Ο Πρόεδρος της Βουλής κ. Φίλιππος Πετσάλνικος υπήρξε κατηγορηματικός. Xαρακτήρισε «άγος του παρελθόντος» τις μονιμοποιήσεις 232 υπαλλήλων της Βουλής και τις χρέωσε στον προκάτοχό του κ. Δ. Σιούφα. Διαβάζουμε αναλυτικά στο ΒΗΜΑ της 5ης Μαρτίου 2010 («Το φρένο στις προσλήψεις δεν ίσχυσε για τη Βουλή»):
«’Άγος του παρελθόντος’ χαρακτήρισε ο Πρόεδρος της Βουλής κ. Φ. Πετσάλνικος τις συνεχιζόμενες μονιμοποιήσεις υπαλλήλων στις υπηρεσίες του Κοινοβουλίου όπου, τους τελευταίους μήνες, προστέθηκαν στο ήδη πολυπληθές και υπεράριθμο προσωπικό άλλα 232 άτομα.
»Οπως εξήγησε ο κ. Πετσάλνικος, πρόκειται για εφαρμογή απόφασης που ελήφθη τον Ιούνιο του 2008 επί προεδρίας του προκατόχου του κ. Δ. Σιούφα και η οποία όριζε ότι αποκτούσαν δικαίωμα μονιμοποίησης όσοι προσελήφθησαν ως τη διάλυση της τελευταίας Βουλής, ως μετακλητοί, στα γραφεία τόσο των κοινοβουλευτικών ομάδων των κομμάτων όσο και των κοινοβουλευτικών αξιωματούχων (μέλη Προεδρείου και αρχηγοί κομμάτων).
»Το «δικαίωμα» αυτό, το οποίο απέκτησαν ακόμη και πρόσωπα που προσελήφθησαν λίγες ημέρες πριν από τις τελευταίες εκλογές, μπορούσαν να το ασκήσουν, υποβάλλοντας απλώς μια αίτηση, ως και τρεις μήνες από την έναρξη της νέας κοινοβουλευτικής περιόδου, δηλαδή ως τις αρχές του περασμένου Ιανουαρίου. Στο πλαίσιο αυτό, τις τελευταίες ημέρες, το Υπηρεσιακό Συμβούλιο της Βουλής εγκρίνει μαζικά σχετικές αιτήσεις που έχουν υποβληθεί, και στις υπηρεσίες εμφανίζονται νέα πρόσωπα που ορκίζονται και αποκτούν την ιδιότητα του μονίμου υπαλλήλου, ανεβάζοντας στα ύψη το ήδη υπεράριθμο προσωπικό.
»Ο κ. Πετσάλνικος δήλωσε αδυναμία να «παγώσει» τις διαδικασίες αυτές, καθώς οι έχοντες το δικαίωμα θα μπορούσαν να προσφύγουν στα διοικητικά δικαστήρια και να δικαιωθούν. Με την ευκαιρία, επανέλαβε τη δέσμευσή του ότι εφεξής όλες οι προσλήψεις μονίμων υπαλλήλων θα γίνουν με τις διαδικασίες του ΑΣΕΠ, αν και εμμέσως παραδέχθηκε ότι θα αργήσει πολύ η εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου λόγω του ήδη πολύ μεγάλου πληθυσμού των υπαλλήλων της Βουλής, που την τελευταία εξαετία υπερδιπλασιάστηκε. «Ισως εμείς χρειαστεί αντί για μία πρόσληψη για κάθε πέντε αποχωρήσεις που ισχύει στο υπόλοιπο Δημόσιο, να πάμε σε κάθε δέκα αποχωρήσεις» σχολίασε ο κ. Πετσάλνικος.»
Δηλαδή, σε απλά ελληνικά: Ο κ. Πετσάλνικος αρνήθηκε (να προσπαθήσει έστω) να παγώσει μία πλήρως ηθικά διάτρητη εξέλιξη. Παρακάμπτοντας οποιαδήποτε διαδικασία στοιχειώδους αξιοκρατίας μέσω ΑΣΕΠ και οποιαδήποτε απόφαση της κυβέρνησης για πάγωμα των προσλήψεων στο Δημόσιο, η Βουλή των Ελλήνων δια του Προέδρου της μονιμοποιεί και νομιμοποιεί οποιοδήποτε αργόσχολο και λαμόγιο, γνήσιο προϊόν του ελληνικού πελατοκεντρικού και ρουσφετολογικού πολιτικού συστήματος, έτυχε να περάσει από την Βουλή για κανα-δυό βδομάδες. Όποιος/α έκανε την βολτίτσα του/ης από την Βουλή τον τελευταίο καιρό, συστημένος/η βεβαίως, τώρα γίνεται εφ’ όρου ζωής δημόσιος υπάλληλος άνευ άλλων διατυπώσεων. Και τι υπάλληλος, έ;, της Βουλής, με τις 16 ολόκληρες μισθάρες. Βεβαίως η διαδικασία αυτή ξεκίνησε επί ημερών κ. Σιούφα, ο οποίος τηρώντας τα ειωθότα όπως και οι προκάτοχοί του κκ. Ψαρούδα-Μπενάκη και Κακλαμάνης βεβαίως, έκανε αφειδώς ρουσφέτια διορίζοντας στην Βουλή, αλλά και ο κ. Πετσάλνικος τιμά το έθιμο. Διότι τα νομικίστικα επιχειρήματα-δικαιολογίες που προβάλλει είναι μάλλον για μικρά παιδιά.
Ας μην παρεξηγηθώ. Ο γράφων είναι ο πρώτος υπέρμαχος των θεσμοθετημένων διαδικασιών και της καταστατικής διακυβέρνησης. Όχι όμως όταν γίνεται δικαιολογία και φύλλο συκής πίσω από το οποίο κρύβονται εξελίξεις ηθικά τόσο μεμπτές. Ο κ. Πετσάλνικος δικαιολογείται πως οι θιγόμενοι θα προσέφευγαν στα δικαστήρια, θα μπορούσε όμως ο ίδιος να προσφύγει στα δικστήρια για να ακυρώσει την απόφαση του προκατόχου του ως μη συνάδουσας με το πνεύμα, αν όχι και το γράμμα, του συντάγματος και των νόμων.
Στο ίδιο άρθρο του Βήματος διαβάζουμε και άλλα ενδιαφέροντα:
«Ο ίδιος [ΣΣ: ο κ. Πετσάλνικος] εξάλλου θεώρησε «εύλογη» την απόσυρση από το υπό περικοπές των υπαλλήλων της Βουλής, με το αιτιολογικό ότι αυτές είναι «θεσμικά ορθότερο» να γίνουν με αποφάσεις του Προέδρου του Κοινοβουλίου που έχουν προαναγγελθεί και οι οποίες προβλέπουν δραστικότερες μειώσεις για τα ειδικά επιδόματα, όπως θεωρούνται ο «15ος» και «16ος» μισθός, που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι στη Βουλή στην αρχή και στο τέλος κάθε κοινοβουλευτικής συνόδου.»
Βεβαίως. Το «θεσμικά ορθόν» είναι να αποφασίζει η ίδια η Βουλή (και γιατί όχι το κάθε Υπουργείο, δημόσιο φορέας, κλπ. ξεχωριστά;) για το πόσο θα αμειφθεί το υπαλληλικό της προσωπικό. Για να λάβει και θεσμική κατοχύρωση και η βασική αρχή της ρουσφετολογικής δημοκρατίας «Γιάννης κερνάει και Γιάννης πίνει». Τώρα άλλωστε γίνεται αντιληπτό και γιατί ο κ. Πετσάλνικος πρότεινε – αναπληρώνοντας προφανώς τον Υπουργό Οικονομικών, «θεσμικά» πάντα – την δημιουργία Ταμείου βοήθειας εκ μέρους του απόδημου ελληνισμού (με κίνδυνο μίας ακόμα γελοιοποίησης της χώρας αν το εγχείρημα αποτύχει). Για να μπορεί η Βουλή να διορίζει ανενόχλητη εκπληρώνοντας τα ρουσφετολογικά της καθήκοντα, και να απονέμει 16 μισθούς εν αναμονή της «προαναγγελθείσας» μείωσής τους.
Όποιον και όποιαν αγωνιά για την τύχη και το μέλλον της Ελλάδας οι παραπάνω ειδήσεις τον/ην ρίχνουν σε βαθιά απογοήτευση, πραγματική κατάθλιψη. Την ίδια στιγμή που ο πρωθυπουργός περιγράφει με τον πιο επίσημο τρόπο (στο Υπουργικό Συμβούλιο, κοινοβουλευτική ομάδα, Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αλλά και αναρίθμητες συνεντεύξεις, κλπ.) και με τα πιο μελανά χρώματα (βουλιάζουμε, εθνικός κίνδυνος, κατάσταση έκτακτης ανάγκης, κλπ) την κατάσταση της χώρας, και καλεί σε πανστρατιά για να καταπολεμηθεί και ξεριζωθεί η ρεμούλα και διαφθορά, την ίδια στιγμή Πρόεδρος της Βουλής, υψηλός πολιτειακός παράγων (το νο. 3 πολιτειακά), μέλος του στενού ηγετικού πυρήνα του ΠΑΣΟΚ και γέφυρά του με τους βουλευτές και την κοινωνία, ο «διπλανός» του Γιώργου Παπανδρέου, συμπεριφέρεται ως κομματάρχης παλαιάς κοπής. Η ελληνική κοινωνία καλείται, και σωστά, να κάνει θυσίες τέτοιας κλίμακας που δεν έχουμε ξαναδεί όμοιά της, αλλά και διαχειρίσιμης υπό κάποιες προϋποθέσεις. Οι βασικές προϋποθέσεις είναι η λιτότητα να γίνει οργανωμένα και με σχέδιο, με συλλογικότητα και καθολικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, και με απαρέγκλιτη εφαρμογή των κανόνων για όλους. Εάν την ίδια στιγμή που αποφασίζεις μειώσεις αποδοχών διορίζεις (ή έστω συναινείς σε διορισμούς) από το παράθυρο, πώς θα πείσεις την κοινωνία να αποδεχθεί την νέα κατάσταση; Είναι μεγάλος και πραγματικός ο κίνδυνος, όπως λέω στο προηγούμενο σημείωμα, η κατάσταση να ξεφύγει εάν η κοινωνία αντιληφθεί ότι η προσπάθεια δεν γίνεται στην βάση των παραπάνω. Εκτός αυτού, απαιτείται να προχωρήσουμε σε ένα πραγματικά νέο μοντέλο δημόσιου τομέα εάν θέλουμε να διατηρούμε ελπίδες ότι τα δημοσιονομικά θα ξαναμπούν σε μία σειρά και ότι η χώρα θα ξαναμπεί σε τροχιά μακροπρόθεσμης ανάπτυξης και ευημερίας. Το μέγα ζητούμενο λοιπόν είναι η μυαλωμένη, ενιαία και στιβαρή ηγετική ομάδα που θα αναλάβει, και με προσωπικό ίσως κόστος, να «κατεβάσει» αυτά τα μηνύματα και τις δύσκολες αλήθειες στην κοινωνία. Το χρέος όλων είναι απέναντι στον τόπο και την ιστορία, και όχι σε μικρο-ομάδες συμφερόντων. Τα μικρο-επιχειρήματα είναι για τώρα, όμως τα «διαμάντια» του τραγουδιού (και τα άγη) είναι για πάντα.
Ας κλείσουμε όμως με την αισιοδοξία που χαρίζει η βούληση (αν όχι η γνώση). Δύο προτάσεις προς νομοθέτηση:
- Με νόμο αλλά και αργότερα θεσπίζεται η αρχή πως οι προσλήψεις και μισθοδοσία του προσωπικού της Βουλής υπάγεται στους ίδιους κανόνες, διαδικασίες, αποφάσεις, αξιολόγηση, κλπ. όπως και για τους υπόλοιπους δημοσίους υπαλλήλους. Το Προεδρείο της Βουλής δεν έχει καμμία αρμοιότητα πάνω σε αυτά τα ζητήματα. Έτσι θα ελαφρώσουμε και τους καημένους τους Προέδρους που έχουν τόσο φόρτο εργασίας που δεν προλαβαίνουν να σκεφτούν ενδελεχώς κάθε υπογραφή που βάζουν.
- Θεσπίζεται η άρση του αμετακίνητου για το υπαλληλικό προσωπικό της Βουλής (όπως και για όλο το δημοσιο-υπαλληλικό προσωπικό). Έτσι, το προσωπικό της Βουλής που πλεονάζει, σύμφωνα με την παραδοχή του ίδιου του Προέδρου, μετακινείται σε άλλες υπηρεσίες που πάσχουν από ελλείψεις. Μπήκαν που μπήκαν τόσοι «πρόθυμοι» για δουλειά, ας πάνε τουλάχιστον να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους εκεί που πραγματικά χρειάζονται.
Saturday, 6 March 2010
Tuesday, 2 March 2010
Ελληνική οικονομία 2010
Μην βροντοχτυπάς τα ζάρια,
‘οσοι είναι παλληκάρια
την ζωή τους την περνούν στις σκαλωσιές.
[Μάνου Λοΐζου – Λευτέρη Παπαδόπουλου]
Όπως λέμε ώρα μηδέν. Ή, για να χρησιμοποιήσουμε ένα άλλο κλισέ, η Ελληνική οικονομία αυτή την στιγμή μοιάζει με τον Τιτανικό που έχει δει το παγόβουνο αλλά δεν μπορεί πλέον να κάνει τίποτα για να το αποφύγει. Θα βαδίζαμε αδήριτα προς πτώχευση αν δεν υπήρχε η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία, για να προστατέψει το οικοδόμημα του ευρώ, θα παράσχει χαμηλότοκο δάνειο και εγγυήσεις ύψους 22 δισ. ευρώ – αυτές τις μέρες διαφάνηκε το περίγραμμα του σχεδίου που μάλλον θα ανακοινωθεί επίσημα κατά το προσεχές ταξίδι του Γιώργου Παπανδρέου στο Βερολίνο (5/3). Για λόγους προστασίας του ευρωπαϊκού γοήτρου, η λύση δεν θα περνάει από το ΔΝΤ, ενώ και το ενδεχόμενο πτώχευσης δείχνει, ευτυχώς, ευτυχέστατα, να αποτρέπεται.
Αλλά ας μην γελιόμαστε. Ακόμα κι αν όλα εξομαλυνθούν από εδώ και πέρα, ας μην κάνουμε ότι δεν συνέβη τίποτα. Το ευρωπαϊκό «ξελάσπωμα», χωρίς το οποίο η προσφυγή στο ΔΝΤ ή η πτώχευση θα ήταν αναπόφευκτες, έρχεται υπό σοβαρές προϋποθέσεις. Ουσιαστικά, ένα μεγάλο κομμάτι της οικονομικής μας πολιτικής, και ευρύτερα της εθνικής μας κυριαρχίας, εκχωρείται στην Ευρώπη για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Αυτά, χωρίς να υπολογισθεί το πλήγμα στην εθνική αξιοπρέπεια και και το εθνικό γόητρο. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα πει πώς φτάσαμε ώς εδώ. Από την καταστροφική διακυβέρνηση Καραμανλή, τις αστοχίες της ελληνικής κοινωνίας που αυτή κρύβει πίσω της και συνοψίζει, την μοιραία ανεμελιά της μέσα στην ουσιαστική έλλειψη καθοδήγησης, τις σοβαρές αδυναμίες του πολιτικού προσωπικού που μέσα στην άγνοια και στον λαϊκισμό τους φουσκώνουν τον λαό με επιχειρήματα-παπούτσια, την συνολική ανοησία (με φωτεινές εξαιρέσεις) των μίντια και ειδικά της παραθυρο-τηλεόρασης, και την εκτός τόπου και χρόνου (γενικά, αλλά και με φωτεινές εξαιρέσεις) αριστερά, όλα αυτά έχουν γραφεί επανειλλημένα, αλλά και θα μας γίνουν ψωμοτύρι από εδώ και μπρός. (Παρενθετικά, μου έρχεται μία εικόνα από το μέλλον. Ο ελληνικός λαός ανάβει ένα κεράκι στο εικόνισμα του Αη-Σημίτη, και δακρυσμένος και γονυπετής κάνει μετάνοιες, λέγοντας ανάμεσα στα αναφυλλητά του: Κώστα μου εσύ ήθελες να κάνεις το ρωμέικο κράτος αλλά που να σε ακούσω εγώ ο αμαρτωλός, με σένα θα ήμασταν μία χώρα σε ανοδική πορεία κι όχι οι πρώτοι επίδοξοι μπατίρηδες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Κώστα μου-ου-ου-ου-ου....)
Επιπλέον, τίποτα δεν έχει ακόμα συνολικά κριθεί και τελειώσει. Όλα ακόμα παίζονται (ένα ακόμα κλισέ). Και αυτό γιατί υπάρχει έλλειψη οργάνωσης, συντονισμού, και δυστοκία εφαρμογής των εξαγγελιών. Η κυβέρνηση Παπανδρέου και ο ίδιος ο πρωθυπουργός «έξω πάει καλά» αλλά μέσα μάλλον «δεν τραβάει». Παρά τις αποδεδειγμένα καλές προθέσεις, την εντιμότητα, ήθος, γενναιότητα, και νεωτεριστική διάθεση όλης της κυβέρνησης και ειδικά του Γιώργου Παπανδρέου, και την σκληρή δουλειά όλων, μετά από πέντε μήνες κυβερνητικής θητείας, τα προβλήματα παύουν πλέον να χαρακτηρίζονται ως ασθένειες της παιδικής ηλικίας και περιγράφονται ως σοβαρές αδυναμίες οργάνωσης και διοίκησης. Δεν θα ήθελα να κάθομαι σε κυβερνητική καρέκλα αυτή την ώρα, η κριτική απ’ έξω είναι πάντα εύκολη, αλλά δεν μπορούν να μην γίνουν κάποιες βασικές επισημάνσεις: Τώρα πιά φαίνεται πως μέσα στην άψη του προεκλογικού αγώνα (απέναντι σε μία ολέθρια κυβέρνηση Καραμανλή, μην ξεχνάμε), παραμελήθηκε η ουσιαστική προετοιμασία απέναντι σε μία πολύ δύσκολη, είναι αλήθεια, πραγματικότητα. (Παρενθετικά, τι το ήθελες βρε Γιώργο – και με συγχωρείς και για την οικειότητα – εκείνο το προεκλογικό «υπάρχουνε λεφτά» που θα σε κατατρύχει ως τις Ηράκλειες Στήλες, δεν διάβαζες τουλάχιστον αυτό εδώ το μπλογκ που προειδοποιούσε μήνες πριν - π.χ. 9/6/09 - να μην πεις πράγματα που θα σου δέσουν τα χέρια την «επόμενη μέρα»;) Όσον αφορά την οικονομική πολιτική, πολλά σημάδια (με φωτεινές εξαιρέσεις σε διάφορα υπουργεία) μαρτυρούν πλήρη έλλειψη κανόνων και καταστατικών αρχών λειτουργίας της κυβέρνησης, ασάφεια αρμοδιοτήτων, διαβούλευση έως σημείου παράλυσης, διάφορους ενάρετους που βρίσκονται σε ελεύθερη τροχιά (σύγκρουσης;) ως ηλεκτρόνια που τα δεσμεύει μόνο η προσωπική τους σχέση με τον πρωθυπουργό, απελπιστική αργοπορία στην στελέχωση της δημόσιας διοίκησης με πολιτικό προσωπικό, μία κρατική μηχανή σε αυτόματο πιλότο σε μία χώρα όπου αποδεδειγμένα η κρατική μηχανή ΔΕΝ μπορεί να λειτουργήσει με αυτόματο πιλότο (απλώς παραλύει, όπως δείχνει να κάνει και τώρα), και με τελικό αποτέλεσμα την σοβαρή αδυναμία εφαρμογής των εξαγγελιών και των διαφόρων μέτρων. Εξ ού και το οργίλο (και απαράδεκτο – υπήρξε άραγε επίσημη διαμαρτυρία;) ύφος του επικεφαλής των Ευρωπαίων ελεγκτών που διαμήνυσε πως τελείωσε η ώρα για δράσεις προθέσεων και ήρθε η ώρα για δράσεις εφαρμογής. Τι εφαρμογή όμως, με μία παράλυτη κρατική μηχανή, με διοικητές κλπ. ως επί το πλείστον της παλαιάς «κατάστασης» (κανένα πρόβλημα με αυτό αν ήταν αξιοκρατικά διορισμένοι και αν τους είχε δοθεί η εντολή άσκησης έργου, και όχι εντολή «αναμείνατε»), με υπηρεσιακά συμβούλια που έχουν μήνες να συνέλθουν, με έναν Πρωθυπουργό εν τέλει κυρίως «ιπτάμενο» που συγκαλεί μόνο «άτυπα» υπουργικά συμβούλια-σούπες απροσδιόριστης σύνθεσης και αποφασιστικής αρμοδιότητας; Κάθε πότε καλεί τους υπουργούς ο πρωθυπουργός σε διμερή συνεργασία, κατά πόσο γνωρίζει πού βρίσκονται τα θέματα του κάθε υπουργείου; Βεβαίως κάποια ταξίδια είναι πολύ σημαντικά και τα μεγάλα θέματα, της οικονομίας ιδιαίτερα, κρίνονται και σε κορυφαίο πολιτικά επίπεδο, αλλά «χόρευε κυρά Σουσού κι έχε κι έννοια πίσω σου». Ο Πρωθυπουργός συνομιλεί με τους Ευρωπαίους και άλλους ηγέτες, αλλά δεν μπορεί να αφήνει και την χώρα να παραλύει. Και δεν μπορεί να μοιάζει περισσότερο με Υπουργό Εξωτερικών παρά με πρωθυπουργό (κι ας είναι και ΥΠΕΞ) - οι ρόλοι είναι διαφορετικοί. Είναι επιτακτική ανάγκη να διορθωθούν άμεσα και δραστικά αυτές οι αδυναμίες και αρρυθμίες για να μπορέσει η χώρα να προχωρήσει αποτελεσματικά στον δρόμο της ανασυγκρότησης. Δεν είναι σχήμα λόγου – είναι χρέος απέναντι στην ιστορία.
