποια σωματική ταλαιπωρία και το αλαλούμ (και βέβαια, το θέμα των τζαμπατζήδων «επισήμων» που προκαλούν την νοημοσύνη και αξιοπρέπειά μας - ή τουλάχιστον, αν δεν το έλυνε το θέμα, θα το έκανε λιγότερο εμφανές). Πόσο κοστίζει η εγκατάσταση πλαστικών καθισμάτων σαν και αυτές των γηπέδων σε ένα τέτοιο θέατρο; Δεν μπορώ να φανταστώ ότι το κόστος είναι απαγορευτικό. Δεν υπάρχουν λεφτά; Για τα γήπεδα όμως υπάρχουν! Για να μην πούμε πως τα εισιτήρια αυτά πρέπει να είναι διαθέσιμα στο Ίντερνετ, και ο καθένας/καθεμία να μπορεί να κατοχυρώνει τόσο καλύτερη θέση όσο νωρίτερα κλείνει εισιτήριο – γνωρίζοντας ανά πάσα στιγμή ότι δεν γίνονται παιχνίδια, πράγμα που θα προωθούσε την διαφάνεια.
Γιατί τα λέω όλα αυτά και γίνομαι γκρινιάρης; Η βραδιά ήταν πολύ ωραία και τα αρνητικά δεν αναιρούν τα θετικά. Αλλά και μια σχετικά εύκολη εγκατάσταση (επαρκείς και αριθμημένες θέσεις) θα άλλαζε πολύ τον χαρακτήρα της βραδιάς. Είπαμε, λαϊκή παράσταση, αλλά ο σεβασμός στον παππού Αριστοφάνη επιβάλλει να μην είναι και χύμα η οργάνωση και η όλη διαδικασία. Και κάτι τελευταίο: Παρά τις δυσκολίες της γλώσσας, τέτοιου είδους παραστάσεις θα μπορούσαν και πρέπει να αποτελούν και εξαγώγιμο είδος, αποτελώντας την αιχμή του δόρατος του πολιτιστικού τουρισμού (κ. Σπηλιωτόπουλε) και εξωστρεφούς πολιτισμού (κ. Λιάπη). Αλλά όλα αυτά προϋποθέτουν καλή οργάνωση και διαθεσιμότητα στο Δίκτυο. Έτσι όπως είναι τώρα...
ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ
(και την εισαγωγή της διδασκαλίας της αρχαίας γραμματείας από μετάφραση)
Το σχολείο βρίσκεται αγκυλωμένο στην λογική της εκμάθησης των αρχαίων. Εδώ ο γράφων οφείλει να δηλώσει την πλήρη αντίθεσή του στην πρακτική αυτή. Ας μου επιτραπεί να αρχίσω από την προσωπική μου εμπειρία. Υπήρξα μαθητής πού έμαθα αρκετά καλά, απόλαυσα τα αρχαία, και θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που διδάχτηκα τέτοια ύλη στο σχολείο. Η ένστασή μου πηγάζει από διαφορετικά σημεία, όμως. Το κόστος σε ώρες διδασκαλίας και κόπο υπήρξε μεγάλο – μάθημα αρχαίων σχεδόν κάθε μέρα επί έξι χρόνια. Και ποιό το όφελος; Μπορεί να έμαθα σε κάποιο βαθμό την γλώσσα, αλλά δεν διδάχθηκα ούτε ένα (αριθμός: ΕΝΑ) ολοκληρωμένο κείμενο της αρχαίας γραμματείας στο πρωτότυπο. Για να υπάρξει μία σύγκριση, η ικανοποίηση από την (κάποια) γνώση της γλώσσας δεν συγκρίνεται με την αγαλλίαση από την γνωριμία με τα ίδια τα κείμενα (μάλλον, κάποια από αυτά) από μετάφραση (που απέκτησα με ίδια πρωτοβουλία, και σε μεγαλύτερη ηλικία ομολογουμένως). Όχι μόνον αυτό, αλλά ο κόπος της εκμάθησης της γλώσσας σίγουρα εκτόπισε άλλη διδασκαλία όπως αρχαία γραμματεία σε μετάφραση, διεθνή και ελληνική μοντέρνα λογοτεχνία, κλπ. Αφήστε δε που η μεγάλη πλειοψηφία της τάξης σιχαινόταν το μάθημα. Νομίζω πως πρέπει να είναι μία βασική αρχή της σύγχρονης παιδαγωγικής ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα ουσιαστικό όταν το αντικείμενο δεν σε εμπνέει. Μπορεί βέβαια να θέλαμε να είμαστε όλοι Μαρξ, που είχε διαβάσει όλη την αρχαία γραμματεία (και πολλών άλλων γλωσσών) στο πρωτότυπο, όμως πρέπει κάποια στιγμή να αποδεχθούμε το εφικτό και ρεαλιστικό. Τέλος, η διδασκαλία των αρχαίων και (απαραίτητα) των νέων ελληνικών ταυτόχρονα δημιουργεί σύγχυση. Η δική μου γενιά (σημερινοί σαρανταπεντάρηδες) δεν διδάχθηκε συστηματικά τα νέα (αυτό βέβαια δεν οφείλεται μόνο στα αρχαία, ήταν και προϊόν της μετάβασης από την καθαρεύουσα στην δημοτική κατά την δεκαετία του ’70) και αυτό πιστεύω είναι από τους σημαντικούς παράγοντες της παρατηρούμενης αγλωσσίας από την γενιά μου και κάτω. Δεν ξέρω αν έχει κάτι αλλάξει από τότε, αλλά όλα αυτά συνηγορούν στην κατάργηση της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής. (Από την διδακτική μου εμπειρία πάντως υποπτεύομαι πως αν έχει κάτι αλλάξει είναι προς το χειρότερο, δηλαδή οι αντοχές της μαθητιώσας νεολαίας στην θεωρητική διδασκαλία μάλλον μειώνονται από γενιά σε γενιά.)