Και στις αδυναμίες αυτές πρέπει βεβαίως να προστεθούν μία αξιωματική αντιπολίτευση που φροντίζει περισσότερο να διατηρήσει τις εσωκομματικές ισορροπίες παρά να πει κάτι ουσιαστικό για την χώρα. Πρέπει να προστεθούν διάφορες αποπροσανατολιστικές φωνές που τα βάζουν με τους τραπεζίτες, τους κερδοσκόπους, τους Γερμανούς, και τους κάθε λογής λαιστρυγόνες και κύκλωπες που στήνουν εμπρός τους (για να θυμηθούμε και τον ποιητή). Ασφαλώς ο καζινο-καπιταλισμός χρειάζεται αναμόρφωση, και η αρχιτεκτονική της Ευρώπης είναι αδύναμη, όμως αυτά τα ζητήματα είναι εκτός θέματος για εμάς, εφόσον φτάσαμε (με δική μας αποκλειστικά υπαιτιότητα) στο χείλος του γκρεμού δεν μπορούμε να παραπονιόμαστε ότι το έδαφος εκεί γλιστράει. Η πικρή αλήθεια είναι, ο εχθρός βρίσκεται εντός των τειχών, εμείς οι ίδιοι θέλουμε πάνω απ’ όλα αναμόρφωση. Πρέπει τέλος να προστεθεί και μία αριστερά που θεωρεί πως «είναι γνωστό τι σκοπεύει να κάνει η κυβέρνηση με πρόσχημα τα ελλείμματα και το χρέος, προκειμένου να προχωρήσουν τα πιο βάρβαρα αντιλαϊκά μέτρα που έχουμε γνωρίσει τα τελευταία χρόνια» (από δήλωση του ΚΚΕ, ΤΟ ΒΗΜΑ, Τρίτη 2 Μαρτίου 2010). Προσέξτε: με πρόσχημα, δηλαδή δεν πρόκειται για πραγματικό πρόβλημα, τα ελλείμματα και το χρέος είναι ένα φοβιστικό παραμύθι, ένας φανταστικός μπαμπούλας. Οι πάντες δε, με τους συνδικαλιστές προεξάρχοντες, βαφτίζουν τα δανεικά "κεκτημένα".
Οι κοινωνίες και οι λαοί δεν μπορούν να πάνε μπροστά με άγνοια, ούτε με μετάθεση ευθυνών. Υπό την καθοδήγηση και ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, «σαν έτοιμη από καιρό, σαν θαρραλέα» (γειά σου Καβάφη), με νηφαλιότητα, η ελληνική κοινωνία οδηγείται να λάβει τις απαιτούμενες αποφάσεις, να αλλάξει συμπεριφορές και να αποδεχθεί τις απαραίτητες αλλαγές που θα βάλουν την οικονομία σε νέες βάσεις ώστε να ξεπεραστούν οι σημερινές δυσκολίες και να εξασφαλιστεί η ευημερία σε βάθος χρόνου. Οι απαιτούμενες αλλαγές ασφαλώς θα είναι επώδυνες. Ο γράφων μπορεί να υιοθετεί «σκληρές» απόψεις για να αντιμετωπιστεί η κρίση διότι έτσι (θεωρεί πως) επιβάλλει το συλλογικό, μακροπρόθεσμο συμφέρον, είναι όμως και αρκετά μέσα σε αυτό τον κόσμο ώστε να αντιλαμβάνεται το κόστος της προσαρμογής. Μάλιστα, σε αντίθεση με την αφελή αριστερά των κάθετων διαχωριστικών γραμμών («την κρίση να την πληρώσουν αυτοί που τα φάγανε», κλπ) ο γράφων (όπως και όλοι μας) αντιλαμβάνεται ότι το κόστος της προσαρμογής θα είναι παντού οδυνηρό, σε όποιο σημείο της κατανομής εισοδήματος μπορεί να βρίσκεται κανείς. Κι αυτό γιατί όλοι έχουμε συνηθίσει σε έναν τρόπο ζωής από τον οποίο θα δυσκολευτούμε να κάνουμε πίσω. Και βέβαια, το κόστος θα είναι μεγαλύτερο στα ασθενέστερα στρώματα, όπου πράγματι γίνεται πολύς αγώνας ώστε να εξασφαλιστεί ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Εν κατακλείδι, δεν υπάρχει αμφιβολία πως αντιμετωπίζουμε μία μακρά περίοδο, ίσως δεκαετία, οδυνηρών προσαρμογών και ισχνών αγελάδων. Αλλά πρέπει να γίνει σαφές ότι αυτό που προξενεί τις δυσκολίες είναι τα ίδια τα προβλήματα, και όχι η λύση τους. Από τον κακοφορμισμό των προβλημάτων δεν θα προέλθει τίποτα καλό για το συλλογικό, λαϊκό συμφέρον (ιδαίτερα των ασθενέστερων), η σύμφωνη με το λαϊκό συμφέρον στρατηγική είναι να δούμε τα προβλήματα κατάματα και να τα αντιμετωπίσουμε.
‘Ομως: Ο γράφων ακράδαντα πιστεύει (κι έχει ξαναγράψει) πως η Ελλάδα έχει τις απαιτούμενες υλικές και ηθικές δυνάμεις και αντοχές για να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες. Είμαστε μία πλούσια χώρα, στις 20—25 πλουσιότερες του πλανήτη, με ένα γενικό επίπεδο ζωής που για το 90% της ανθρωπότητας πρέπει να φαντάζει ως ασύλληπτο όνειρο. Κι όχι μόνο για το μακρινό υπόλοιπο της ανθρωπότητας, αλλά και για την Ελλάδα μέχρι πριν δύο ή τρεις γενιές, για τους παππούδες μας, ακόμα σε πολλές περιπτώσεις και τους πατεράδες μας στην νεαρή τους ηλικία. Όλοι αυτοί, οι Έλληνες π.χ. της δεκαετίας του 50, θα έμεναν με ανοιχτό το στόμα εάν έβλεπαν το επίπεδο ευημερίας της σημερινής Ελλάδας, και θα έξυναν το κεφάλι τους με αμηχανία εάν έβλεπαν πως η σημερινή Ελλάδα δυσκολεύεται στα αυτονόητα ενώ τα βασικά δεν απειλούνται (δεν θα πεινάσουμε κιόλας!) και προτιμά να διασύρεται λόγω απραξίας. Υπάρχουν λοιπόν και οι ηθικές δυνάμεις, η αισιοδοξία, η αλληλεγγύη, η διάθεση σκληρής δουλειάς και προσφοράς στο σύνολο. Υπάρχουν βεβαίως και αρνητικά συναισθήματα, αλλά τα θετικά σαφώς υπερτερούν. Η Ελλάδα έχει περάσει πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες σε διάφορες άλλες εποχές και δεν λύγισε, δεν βλέπω γιατί θα λυγίσει σήμερα. Δεν θα «ματώσει» η Ελλάδα ούτε η δημοκρατία θα απειληθεί όπως γράφεται, ούτε κοινωνικές αναστατώσες που δεν μπορούμε να διαχειριστούμε θα υπάρξουν, η ελληνική κοινωνία έχει τις δυνάμεις να αντέξει τις δυσκολίες που αναμφίβολα έρχονται. Οι κίνδυνοι για όλα τα παραπάνω αυξάνουν όσο τα προβλήματα βαθαίνουν από την απραξία. Ο δε βασικός χαμένος της όλης ιστορίας είναι οι μελλοντικές γενιές (νέοι αλλά και αγέννητοι), που έχουν και την μικρότερη δυνατότητα επηρεασμού των εξελίξεων.
Για να το δούμε αλλιώς, εάν είχαμε όλοι τα ίδια, και η χώρα μας, δια των κυβερνώντων, μας ζητούσε μία θυσία (από όλους) της τάξης του 5-10%, υπάρχει κανείς που θα αρνιόταν ή δεν θα τα έβγαζε πέρα; Και βέβαια όχι! Πού λοιπόν αρχίζουν οι δυσκολίες; Στο ότι δεν έχουμε όλοι τα ίδια, άρα πρέπει να πληρώσει «ο άλλος», ότι εγώ φοβάμαι ότι εσύ δεν θα πληρώσεις άρα εγώ είμαι το κορόιδο, πράγμα που εμέ τον φιλότιμο πλην ανασφαλή έλληνα με πανικοβάλλει αφάνταστα, κλπ. Γι αυτό, έχω ξαναγράψει και δεν θα κουραστώ να το λέω, οποιαδήποτε προσπάθεια πρέπει να χαρακτηρίζεται από οργανωμένο και συνολικό σχέδιο (για να έχουμε εμπιστοσύνη ότι οι θυσίες θα πιάσουν τελικά τόπο), συλλογικότητα και καθολικότητα, και κοινωνική δικαιοσύνη (έτσι ώστε να αναιρούνται στον μέγιστο βαθμό οι παραπάνω δυσκολίες).
Πως ιεραρχούνται τα προβλήματα, και ποιές δράσεις πρέπει να αναληφθούν; Πάγια πεποίθηση του γράφοντος είναι ότι η ελληνική οικονομία/κοινωνία (δεν μπορούν να ξεχωρισθούν τα δύο) αντιμετωπίζει τριών λογιών αλληλένδετα προβλήματα:
- Έναν δημόσιο τομέα που χρειάζεται επιτακτικά εκ βάθρων ανακαίνιση στην κατεύθυνση της χρηστής και καταστατικής διοίκησης. Σύμπτωμα του προβληματικού δημοσίου τομέα είναι βεβαίως η πολύ γνωστή πια δημοσιονομική κρίση. Ο δημόσιος τομέας πρέπει να ανασυσταθεί στην βάση τεσσάρων αρχών: Πρώτον, σχέσης κόστους-οφέλους: μελετάς ποιά δράση ή υπηρεσία θέλεις να προσφέρεις ως κράτος/κυβέρνηση, και αν την αποφασίσεις, την υπηρετείς με το μίνιμουμ πόρων. Π.χ., αποφασίζεις ότι θέλεις την τάδε υπηρεσία (π.χ. Περιφέρεια), τότε την στελεχώνεις με το ανάλογο δυναμικό που έχουν υπηρεσίες ανάλογου φόρτου εργασίας. Και την κοστολογείς εκ των προτέρων για να δεις αν «βγαίνει». Αυτά όλα δεν σημαίνουν τσεκούρι στις δημόσιες υπηρεσίες, σημαίνουν όμως πειθαρχία, ρεαλιστική κοστολόγηση νέων δράσεων, και ομογενοποίηση ανάμεσα σε υπηρεσίες ως προς την σχέση ανθρώπινου δυναμικού που απασχολούν προς έργο που προσφέρουν. Δεύτερον, κουλτούρα διαφάνειας και απολογισμού σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες με τήρηση βιβλίων, ελέγχους και δεσμευτικούς προϋπολογισμούς, ιδαίτερα σε νομικά πρόσωπα με κάποια αυτονομία από την κεντρική διοίκηση (τοπική αυτοδιοίκηση, ΔΕΚΟ, νοσοκομεία, ανεξάρτητες αρχές). Σε όλες αυτές τις υπηρεσίες, οι δράσεις εξασφαλίζονται με τους τακτικούς προϋπολογισμούς και με έκτακτα κονδύλια που εξασφαλίζονται από την κεντρική διοίκηση για την αντιμετώποιση εκτάκτων αναγκών στην βάση ενδελεχούς μελέτης και διαγωνισμού (π.χ., διατίθενται τόσα κονδύλια για την ανάπτυξη υποδομών στις περιφέρειες, τα παίρνει όποιος δικαιολογήσει καλύτερα την ανάγκη τους και την δυνατότητα καλύτερης χρησιμοποίησής τους – όπως δηλαδή παίρνουμε κονδύλια από την Ευρώπη). Νόμος επιτάσσει τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, διοικητές κλπ. αντιμετωπίζουν ποινικές διώξεις σε περίπτωση ελλειμμάτων. Τρίτον, κουλτούρα υπηρέτη του δημοσίου συμφέροντος ανάμεσα στους δημοσίους υπαλλήλους. Υπάρχουν πάρα πολλοί καλοί και φιλότιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, δυστυχώς όμως πληθαίνουν οι ενδείξεις (με την ευθύνη και άνωθεν) πως η λούφα είναι και καθεστώς και πρωτάθλημα (ο πιο «μάγκας» λουφάρει πιο πολύ). Μαγκιά δεν είναι η λούφα, είναι η δημόσια και κοινωνική προσφορά, και ο/η δημόσιος υπάλληλος οφείλει να δικαιολογεί τους πόρους που παίρνει από το υστέρημα του ελληνικού λαού με την απόδοση ανάλογου έργου. Η Υπηρεσία βοηθάει σε αυτό με την διαρκή αξιολόγηση, την διαβίου επιμόρφωση με σεμινάρια, κλπ, και την αξιοκρατική προαγωγή και μισθολογική διαφοροποίηση. Ο μισθός διαμορφώνεται ανάλογα με τα προσόντα και την δουλειά, αλλά φαινόμενα τύπου γκόλντεν μπόυς αποφεύγονται με την λογική βιογραφικού και την λογική ότι η αμοιβή στελεχών είναι ανάλογη (όχι ίση) της προτέρας αμοιβής στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα. Φυσικά, δεν χρειάζεται να επιστήσουμε προσοχή στην διαφθορά στο δημόσιο που καταπολεμείται αμείλικτα. Οι ανώτατοι δημόσιοι υπάλληλοι είναι απόφοιτοι (και) της Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, ενώ ενθαρρύνεται η όσμωση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα σε αυτό το επίπεδο (στελέχη του ιδιωτικού ή πανεπιστημιακού τομέα μπορούν να αναλαμβάνουν διευθυντικές θέσεις στο δημόσιο). Θεσπίζονται οι θέσεις υφυπουργών β’ που αντικαθιστούν τους σημερινούς γενικούς/ειδικούς γραμματείς, και τις οποίες αναλαμβάνουν είτε ανώτατοι δημόσιοι υπάλληλοι επί θητεία είτε στελέχη του ιδιωτικού τομέα με λογική βιογραφικού - όπως ξεκίνησε να γίνεται με την παρούσα κυβέρνηση. Τέταρτον, τροπολογία στο Σύνταγμα θεσπίζει την αρχή ότι ο κρατικός προϋπολογισμός, που ενσωματώνει κι συνοψίζει όλους τους επί μέρους προϋπολογισμούς των λογής δημοσίων φορέων, πρέπει να είναι ισοσκελισμένος, με δύο επιμέρους εξαιρέσει ή προσαρμογές. Η πρώτη είναι η εξαίρεση των δημοσίων επενδύσεων και εν μέρει ίσως της παιδείας, που αποδίδουν μακροπρόθεσμα άρα δεν μπορούν να ενταχθούν σε βραχυπρόθεσμη λογική, και δεύτερον με την εξαίρεση της επίπτωσης των κυκλικών διακυμάνσεων, δηλαδή ο προϋπολογισμός πρέπει να ισοσκελίζεται στην ολοκλήρωση του οικονομικού κύκλου. Αλλά η βασική αρχή είναι ότι δεν μπορούμε να φορτώνουμε τις μελλοντικές γενιές με την καλοπέραση την δική μας, ούτε επιτρέπεται να σπαταλάμε τους πόρους της χώρας σε τόκους.
- Μία αναιμική, εσωστρεφή οικονομία χαμηλής κεφαλαιοποίησης, παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας, και χαμηλής ποιότητας και προστιθέμενης αξίας προϊόντων, προσανατολισμένης κυρίως σε υπηρεσίες, με ψηλό βαθμό αλληλοακύρωσης των δραστηριοτήτων (π.χ. διαφθορά) είτε αλληλοεπικαλύψεων, κλπ. Σε όλα αυτά, ας προστεθούν και οι προκλήσεις από τις απαραίτητες περιβαλλοντικές προσαρμογές. Έχω γράψει αλλού πιο πολλά. Συνοπτικά, απαιτείται η αναίρεση των παραπάνω αδυναμιών, η αναδιάρθρωση της οικονομίας με λιγότερη κατανάλωση και μεγαλύτερη παραγωγή, αύξηση των αποταμιεύσεων και επενδύσεων, διαρκής αναβάθμιση του τεχνολογικού και ανθρώπινου δυναμικού, περισσότερος προσανατολισμός σε προϊόντα (βιομηχανία, γεωργία) και ειδικά υψηλής ποιότητας και ανταγωνιστικότητας, εξωστρέφεια, έτσι ώστε να υποστηριχθούν τα εισοδήματα και η απασχόληση σε βάθος χρόνου. Πράσινη ανάπτυξη, υψηλής ποιότητας τουρισμός και γεωργία, υποδομές είναι οι αιχμές και προτεραιότητες.
- Προϊούσα ανισοκατανομή του εισοδήματος και πλούτου. Αυτό, το μη αποκλειστικά ελληνικό, φαινόμενο (μάλιστα, η Ελλάδα ίσως έχει από τις μικρότερες ανισοκατανομές στην Ευρώπη) δεν έχει νομίζω τύχει επαρκούς διερεύνησης στην διεθνή βιβλιογραφία. Δεν υπάρχει συμφωνία εάν η προϊούσα ανισοκατανομή οφείλεται στην τεχνολογία (που ενθαρρύνει το ο «νικητής τα παίρνει όλα», π.χ. θα πάρω το δίσκο του καλύτερου τραγουδιστή ενώ κάποτε που δεν υπήρχαν δίσκοι θα πήγαινα να ακούσω τον τοπικό, είτε ευνοεί τους μισθούς της ειδικευμένης εργασίας ενώ συμπιέζει τους μισθούς της ανειδίκευτης), την μετανάστευση (που πιέζει τα χαμηλά εισοδήματα προς τα κάτω ενώ οφελεί όσους βάζουν τους χαμηλόμισθους μετανάστες στην δούλεψή τους), την γενικότερη παγκοσμιοποίηση (που ευνοεί την φυγή κεφαλαίων προς παραδείσους χαμηλότερου κόστους και φορολογίας), είτε πολιτικούς παράγοντες (π.χ. παρακμή των εργατικών συνδικάτων διεθνώς) και άλλες πολιτικές (νεοφιλελευθερισμός, στην Ελλάδα οι πολιτικές των κυβερνήσεων Καραμανλή). Όπως και νάχει το πράγμα, το φαινόμενο είναι δύσκολο να αντιμετωπιστεί και μάλιστα τώρα που απαιτούνται τέτοιες προσαρμογές ενώ το ταμείον είναι μείον.
Αντίθετα, για τους λόγους που περγράφηκαν πιο πάνω αλλά και άλλους, το θέμα των κοινωνικών ανισοτήτων και της κοινωνικής δικαιοσύνης είναι κεφαλαιώδους σημασίας. Από εδώ νομίζω θα κριθεί και τι βαθμού θα είναι οι κοινωνικοί τριγμοί. Η ελληνική κοινωνία αυτή την ώρα μοιάζει σε μεγάλο βαθμό να αντιλαμβάνεται την κρισιμότητα της κατάστασης και να αποδέχεται την ανάγκη για «σκληρό ροκ» προσαρμογής. Όμως ο βαθμός αποδοχής στην πράξη θα κριθεί στην πορεία, και με βασικό κριτήριο, πιστεύω τον βαθμό κοινωνικής δικαιοσύνης που θα χαρακτηρίζει την προσαρμογή στην πράξη, όχι στην εξαγγελία. Εδώ υπάρχει βασικό πρόβλημα, πιστεύω, το πρόβλημα που αποτέλεσε το κίνητρο για να γράψω αυτό το κομμάτι. Μέχρι στιγμής, από όλες τις εξαγγελίες, αυτό που έχει υλοποιηθεί είναι η αύξηση των εμμέσων φόρων στα καύσιμα, ποτά και τσιγάρα, ενώ επίκειται και αύξηση του ΦΠΑ που είναι ίσως το καλύτερο μέτρο άμεσης απόδοσης εσόδων. Όλοι γνωρίζουμε ότι οι έμμεσοι αυτοί φόροι πλήττουν αναλογικά περισσότερο τους ασθενέστερους, ενώ θα δώσουν ώθηση στην ακρίβεια που επίσης πλήττει τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Το περίφημο φορολογικό νομοσχέδιο που θα πατάξει την φοροδιαφυγή ...αναμένεται, ενώ η παράλυση που κατά τα φαινόμενα χαρκτηρίζει τις ΔΟΥ του Υπ. Οικονομικών δεν δημιουργεί και μεγάλη αισιοδοξία ότι η φοροδιαφυγή θα καταπολεμηθεί σε κανένα ουσιαστικό βαθμό. Έτσι, κινδυνεύουμε την κρίση να την πληρώσουν οι ...συνήθεις ύποπτοι, οι μισθωτοί που πάντα πληρώνουν και οι χαμηλόμισθοι. Εφιστάται η προσοχή στην κυβέρνηση, Πρωθυπουργό και Υπουργό Οικονομικών: Η τυχόν αντίληψη από σημαντική μερίδα της κοινωνίας (π.χ. από τις κατηγορίες που αναφέρθηκαν παραπάνω) ότι τα βάρη της κρίσης πέφτουν μονόπαντα θα πυροδοτήσει μη αναστρέψιμο συναίσθημα αγανάκτησης, θυμού, και άρνησης συμμετοχής.
Για τους λόγους αυτούς, επιπρόσθετα προς τα μέτρα περί παγώματος/περικοπών μισθών, επιδομάτων, κλπ., ειναι απαραίτητο να αναληφθούν άμεσα δράσεις στην κατεύθυνση εφαρμογής των εξαγγελιών αλλά και των παραπάνω. Προτείνονται οι εξής:
- Η περικοπή των προϋπολογισμών της Προεδρίας της Δημοκρατίας και της Βουλής κατά 10% για δύο χρόνια. Κορυφαία συμβολικές κινήσεις που θα επιτρέψουν στην Κυβέρνηση να απευθυνθεί στον ελληνικό λαό με περισσότερη αξιοπιστία και πειθώ. Αντίθετα, αν φανεί ότι ζητάμε από άλλους θυσίες αλλά εμείς ευλογούμε τα καλά και συμφέροντα, τότε... (Ειδικά εκείνοι οι 16 μισθοί του υπαλληλικού προσωπικού της Βουλής βγάζουν μάτι! Και γιατί 16 βρε παιδιά, παίζοντας την κολοκυθιά αποφασίσατε τον αριθμό;)
- Άμεση ενασχόληση ειδικευμένου υφυπουργού με τα διοικητικά των ΔΟΥ. Μπαίνει πλαφόν στις ΔΟΥ να αυξήσουν τον αριθμό ελεγχόμενω υποθέσεων κατά 20% σε σχέση με πέρυσι. Οι προϊστάμενοι που δεν πιάνουν τον στόχο αυτό ελέγχονται. Αναβάθμιση ΜΗΚΥΟ και (πρώην) ΣΔΟΕ.
- Ομάδα Διοίκησης Έργου για την αναδιοργάνωση του Δημόσιου Τομέα υπό την ηγεσία Υπουργού Επκρατείας που προηγείται στην ιεραρχία των άλλων Υπουργών (έτσι ώστε όλοι να υποχρεούνται να συνεργαστούν). Προτείνεται ο ρόλος να αναληφθεί από τον πρώην υπουργό Αλέκο Παπαδόπουλο, πρόσωπο εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας, ικανό να αναλάβει αυτή την θέση. Πρώτη προτεραιότητα: Η άμεση απογραφή όλου του υπαλληλικού δυναμικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ανά υπηρεσία. Όποιος δεν προσέλθει να απογραφεί δεν πληρώνεται. Σε δεύτερη φάση, διερυενάται κατά πόσον ομοειδείς υπηρεσίες μέσα σε κάθε υπουργείο απασχολούν όμοιο προσωπικό ή ανάλογο του έργου τους. Σε επόμενη φάση, η σύγκριση αυτή, με δείκτες έργου, κλπ, επεκτείνεται και μεταξύ υπουργείων. Παρεμπιπτόντως, νομίζω το έχω ξαναγράψει, καταρτίζεται ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα (που αναρτάται σε κάθε υπηρεσία) που ενημερώνει σε τι χρονικό διάστημα ο πολίτης πρέπει να αναμένει εύλογα ότι θα διεκπεραιωθεί η υπόθεσή του. Αυτά τα χρονοδιαγράμματα μετά μπορεί να συγκριθούν ανάμεσα σε υπηρεσίες (γιατί στην μία κάνω μία εβομάδα και στην άλλη τρεις μήνες) και ο πολίτης μπορεί να διαμαρτυρηθεί εάν η εξυπηρέτησή του αποκλίνει σημαντικά από αυτό το χρονοδιάγραμμα.
- Τελικά, αναδιαρθρώνεται ο δημόσιος τομέας με μετακινήσεις υπαλλήλων μεταξύ υπουργείων και υπηρεσιών για να καλυφθούν οι ανάγκες με ανάλογους πόρους. Δεν είμαι υπέρ της άρσης της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, και θεωρώ ότι προσλήψεις από εδώ και μπρος πρέπει να γίνονται μόνο στο προσωπικό πρώτης γραμμής (νοσηλευτικό προσωπικό, δασκάλους/καθηγητές, σώματα ασφαλείας, κλπ). Είμαι όμως, ή μάλλον γι αυτό, υπέρ της άρσης του αμετακίνητου μέσα στον δημόσιο τομέα.
- Τέλος, κάποιος να μπει επικεφαλής για να σταματήσει η σπατάλη στο δημόσιο! Να πούμε παραδείγματα για Χριστουγεννιάτικες γιορτές σε οργανισμούς με κόστος δεκάδων χιλιάδων ευρώ; Κρατικά αυτοκίνητα και προσωπικές φρουρές σε νυν και πρώην, αφειδώς συντάξεις σε βουλευτές της μιάς θητείας. Γιατί οι βουλευτές να παίρνουν «βουλευτικές» συντάξεις; Η Βουλή απλά έπρεπε να κολλάει ένσημα (ίσης αξίας ανά έτος υπηρεσίας για όλους) στο Ταμείο που είχε ο κάθε βουλευτής από πριν, είτε σε ιδιωτικό ασφαλιστικό οργανισμό – επιλογή του βουλευτή. Γενικότερα, πόσο μας κοστίζει το πολιτικό προσωπικό της χώρας, εν ενεργεία και συνταξιοδοτημένο; Έχει γίνει τίποτα γενικά για να ελεγχθεί η σπατάλη;
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μπαίνουμε σε νέα φάση στην μεταπολιτευτική ζωή της Ελλάδας, με πολλές προκλήσεις μπροστά μας. Αλλά ο γράφων δηλώνει ρομαντικός: Η Ελλάδα συλλογικά μπορεί να κάνει δύο βήματα πίσω για κάποιο, αρκετό έστω, χρονικό διάστημα, έτσι ώστε να θεραπεύσει τα σημερινά προβλήματα και να αναγεννηθεί σε μία πορεία μελλοντικής ισχυρότερης οικονομίας και κοινωνικής δικαιοσύνης, που θα στηρίζει την ανάπτυξη και πλατιά ευημερία σε βάθος χρόνου. Θα πω κάτι που ίσως ακουστεί λίγο μακιαβελλικό. Ίσως είναι καλύτερα έτσι. Χωρίς την παρούσα κρίση, κάτι θα κουτσο-διορθώναμε απ’ εδώ, κάτι επ’ εκεί, όμως τα πράγματα δεν θα άλλαζαν. Τώρα δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για πιο ριζικές τομές. Είναι στο χέρι της κυβέρνησης Παπανδρέου και του ίδιου το πρωθυπουργού προσωπικά να μετατρέψουν την κρίση σε ευκαιρία. Δεν έχουν άλλη επιλογή απέναντι στην χώρα και την ιστορία – και μπορεί κανείς να πει ούτε και στον εαυτό τους, διότι ασφαλώς παίζεται και των ίδιων η καριέρα. Αλλά για να προχωρήσουμε, χρειάζεται αποφασιστικότητα, οργάνωση, και υλοποίηση. Υλοποίηση με μέθοδο και εκ του σύνεγγυς παρακολούθηση – ο από πάνω στον από κάτω, από την κορυφή έως την βάση του οικοδομήματος. Οι παραπάνω σημειώσεις, που δεν διεκδικούν καμμιά πρωτοτυπία (αυτές τις μέρες γράφτηκαν διάφορα σχετικά), έγιναν μεν σε κριτικό τόνο αλλά έχουν σαν μόνο στόχο να βοηθήσουν να μπουν οι σκαλωσιές για να ξεκινήσει η ανασυγκρότηση.
‘οσοι είναι παλληκάρια
την ζωή τους την περνούν στις σκαλωσιές.
[Μάνου Λοΐζου – Λευτέρη Παπαδόπουλου]
Όπως λέμε ώρα μηδέν. Ή, για να χρησιμοποιήσουμε ένα άλλο κλισέ, η Ελληνική οικονομία αυτή την στιγμή μοιάζει με τον Τιτανικό που έχει δει το παγόβουνο αλλά δεν μπορεί πλέον να κάνει τίποτα για να το αποφύγει. Θα βαδίζαμε αδήριτα προς πτώχευση αν δεν υπήρχε η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία, για να προστατέψει το οικοδόμημα του ευρώ, θα παράσχει χαμηλότοκο δάνειο και εγγυήσεις ύψους 22 δισ. ευρώ – αυτές τις μέρες διαφάνηκε το περίγραμμα του σχεδίου που μάλλον θα ανακοινωθεί επίσημα κατά το προσεχές ταξίδι του Γιώργου Παπανδρέου στο Βερολίνο (5/3). Για λόγους προστασίας του ευρωπαϊκού γοήτρου, η λύση δεν θα περνάει από το ΔΝΤ, ενώ και το ενδεχόμενο πτώχευσης δείχνει, ευτυχώς, ευτυχέστατα, να αποτρέπεται.
Αλλά ας μην γελιόμαστε. Ακόμα κι αν όλα εξομαλυνθούν από εδώ και πέρα, ας μην κάνουμε ότι δεν συνέβη τίποτα. Το ευρωπαϊκό «ξελάσπωμα», χωρίς το οποίο η προσφυγή στο ΔΝΤ ή η πτώχευση θα ήταν αναπόφευκτες, έρχεται υπό σοβαρές προϋποθέσεις. Ουσιαστικά, ένα μεγάλο κομμάτι της οικονομικής μας πολιτικής, και ευρύτερα της εθνικής μας κυριαρχίας, εκχωρείται στην Ευρώπη για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Αυτά, χωρίς να υπολογισθεί το πλήγμα στην εθνική αξιοπρέπεια και και το εθνικό γόητρο. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα πει πώς φτάσαμε ώς εδώ. Από την καταστροφική διακυβέρνηση Καραμανλή, τις αστοχίες της ελληνικής κοινωνίας που αυτή κρύβει πίσω της και συνοψίζει, την μοιραία ανεμελιά της μέσα στην ουσιαστική έλλειψη καθοδήγησης, τις σοβαρές αδυναμίες του πολιτικού προσωπικού που μέσα στην άγνοια και στον λαϊκισμό τους φουσκώνουν τον λαό με επιχειρήματα-παπούτσια, την συνολική ανοησία (με φωτεινές εξαιρέσεις) των μίντια και ειδικά της παραθυρο-τηλεόρασης, και την εκτός τόπου και χρόνου (γενικά, αλλά και με φωτεινές εξαιρέσεις) αριστερά, όλα αυτά έχουν γραφεί επανειλλημένα, αλλά και θα μας γίνουν ψωμοτύρι από εδώ και μπρός. (Παρενθετικά, μου έρχεται μία εικόνα από το μέλλον. Ο ελληνικός λαός ανάβει ένα κεράκι στο εικόνισμα του Αη-Σημίτη, και δακρυσμένος και γονυπετής κάνει μετάνοιες, λέγοντας ανάμεσα στα αναφυλλητά του: Κώστα μου εσύ ήθελες να κάνεις το ρωμέικο κράτος αλλά που να σε ακούσω εγώ ο αμαρτωλός, με σένα θα ήμασταν μία χώρα σε ανοδική πορεία κι όχι οι πρώτοι επίδοξοι μπατίρηδες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Κώστα μου-ου-ου-ου-ου....)
Επιπλέον, τίποτα δεν έχει ακόμα συνολικά κριθεί και τελειώσει. Όλα ακόμα παίζονται (ένα ακόμα κλισέ). Και αυτό γιατί υπάρχει έλλειψη οργάνωσης, συντονισμού, και δυστοκία εφαρμογής των εξαγγελιών. Η κυβέρνηση Παπανδρέου και ο ίδιος ο πρωθυπουργός «έξω πάει καλά» αλλά μέσα μάλλον «δεν τραβάει». Παρά τις αποδεδειγμένα καλές προθέσεις, την εντιμότητα, ήθος, γενναιότητα, και νεωτεριστική διάθεση όλης της κυβέρνησης και ειδικά του Γιώργου Παπανδρέου, και την σκληρή δουλειά όλων, μετά από πέντε μήνες κυβερνητικής θητείας, τα προβλήματα παύουν πλέον να χαρακτηρίζονται ως ασθένειες της παιδικής ηλικίας και περιγράφονται ως σοβαρές αδυναμίες οργάνωσης και διοίκησης. Δεν θα ήθελα να κάθομαι σε κυβερνητική καρέκλα αυτή την ώρα, η κριτική απ’ έξω είναι πάντα εύκολη, αλλά δεν μπορούν να μην γίνουν κάποιες βασικές επισημάνσεις: Τώρα πιά φαίνεται πως μέσα στην άψη του προεκλογικού αγώνα (απέναντι σε μία ολέθρια κυβέρνηση Καραμανλή, μην ξεχνάμε), παραμελήθηκε η ουσιαστική προετοιμασία απέναντι σε μία πολύ δύσκολη, είναι αλήθεια, πραγματικότητα. (Παρενθετικά, τι το ήθελες βρε Γιώργο – και με συγχωρείς και για την οικειότητα – εκείνο το προεκλογικό «υπάρχουνε λεφτά» που θα σε κατατρύχει ως τις Ηράκλειες Στήλες, δεν διάβαζες τουλάχιστον αυτό εδώ το μπλογκ που προειδοποιούσε μήνες πριν - π.χ. 9/6/09 - να μην πεις πράγματα που θα σου δέσουν τα χέρια την «επόμενη μέρα»;) Όσον αφορά την οικονομική πολιτική, πολλά σημάδια (με φωτεινές εξαιρέσεις σε διάφορα υπουργεία) μαρτυρούν πλήρη έλλειψη κανόνων και καταστατικών αρχών λειτουργίας της κυβέρνησης, ασάφεια αρμοδιοτήτων, διαβούλευση έως σημείου παράλυσης, διάφορους ενάρετους που βρίσκονται σε ελεύθερη τροχιά (σύγκρουσης;) ως ηλεκτρόνια που τα δεσμεύει μόνο η προσωπική τους σχέση με τον πρωθυπουργό, απελπιστική αργοπορία στην στελέχωση της δημόσιας διοίκησης με πολιτικό προσωπικό, μία κρατική μηχανή σε αυτόματο πιλότο σε μία χώρα όπου αποδεδειγμένα η κρατική μηχανή ΔΕΝ μπορεί να λειτουργήσει με αυτόματο πιλότο (απλώς παραλύει, όπως δείχνει να κάνει και τώρα), και με τελικό αποτέλεσμα την σοβαρή αδυναμία εφαρμογής των εξαγγελιών και των διαφόρων μέτρων. Εξ ού και το οργίλο (και απαράδεκτο – υπήρξε άραγε επίσημη διαμαρτυρία;) ύφος του επικεφαλής των Ευρωπαίων ελεγκτών που διαμήνυσε πως τελείωσε η ώρα για δράσεις προθέσεων και ήρθε η ώρα για δράσεις εφαρμογής. Τι εφαρμογή όμως, με μία παράλυτη κρατική μηχανή, με διοικητές κλπ. ως επί το πλείστον της παλαιάς «κατάστασης» (κανένα πρόβλημα με αυτό αν ήταν αξιοκρατικά διορισμένοι και αν τους είχε δοθεί η εντολή άσκησης έργου, και όχι εντολή «αναμείνατε»), με υπηρεσιακά συμβούλια που έχουν μήνες να συνέλθουν, με έναν Πρωθυπουργό εν τέλει κυρίως «ιπτάμενο» που συγκαλεί μόνο «άτυπα» υπουργικά συμβούλια-σούπες απροσδιόριστης σύνθεσης και αποφασιστικής αρμοδιότητας; Κάθε πότε καλεί τους υπουργούς ο πρωθυπουργός σε διμερή συνεργασία, κατά πόσο γνωρίζει πού βρίσκονται τα θέματα του κάθε υπουργείου; Βεβαίως κάποια ταξίδια είναι πολύ σημαντικά και τα μεγάλα θέματα, της οικονομίας ιδιαίτερα, κρίνονται και σε κορυφαίο πολιτικά επίπεδο, αλλά «χόρευε κυρά Σουσού κι έχε κι έννοια πίσω σου». Ο Πρωθυπουργός συνομιλεί με τους Ευρωπαίους και άλλους ηγέτες, αλλά δεν μπορεί να αφήνει και την χώρα να παραλύει. Και δεν μπορεί να μοιάζει περισσότερο με Υπουργό Εξωτερικών παρά με πρωθυπουργό (κι ας είναι και ΥΠΕΞ) - οι ρόλοι είναι διαφορετικοί. Είναι επιτακτική ανάγκη να διορθωθούν άμεσα και δραστικά αυτές οι αδυναμίες και αρρυθμίες για να μπορέσει η χώρα να προχωρήσει αποτελεσματικά στον δρόμο της ανασυγκρότησης. Δεν είναι σχήμα λόγου – είναι χρέος απέναντι στην ιστορία.
Και στις αδυναμίες αυτές πρέπει βεβαίως να προστεθούν μία αξιωματική αντιπολίτευση που φροντίζει περισσότερο να διατηρήσει τις εσωκομματικές ισορροπίες παρά να πει κάτι ουσιαστικό για την χώρα. Πρέπει να προστεθούν διάφορες αποπροσανατολιστικές φωνές που τα βάζουν με τους τραπεζίτες, τους κερδοσκόπους, τους Γερμανούς, και τους κάθε λογής λαιστρυγόνες και κύκλωπες που στήνουν εμπρός τους (για να θυμηθούμε και τον ποιητή). Ασφαλώς ο καζινο-καπιταλισμός χρειάζεται αναμόρφωση, και η αρχιτεκτονική της Ευρώπης είναι αδύναμη, όμως αυτά τα ζητήματα είναι εκτός θέματος για εμάς, εφόσον φτάσαμε (με δική μας αποκλειστικά υπαιτιότητα) στο χείλος του γκρεμού δεν μπορούμε να παραπονιόμαστε ότι το έδαφος εκεί γλιστράει. Η πικρή αλήθεια είναι, ο εχθρός βρίσκεται εντός των τειχών, εμείς οι ίδιοι θέλουμε πάνω απ’ όλα αναμόρφωση. Πρέπει τέλος να προστεθεί και μία αριστερά που θεωρεί πως «είναι γνωστό τι σκοπεύει να κάνει η κυβέρνηση με πρόσχημα τα ελλείμματα και το χρέος, προκειμένου να προχωρήσουν τα πιο βάρβαρα αντιλαϊκά μέτρα που έχουμε γνωρίσει τα τελευταία χρόνια» (από δήλωση του ΚΚΕ, ΤΟ ΒΗΜΑ, Τρίτη 2 Μαρτίου 2010). Προσέξτε: με πρόσχημα, δηλαδή δεν πρόκειται για πραγματικό πρόβλημα, τα ελλείμματα και το χρέος είναι ένα φοβιστικό παραμύθι, ένας φανταστικός μπαμπούλας. Οι πάντες δε, με τους συνδικαλιστές προεξάρχοντες, βαφτίζουν τα δανεικά "κεκτημένα".
Οι κοινωνίες και οι λαοί δεν μπορούν να πάνε μπροστά με άγνοια, ούτε με μετάθεση ευθυνών. Υπό την καθοδήγηση και ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, «σαν έτοιμη από καιρό, σαν θαρραλέα» (γειά σου Καβάφη), με νηφαλιότητα, η ελληνική κοινωνία οδηγείται να λάβει τις απαιτούμενες αποφάσεις, να αλλάξει συμπεριφορές και να αποδεχθεί τις απαραίτητες αλλαγές που θα βάλουν την οικονομία σε νέες βάσεις ώστε να ξεπεραστούν οι σημερινές δυσκολίες και να εξασφαλιστεί η ευημερία σε βάθος χρόνου. Οι απαιτούμενες αλλαγές ασφαλώς θα είναι επώδυνες. Ο γράφων μπορεί να υιοθετεί «σκληρές» απόψεις για να αντιμετωπιστεί η κρίση διότι έτσι (θεωρεί πως) επιβάλλει το συλλογικό, μακροπρόθεσμο συμφέρον, είναι όμως και αρκετά μέσα σε αυτό τον κόσμο ώστε να αντιλαμβάνεται το κόστος της προσαρμογής. Μάλιστα, σε αντίθεση με την αφελή αριστερά των κάθετων διαχωριστικών γραμμών («την κρίση να την πληρώσουν αυτοί που τα φάγανε», κλπ) ο γράφων (όπως και όλοι μας) αντιλαμβάνεται ότι το κόστος της προσαρμογής θα είναι παντού οδυνηρό, σε όποιο σημείο της κατανομής εισοδήματος μπορεί να βρίσκεται κανείς. Κι αυτό γιατί όλοι έχουμε συνηθίσει σε έναν τρόπο ζωής από τον οποίο θα δυσκολευτούμε να κάνουμε πίσω. Και βέβαια, το κόστος θα είναι μεγαλύτερο στα ασθενέστερα στρώματα, όπου πράγματι γίνεται πολύς αγώνας ώστε να εξασφαλιστεί ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Εν κατακλείδι, δεν υπάρχει αμφιβολία πως αντιμετωπίζουμε μία μακρά περίοδο, ίσως δεκαετία, οδυνηρών προσαρμογών και ισχνών αγελάδων. Αλλά πρέπει να γίνει σαφές ότι αυτό που προξενεί τις δυσκολίες είναι τα ίδια τα προβλήματα, και όχι η λύση τους. Από τον κακοφορμισμό των προβλημάτων δεν θα προέλθει τίποτα καλό για το συλλογικό, λαϊκό συμφέρον (ιδαίτερα των ασθενέστερων), η σύμφωνη με το λαϊκό συμφέρον στρατηγική είναι να δούμε τα προβλήματα κατάματα και να τα αντιμετωπίσουμε.