Η πρόταση που γίνεται εδώ είναι η κατάργηση του μαθήματος της αρχαίας ελληνικής γλώσσας ως μαθήματος κορμού. Η γλώσσα (ή γλωσσική μορφή) αυτή διδάσκεται μόνο ως μάθημα επιλογής. Οι αποδεσμευόμενες ώρες διδακτικού έργου διοχετεύονται τριπλά: Πρώτον, στην ενίσχυση της εκμάθησης της νέας ελληνικής. Δεύτερον, στην διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας από μετάφραση. Η διδασκαλία αυτή γίνεται σε πλάτος και κριτικό βάθος, έτσι ώστε να γίνουν αντιληπτά τα υπέροχα μηνύματα που εκπέμπουν τα κείμενα αυτά. Τέλος, και επειδή βέβαια το ανθρώπινο πνεύμα δεν σταμάτησε την πορεία του με το τέλος του αρχαίου ελληνικού κόσμου, εισάγονται μαθήματα παγκόσμιας λογοτεχνίας (Σαίξπηρ, Γκαίτε, κλπ), όπως βέβαια και μοντέρνας ελληνικής λογοτεχνίας.
Η πρόταση που γίνεται εδώ είναι ασφαλώς ρηξικέλευθη, ερχόμενη σε πλήρη αντίθεση με πρακτικές και νοοτροπίες βαθιά ριζωμένες στην ελληνική κοινωνία. Αλλά ήδη μία αλλαγή στον τρόπο σκέψης διαφαίνεται με την επανεξέταση της διδασκαλίας των θρησκευτικών στα σχολεία. Αρχή επίσης πολύ καλή έχει γίνει με την μετάφραση της Θείας Λειτουργίας από την Εκκλησία (τουλάχιστον του Ευαγγελίου και των Επιστολών). Βεβαίως η αλλαγή συνεπάγεται και κόστος, με την απαιτούμενη μετεκπαίδευση του διδακτικού προσωπικού. Όμως η πρόταση αυτή βασίζεται σε κοινή λογική και (καλώς εννοούμενη) ανάλυση κόστους-οφέλους: Οι δυνατότητες της νεολαίας στην εκπαίδευση είναι λίγο-πολύ δεδομένες, από εκεί και πέρα το ερώτημα που τίθεται είναι πώς θα χρησιμοποιηθεί το υπάρχον δυναμικό με τον καλύτερο τρόπο. Με βάση τα παραπάνω, πιστεύεται πως η πρόταση που διατυπώνεται εδώ προετοιμάζει κατά τον καλύτερο τρόπο την ελληνική νεολαία να έλθει σε επαφή με τα μηνύματα της αρχαίας ελληνικής και παγκόσμιας γραμματείας, και να αποκτήσει σύγχρονη, κριτική και πολυ-πολιτισμική παιδεία.