‘Ομως: Ο γράφων ακράδαντα πιστεύει (κι έχει ξαναγράψει) πως η Ελλάδα έχει τις απαιτούμενες υλικές και ηθικές δυνάμεις και αντοχές για να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες. Είμαστε μία πλούσια χώρα, στις 20—25 πλουσιότερες του πλανήτη, με ένα γενικό επίπεδο ζωής που για το 90% της ανθρωπότητας πρέπει να φαντάζει ως ασύλληπτο όνειρο. Κι όχι μόνο για το μακρινό υπόλοιπο της ανθρωπότητας, αλλά και για την Ελλάδα μέχρι πριν δύο ή τρεις γενιές, για τους παππούδες μας, ακόμα σε πολλές περιπτώσεις και τους πατεράδες μας στην νεαρή τους ηλικία. Όλοι αυτοί, οι Έλληνες π.χ. της δεκαετίας του 50, θα έμεναν με ανοιχτό το στόμα εάν έβλεπαν το επίπεδο ευημερίας της σημερινής Ελλάδας, και θα έξυναν το κεφάλι τους με αμηχανία εάν έβλεπαν πως η σημερινή Ελλάδα δυσκολεύεται στα αυτονόητα ενώ τα βασικά δεν απειλούνται (δεν θα πεινάσουμε κιόλας!) και προτιμά να διασύρεται λόγω απραξίας. Υπάρχουν λοιπόν και οι ηθικές δυνάμεις, η αισιοδοξία, η αλληλεγγύη, η διάθεση σκληρής δουλειάς και προσφοράς στο σύνολο. Υπάρχουν βεβαίως και αρνητικά συναισθήματα, αλλά τα θετικά σαφώς υπερτερούν. Η Ελλάδα έχει περάσει πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες σε διάφορες άλλες εποχές και δεν λύγισε, δεν βλέπω γιατί θα λυγίσει σήμερα. Δεν θα «ματώσει» η Ελλάδα ούτε η δημοκρατία θα απειληθεί όπως γράφεται, ούτε κοινωνικές αναστατώσες που δεν μπορούμε να διαχειριστούμε θα υπάρξουν, η ελληνική κοινωνία έχει τις δυνάμεις να αντέξει τις δυσκολίες που αναμφίβολα έρχονται. Οι κίνδυνοι για όλα τα παραπάνω αυξάνουν όσο τα προβλήματα βαθαίνουν από την απραξία. Ο δε βασικός χαμένος της όλης ιστορίας είναι οι μελλοντικές γενιές (νέοι αλλά και αγέννητοι), που έχουν και την μικρότερη δυνατότητα επηρεασμού των εξελίξεων.
Για να το δούμε αλλιώς, εάν είχαμε όλοι τα ίδια, και η χώρα μας, δια των κυβερνώντων, μας ζητούσε μία θυσία (από όλους) της τάξης του 5-10%, υπάρχει κανείς που θα αρνιόταν ή δεν θα τα έβγαζε πέρα; Και βέβαια όχι! Πού λοιπόν αρχίζουν οι δυσκολίες; Στο ότι δεν έχουμε όλοι τα ίδια, άρα πρέπει να πληρώσει «ο άλλος», ότι εγώ φοβάμαι ότι εσύ δεν θα πληρώσεις άρα εγώ είμαι το κορόιδο, πράγμα που εμέ τον φιλότιμο πλην ανασφαλή έλληνα με πανικοβάλλει αφάνταστα, κλπ. Γι αυτό, έχω ξαναγράψει και δεν θα κουραστώ να το λέω, οποιαδήποτε προσπάθεια πρέπει να χαρακτηρίζεται από οργανωμένο και συνολικό σχέδιο (για να έχουμε εμπιστοσύνη ότι οι θυσίες θα πιάσουν τελικά τόπο), συλλογικότητα και καθολικότητα, και κοινωνική δικαιοσύνη (έτσι ώστε να αναιρούνται στον μέγιστο βαθμό οι παραπάνω δυσκολίες).
Πως ιεραρχούνται τα προβλήματα, και ποιές δράσεις πρέπει να αναληφθούν; Πάγια πεποίθηση του γράφοντος είναι ότι η ελληνική οικονομία/κοινωνία (δεν μπορούν να ξεχωρισθούν τα δύο) αντιμετωπίζει τριών λογιών αλληλένδετα προβλήματα:
- Έναν δημόσιο τομέα που χρειάζεται επιτακτικά εκ βάθρων ανακαίνιση στην κατεύθυνση της χρηστής και καταστατικής διοίκησης. Σύμπτωμα του προβληματικού δημοσίου τομέα είναι βεβαίως η πολύ γνωστή πια δημοσιονομική κρίση. Ο δημόσιος τομέας πρέπει να ανασυσταθεί στην βάση τεσσάρων αρχών: Πρώτον, σχέσης κόστους-οφέλους: μελετάς ποιά δράση ή υπηρεσία θέλεις να προσφέρεις ως κράτος/κυβέρνηση, και αν την αποφασίσεις, την υπηρετείς με το μίνιμουμ πόρων. Π.χ., αποφασίζεις ότι θέλεις την τάδε υπηρεσία (π.χ. Περιφέρεια), τότε την στελεχώνεις με το ανάλογο δυναμικό που έχουν υπηρεσίες ανάλογου φόρτου εργασίας. Και την κοστολογείς εκ των προτέρων για να δεις αν «βγαίνει». Αυτά όλα δεν σημαίνουν τσεκούρι στις δημόσιες υπηρεσίες, σημαίνουν όμως πειθαρχία, ρεαλιστική κοστολόγηση νέων δράσεων, και ομογενοποίηση ανάμεσα σε υπηρεσίες ως προς την σχέση ανθρώπινου δυναμικού που απασχολούν προς έργο που προσφέρουν. Δεύτερον, κουλτούρα διαφάνειας και απολογισμού σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες με τήρηση βιβλίων, ελέγχους και δεσμευτικούς προϋπολογισμούς, ιδαίτερα σε νομικά πρόσωπα με κάποια αυτονομία από την κεντρική διοίκηση (τοπική αυτοδιοίκηση, ΔΕΚΟ, νοσοκομεία, ανεξάρτητες αρχές). Σε όλες αυτές τις υπηρεσίες, οι δράσεις εξασφαλίζονται με τους τακτικούς προϋπολογισμούς και με έκτακτα κονδύλια που εξασφαλίζονται από την κεντρική διοίκηση για την αντιμετώποιση εκτάκτων αναγκών στην βάση ενδελεχούς μελέτης και διαγωνισμού (π.χ., διατίθενται τόσα κονδύλια για την ανάπτυξη υποδομών στις περιφέρειες, τα παίρνει όποιος δικαιολογήσει καλύτερα την ανάγκη τους και την δυνατότητα καλύτερης χρησιμοποίησής τους – όπως δηλαδή παίρνουμε κονδύλια από την Ευρώπη). Νόμος επιτάσσει τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, διοικητές κλπ. αντιμετωπίζουν ποινικές διώξεις σε περίπτωση ελλειμμάτων. Τρίτον, κουλτούρα υπηρέτη του δημοσίου συμφέροντος ανάμεσα στους δημοσίους υπαλλήλους. Υπάρχουν πάρα πολλοί καλοί και φιλότιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, δυστυχώς όμως πληθαίνουν οι ενδείξεις (με την ευθύνη και άνωθεν) πως η λούφα είναι και καθεστώς και πρωτάθλημα (ο πιο «μάγκας» λουφάρει πιο πολύ). Μαγκιά δεν είναι η λούφα, είναι η δημόσια και κοινωνική προσφορά, και ο/η δημόσιος υπάλληλος οφείλει να δικαιολογεί τους πόρους που παίρνει από το υστέρημα του ελληνικού λαού με την απόδοση ανάλογου έργου. Η Υπηρεσία βοηθάει σε αυτό με την διαρκή αξιολόγηση, την διαβίου επιμόρφωση με σεμινάρια, κλπ, και την αξιοκρατική προαγωγή και μισθολογική διαφοροποίηση. Ο μισθός διαμορφώνεται ανάλογα με τα προσόντα και την δουλειά, αλλά φαινόμενα τύπου γκόλντεν μπόυς αποφεύγονται με την λογική βιογραφικού και την λογική ότι η αμοιβή στελεχών είναι ανάλογη (όχι ίση) της προτέρας αμοιβής στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα. Φυσικά, δεν χρειάζεται να επιστήσουμε προσοχή στην διαφθορά στο δημόσιο που καταπολεμείται αμείλικτα. Οι ανώτατοι δημόσιοι υπάλληλοι είναι απόφοιτοι (και) της Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, ενώ ενθαρρύνεται η όσμωση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα σε αυτό το επίπεδο (στελέχη του ιδιωτικού ή πανεπιστημιακού τομέα μπορούν να αναλαμβάνουν διευθυντικές θέσεις στο δημόσιο). Θεσπίζονται οι θέσεις υφυπουργών β’ που αντικαθιστούν τους σημερινούς γενικούς/ειδικούς γραμματείς, και τις οποίες αναλαμβάνουν είτε ανώτατοι δημόσιοι υπάλληλοι επί θητεία είτε στελέχη του ιδιωτικού τομέα με λογική βιογραφικού - όπως ξεκίνησε να γίνεται με την παρούσα κυβέρνηση. Τέταρτον, τροπολογία στο Σύνταγμα θεσπίζει την αρχή ότι ο κρατικός προϋπολογισμός, που ενσωματώνει κι συνοψίζει όλους τους επί μέρους προϋπολογισμούς των λογής δημοσίων φορέων, πρέπει να είναι ισοσκελισμένος, με δύο επιμέρους εξαιρέσει ή προσαρμογές. Η πρώτη είναι η εξαίρεση των δημοσίων επενδύσεων και εν μέρει ίσως της παιδείας, που αποδίδουν μακροπρόθεσμα άρα δεν μπορούν να ενταχθούν σε βραχυπρόθεσμη λογική, και δεύτερον με την εξαίρεση της επίπτωσης των κυκλικών διακυμάνσεων, δηλαδή ο προϋπολογισμός πρέπει να ισοσκελίζεται στην ολοκλήρωση του οικονομικού κύκλου. Αλλά η βασική αρχή είναι ότι δεν μπορούμε να φορτώνουμε τις μελλοντικές γενιές με την καλοπέραση την δική μας, ούτε επιτρέπεται να σπαταλάμε τους πόρους της χώρας σε τόκους.
- Μία αναιμική, εσωστρεφή οικονομία χαμηλής κεφαλαιοποίησης, παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας, και χαμηλής ποιότητας και προστιθέμενης αξίας προϊόντων, προσανατολισμένης κυρίως σε υπηρεσίες, με ψηλό βαθμό αλληλοακύρωσης των δραστηριοτήτων (π.χ. διαφθορά) είτε αλληλοεπικαλύψεων, κλπ. Σε όλα αυτά, ας προστεθούν και οι προκλήσεις από τις απαραίτητες περιβαλλοντικές προσαρμογές. Έχω γράψει αλλού πιο πολλά. Συνοπτικά, απαιτείται η αναίρεση των παραπάνω αδυναμιών, η αναδιάρθρωση της οικονομίας με λιγότερη κατανάλωση και μεγαλύτερη παραγωγή, αύξηση των αποταμιεύσεων και επενδύσεων, διαρκής αναβάθμιση του τεχνολογικού και ανθρώπινου δυναμικού, περισσότερος προσανατολισμός σε προϊόντα (βιομηχανία, γεωργία) και ειδικά υψηλής ποιότητας και ανταγωνιστικότητας, εξωστρέφεια, έτσι ώστε να υποστηριχθούν τα εισοδήματα και η απασχόληση σε βάθος χρόνου. Πράσινη ανάπτυξη, υψηλής ποιότητας τουρισμός και γεωργία, υποδομές είναι οι αιχμές και προτεραιότητες.
- Προϊούσα ανισοκατανομή του εισοδήματος και πλούτου. Αυτό, το μη αποκλειστικά ελληνικό, φαινόμενο (μάλιστα, η Ελλάδα ίσως έχει από τις μικρότερες ανισοκατανομές στην Ευρώπη) δεν έχει νομίζω τύχει επαρκούς διερεύνησης στην διεθνή βιβλιογραφία. Δεν υπάρχει συμφωνία εάν η προϊούσα ανισοκατανομή οφείλεται στην τεχνολογία (που ενθαρρύνει το ο «νικητής τα παίρνει όλα», π.χ. θα πάρω το δίσκο του καλύτερου τραγουδιστή ενώ κάποτε που δεν υπήρχαν δίσκοι θα πήγαινα να ακούσω τον τοπικό, είτε ευνοεί τους μισθούς της ειδικευμένης εργασίας ενώ συμπιέζει τους μισθούς της ανειδίκευτης), την μετανάστευση (που πιέζει τα χαμηλά εισοδήματα προς τα κάτω ενώ οφελεί όσους βάζουν τους χαμηλόμισθους μετανάστες στην δούλεψή τους), την γενικότερη παγκοσμιοποίηση (που ευνοεί την φυγή κεφαλαίων προς παραδείσους χαμηλότερου κόστους και φορολογίας), είτε πολιτικούς παράγοντες (π.χ. παρακμή των εργατικών συνδικάτων διεθνώς) και άλλες πολιτικές (νεοφιλελευθερισμός, στην Ελλάδα οι πολιτικές των κυβερνήσεων Καραμανλή). Όπως και νάχει το πράγμα, το φαινόμενο είναι δύσκολο να αντιμετωπιστεί και μάλιστα τώρα που απαιτούνται τέτοιες προσαρμογές ενώ το ταμείον είναι μείον.
Αντίθετα, για τους λόγους που περγράφηκαν πιο πάνω αλλά και άλλους, το θέμα των κοινωνικών ανισοτήτων και της κοινωνικής δικαιοσύνης είναι κεφαλαιώδους σημασίας. Από εδώ νομίζω θα κριθεί και τι βαθμού θα είναι οι κοινωνικοί τριγμοί. Η ελληνική κοινωνία αυτή την ώρα μοιάζει σε μεγάλο βαθμό να αντιλαμβάνεται την κρισιμότητα της κατάστασης και να αποδέχεται την ανάγκη για «σκληρό ροκ» προσαρμογής. Όμως ο βαθμός αποδοχής στην πράξη θα κριθεί στην πορεία, και με βασικό κριτήριο, πιστεύω τον βαθμό κοινωνικής δικαιοσύνης που θα χαρακτηρίζει την προσαρμογή στην πράξη, όχι στην εξαγγελία. Εδώ υπάρχει βασικό πρόβλημα, πιστεύω, το πρόβλημα που αποτέλεσε το κίνητρο για να γράψω αυτό το κομμάτι. Μέχρι στιγμής, από όλες τις εξαγγελίες, αυτό που έχει υλοποιηθεί είναι η αύξηση των εμμέσων φόρων στα καύσιμα, ποτά και τσιγάρα, ενώ επίκειται και αύξηση του ΦΠΑ που είναι ίσως το καλύτερο μέτρο άμεσης απόδοσης εσόδων. Όλοι γνωρίζουμε ότι οι έμμεσοι αυτοί φόροι πλήττουν αναλογικά περισσότερο τους ασθενέστερους, ενώ θα δώσουν ώθηση στην ακρίβεια που επίσης πλήττει τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Το περίφημο φορολογικό νομοσχέδιο που θα πατάξει την φοροδιαφυγή ...αναμένεται, ενώ η παράλυση που κατά τα φαινόμενα χαρκτηρίζει τις ΔΟΥ του Υπ. Οικονομικών δεν δημιουργεί και μεγάλη αισιοδοξία ότι η φοροδιαφυγή θα καταπολεμηθεί σε κανένα ουσιαστικό βαθμό. Έτσι, κινδυνεύουμε την κρίση να την πληρώσουν οι ...συνήθεις ύποπτοι, οι μισθωτοί που πάντα πληρώνουν και οι χαμηλόμισθοι. Εφιστάται η προσοχή στην κυβέρνηση, Πρωθυπουργό και Υπουργό Οικονομικών: Η τυχόν αντίληψη από σημαντική μερίδα της κοινωνίας (π.χ. από τις κατηγορίες που αναφέρθηκαν παραπάνω) ότι τα βάρη της κρίσης πέφτουν μονόπαντα θα πυροδοτήσει μη αναστρέψιμο συναίσθημα αγανάκτησης, θυμού, και άρνησης συμμετοχής.
Για τους λόγους αυτούς, επιπρόσθετα προς τα μέτρα περί παγώματος/περικοπών μισθών, επιδομάτων, κλπ., ειναι απαραίτητο να αναληφθούν άμεσα δράσεις στην κατεύθυνση εφαρμογής των εξαγγελιών αλλά και των παραπάνω. Προτείνονται οι εξής:
- Η περικοπή των προϋπολογισμών της Προεδρίας της Δημοκρατίας και της Βουλής κατά 10% για δύο χρόνια. Κορυφαία συμβολικές κινήσεις που θα επιτρέψουν στην Κυβέρνηση να απευθυνθεί στον ελληνικό λαό με περισσότερη αξιοπιστία και πειθώ. Αντίθετα, αν φανεί ότι ζητάμε από άλλους θυσίες αλλά εμείς ευλογούμε τα καλά και συμφέροντα, τότε... (Ειδικά εκείνοι οι 16 μισθοί του υπαλληλικού προσωπικού της Βουλής βγάζουν μάτι! Και γιατί 16 βρε παιδιά, παίζοντας την κολοκυθιά αποφασίσατε τον αριθμό;)
- Άμεση ενασχόληση ειδικευμένου υφυπουργού με τα διοικητικά των ΔΟΥ. Μπαίνει πλαφόν στις ΔΟΥ να αυξήσουν τον αριθμό ελεγχόμενω υποθέσεων κατά 20% σε σχέση με πέρυσι. Οι προϊστάμενοι που δεν πιάνουν τον στόχο αυτό ελέγχονται. Αναβάθμιση ΜΗΚΥΟ και (πρώην) ΣΔΟΕ.
- Ομάδα Διοίκησης Έργου για την αναδιοργάνωση του Δημόσιου Τομέα υπό την ηγεσία Υπουργού Επκρατείας που προηγείται στην ιεραρχία των άλλων Υπουργών (έτσι ώστε όλοι να υποχρεούνται να συνεργαστούν). Προτείνεται ο ρόλος να αναληφθεί από τον πρώην υπουργό Αλέκο Παπαδόπουλο, πρόσωπο εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας, ικανό να αναλάβει αυτή την θέση. Πρώτη προτεραιότητα: Η άμεση απογραφή όλου του υπαλληλικού δυναμικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ανά υπηρεσία. Όποιος δεν προσέλθει να απογραφεί δεν πληρώνεται. Σε δεύτερη φάση, διερυενάται κατά πόσον ομοειδείς υπηρεσίες μέσα σε κάθε υπουργείο απασχολούν όμοιο προσωπικό ή ανάλογο του έργου τους. Σε επόμενη φάση, η σύγκριση αυτή, με δείκτες έργου, κλπ, επεκτείνεται και μεταξύ υπουργείων. Παρεμπιπτόντως, νομίζω το έχω ξαναγράψει, καταρτίζεται ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα (που αναρτάται σε κάθε υπηρεσία) που ενημερώνει σε τι χρονικό διάστημα ο πολίτης πρέπει να αναμένει εύλογα ότι θα διεκπεραιωθεί η υπόθεσή του. Αυτά τα χρονοδιαγράμματα μετά μπορεί να συγκριθούν ανάμεσα σε υπηρεσίες (γιατί στην μία κάνω μία εβομάδα και στην άλλη τρεις μήνες) και ο πολίτης μπορεί να διαμαρτυρηθεί εάν η εξυπηρέτησή του αποκλίνει σημαντικά από αυτό το χρονοδιάγραμμα.
- Τελικά, αναδιαρθρώνεται ο δημόσιος τομέας με μετακινήσεις υπαλλήλων μεταξύ υπουργείων και υπηρεσιών για να καλυφθούν οι ανάγκες με ανάλογους πόρους. Δεν είμαι υπέρ της άρσης της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, και θεωρώ ότι προσλήψεις από εδώ και μπρος πρέπει να γίνονται μόνο στο προσωπικό πρώτης γραμμής (νοσηλευτικό προσωπικό, δασκάλους/καθηγητές, σώματα ασφαλείας, κλπ). Είμαι όμως, ή μάλλον γι αυτό, υπέρ της άρσης του αμετακίνητου μέσα στον δημόσιο τομέα.