Το σχολείο βρίσκεται αγκυλωμένο στην λογική της εκμάθησης των αρχαίων. Εδώ ο γράφων οφείλει να δηλώσει την πλήρη αντίθεσή του στην πρακτική αυτή. Ας μου επιτραπεί να αρχίσω από την προσωπική μου εμπειρία. Υπήρξα μαθητής πού έμαθα αρκετά καλά, απόλαυσα τα αρχαία, και θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που διδάχτηκα τέτοια ύλη στο σχολείο. Η ένστασή μου πηγάζει από διαφορετικά σημεία, όμως. Το κόστος σε ώρες διδασκαλίας και κόπο υπήρξε μεγάλο – μάθημα αρχαίων σχεδόν κάθε μέρα επί έξι χρόνια. Και ποιό το όφελος; Μπορεί να έμαθα σε κάποιο βαθμό την γλώσσα, αλλά δεν διδάχθηκα ούτε ένα (αριθμός: ΕΝΑ) ολοκληρωμένο κείμενο της αρχαίας γραμματείας στο πρωτότυπο. Για να υπάρξει μία σύγκριση, η ικανοποίηση από την (κάποια) γνώση της γλώσσας δεν συγκρίνεται με την αγαλλίαση από την γνωριμία με τα ίδια τα κείμενα (μάλλον, κάποια από αυτά) από μετάφραση (που απέκτησα με ίδια πρωτοβουλία, και σε μεγαλύτερη ηλικία ομολογουμένως). Όχι μόνον αυτό, αλλά ο κόπος της εκμάθησης της γλώσσας σίγουρα εκτόπισε άλλη διδασκαλία όπως αρχαία γραμματεία σε μετάφραση, διεθνή και ελληνική μοντέρνα λογοτεχνία, κλπ. Αφήστε δε που η μεγάλη πλειοψηφία της τάξης σιχαινόταν το μάθημα. Νομίζω πως πρέπει να είναι μία βασική αρχή της σύγχρονης παιδαγωγικής ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα ουσιαστικό όταν το αντικείμενο δεν σε εμπνέει. Μπορεί βέβαια να θέλαμε να είμαστε όλοι Μαρξ, που είχε διαβάσει όλη την αρχαία γραμματεία (και πολλών άλλων γλωσσών) στο πρωτότυπο, όμως πρέπει κάποια στιγμή να αποδεχθούμε το εφικτό και ρεαλιστικό. Τέλος, η διδασκαλία των αρχαίων και (απαραίτητα) των νέων ελληνικών ταυτόχρονα δημιουργεί σύγχυση. Η δική μου γενιά (σημερινοί σαρανταπεντάρηδες) δεν διδάχθηκε συστηματικά τα νέα (αυτό βέβαια δεν οφείλεται μόνο στα αρχαία, ήταν και προϊόν της μετάβασης από την καθαρεύουσα στην δημοτική κατά την δεκαετία του ’70) και αυτό πιστεύω είναι από τους σημαντικούς παράγοντες της παρατηρούμενης αγλωσσίας από την γενιά μου και κάτω. Δεν ξέρω αν έχει κάτι αλλάξει από τότε, αλλά όλα αυτά συνηγορούν στην κατάργηση της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής. (Από την διδακτική μου εμπειρία πάντως υποπτεύομαι πως αν έχει κάτι αλλάξει είναι προς το χειρότερο, δηλαδή οι αντοχές της μαθητιώσας νεολαίας στην θεωρητική διδασκαλία μάλλον μειώνονται από γενιά σε γενιά.)
Η πρόταση που γίνεται εδώ είναι η κατάργηση του μαθήματος της αρχαίας ελληνικής γλώσσας ως μαθήματος κορμού. Η γλώσσα (ή γλωσσική μορφή) αυτή διδάσκεται μόνο ως μάθημα επιλογής. Οι αποδεσμευόμενες ώρες διδακτικού έργου διοχετεύονται τριπλά: Πρώτον, στην ενίσχυση της εκμάθησης της νέας ελληνικής. Δεύτερον, στην διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας από μετάφραση. Η διδασκαλία αυτή γίνεται σε πλάτος και κριτικό βάθος, έτσι ώστε να γίνουν αντιληπτά τα υπέροχα μηνύματα που εκπέμπουν τα κείμενα αυτά. Τέλος, και επειδή βέβαια το ανθρώπινο πνεύμα δεν σταμάτησε την πορεία του με το τέλος του αρχαίου ελληνικού κόσμου, εισάγονται μαθήματα παγκόσμιας λογοτεχνίας (Σαίξπηρ, Γκαίτε, κλπ), όπως βέβαια και μοντέρνας ελληνικής λογοτεχνίας.
Η πρόταση που γίνεται εδώ είναι ασφαλώς ρηξικέλευθη, ερχόμενη σε πλήρη αντίθεση με πρακτικές και νοοτροπίες βαθιά ριζωμένες στην ελληνική κοινωνία. Αλλά ήδη μία αλλαγή στον τρόπο σκέψης διαφαίνεται με την επανεξέταση της διδασκαλίας των θρησκευτικών στα σχολεία. Αρχή επίσης πολύ καλή έχει γίνει με την μετάφραση της Θείας Λειτουργίας από την Εκκλησία (τουλάχιστον του Ευαγγελίου και των Επιστολών). Βεβαίως η αλλαγή συνεπάγεται και κόστος, με την απαιτούμενη μετεκπαίδευση του διδακτικού προσωπικού. Όμως η πρόταση αυτή βασίζεται σε κοινή λογική και (καλώς εννοούμενη) ανάλυση κόστους-οφέλους: Οι δυνατότητες της νεολαίας στην εκπαίδευση είναι λίγο-πολύ δεδομένες, από εκεί και πέρα το ερώτημα που τίθεται είναι πώς θα χρησιμοποιηθεί το υπάρχον δυναμικό με τον καλύτερο τρόπο. Με βάση τα παραπάνω, πιστεύεται πως η πρόταση που διατυπώνεται εδώ προετοιμάζει κατά τον καλύτερο τρόπο την ελληνική νεολαία να έλθει σε επαφή με τα μηνύματα της αρχαίας ελληνικής και παγκόσμιας γραμματείας, και να αποκτήσει σύγχρονη, κριτική και πολυ-πολιτισμική παιδεία.
Subscribe to:
Posts (Atom)