- Τέλος, κάποιος να μπει επικεφαλής για να σταματήσει η σπατάλη στο δημόσιο! Να πούμε παραδείγματα για Χριστουγεννιάτικες γιορτές σε οργανισμούς με κόστος δεκάδων χιλιάδων ευρώ; Κρατικά αυτοκίνητα και προσωπικές φρουρές σε νυν και πρώην, αφειδώς συντάξεις σε βουλευτές της μιάς θητείας. Γιατί οι βουλευτές να παίρνουν «βουλευτικές» συντάξεις; Η Βουλή απλά έπρεπε να κολλάει ένσημα (ίσης αξίας ανά έτος υπηρεσίας για όλους) στο Ταμείο που είχε ο κάθε βουλευτής από πριν, είτε σε ιδιωτικό ασφαλιστικό οργανισμό – επιλογή του βουλευτή. Γενικότερα, πόσο μας κοστίζει το πολιτικό προσωπικό της χώρας, εν ενεργεία και συνταξιοδοτημένο; Έχει γίνει τίποτα γενικά για να ελεγχθεί η σπατάλη;
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μπαίνουμε σε νέα φάση στην μεταπολιτευτική ζωή της Ελλάδας, με πολλές προκλήσεις μπροστά μας. Αλλά ο γράφων δηλώνει ρομαντικός: Η Ελλάδα συλλογικά μπορεί να κάνει δύο βήματα πίσω για κάποιο, αρκετό έστω, χρονικό διάστημα, έτσι ώστε να θεραπεύσει τα σημερινά προβλήματα και να αναγεννηθεί σε μία πορεία μελλοντικής ισχυρότερης οικονομίας και κοινωνικής δικαιοσύνης, που θα στηρίζει την ανάπτυξη και πλατιά ευημερία σε βάθος χρόνου. Θα πω κάτι που ίσως ακουστεί λίγο μακιαβελλικό. Ίσως είναι καλύτερα έτσι. Χωρίς την παρούσα κρίση, κάτι θα κουτσο-διορθώναμε απ’ εδώ, κάτι επ’ εκεί, όμως τα πράγματα δεν θα άλλαζαν. Τώρα δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για πιο ριζικές τομές. Είναι στο χέρι της κυβέρνησης Παπανδρέου και του ίδιου το πρωθυπουργού προσωπικά να μετατρέψουν την κρίση σε ευκαιρία. Δεν έχουν άλλη επιλογή απέναντι στην χώρα και την ιστορία – και μπορεί κανείς να πει ούτε και στον εαυτό τους, διότι ασφαλώς παίζεται και των ίδιων η καριέρα. Αλλά για να προχωρήσουμε, χρειάζεται αποφασιστικότητα, οργάνωση, και υλοποίηση. Υλοποίηση με μέθοδο και εκ του σύνεγγυς παρακολούθηση – ο από πάνω στον από κάτω, από την κορυφή έως την βάση του οικοδομήματος. Οι παραπάνω σημειώσεις, που δεν διεκδικούν καμμιά πρωτοτυπία (αυτές τις μέρες γράφτηκαν διάφορα σχετικά), έγιναν μεν σε κριτικό τόνο αλλά έχουν σαν μόνο στόχο να βοηθήσουν να μπουν οι σκαλωσιές για να ξεκινήσει η ανασυγκρότηση.
Saturday, 23 January 2010
Ομπάμα
Εν αρχή ην ο λόγος. Και ο Μπαράκ Ομπάμα ήταν η κατ’ εξοχήν ενσάρκωση του λόγου, όχι μόνον ως λόγου-ομιλίας, αλλά και, πρωτίστως, ως λόγου-λογικής. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ είναι κορυφαίο παράδειγμα εμπνευσμένου αλλά και μετριοπαθούς, εσωτερικά φλογισμένου αλλά και και μειλίχιου, πολιτικού, με τον ανάλογο και προσήκοντα λόγο. Τι συμβαίνει λοιπόν και μόλις ένα χρόνο από την ανάληψη της Προεδρίας εκ μέρους του η ελπίδα που τον συνοδεύει λιγοστεύει τόσο δραματικά σχεδόν όσο και γεννήθηκε κατά την προεκλογική του εκστρατεία;
Αυτές τις μέρες διάβασα δύο (μεταξύ άλλων) ενδιαφέροντα άρθρα για τον Ομπάμα στον Βρετανικό Γκάρντιαν που έθεταν πάνω-κάτω τα ίδια ερωτήματα. Στο ένα, ο διευθυντής της Αμερικανικής έκδοσης του Γκάρντιαν Μάικλ Τομάσκυ (Tomasky) ανέλυε τα μειονεκτήματα του πολιτικού συστήματος στις ΗΠΑ, όπου ναι μεν παραδοσιακά οι γερουσιαστές και βουλευτές ψήφιζαν ανεξάρτητα, δηλαδή πολλές φορές έξω από κομματικές γραμμές, αυτό όμως από την άλλη σήμαινε ότι δεν ελέγχονταν κομματικά. Με τον Ομπάμα όμως εμφανίζεται το νέο φαινόμενο ότι ενώ σχεδόν κανένας από τους Ρεπουμπλικανούς δεν φαίνεται διατεθειμένος να στηρίξει τις νομοθετικές πρωτοβουλίες του Προέδρου, και οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται απρόθυμοι χωρίς να γίνουν παραχωρήσεις. Με αποτέλεσμα, η Προεδρία δυσκολεύεται να βρει την απαιτούμενη πλειοψηφία, έτσι ώστε ο οριακός γερουσιαστής (δηλαδή, ο 60ς) ή βουλευτής να είναι σε θέση κυριολεκτικά να υπαγορεύει όρους για να ψηφίσει υπέρ. Έτσι, επέρχεται νομοθετική παράλυση. Σε αυτό πρέπει και να προστεθεί και τρόπος εκλογής των βουλευτών και γερουσιαστών, με την εξάρτηση από τα κέντρα χρηματοδότησης, τα λόμπυ και την έμφαση στις προτιμήσεις του μέσου ψηφοφόρου. Το πολιτικό – εκλογικό σύστημα δηλαδή βυθίζει την χώρα στο τέλμα και την στασιμότητα. Ένας δεύτερος βασικός λόγος κατά τον Τομάσκυ είναι ότι ο μέσος Αμερικανός ψηφοφόρος είναι κατά βάση συντηρητικός – ίσως όχι απαραίτητα Ρεπουμπλικανός, αλλά κοινωνικά συντηρητικός. Έτσι, οι αλλαγές που προτείνει ο Ομπάμα δεν είναι αποδεκτές και ο κόσμος στρέφεται εναντίον του.
Το δεύτερο αρθρο ήταν γραμμένο από τον Γκάρυ Γιάνγκ (Younge), ανταποκριτή του Γκάρντιαν στην «πίσω» Αμερική, δηλαδή όχι τόσο στους διαδρόμους της Ουάσιγκτον όσο στις μικρές πόλεις και επαρχίες. Ευφυής και οξυδερκής παρατηρητής, ο Γιάνγκ πιάνει τον παλμό των τοπικών κοινωνιών που στενάζουν από την αποβιομηχάνιση, την φτώχεια και την κοινωνική περιθωριοποίηση, και στις οποίες βράζει υπόκωφα ο θυμός. Συμφωνεί κατά βάση με την θέση ότι το πολιτικό σύστημα παράγει στασιμότητα και παράλυση, αλλά καταλήγει ότι ο κόσμος που τόσο πανηγυρικά ψήφισε τον Ομπάμα ήταν μεν αντι-Μπους αλλά όχι αριστερών ή προοδευτικών διαθέσεων (liberal – φιλελεύθερος). Ο ενθουσιασμός προκλήθηκε επειδή πολλοί ψηφοφόροι «διάβασαν» στην έξυπνη προεκλογική ρητορική του Ομπάμα περί αλλαγής ελπίδας οράματα και υποσχέσεις που ποτέ δεν έδωσε. (Ο Ομπάμα σύμφωνα με τον Γιάνγκ έχει ακολουθήσει με συνέπεια κεντρώα γραμμή, τόσο στην προεκλογική του εκστρατεία όσο και στην προεδρία.) Η ψήφος στον Ομπάμα, καταλήγει ο Γιανγκ, ήταν περισσότερο ψήφος ενάντια στο κατεστημένο και την νίκη του την χάρισαν οι ανεξάρτητοι. Το συμπέρασμα είναι ότι η απογοήτευση οφείλεται στην ιδεολογική πόλωση που διώχνει τους ψηφοφόρους από τον μεσαίο χώρο που αντιπροσωπεύει, φύσει και θέσει, από πεποίθηση αλλά και ιδιοσυγκρασία, ο Ομπάμα.
Άς επιτραπεί εδώ και μία προσωπική άποψη (που διάβασα άλωστε και αλλού), ότι δηλαδή αν λάβει κανείς υπ’ όψη το πολιτικό σύστημα που δημιουργεί παράλυση, όπως λέγαμε παραπάνω, ο Ομπάμα μέχρι στιγμής δεν τα έχει πάει καθόλου άσχημα. Κινήθηκε πολύ γρήγορα, εκμεταλλευόμενος το πολύ σοφό κενό μεταξύ εκλογής και ανάληψης της Προεδρίας. Απεσόβησε την δυνατότητα η οικονομική κρίση να μετατραπεί σε τσουνάμι τέτοιας έκτασης που να δημιουργήσει συνθήκες Μεσοπολέμου. Έχει προσπαθήσει να βάλει σε διαφορετικές βάσεις τις σχέσεις των ΗΠΑ με τον ισλαμικό κόσμο, την Ρωσία, το Ιράν, και το Ισραήλ/Παλαιστίνη, με αμφίβολα μέχρι στιγμής αποτελέσματα που δεν είναι όμως δικό του φταίξιμο. Κληρονόμησε δύο πολεμικά μέτωπα, από το ένα εκ των οποίων απαγκιστρώνεται, το δε άλλο συνεχίζει γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Στο θέμα του συστήματος υγείας προσπαθεί με νύχια και δόντια να περάσει ένα σύστημα που θα είναι η μεγαλύτερη καινοτομία στον κοινωνικό τομέα τα τελευταία σαράντα χρόνια, και με βάσιμες πιθανότητες μέχρι πριν εκλεγεί ο κούκλαρος Ρεπουμπλικάνος στην Μασαχουσέτη. Στο περιβάλλον προσπαθεί, σε μία χώρα με εξάρτηση από την «γκασολίνη» (όπως όλες άλλωστε) και σε έναν τομέα εξαιρετικά δύσκολο και εσωτερικά και στην διεθνή σκακιέρα. Μόλις προχτές έγιναν γνωστές και οι νέες του πρωτοβουλίες για την αναμόρφωση των τραπεζών. Δηλαδή, ένα μόνο μέρος αυτών των πρωτοβουλιών να ευοδωθεί, η ιστορία θα μιλήσει για μία προεδρία γενναίων και ρηξικέλευθων μεταρυθμίσεων.
Το κλίμα αμφισβήτησης, καλλιεργούμενο τεχνηέντως και από μερίδα των μίντια, θα πρέπει να αποδοθεί ίσως στην απογοήτευση (ή μήπως σύγχυση είναι η σωστότερη λέξη;) των μεσαίων και ανεξάρτητων, οφειλόμενη στην πολιτική και ιδεολογική πόλωση, όπως υποστηρίζει ο Γιανγκ. Οι κοινωνιολόγοι, πολιτικοί κλπ. αναλυτές θα μας πουν αν η πόλωση αυτή οφείλεται στην κυνική αντεπίθεση των λογής-λογής συντηρητικών (ενώ οργανωμένη ηγεσία δεν δείχνει να υπάρχει) και στο ότι ακριβώς ο Ομπάμα προτίθεται να μην είναι ένας διακοσμητικός Πρόεδρος, αλλά να αναλάβει πρωτοβουλίες. Ή εάν η οργή και αγανάκτηση έχουν φουντώσει στο εκλογικό σώμα (που εξακολουθεί να δοκιμάζεται από την ύφεση και την ανεργία, και μαζί την αποβιομηχάνιση και φτωχοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, ενώ οι τράπεζες ξαναρχίζουν να διανέμουν προκλητικά μπόνους) – οργή που μέσα στην «βοή της αγοράς», στρέφεται εναντίον κάθε κυβερνητικής πρωτοβουλίας και εναντίον του σοσιαλισμού που υποτίθεται ότι προσπαθεί να εγκαθιδρύσει ο Ομπάμα. [Παρενθετικά, πολύ ενδιαφέρον (δυσάρεστο ενδιαφέρον) έχει να διαβάσει κανείς τις ανταποκρίσεις για το λεγόμενο «κίνημα του τσαγιού» (tea party movement) που φαίνεται να βρίσκεται σε άνοδο και που κατά την γνώμη μου αποτελεί ένα πρωτο-φασιστικό κίνημα.] Μία άλλη σκέψη είναι ότι όλη αυτή η απογοήτευση είναι προϊόν μιάς Αμερικής που βρίσκεται υπό πίεση – εσωτερικά με την οικονομία αλλά και στην διεθνή σκακιέρα και στις συνθήκες ασφάλειας. Μιά πιο σίγουρη ίσως σκέψη είναι ότι αυτές οι δραματικές μετατοπίσεις των διαθέσεων του εκλογικού σώματος μαρτυρούν σύγχυση και μία κοινωνία που «δεν ξέρει τι θέλει», που δυσκολεύεται να κυβερνηθεί. Έρχεται στο μυαλό η Γαλλική εμπειρία προ ετών όταν οι Σοσιαλιστές με τον Λιονέλ Ζοσπέν αναδείχθηκαν κυβέρνηση (το 1997 νομίζω) ενώ δύο μόλις χρόνια αργότερα ο ίδιος ο Ζοσπέν ήρθε τρίτος στις προεδρικές εκλογές πίσω από τον Λεπέν.
Θα συμφωνήσω δε απόλυτα με τον Ρ. Σωμερίτη που έγραψε στο ΒΗΜΑ την περασμένη Κυριακή ότι οι δυσκολίες του Ομπάμα προοιωνίζονται το τέλος της στρατηγικής των συναινέσεων, στρατηγικής που πολλοί (συμπεριλαμβανομένου του γράφοντος) είχαν υποστηρίξει ως πρέπουσας και για την Ελλάδα. Η συναίνεση απαιτεί καλή θέληση και διάθεση συνεργασίας, που τελικά σπανίζουν στην πολιτική αλλά ίσως και στην κοινωνία. Ο μεσαίος χώρος είναι ο πιό δύσκολος να κρατηθεί, αυτό ήταν γνωστό, όμως ξενίζει η τόσο έντονη δυναμική της πόλωσης που αναδεικνύεται στην Αμερική. Ίσως το πιο υπαρξιακά θεμελιακό ερώτημα να είναι να ορίσουμε τον εαυτό μας, που είναι όμως και το πιο δύσκολο. Ετσι καταφεύγουμε στην αντιπαλότητα για να αυτο-ορισθούμε μέσω της αντιδιαστολής με άλλους. Η δε αντιπαλότητα και αντιδιαστολή είναι πιο σαφής και ορισμένη όταν βρίσκομαι στο ένα άκρο του φάσματος (ασχέτως ποιό) παρά στην μέση.
Έχουν σημασία όλ’ αυτά για την Ελλάδα; Ασφαλώς και έχουν! Θα συμφωνήσω απόλυτα με τον Δ. Μητρόπουλο που έγραψε στα ΝΕΑ τις προάλλες ότι υπάρχουν αναλογίες με το ΠΑΣΟΚ και τον Γ. Παπανδρέου, που ενδεχομένως καταλαμβάνουν τον ίδιο πάνω-κάτω χώρο στο πολιτικό φάσμα και εξελέγησαν το ίδιο πανηγυρικά εν μέσω κρίσεων στην χώρα μας. Οι αναλογίες σταματούν όταν σκεφτούμε πόσο γρήγορα και οργανωμένα κινήθηκε ο Ομπάμα, ενώ η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ μαστίζεται από παρατεινόμενες αρρώστιες της παιδικής ηλικίας. Επίσης, η κατάσταση στην Ελλάδα είναι πιο κρίσιμη με το δημοσιονομικό πρόβλημα που όλο και εντείνεται. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο Μπαράκ Ομπάμα, πέρα από τις πολιτικές και ψυχολογικές επιπτώσεις που θα έχουν σε όλους του όμορους πολιτικά χώρους στην Ευρώπη, δεν προαλείφονται τίποτα θετικό για την Ελλάδα. Είναι τουλάχιστον μία εμπειρία που προηγείται μερικών μηνών της ελληνικής, και από την οποία η νέα ελληνική κύβερνηση μπορεί να διδαχθεί. Κατά την γνώμη μου, τα διδάγματα είναι ότι απαιτείται (α) αποφασιστικότητα, συνδυασμένη με σύνεση, όμως πάνω και πέρ’ απ’ όλα αποφασιστικότητα, ο πολιτικός χρόνος ως γνωστόν έχει συντμηθεί στο έπακρον, (β) σαφές σχέδιο και σαφής έννοια προτεραιτήτων (Ο Ομπάμα μπορεί να κατηγορηθεί ότι άνοιξε όλα τα μέτωπα μαζί, ο Γ. Παπανδρέου επίσης - γιατί επείγε τόσο πολύ ο Καλλικράτης, καλός είναι σε γενικές γραμμές, δεν λέω, όμως δεν φτάνουνε όλα τ’ άλλα σ’ αυτή την φάση; Και γιατί τα τόσα ταξίδια στο εξωτερικό, εκεί είναι τώρα τα μέτωπα που καίνε;) Τέλος (γ) να αναζητηθούν τρόποι να περάσει το μήνυμα στην ελληνική κοινωνία ότι ήρθε η ώρα των θυσιών με καθολικότητα και κοινωνικά δίκαιο τρόπο.
Αυτές τις μέρες διάβασα δύο (μεταξύ άλλων) ενδιαφέροντα άρθρα για τον Ομπάμα στον Βρετανικό Γκάρντιαν που έθεταν πάνω-κάτω τα ίδια ερωτήματα. Στο ένα, ο διευθυντής της Αμερικανικής έκδοσης του Γκάρντιαν Μάικλ Τομάσκυ (Tomasky) ανέλυε τα μειονεκτήματα του πολιτικού συστήματος στις ΗΠΑ, όπου ναι μεν παραδοσιακά οι γερουσιαστές και βουλευτές ψήφιζαν ανεξάρτητα, δηλαδή πολλές φορές έξω από κομματικές γραμμές, αυτό όμως από την άλλη σήμαινε ότι δεν ελέγχονταν κομματικά. Με τον Ομπάμα όμως εμφανίζεται το νέο φαινόμενο ότι ενώ σχεδόν κανένας από τους Ρεπουμπλικανούς δεν φαίνεται διατεθειμένος να στηρίξει τις νομοθετικές πρωτοβουλίες του Προέδρου, και οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται απρόθυμοι χωρίς να γίνουν παραχωρήσεις. Με αποτέλεσμα, η Προεδρία δυσκολεύεται να βρει την απαιτούμενη πλειοψηφία, έτσι ώστε ο οριακός γερουσιαστής (δηλαδή, ο 60ς) ή βουλευτής να είναι σε θέση κυριολεκτικά να υπαγορεύει όρους για να ψηφίσει υπέρ. Έτσι, επέρχεται νομοθετική παράλυση. Σε αυτό πρέπει και να προστεθεί και τρόπος εκλογής των βουλευτών και γερουσιαστών, με την εξάρτηση από τα κέντρα χρηματοδότησης, τα λόμπυ και την έμφαση στις προτιμήσεις του μέσου ψηφοφόρου. Το πολιτικό – εκλογικό σύστημα δηλαδή βυθίζει την χώρα στο τέλμα και την στασιμότητα. Ένας δεύτερος βασικός λόγος κατά τον Τομάσκυ είναι ότι ο μέσος Αμερικανός ψηφοφόρος είναι κατά βάση συντηρητικός – ίσως όχι απαραίτητα Ρεπουμπλικανός, αλλά κοινωνικά συντηρητικός. Έτσι, οι αλλαγές που προτείνει ο Ομπάμα δεν είναι αποδεκτές και ο κόσμος στρέφεται εναντίον του.
Το δεύτερο αρθρο ήταν γραμμένο από τον Γκάρυ Γιάνγκ (Younge), ανταποκριτή του Γκάρντιαν στην «πίσω» Αμερική, δηλαδή όχι τόσο στους διαδρόμους της Ουάσιγκτον όσο στις μικρές πόλεις και επαρχίες. Ευφυής και οξυδερκής παρατηρητής, ο Γιάνγκ πιάνει τον παλμό των τοπικών κοινωνιών που στενάζουν από την αποβιομηχάνιση, την φτώχεια και την κοινωνική περιθωριοποίηση, και στις οποίες βράζει υπόκωφα ο θυμός. Συμφωνεί κατά βάση με την θέση ότι το πολιτικό σύστημα παράγει στασιμότητα και παράλυση, αλλά καταλήγει ότι ο κόσμος που τόσο πανηγυρικά ψήφισε τον Ομπάμα ήταν μεν αντι-Μπους αλλά όχι αριστερών ή προοδευτικών διαθέσεων (liberal – φιλελεύθερος). Ο ενθουσιασμός προκλήθηκε επειδή πολλοί ψηφοφόροι «διάβασαν» στην έξυπνη προεκλογική ρητορική του Ομπάμα περί αλλαγής ελπίδας οράματα και υποσχέσεις που ποτέ δεν έδωσε. (Ο Ομπάμα σύμφωνα με τον Γιάνγκ έχει ακολουθήσει με συνέπεια κεντρώα γραμμή, τόσο στην προεκλογική του εκστρατεία όσο και στην προεδρία.) Η ψήφος στον Ομπάμα, καταλήγει ο Γιανγκ, ήταν περισσότερο ψήφος ενάντια στο κατεστημένο και την νίκη του την χάρισαν οι ανεξάρτητοι. Το συμπέρασμα είναι ότι η απογοήτευση οφείλεται στην ιδεολογική πόλωση που διώχνει τους ψηφοφόρους από τον μεσαίο χώρο που αντιπροσωπεύει, φύσει και θέσει, από πεποίθηση αλλά και ιδιοσυγκρασία, ο Ομπάμα.
Άς επιτραπεί εδώ και μία προσωπική άποψη (που διάβασα άλωστε και αλλού), ότι δηλαδή αν λάβει κανείς υπ’ όψη το πολιτικό σύστημα που δημιουργεί παράλυση, όπως λέγαμε παραπάνω, ο Ομπάμα μέχρι στιγμής δεν τα έχει πάει καθόλου άσχημα. Κινήθηκε πολύ γρήγορα, εκμεταλλευόμενος το πολύ σοφό κενό μεταξύ εκλογής και ανάληψης της Προεδρίας. Απεσόβησε την δυνατότητα η οικονομική κρίση να μετατραπεί σε τσουνάμι τέτοιας έκτασης που να δημιουργήσει συνθήκες Μεσοπολέμου. Έχει προσπαθήσει να βάλει σε διαφορετικές βάσεις τις σχέσεις των ΗΠΑ με τον ισλαμικό κόσμο, την Ρωσία, το Ιράν, και το Ισραήλ/Παλαιστίνη, με αμφίβολα μέχρι στιγμής αποτελέσματα που δεν είναι όμως δικό του φταίξιμο. Κληρονόμησε δύο πολεμικά μέτωπα, από το ένα εκ των οποίων απαγκιστρώνεται, το δε άλλο συνεχίζει γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Στο θέμα του συστήματος υγείας προσπαθεί με νύχια και δόντια να περάσει ένα σύστημα που θα είναι η μεγαλύτερη καινοτομία στον κοινωνικό τομέα τα τελευταία σαράντα χρόνια, και με βάσιμες πιθανότητες μέχρι πριν εκλεγεί ο κούκλαρος Ρεπουμπλικάνος στην Μασαχουσέτη. Στο περιβάλλον προσπαθεί, σε μία χώρα με εξάρτηση από την «γκασολίνη» (όπως όλες άλλωστε) και σε έναν τομέα εξαιρετικά δύσκολο και εσωτερικά και στην διεθνή σκακιέρα. Μόλις προχτές έγιναν γνωστές και οι νέες του πρωτοβουλίες για την αναμόρφωση των τραπεζών. Δηλαδή, ένα μόνο μέρος αυτών των πρωτοβουλιών να ευοδωθεί, η ιστορία θα μιλήσει για μία προεδρία γενναίων και ρηξικέλευθων μεταρυθμίσεων.
Το κλίμα αμφισβήτησης, καλλιεργούμενο τεχνηέντως και από μερίδα των μίντια, θα πρέπει να αποδοθεί ίσως στην απογοήτευση (ή μήπως σύγχυση είναι η σωστότερη λέξη;) των μεσαίων και ανεξάρτητων, οφειλόμενη στην πολιτική και ιδεολογική πόλωση, όπως υποστηρίζει ο Γιανγκ. Οι κοινωνιολόγοι, πολιτικοί κλπ. αναλυτές θα μας πουν αν η πόλωση αυτή οφείλεται στην κυνική αντεπίθεση των λογής-λογής συντηρητικών (ενώ οργανωμένη ηγεσία δεν δείχνει να υπάρχει) και στο ότι ακριβώς ο Ομπάμα προτίθεται να μην είναι ένας διακοσμητικός Πρόεδρος, αλλά να αναλάβει πρωτοβουλίες. Ή εάν η οργή και αγανάκτηση έχουν φουντώσει στο εκλογικό σώμα (που εξακολουθεί να δοκιμάζεται από την ύφεση και την ανεργία, και μαζί την αποβιομηχάνιση και φτωχοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, ενώ οι τράπεζες ξαναρχίζουν να διανέμουν προκλητικά μπόνους) – οργή που μέσα στην «βοή της αγοράς», στρέφεται εναντίον κάθε κυβερνητικής πρωτοβουλίας και εναντίον του σοσιαλισμού που υποτίθεται ότι προσπαθεί να εγκαθιδρύσει ο Ομπάμα. [Παρενθετικά, πολύ ενδιαφέρον (δυσάρεστο ενδιαφέρον) έχει να διαβάσει κανείς τις ανταποκρίσεις για το λεγόμενο «κίνημα του τσαγιού» (tea party movement) που φαίνεται να βρίσκεται σε άνοδο και που κατά την γνώμη μου αποτελεί ένα πρωτο-φασιστικό κίνημα.] Μία άλλη σκέψη είναι ότι όλη αυτή η απογοήτευση είναι προϊόν μιάς Αμερικής που βρίσκεται υπό πίεση – εσωτερικά με την οικονομία αλλά και στην διεθνή σκακιέρα και στις συνθήκες ασφάλειας. Μιά πιο σίγουρη ίσως σκέψη είναι ότι αυτές οι δραματικές μετατοπίσεις των διαθέσεων του εκλογικού σώματος μαρτυρούν σύγχυση και μία κοινωνία που «δεν ξέρει τι θέλει», που δυσκολεύεται να κυβερνηθεί. Έρχεται στο μυαλό η Γαλλική εμπειρία προ ετών όταν οι Σοσιαλιστές με τον Λιονέλ Ζοσπέν αναδείχθηκαν κυβέρνηση (το 1997 νομίζω) ενώ δύο μόλις χρόνια αργότερα ο ίδιος ο Ζοσπέν ήρθε τρίτος στις προεδρικές εκλογές πίσω από τον Λεπέν.
Θα συμφωνήσω δε απόλυτα με τον Ρ. Σωμερίτη που έγραψε στο ΒΗΜΑ την περασμένη Κυριακή ότι οι δυσκολίες του Ομπάμα προοιωνίζονται το τέλος της στρατηγικής των συναινέσεων, στρατηγικής που πολλοί (συμπεριλαμβανομένου του γράφοντος) είχαν υποστηρίξει ως πρέπουσας και για την Ελλάδα. Η συναίνεση απαιτεί καλή θέληση και διάθεση συνεργασίας, που τελικά σπανίζουν στην πολιτική αλλά ίσως και στην κοινωνία. Ο μεσαίος χώρος είναι ο πιό δύσκολος να κρατηθεί, αυτό ήταν γνωστό, όμως ξενίζει η τόσο έντονη δυναμική της πόλωσης που αναδεικνύεται στην Αμερική. Ίσως το πιο υπαρξιακά θεμελιακό ερώτημα να είναι να ορίσουμε τον εαυτό μας, που είναι όμως και το πιο δύσκολο. Ετσι καταφεύγουμε στην αντιπαλότητα για να αυτο-ορισθούμε μέσω της αντιδιαστολής με άλλους. Η δε αντιπαλότητα και αντιδιαστολή είναι πιο σαφής και ορισμένη όταν βρίσκομαι στο ένα άκρο του φάσματος (ασχέτως ποιό) παρά στην μέση.
Έχουν σημασία όλ’ αυτά για την Ελλάδα; Ασφαλώς και έχουν! Θα συμφωνήσω απόλυτα με τον Δ. Μητρόπουλο που έγραψε στα ΝΕΑ τις προάλλες ότι υπάρχουν αναλογίες με το ΠΑΣΟΚ και τον Γ. Παπανδρέου, που ενδεχομένως καταλαμβάνουν τον ίδιο πάνω-κάτω χώρο στο πολιτικό φάσμα και εξελέγησαν το ίδιο πανηγυρικά εν μέσω κρίσεων στην χώρα μας. Οι αναλογίες σταματούν όταν σκεφτούμε πόσο γρήγορα και οργανωμένα κινήθηκε ο Ομπάμα, ενώ η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ μαστίζεται από παρατεινόμενες αρρώστιες της παιδικής ηλικίας. Επίσης, η κατάσταση στην Ελλάδα είναι πιο κρίσιμη με το δημοσιονομικό πρόβλημα που όλο και εντείνεται. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο Μπαράκ Ομπάμα, πέρα από τις πολιτικές και ψυχολογικές επιπτώσεις που θα έχουν σε όλους του όμορους πολιτικά χώρους στην Ευρώπη, δεν προαλείφονται τίποτα θετικό για την Ελλάδα. Είναι τουλάχιστον μία εμπειρία που προηγείται μερικών μηνών της ελληνικής, και από την οποία η νέα ελληνική κύβερνηση μπορεί να διδαχθεί. Κατά την γνώμη μου, τα διδάγματα είναι ότι απαιτείται (α) αποφασιστικότητα, συνδυασμένη με σύνεση, όμως πάνω και πέρ’ απ’ όλα αποφασιστικότητα, ο πολιτικός χρόνος ως γνωστόν έχει συντμηθεί στο έπακρον, (β) σαφές σχέδιο και σαφής έννοια προτεραιτήτων (Ο Ομπάμα μπορεί να κατηγορηθεί ότι άνοιξε όλα τα μέτωπα μαζί, ο Γ. Παπανδρέου επίσης - γιατί επείγε τόσο πολύ ο Καλλικράτης, καλός είναι σε γενικές γραμμές, δεν λέω, όμως δεν φτάνουνε όλα τ’ άλλα σ’ αυτή την φάση; Και γιατί τα τόσα ταξίδια στο εξωτερικό, εκεί είναι τώρα τα μέτωπα που καίνε;) Τέλος (γ) να αναζητηθούν τρόποι να περάσει το μήνυμα στην ελληνική κοινωνία ότι ήρθε η ώρα των θυσιών με καθολικότητα και κοινωνικά δίκαιο τρόπο.
Tuesday, 19 January 2010
Πρόγραμμα Καλλικράτης
Σκοπός αυτού το σημειώματος είναι να παρουσιάσει κάποιες γενικές παρατηρήσεις πάνω στο προτεινόμενο προσχέδιο-κείμενο διαβούλευσης του Προγράμματος «Καλλικράτης». Η γενική μου εντύπωση είναι ότι το (προ)σχέδιο κινείται στην σωστή κατεύθυνση καθώς αποκεντρώνει εξουσίες και δραστηριότητες της κεντρικής διοίκησης, δίνει την δυνατότητα στις περιφέρειες και τους δήμους για άσκηση συνολικότερης και ουσιαστικότερης πολιτικής, και, αξιοποιώντας τις οικονομίες κλίμακας, (δυνάμει) μειώνει τους πόρους που απορροφά η τοπική αυτοδιοίκηση με ταυτόχρονη αύξηση/βελτίωση του παρεχόμενου έργου και υπηρεσιών. Οι παρακάτω παρατηρήσεις, χωρίς να έχουν την φιλοδοξία της συνολικής προσέγγισης, αποσκοπούν στο να βοηθήσουν να βελτιωθούν κάποιες ατέλειες του όλου εγχειρήματος.
- Το κείμενο της διαβούλευσης είναι ωραίο ως γενικό σχέδιο, έχω όμως την εντύπωση ότι δεν είναι αρκούντως συγκεκριμένο σε ορισμένα σημεία. Δεν δίδεται σαφής εικόνα του ποιές δραστηριότητες θα μεταφερθούν από την κεντρική διοίκηση στις περιφέρειες - αναφέρονται σε ένα-δύο σημεία (ενδεικτικά) οι πολιτικές δασών, υποδομών και μετανάστευσης, αλλά για αυτές μόνο γίνεται όλη η φασαρία; Ίσως μεγαλύτερη ασάφεια επικρατεί στα των δήμων, εκτός από τα ΚΕΠ. Τι άλλες δραστηριότητες αναμένεται να αναπτύξουν οι νέοι δήμοι; Τι προσωπικό αναμένεται να έχουν μία τυπική περιφέρεια και ένας τυπικός δήμος; Τι ποσοστό των εσόδων/δαπανών της γενικής κυβέρνησης αναμένεται να μεταφερθεί (έστω προοπτικά) στους ΟΤΑ των δύο επιπέδων; Τι ποσοστό του δημοσιοϋπαλληλικού δυναμικού αναμένεται να απασχολείται στους ΟΤΑ; Πως θα γίνει η μετακίνηση προσωπικού ανάμεσα στις δύο βαθμίδες και την κεντρική διοίκηση ώστε να επιτευχθούν οι επιθυμητές αναλογίες; (Ας μου συγχωρηθεί εάν κάποια από αυτά τα θέματα ρυθμίζονται αλλά εγώ λόγω βιασύνης δεν το πρόσεξα!) Λεπτομέρειες θα πει κανείς, που θα καθορισθούν στην πορεία. Όμως αν δεν καθορισθούν από την αρχή, βάζουν σε κίνδυνο θεμελιακούς στόχους του προγράμματος, όπως είναι η μείωση του «κράτους» αλλά και η ενότητα της υφής και της ποιότητας της κρατικής διοίκησης.
- ‘Ενα δεύτερο μεγάλο θέμα που πρέπει να διασφαλισθεί είναι ο έλεγχος στα διοικητικά και οικονομικά και των δύο βαθμίδων. Με έλλειψη κουλτούρας ανοιχτής διακυβέρνησης, διαφάνειας και αποτελεσματικότητας, και με τις αναπόφευκτες αγκυλώσεις που προκύπτουν από τις στενότερες προσωπικές διασυνδέσεις, οι ΟΤΑ των διευρυμένων εξουσιών και πόρων μπορούν πιθανότατα να αποτελέσουν και διευρυμένες εστίες κακοδιαχείρισης. Δεν νομίζω πως ο έλεγχος από την κεντρική διοίκηση, όπως προβλέπεται, είναι αρκετός. Τέτοιος έλεγχος είναι επίσης και δαπανηρός – φτιάχνουμε διευρυμένες δομές σε περιφερειακό/τοπικό επίπεδο, και μετά άλλες τόσες σε κεντρικό επίπεδο για να ελέγχουν τις πρώτες. Ο έλεγχος πρέπει να γίνεται πρωτίστως εσωτερικά, να διαποτίζει τους ΟΤΑ. Ασκείται από μία εσωτερική επιθεώρηση σε επίπεδο Περιφέρειας, της οποίας προϊσταται ανώτατος δικαστής αποσπασμένος από την Δικαιοσύνη. Οι δε διοικητικές υπηρεσίες πάλι της Περιφέρειας διευθύνονται από ανώτατο δημόσιο υπάλληλο αποσπασμένο από την κεντρική διοίκηση. Όλο το νέο υπαλληλικό δυναμικό των ΟΤΑ, όσο δηλαδή δεν καλυφθεί από μετατάξεις, προσλαμβάνεται μέσω ΑΣΕΠ.
- Τα οικονομικά των ΟΤΑ είναι ένα άλλο κεφαλαιώδες και ακανθώδες ζήτημα. Για τους ίδιους λόγους όπως και παραπάνω, ελλοχεύουν και εδώ οι ίδιοι κίνδυνοι. Προτείνονται, πρώτον, η σύνταξη δεσμευτικών προϋπολογισμών σε επίπεδο περιφέρειας οι οποίοι προηγούνται της σύνταξης του εθνικού προϋπολογισμού, και δεύτερο, η απαίτηση να μην μπορούν οι ΟΤΑ να δημιουργούν ελλείμματα. Στα θέματα που δικαιολογείται η δημιουργία ελλειμμάτων, όπως οι επενδύσεις σε υποδομές, κεφαλαιουχικό εξοπλισμό κλπ, θα διατίθενται κεφάλαια από την κεντρική κυβέρνηση με τις ίδιες διαδικασίες που ισχύουν και για τα ευρωπαϊκά προγράμματα, δηλαδή με διαγωνισμό ύστερα από σύνταξη μελέτης και με συγκεκριμένα κριτήρια. Έτσι θα δοθεί και το κίνητρο και το σήμα στους ΟΤΑ ότι τα πράγματα γίνονται με συγκεκριμένες διαδικασίες και καταστατικό τρόπο.
- Το τελευταίο θέμα που θέλω να θίξω είναι η ανάγκη να μην απομακρυνθεί η εξουσία από τον πολίτη. Αυτή η αυτονόητη ανάγκη, πάνω στην οποία εδράζεται η ίδια η δημοκρατία, ίσως βρίσκεται τώρα υπό πίεση, με την ουσιαστική κατάργηση των νομαρχιών και κυρίως την επέκταση των δήμων. Σήμερα, ο/η δήμαρχος είναι σε θέση να ξέρει δρόμο-δρόμο τον δήμο του/της, δεν είναι όμως βέβαιο ότι το ίδιο θα συμβαίνει και με τους νέου τύπου δημάρχους. Γι αυτό, προβλέπεται να διατηρηθούν δομές στα όρια των παλιών νομαρχιών και δήμων, εποπτευόμενες από αντιπεριφερειάρχες και αντιδημάρχους (όπως επίσης προβλέπονται και συμβούλια γειτονιάς). Το ερώτημα που ανακύπτει, όμως, όπως έχει σημειωθεί και από άλλους, είναι εάν αυτό θα δημιουργήσει πολλαπλότητα δομών: Δηλαδή, εάν παράλληλα με την περιφέρεια και τον νέο δήμο, υπάρξουν ουσιαστικές αλλά άτυπες δομές και σε επίπεδο σημερινής νομαρχίας και σημερινού δήμου. Αν αυτό γίνει, τότε βεβαίως τα επίπεδα και η πολυπλοκότητα της τοπικής αυτοδιοίκησης θα αυξηθούν αντί να μειωθούν. Επίσης, σε μιά τέτοια περίπτωση, η δυνατότητα για τοπικά φέουδα θα είναι αυξημένη. Για το λόγο αυτό, προτείνεται ο «κυκλικός» διορισμός των αντιπεριφερειαρχών και αντιδημάρχων: Κάθε χρόνο ή δύο, διορισμός σε νέο πόστο που εποπτεύει διαφορετικό τομέα. Επίσης, συχνές μεταθέσεις του υπαλληλικού δυναμικού, ιδιαίτερα στον δήμο που δεν απαιτεί και μετεγκατάσταση. Γενικά, εδώ ίσως χρειάζεται περισσότερη προσοχή από τους συντάκτες του σχεδίου, ώστε να βρεθεί η χρυσή τομή μεταξύ των αντικρουομένων στόχων: της διοίκησης κοντύτερα στον πολίτη, χωρίς πολύπλοκες δομές, ούτε και τοπικά στεγανά και φέουδα.
- Τέλος, κάτι για τις εφτά Γενικές Διοικήσεις (ΓΔ) από τις οποίες θα απαρτίζεται η κεντρική κυβέρνηση σε περιφερειακό επίπεδο. Δεν αντιλαμβάνομαι την φιλοσοφία αυτής της πρόβλεψης. Δεν θα οδηγήσει αυτό σε νέες πολύπολοκες δομές, επικαλύψεις αρμοδιοτήτων και ανταγωνισμούς σε τοπικό επίπεδο; Οι υπηρεσίες της κεντρικής διοίκησης που δεν θα αποκεντρωθούν, π.χ. αστυνομία, θα διαρθρώνονται περιφερειακά με τις υπάρχουσες δομές τους, οι οποίες δεν ανταποκρίνονται απαραίτητα στις 7 ΓΔ. Αυτό καθορίζεται ανάλογα με τις επιχειρησιακές ανάγκες της κάθε υπηρεσίας. Εν κατακλείδι, δεν βλέπω το νόημα για τις 7 ΓΔ, και γιατί τέλος πάντων κάποιες προβλέψεις για την διάρθρωση της κεντρικής κυβέρνησης εντάσσονται στο Πρόγραμμα για την νέα δομή των ΟΤΑ.
- Το κείμενο της διαβούλευσης είναι ωραίο ως γενικό σχέδιο, έχω όμως την εντύπωση ότι δεν είναι αρκούντως συγκεκριμένο σε ορισμένα σημεία. Δεν δίδεται σαφής εικόνα του ποιές δραστηριότητες θα μεταφερθούν από την κεντρική διοίκηση στις περιφέρειες - αναφέρονται σε ένα-δύο σημεία (ενδεικτικά) οι πολιτικές δασών, υποδομών και μετανάστευσης, αλλά για αυτές μόνο γίνεται όλη η φασαρία; Ίσως μεγαλύτερη ασάφεια επικρατεί στα των δήμων, εκτός από τα ΚΕΠ. Τι άλλες δραστηριότητες αναμένεται να αναπτύξουν οι νέοι δήμοι; Τι προσωπικό αναμένεται να έχουν μία τυπική περιφέρεια και ένας τυπικός δήμος; Τι ποσοστό των εσόδων/δαπανών της γενικής κυβέρνησης αναμένεται να μεταφερθεί (έστω προοπτικά) στους ΟΤΑ των δύο επιπέδων; Τι ποσοστό του δημοσιοϋπαλληλικού δυναμικού αναμένεται να απασχολείται στους ΟΤΑ; Πως θα γίνει η μετακίνηση προσωπικού ανάμεσα στις δύο βαθμίδες και την κεντρική διοίκηση ώστε να επιτευχθούν οι επιθυμητές αναλογίες; (Ας μου συγχωρηθεί εάν κάποια από αυτά τα θέματα ρυθμίζονται αλλά εγώ λόγω βιασύνης δεν το πρόσεξα!) Λεπτομέρειες θα πει κανείς, που θα καθορισθούν στην πορεία. Όμως αν δεν καθορισθούν από την αρχή, βάζουν σε κίνδυνο θεμελιακούς στόχους του προγράμματος, όπως είναι η μείωση του «κράτους» αλλά και η ενότητα της υφής και της ποιότητας της κρατικής διοίκησης.
- ‘Ενα δεύτερο μεγάλο θέμα που πρέπει να διασφαλισθεί είναι ο έλεγχος στα διοικητικά και οικονομικά και των δύο βαθμίδων. Με έλλειψη κουλτούρας ανοιχτής διακυβέρνησης, διαφάνειας και αποτελεσματικότητας, και με τις αναπόφευκτες αγκυλώσεις που προκύπτουν από τις στενότερες προσωπικές διασυνδέσεις, οι ΟΤΑ των διευρυμένων εξουσιών και πόρων μπορούν πιθανότατα να αποτελέσουν και διευρυμένες εστίες κακοδιαχείρισης. Δεν νομίζω πως ο έλεγχος από την κεντρική διοίκηση, όπως προβλέπεται, είναι αρκετός. Τέτοιος έλεγχος είναι επίσης και δαπανηρός – φτιάχνουμε διευρυμένες δομές σε περιφερειακό/τοπικό επίπεδο, και μετά άλλες τόσες σε κεντρικό επίπεδο για να ελέγχουν τις πρώτες. Ο έλεγχος πρέπει να γίνεται πρωτίστως εσωτερικά, να διαποτίζει τους ΟΤΑ. Ασκείται από μία εσωτερική επιθεώρηση σε επίπεδο Περιφέρειας, της οποίας προϊσταται ανώτατος δικαστής αποσπασμένος από την Δικαιοσύνη. Οι δε διοικητικές υπηρεσίες πάλι της Περιφέρειας διευθύνονται από ανώτατο δημόσιο υπάλληλο αποσπασμένο από την κεντρική διοίκηση. Όλο το νέο υπαλληλικό δυναμικό των ΟΤΑ, όσο δηλαδή δεν καλυφθεί από μετατάξεις, προσλαμβάνεται μέσω ΑΣΕΠ.
- Τα οικονομικά των ΟΤΑ είναι ένα άλλο κεφαλαιώδες και ακανθώδες ζήτημα. Για τους ίδιους λόγους όπως και παραπάνω, ελλοχεύουν και εδώ οι ίδιοι κίνδυνοι. Προτείνονται, πρώτον, η σύνταξη δεσμευτικών προϋπολογισμών σε επίπεδο περιφέρειας οι οποίοι προηγούνται της σύνταξης του εθνικού προϋπολογισμού, και δεύτερο, η απαίτηση να μην μπορούν οι ΟΤΑ να δημιουργούν ελλείμματα. Στα θέματα που δικαιολογείται η δημιουργία ελλειμμάτων, όπως οι επενδύσεις σε υποδομές, κεφαλαιουχικό εξοπλισμό κλπ, θα διατίθενται κεφάλαια από την κεντρική κυβέρνηση με τις ίδιες διαδικασίες που ισχύουν και για τα ευρωπαϊκά προγράμματα, δηλαδή με διαγωνισμό ύστερα από σύνταξη μελέτης και με συγκεκριμένα κριτήρια. Έτσι θα δοθεί και το κίνητρο και το σήμα στους ΟΤΑ ότι τα πράγματα γίνονται με συγκεκριμένες διαδικασίες και καταστατικό τρόπο.
- Το τελευταίο θέμα που θέλω να θίξω είναι η ανάγκη να μην απομακρυνθεί η εξουσία από τον πολίτη. Αυτή η αυτονόητη ανάγκη, πάνω στην οποία εδράζεται η ίδια η δημοκρατία, ίσως βρίσκεται τώρα υπό πίεση, με την ουσιαστική κατάργηση των νομαρχιών και κυρίως την επέκταση των δήμων. Σήμερα, ο/η δήμαρχος είναι σε θέση να ξέρει δρόμο-δρόμο τον δήμο του/της, δεν είναι όμως βέβαιο ότι το ίδιο θα συμβαίνει και με τους νέου τύπου δημάρχους. Γι αυτό, προβλέπεται να διατηρηθούν δομές στα όρια των παλιών νομαρχιών και δήμων, εποπτευόμενες από αντιπεριφερειάρχες και αντιδημάρχους (όπως επίσης προβλέπονται και συμβούλια γειτονιάς). Το ερώτημα που ανακύπτει, όμως, όπως έχει σημειωθεί και από άλλους, είναι εάν αυτό θα δημιουργήσει πολλαπλότητα δομών: Δηλαδή, εάν παράλληλα με την περιφέρεια και τον νέο δήμο, υπάρξουν ουσιαστικές αλλά άτυπες δομές και σε επίπεδο σημερινής νομαρχίας και σημερινού δήμου. Αν αυτό γίνει, τότε βεβαίως τα επίπεδα και η πολυπλοκότητα της τοπικής αυτοδιοίκησης θα αυξηθούν αντί να μειωθούν. Επίσης, σε μιά τέτοια περίπτωση, η δυνατότητα για τοπικά φέουδα θα είναι αυξημένη. Για το λόγο αυτό, προτείνεται ο «κυκλικός» διορισμός των αντιπεριφερειαρχών και αντιδημάρχων: Κάθε χρόνο ή δύο, διορισμός σε νέο πόστο που εποπτεύει διαφορετικό τομέα. Επίσης, συχνές μεταθέσεις του υπαλληλικού δυναμικού, ιδιαίτερα στον δήμο που δεν απαιτεί και μετεγκατάσταση. Γενικά, εδώ ίσως χρειάζεται περισσότερη προσοχή από τους συντάκτες του σχεδίου, ώστε να βρεθεί η χρυσή τομή μεταξύ των αντικρουομένων στόχων: της διοίκησης κοντύτερα στον πολίτη, χωρίς πολύπλοκες δομές, ούτε και τοπικά στεγανά και φέουδα.
- Τέλος, κάτι για τις εφτά Γενικές Διοικήσεις (ΓΔ) από τις οποίες θα απαρτίζεται η κεντρική κυβέρνηση σε περιφερειακό επίπεδο. Δεν αντιλαμβάνομαι την φιλοσοφία αυτής της πρόβλεψης. Δεν θα οδηγήσει αυτό σε νέες πολύπολοκες δομές, επικαλύψεις αρμοδιοτήτων και ανταγωνισμούς σε τοπικό επίπεδο; Οι υπηρεσίες της κεντρικής διοίκησης που δεν θα αποκεντρωθούν, π.χ. αστυνομία, θα διαρθρώνονται περιφερειακά με τις υπάρχουσες δομές τους, οι οποίες δεν ανταποκρίνονται απαραίτητα στις 7 ΓΔ. Αυτό καθορίζεται ανάλογα με τις επιχειρησιακές ανάγκες της κάθε υπηρεσίας. Εν κατακλείδι, δεν βλέπω το νόημα για τις 7 ΓΔ, και γιατί τέλος πάντων κάποιες προβλέψεις για την διάρθρωση της κεντρικής κυβέρνησης εντάσσονται στο Πρόγραμμα για την νέα δομή των ΟΤΑ.
Thursday, 10 September 2009
Εύγε - και καλή επιτυχία
«Και μη σας ανησυχούν τα κρίματα των ανθρώπων, μη φοβάστε πως θα ματαιώσουν το έργο σας και δεν θα τ’ αφήσουν να πραγματοποιηθεί. Μη λέτε:
‘Το κρίμα είναι σχυρό, είναι ισχυρή η ασέβεια, είναι ισχυρό το κακό περιβάλλον, και μεις είμαστε μονάχοι κι αδύναμοι, θα μας πνίξει το κακό περιβάλλον και δε θ’ αφήσει να πραγματοποιηθεί το θεάρεστο έργο.’
Αποδιώχνετε, παιδιά μου, αυτή την απαισιοδοξία!»
Φ. Ντοστογιέφσκη, Αδελφοί Καραμάζοφ, μτφ. Άρη Αλεξάνδρου, Εκδόσεις Γκοβόστη 1991, τ. 2ος, σ. 254
Οι εξελίξεις ήδη τρέχουν με δραματικούς ρυθμούς: Οι εκλογές έχουν προκηρυχθεί για τις 4 Οκτωβρίου. Η κυβέρνηση της ΝΔ έχει καταρεύσει, υποτίθεται υπό την απειλή εκλογών την άνοιξη του 2010, αλλά κατ’ ουσία υπό το βάρος της ολοσχερούς ηθικής της και πολιτικής χρεωκοπίας. Γιατί βέβαια μία ισχυρή κυβέρνηση δεν θα φοβόταν να πάει στις εκλογές όποτε και αν γίνονταν. Μία πανικόβλητη όμως κυβέρνηση προτίμησε την βέβαιη ήττα τώρα, παρά την συντριβή αργότερα. Ίσως ενδόμυχα ο κ. Καραμανλής να θέλει να παραδώσει, έχει αντιληφθεί (είναι έξυπνος άνθρωπος) ότι δεν τα καταφέρνει στην εξουσία. Η ιστορία θα πει κατά πόσο η πλήρης αποτυχία του (μην ξεχνάμε: η χώρα είναι στα πρόθυρα δημοσιονομικής καταστροφής, ολοκληρωτικής δηλαδή αποτυχίας σε ένα πεδίο προνομιακό για μία συντηρητική παράταξη, αυτό της δημοσιονομικής πειθαρχίας) οφείλεται σε δικές του προσωπικές αδυναμίες ή ανικανότητα της παράταξής του να εμφανιστεί ως συντεταγμένη δύναμη κοινωνικής αλλαγής και μεταρρύθμισης.
Τα φώτα της δημοσιότητας τώρα στρέφονται στο ΠΑΣΟΚ και τον ηγέτη του Γιώργο Παπανδρέου. Η νίκη στις εκλογές είναι περίπου βέβαιη, και πολύ πιθανή η αυτοδυναμία – το αντίθετο θα οδηγήσει την χώρα σε περιπέτειες. Αν υποτεθεί ότι δίνεται αυτοδυναμία, το πραγματικό «στοίχημα» ή διακύβευμα είναι τι θα γίνει την επόμενη μέρα. Όπως έχω κατ’ επανάληψη γράψει, τα συσσωρευμένα προβλήματα και οι αντιφάσεις είναι πολλά/ές και οξυμένα/ες, και ο δρόμος δεν θα είναι ρόδινος. Απαιτείται μία έντιμη και ικανή κυβέρνηση, που θα πάρει γενναίες και ρηξικέλευθες πρωτοβουλίες (όχι πάντα προσανατολισμένες στον άξονα δεξιά-αριστερά, αλλά ίσως περισσότερο εμπνεόμενες από την πρόθεση ανασυγκρότησης της χώρας, και ξεπεράσματος της κοινωνικής της και πολιτικής καθυστέρησης), και που θα εμπνεύσει την κοινωνία να κάνει τα υπόλοιπα (και πολλά) βήματα μόνη της.
Αλλά η αρχή είναι πολύ ενθαρρυντική. Ο Πρόεδρος και η ηγετική ομάδα έχουν ήδη δείξει απτό δείγμα γραφής ότι εννοούν έναν νέο πολιτικής και πολιτικού, αυτών που βρίσκονται στα δημόσια αξιώματα για ναυπηρετήσουν το δημόσιο συμφέρον πάνω και πέρα απ’ όλα. Επίσης αξιοσημείωτη είναι η απόφαση να μην δεχθεί το ΠΑΣΟΚ συνδρομές από επιχειρήσεις και πρόσωπα νομικού δικαίου παρά μόνον από φυσικά πρόσωπα, δηλαδή ό,τι γίνεται σε μερικές πιο προηγμένες χώρες. Γιατί ποιός ψηφίζει, οι επιχειρήσεις ή οι άνθρωποι; Βέβαια, το ακανθώδες ζήτημα της χρηματοδότησης των κομμάτων δεν εξαντλείται και δεν λύνεται εδώ. Αλλά ας έχουμε υπομονή.
Το πιο σημαντικό όμως, κατά την γνώμη μου, ήταν η απόφαση να μην γίνει καμμία αφισσοκόλληση από το ΠΑΣΟΚ. Όχι μόνον για λόγους αισθητικούς, γιατί θα γίνει ένα μεγάλο βήμα για να μας απαλλάξει από την τριτοκοσμική μουτζούρα και το σκουπιδαριό. Αλλά πάνω απ’ όλα γιατί η πρακτική της αφισοκκόλλησης είναι ενδεικτική της πολιτικής και κοινωνικής καθυστέρησης που λέγαμε πιο πάνω. Η αφισοκόλληση θα ήταν χρήσιμη, έστω και βρώμικη, εάν προσέφερε ένα απτό κοινωνικό αγαθό, δηλ. την πολιτική πληροφόρηση. Αυτό το αγαθό όμως θα χρειαζόταν μόνο λίγες αφίσσες για να προσφερθεί. Δεν απαιτείται να μουτζουρωθεί όλη η πόλη, ούτε χρειάζεται να κολλάει ο ένας πάνω στις αφίσσες του άλλου. Όταν αυτό γίνεται, τότε το «παιχνίδι» καταλήγει να είναι μηδενικού αθροίσματος, δηλαδή το δικό μου όφελος (να ακουστώ πιο πολύ) γίνεται απλά με δική σου ζημιά (που ακούγεσαι λιγότερο), χωρίς καθόλου κοινωνικό όφελος (η ουσιαστική πληροφόρηση πνίγεται). Μάλιστα, με κοινωνική ζημιά, δηλαδή το βρώμισμα του περιβάλλοντος, φυσικού ή δομημένου. Το παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος είναι γενικευμένο στην χώρα - από την διαφθορά μέχρι τον πολιτικό πολιτισμό, και από το περιβάλλον μέχρι τα κατεστημένα μικροσυμφέροντα, όλα αυτά είναι νοοτροπίες και συμπεριφορές που εμπεριέχουν τα στοιχεία που περιγράφηκαν, που αποτελούν όψεις της κοινωνικής και πολιτικής υπανάπτυξης της χώρας, και που εμποδίζουν τελικά και την οικονομική ανάπτυξη και την ευημερία της. Η απαγόρευση της αφισσοκόλλησης από το ΠΑΣΟΚ δίνει ένα ηχηρό και ισχυρό μήνυμα ανατροπής αυτών των πρακτικών.
Καλή επιτυχία σύντροφοι. Η καρδιά και ο νους μας είναι μαζί σας.
‘Το κρίμα είναι σχυρό, είναι ισχυρή η ασέβεια, είναι ισχυρό το κακό περιβάλλον, και μεις είμαστε μονάχοι κι αδύναμοι, θα μας πνίξει το κακό περιβάλλον και δε θ’ αφήσει να πραγματοποιηθεί το θεάρεστο έργο.’
Αποδιώχνετε, παιδιά μου, αυτή την απαισιοδοξία!»
Φ. Ντοστογιέφσκη, Αδελφοί Καραμάζοφ, μτφ. Άρη Αλεξάνδρου, Εκδόσεις Γκοβόστη 1991, τ. 2ος, σ. 254
Οι εξελίξεις ήδη τρέχουν με δραματικούς ρυθμούς: Οι εκλογές έχουν προκηρυχθεί για τις 4 Οκτωβρίου. Η κυβέρνηση της ΝΔ έχει καταρεύσει, υποτίθεται υπό την απειλή εκλογών την άνοιξη του 2010, αλλά κατ’ ουσία υπό το βάρος της ολοσχερούς ηθικής της και πολιτικής χρεωκοπίας. Γιατί βέβαια μία ισχυρή κυβέρνηση δεν θα φοβόταν να πάει στις εκλογές όποτε και αν γίνονταν. Μία πανικόβλητη όμως κυβέρνηση προτίμησε την βέβαιη ήττα τώρα, παρά την συντριβή αργότερα. Ίσως ενδόμυχα ο κ. Καραμανλής να θέλει να παραδώσει, έχει αντιληφθεί (είναι έξυπνος άνθρωπος) ότι δεν τα καταφέρνει στην εξουσία. Η ιστορία θα πει κατά πόσο η πλήρης αποτυχία του (μην ξεχνάμε: η χώρα είναι στα πρόθυρα δημοσιονομικής καταστροφής, ολοκληρωτικής δηλαδή αποτυχίας σε ένα πεδίο προνομιακό για μία συντηρητική παράταξη, αυτό της δημοσιονομικής πειθαρχίας) οφείλεται σε δικές του προσωπικές αδυναμίες ή ανικανότητα της παράταξής του να εμφανιστεί ως συντεταγμένη δύναμη κοινωνικής αλλαγής και μεταρρύθμισης.
Τα φώτα της δημοσιότητας τώρα στρέφονται στο ΠΑΣΟΚ και τον ηγέτη του Γιώργο Παπανδρέου. Η νίκη στις εκλογές είναι περίπου βέβαιη, και πολύ πιθανή η αυτοδυναμία – το αντίθετο θα οδηγήσει την χώρα σε περιπέτειες. Αν υποτεθεί ότι δίνεται αυτοδυναμία, το πραγματικό «στοίχημα» ή διακύβευμα είναι τι θα γίνει την επόμενη μέρα. Όπως έχω κατ’ επανάληψη γράψει, τα συσσωρευμένα προβλήματα και οι αντιφάσεις είναι πολλά/ές και οξυμένα/ες, και ο δρόμος δεν θα είναι ρόδινος. Απαιτείται μία έντιμη και ικανή κυβέρνηση, που θα πάρει γενναίες και ρηξικέλευθες πρωτοβουλίες (όχι πάντα προσανατολισμένες στον άξονα δεξιά-αριστερά, αλλά ίσως περισσότερο εμπνεόμενες από την πρόθεση ανασυγκρότησης της χώρας, και ξεπεράσματος της κοινωνικής της και πολιτικής καθυστέρησης), και που θα εμπνεύσει την κοινωνία να κάνει τα υπόλοιπα (και πολλά) βήματα μόνη της.
Αλλά η αρχή είναι πολύ ενθαρρυντική. Ο Πρόεδρος και η ηγετική ομάδα έχουν ήδη δείξει απτό δείγμα γραφής ότι εννοούν έναν νέο πολιτικής και πολιτικού, αυτών που βρίσκονται στα δημόσια αξιώματα για ναυπηρετήσουν το δημόσιο συμφέρον πάνω και πέρα απ’ όλα. Επίσης αξιοσημείωτη είναι η απόφαση να μην δεχθεί το ΠΑΣΟΚ συνδρομές από επιχειρήσεις και πρόσωπα νομικού δικαίου παρά μόνον από φυσικά πρόσωπα, δηλαδή ό,τι γίνεται σε μερικές πιο προηγμένες χώρες. Γιατί ποιός ψηφίζει, οι επιχειρήσεις ή οι άνθρωποι; Βέβαια, το ακανθώδες ζήτημα της χρηματοδότησης των κομμάτων δεν εξαντλείται και δεν λύνεται εδώ. Αλλά ας έχουμε υπομονή.
Το πιο σημαντικό όμως, κατά την γνώμη μου, ήταν η απόφαση να μην γίνει καμμία αφισσοκόλληση από το ΠΑΣΟΚ. Όχι μόνον για λόγους αισθητικούς, γιατί θα γίνει ένα μεγάλο βήμα για να μας απαλλάξει από την τριτοκοσμική μουτζούρα και το σκουπιδαριό. Αλλά πάνω απ’ όλα γιατί η πρακτική της αφισοκκόλλησης είναι ενδεικτική της πολιτικής και κοινωνικής καθυστέρησης που λέγαμε πιο πάνω. Η αφισοκόλληση θα ήταν χρήσιμη, έστω και βρώμικη, εάν προσέφερε ένα απτό κοινωνικό αγαθό, δηλ. την πολιτική πληροφόρηση. Αυτό το αγαθό όμως θα χρειαζόταν μόνο λίγες αφίσσες για να προσφερθεί. Δεν απαιτείται να μουτζουρωθεί όλη η πόλη, ούτε χρειάζεται να κολλάει ο ένας πάνω στις αφίσσες του άλλου. Όταν αυτό γίνεται, τότε το «παιχνίδι» καταλήγει να είναι μηδενικού αθροίσματος, δηλαδή το δικό μου όφελος (να ακουστώ πιο πολύ) γίνεται απλά με δική σου ζημιά (που ακούγεσαι λιγότερο), χωρίς καθόλου κοινωνικό όφελος (η ουσιαστική πληροφόρηση πνίγεται). Μάλιστα, με κοινωνική ζημιά, δηλαδή το βρώμισμα του περιβάλλοντος, φυσικού ή δομημένου. Το παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος είναι γενικευμένο στην χώρα - από την διαφθορά μέχρι τον πολιτικό πολιτισμό, και από το περιβάλλον μέχρι τα κατεστημένα μικροσυμφέροντα, όλα αυτά είναι νοοτροπίες και συμπεριφορές που εμπεριέχουν τα στοιχεία που περιγράφηκαν, που αποτελούν όψεις της κοινωνικής και πολιτικής υπανάπτυξης της χώρας, και που εμποδίζουν τελικά και την οικονομική ανάπτυξη και την ευημερία της. Η απαγόρευση της αφισσοκόλλησης από το ΠΑΣΟΚ δίνει ένα ηχηρό και ισχυρό μήνυμα ανατροπής αυτών των πρακτικών.
Καλή επιτυχία σύντροφοι. Η καρδιά και ο νους μας είναι μαζί σας.
Sunday, 30 August 2009
ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ
«Έτσι ήρθαν τα πράγματα, μα έτσι δεν θα πάνε.»
Τίτλος μυθιστορήματος του Γιασάρ Κεμάλ
Κι άλλο καλοκαίρι πέρασε, και πολλές εντυπώσεις με κέρασε – για να παραφράσουμε το στίχο του Βαγγέλη Γερμανού. Εποχικός επισκέπτης όπως κάθε χρόνο, γέμισα εντυπώσεις, καλές και κακές. Θα σταθώ σε τρεις που πιστεύω έχουν γενικότερο ενδιαφέρον.
Φωτιές. Το θέμα των ημερών βέβαια είναι οι μεγάλες φωτιές, μεγαλύτερες ίσως και από του 2007. Για τρίτη φορά μέσα σε δύο χρόνια, όπως έγραψε ο Δ. Μητρόπουλος στα ΝΕΑ (24/8/09), δώσαμε την εικόνα ανοχύρωτης χώρας (κοινώς ξέφραγου αμπελιού), μετά τις φωτιές του 2007 και τους εμπρησμούς των πόλεςν του Δεκέμβρη 2008. Οι κυβερνητικές ευθύνες είναι αναμφίβολες. Η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή παρέλαβε μία Ολυμπιακή Ελλάδα και παραδίδει (κυριολεκτικά και μεταφορικά) στάχτες. Αλλά νομίζω ότι το πρόβλημα είναι συνθετότερο. Είναι κοινός τόπος ότι πέρα από τις αντικειμενικές φυσικές δυσκολίες (φωτιά στο ιδιαίτερα εύφλεκτο πευδάσος κάτω από θυελλώδεις ανέμους) και την αποφυγή θυμάτων, πέρα από την έλλειψη σχεδίου και συντονισμού, επιχειρησιακή ανικανότητα, μεγάλες ελλείψεις σε μέσα και προσωπικό, για τις οποίες η κυβερνητική ευθύνη είναι δεδομένη, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες όπως αλόγιστη και άναρχη «ανάπτυξη», ατέλειωτο (και εύφλεκτο) σκουπιδιαρό (που έπαιξε μεγάλο ρόλο στην Πάρνηθα), ασυννενοησία και μικροκομματισμός (δήμαρχοι που έπαιρναν τηλέφωνο τον υπερ-υπουργό Προκόπη Παυλόπουλο να τους στείλει αεροπλάνα, λες και αυτός ήταν το Κέντρο Επιχειρήσεων της Πυροσβεστικής), ελλιπής χάραξη αντιπυρικών ζωνών και καθαρισμός των δασών οφειλόμενος σε ασυννενοησία μεταξύ δήμων, νομαρχιών και δασαρχείων, και σίγουρα πολλοί άλλοι. Νομίζω πως θα συμφωνήσω με άλλους σχολιαστές (Α. Καλοκαιρινός στα ΝΕΑ, 24/8/09, Π.Κ. Ιωακειμίδης στις 28/8/09 πάλι στα ΝΕΑ) πως αυτοί οι παράγοντες αναδεικνύουν, πέρα από κυβερνητική ανικανότητα, και βαθύτερες παθολογίες, όπως ανικανότητα της δημόσιας διοίκησης σε όλες της τις εκφάνσεις της να παράγει έργο πέρα από την απλή διεκπεραίωση, στη βάση μακρόπνοου σχεδιασμού (π.χ., καθαρισμός δασών, οργάνωση εθελοντών), αλλά και της ελληνικής κοινωνίας, παρ’ όλη την αυτοθυσία της και εθελοντική προσφορά της την ώρα της κρίσης, να προστατέψει το δημόσιο αγαθό (το δάσος!) ουσιαστικά και σε βάθος χρόνου (με σεβασμό, αποφυγή σκουπιδιών, άναρχης δόμησης, κλπ).
Αυτοκινητάκι μου ουάουα. Ο Π.Κ. Ιωακειμίδης έγραψε στα ΝΕΑ προ ημερών για την μανία για επιδεικτική κατανάλωση που χαρακτηρίζει ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας ακόμα και εν μέσω κρίσης. Θα συμφωνήσω (μερικώς), με την επισήμανση ότι η κατανάλωση αυτή, βοηθούμενη και πό σχετικά μέτρα του τελευταίου τριήνου) παίρνει σε μεγάλο βαθμό την μορφή λατρείας του αυτοκινήτου (που φέρνει στο μυαλό τον τίτλο απιθεώρησης προ ετών «Αγάπη μου ουάουα»!). Καμμία άλλη χρονιά δεν είδα τόσα πολλά καινούργια κυριλέ αυτοκίνητα στην χώρα μας. Οι ψυχολόγοι και κοινωνιολόγοι θα μας πουν αν αυτή η λατρεία της ελληνικής κοινωνίας προς το αυτοκίνητο και η επιδεικτική ακατανάλωση γενικότερα είναι κάτι όντως ξεχωριστό από ό,τι συμβαίνει σε άλλες χώρες, ή αν π.χ. είναι το καμάρι του αρχοντοχωριάτη που ξαφνικά μεγαλοπιάστηκε. (Εδώ δεν μπορεί κανείς παρά να θυμηθεί τα ευτράπελα που συνέβαιναν, όπως διαβάζουμε, στις μέχρι προ τινός δεξιώσεις μετά φαγητού της Προεδρίας της Δημοκρατίας για την επέτειο της Δημοκρατίας , καθώς και σε άλλες εκδηλώσεις με δωρεάν φαγητό, όπου οι συνδαιτημόνες συνωστίζονταν λες και δεν είχαν δεί ποτέ τους φαγητό!) Οι δε μαρξιστές και άλλοι θα μας πουν αν έχει να κάνει με τον γενικευμένο φετιχισμό του εμπορεύματος, όπου οι κοινωνικές σχέσεις ανταγωνισμού λόγω εκμετάλλευσης μεταλλάσσονται σε ανταγωνισμό για το ποιός έχει το καλύτερο αυτοκίνητο. Μπορεί βέβαια και να είναι η αγάπη προς την αυτονομία που αναντίρρητα χαρίζει το αυτοκίνητο. Είναι όμως αδιαμφισβήτητο (τουλάχιστον στο μυαλό του γράφοντος) ότι η επιδεικτική κατανάλωση χαρακτηρίζεται από έναν υφέρποντα ανταγωνισμό για να έχω εγώ καλύτερο αυτοκίνητο ή σπίτι ή ο,τιδήποτε από τον γείτονα, και από μία (κίβδηλη) αίσθηση καταξίωσης όταν αυτό συμβαίνει.
Πέρα από ότι αυτές οι λογικές είναι αυτο-αναιρούμενες (δεν μπορεί να είμαστε όλοι καλύτεροι από τον μέσο όρο, γιατί σαν ομάδα είμαστε ο μέσος όρος), δημιουργούν και ένα σαθρό υπόστρωμα που εμποδίζει ουσιαστικές προοδευτικές έννοιες να ριζώσουν. Π.χ., δυσκολεύουν την οικολογική πρακτική (την έμφαση σε μαζικά μέσα μεταφοράς, την προσαρμογή σε οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα, κλπ), την προσαρμογή σε μία οικονομία περισσότερης παραγωγής και λιγότερης κατανάλωσης ώστε να εξασφαλιστεί η ευημερία σε βάθος χρόνου, αλλά και την μείωση των τροχαίων ατυχημάτων, κλπ. Επιπλέον, ο αχαλίνωτος και επιδεικτικός καταναλωτισμός σε περίοδο κρίσης υποσκάπτει την κοινωνική συνοχή. Σε πιο προηγμένες βιομηχανικές χώ ρες, όπου βέβαια υπάρχει χλιδή και πλούτος πολύ περισσότερος, υπάρχουν όμως και ρεύματα σκέψης που αναδεικνύουν πιο πολύ το αδιέξοδο της επιδεικτικής κατανάλωσης. Στην Ελλάδα ακούγονται φυσικά τέτοιες απόψεις, όμως είναι απαραίτητο να ενισχυθούν και αναπτυθούν περαιτέρω στο πλαίσιο μιάς κεντροαριστεράς που επιθυμεί να παραμείνει ηγεμονική δύναμη στην ελληνική κοινωνία. Ειδικά αναφορικά με το αυτοκίνητο, μπορεί να τονισθεί περισσότερο ο χρηστικός και όχι επιδεικτικός χαρακτήρας του, οι αρετές της ευγένειας και συνεργασίας στον δρόμο αντί του ανταγωνισμού και της επιθετικότητας, και η ήπια και με (σχετικό) σεβασμό στο περιβάλλον οδήγηση.
Δημόσια διοίκηση. Σε δημόσια υπηρεσία επαρχιακής κωμόπολης, όχι πολύ μακριά από την Αθήνα, υπηρετούν 17 άτομα. Εκ των οποίων αποδίδουν έργο τα 4 (ολογράφως: τέσσερα). Το υπόλοιπο προσωπικό (δηλαδή 13/17, ποσοστό άνω του 75%) είναι ουσιαστικά υπεράριθμο. Πως απασχολούνται αυτοί οι άνθρωποι; Τύποις κάτι κάνουν, αλλά στην πράξη πίνουν καφέ και κουτσομπολεύουν. Πως τα καταφέρνουν τόσο ωραία; Απλά, δεν γνωρίζουν! Δεν γνωρίζουν π.χ. να κάνουν ένα απλό διαβιβαστικό («σας διαβιβάζουμε το τάδε έγγραφο λόγω αρμοδιότητάς σας»). Κάποιος είναι υπεύθυνος να καταχωρεί αλφαβητικά. Ο/η εν λόγω υπάλληλος γνωρίζει να καταχωρεί Α από Β, αλλλλά δεν γνωρίζει να βάζει σε σειρά το Αα και Αβ. Παλιότερα ελέγετο ότ ι οι δημόσιοι υπάλληλοι πλέκουν (τουλάχιστον οι γυναίκες) εν ώρα υπηρεσίας. Τώρα είναι πιό ειλικρινές να λέμε ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, απλά κοροϊδεύουν.
Δεν ξέρω πόσο γενικευμένο είναι το φαινόμενο, αν κι έχω ακούσει αρκετά άλλα τέτοια παραδείγματα για τον δημόσιο τομέα. Θέλω να πιστεύω ότι η πλειοψηφία των δημοσίων υπαλλήλων κάνει ευσυνείδητα το καθήκον της. Αλλά ακόμα και σχετικά μικρής έκτασης να είναι το φαινόμενο, είναι ιδιαίτερα απογοητευτικό και συνιστά κραυγαλέα σπατάλη πόρων. Εκτός του ότι βέβαια είναι και διαλυτικό του ηθικού των υπολοίπων. Κοντολογής, εάν τέτοια φαινόμενα δεν αντιμετωπιστούν σε βάθος, δεν μπορούμε να μιλάμε για εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, για άνοδο ανταγωνιστικότητας και βιώσιμη ανάπτυξη στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Το ΠΑΣΟΚ οφείλει να αναδείξει την αναδιοργάνωση της δημόσιας διοίκησης σε κορυφαίο στρατηγικό του στόχο, που όμως αρχίζει να μπαίνει σε απτή πορεία υλοποίησης από τις πρώτες κιόλας 100 ημέρες. Οι προτάσεις που μπορούν να γίνουν προς αυτή την κατεύθυνση είναι:
• Συνιστάται επιτροπή ανώτατων δημοσίων υπαλλήλων, νομικών, συνδικαλιστών αλλά και μελών του επιχειρηματικού κόσμου που μελετά την κατάσταση στον δημόσιο τομέα και κάνει προτάσεις πολιτικής. Οι προτάσεις τίθενται σε δημόσιοοο διάλογο. Η όλη διαδικασία όμως έχει περιορισμένο χρονικό ορίζοντα. Οι παρακάτων προτάσεις μπορούν να αποτελέσουν μία βάση.
• Ετήσια αξιολόγηση προσωπικού (με συνέντευξη, σύνταξη έκθεσης από τον/ην προϊστάμενο, αλλά και σύντομη έκθεση του πώς κάθε υπάλληλος αξιολογεί τον εαυτό του και τους άλλους). Διατύπωση προσωπικών στόχων βελτίωσης ανά υπάλληλο.
• Ετήσιες επιθεωρήσεις όλων των υπηρεσιών κάθε υπουργείου. Διατύπωση εκτίμησης εάν το παραγόμενο έργο της υπηρεσίας συγκρίνεται με αυτό ομοειδών υπηρεσιών.
• Το ίδιο ισχύει μεταξύ υπηρεσιών υπουργείων (σύγκριση έργου, κλπ). Εδώ, ενεργό ρόλο μπορεί να παίξει ο Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης.
• Καθιέρωση μετρήσιμων στόχων ανά υπηρεσία και υπάλληλο με βάση όλα τα παραπάνω, και απόδοση μπόνους ανάλογα με την επίτευξη ή όχι των στόχων αυτών.
• Διαρκής επιμόρφωση όλου του στελεχικού δυναμικού της δημόσιας διοίκησης.
Το τελευταίο μέτρο βέβαια είναι και το πιό δραστικό, και θα ξεσηκώσει ίσως και αντιδράσεις κυρίως από την Αριστερά. Και εδώ χρειάζεται να σταθούμε. Η επιλογή που διαθέτουμε δεν είναι μεταξύ μίας ισότητας παλαιομοδίτικου τύπου (π.χ., αποσύνδεση της μισθολογικής εξέλιξης από την βαθμολογική εξέλιξη που καθιέρωσε το ΠΑΣΟΚ την δεκαετία του 80) και κάποιας ανισότητας ανάμεσα στους δημόσιους υπαλλήλους. Εάν επιμείνουμε στην ισότητα θα οδηγηθούμε σε βαθμιαία απαξίωση του δημόσιου τομέα με ό,τι αυτό σημαίνει. Η μόνη επιλογή είναι μεταξύ μίας επιλεκτικής μεταχείρισης του προσωπικού με βάση τις ικανότητες και την απόδοσή τους στην βάση του «όλοι αμείβονται για την προσπάθειά τους», και μίας ανισότητας όπου οι «κάτω» τρέχουν και οι «πάνω» αμείβονται, όπως δυστυχώς τείνει όλο και πιο πολύ να γίνει η νόρμα στον ιδιωτικό τομέα. Ρεαλιστικά μιλώντας, αυτό είναι το βασικό διακύβευμα (ή αλλιώς «στοίχημα») για την σημερινή σοσιαλδημοκρατία.
Όλα αυτά μας οδηγούν στο γενικό συμπέρασμα πως για την ανασυγκρότηση της χώρας απαιτείται να συντρέξουν τριών λογιών παράγοντες. Πρώτον, μία ικανή, έντιμη και γενναία κυβέρνηση, δεύτερον, εκ βάθρων αναδιοργάνωση και ανασυγκρότηση όλης της κρατικής μηχανής, και τρίτον, σε βάθος κινητοποίηση της κοινωνίας. Έτσι μπορούμε να ελπίζουμε σε μία μάχιμη Ελλάδα, που παίρνει την τύχη της στα χέρια της, διαπνεόμενη από αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση, ευημερούσα, ισχυρή και κοινωνικά δίκαιη. Αλλιώς, η Ελλάδα που θα κληροδοτήσουμε στις επόμενες γενιές και την ιστορία θα περιθωριοποιείται βαθμιαία, θα είναι λαβωμένη και άδικη, «μοιραία και άβουλη αντάμα».
Τίτλος μυθιστορήματος του Γιασάρ Κεμάλ
Κι άλλο καλοκαίρι πέρασε, και πολλές εντυπώσεις με κέρασε – για να παραφράσουμε το στίχο του Βαγγέλη Γερμανού. Εποχικός επισκέπτης όπως κάθε χρόνο, γέμισα εντυπώσεις, καλές και κακές. Θα σταθώ σε τρεις που πιστεύω έχουν γενικότερο ενδιαφέρον.
Φωτιές. Το θέμα των ημερών βέβαια είναι οι μεγάλες φωτιές, μεγαλύτερες ίσως και από του 2007. Για τρίτη φορά μέσα σε δύο χρόνια, όπως έγραψε ο Δ. Μητρόπουλος στα ΝΕΑ (24/8/09), δώσαμε την εικόνα ανοχύρωτης χώρας (κοινώς ξέφραγου αμπελιού), μετά τις φωτιές του 2007 και τους εμπρησμούς των πόλεςν του Δεκέμβρη 2008. Οι κυβερνητικές ευθύνες είναι αναμφίβολες. Η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή παρέλαβε μία Ολυμπιακή Ελλάδα και παραδίδει (κυριολεκτικά και μεταφορικά) στάχτες. Αλλά νομίζω ότι το πρόβλημα είναι συνθετότερο. Είναι κοινός τόπος ότι πέρα από τις αντικειμενικές φυσικές δυσκολίες (φωτιά στο ιδιαίτερα εύφλεκτο πευδάσος κάτω από θυελλώδεις ανέμους) και την αποφυγή θυμάτων, πέρα από την έλλειψη σχεδίου και συντονισμού, επιχειρησιακή ανικανότητα, μεγάλες ελλείψεις σε μέσα και προσωπικό, για τις οποίες η κυβερνητική ευθύνη είναι δεδομένη, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες όπως αλόγιστη και άναρχη «ανάπτυξη», ατέλειωτο (και εύφλεκτο) σκουπιδιαρό (που έπαιξε μεγάλο ρόλο στην Πάρνηθα), ασυννενοησία και μικροκομματισμός (δήμαρχοι που έπαιρναν τηλέφωνο τον υπερ-υπουργό Προκόπη Παυλόπουλο να τους στείλει αεροπλάνα, λες και αυτός ήταν το Κέντρο Επιχειρήσεων της Πυροσβεστικής), ελλιπής χάραξη αντιπυρικών ζωνών και καθαρισμός των δασών οφειλόμενος σε ασυννενοησία μεταξύ δήμων, νομαρχιών και δασαρχείων, και σίγουρα πολλοί άλλοι. Νομίζω πως θα συμφωνήσω με άλλους σχολιαστές (Α. Καλοκαιρινός στα ΝΕΑ, 24/8/09, Π.Κ. Ιωακειμίδης στις 28/8/09 πάλι στα ΝΕΑ) πως αυτοί οι παράγοντες αναδεικνύουν, πέρα από κυβερνητική ανικανότητα, και βαθύτερες παθολογίες, όπως ανικανότητα της δημόσιας διοίκησης σε όλες της τις εκφάνσεις της να παράγει έργο πέρα από την απλή διεκπεραίωση, στη βάση μακρόπνοου σχεδιασμού (π.χ., καθαρισμός δασών, οργάνωση εθελοντών), αλλά και της ελληνικής κοινωνίας, παρ’ όλη την αυτοθυσία της και εθελοντική προσφορά της την ώρα της κρίσης, να προστατέψει το δημόσιο αγαθό (το δάσος!) ουσιαστικά και σε βάθος χρόνου (με σεβασμό, αποφυγή σκουπιδιών, άναρχης δόμησης, κλπ).
Αυτοκινητάκι μου ουάουα. Ο Π.Κ. Ιωακειμίδης έγραψε στα ΝΕΑ προ ημερών για την μανία για επιδεικτική κατανάλωση που χαρακτηρίζει ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας ακόμα και εν μέσω κρίσης. Θα συμφωνήσω (μερικώς), με την επισήμανση ότι η κατανάλωση αυτή, βοηθούμενη και πό σχετικά μέτρα του τελευταίου τριήνου) παίρνει σε μεγάλο βαθμό την μορφή λατρείας του αυτοκινήτου (που φέρνει στο μυαλό τον τίτλο απιθεώρησης προ ετών «Αγάπη μου ουάουα»!). Καμμία άλλη χρονιά δεν είδα τόσα πολλά καινούργια κυριλέ αυτοκίνητα στην χώρα μας. Οι ψυχολόγοι και κοινωνιολόγοι θα μας πουν αν αυτή η λατρεία της ελληνικής κοινωνίας προς το αυτοκίνητο και η επιδεικτική ακατανάλωση γενικότερα είναι κάτι όντως ξεχωριστό από ό,τι συμβαίνει σε άλλες χώρες, ή αν π.χ. είναι το καμάρι του αρχοντοχωριάτη που ξαφνικά μεγαλοπιάστηκε. (Εδώ δεν μπορεί κανείς παρά να θυμηθεί τα ευτράπελα που συνέβαιναν, όπως διαβάζουμε, στις μέχρι προ τινός δεξιώσεις μετά φαγητού της Προεδρίας της Δημοκρατίας για την επέτειο της Δημοκρατίας , καθώς και σε άλλες εκδηλώσεις με δωρεάν φαγητό, όπου οι συνδαιτημόνες συνωστίζονταν λες και δεν είχαν δεί ποτέ τους φαγητό!) Οι δε μαρξιστές και άλλοι θα μας πουν αν έχει να κάνει με τον γενικευμένο φετιχισμό του εμπορεύματος, όπου οι κοινωνικές σχέσεις ανταγωνισμού λόγω εκμετάλλευσης μεταλλάσσονται σε ανταγωνισμό για το ποιός έχει το καλύτερο αυτοκίνητο. Μπορεί βέβαια και να είναι η αγάπη προς την αυτονομία που αναντίρρητα χαρίζει το αυτοκίνητο. Είναι όμως αδιαμφισβήτητο (τουλάχιστον στο μυαλό του γράφοντος) ότι η επιδεικτική κατανάλωση χαρακτηρίζεται από έναν υφέρποντα ανταγωνισμό για να έχω εγώ καλύτερο αυτοκίνητο ή σπίτι ή ο,τιδήποτε από τον γείτονα, και από μία (κίβδηλη) αίσθηση καταξίωσης όταν αυτό συμβαίνει.
Πέρα από ότι αυτές οι λογικές είναι αυτο-αναιρούμενες (δεν μπορεί να είμαστε όλοι καλύτεροι από τον μέσο όρο, γιατί σαν ομάδα είμαστε ο μέσος όρος), δημιουργούν και ένα σαθρό υπόστρωμα που εμποδίζει ουσιαστικές προοδευτικές έννοιες να ριζώσουν. Π.χ., δυσκολεύουν την οικολογική πρακτική (την έμφαση σε μαζικά μέσα μεταφοράς, την προσαρμογή σε οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα, κλπ), την προσαρμογή σε μία οικονομία περισσότερης παραγωγής και λιγότερης κατανάλωσης ώστε να εξασφαλιστεί η ευημερία σε βάθος χρόνου, αλλά και την μείωση των τροχαίων ατυχημάτων, κλπ. Επιπλέον, ο αχαλίνωτος και επιδεικτικός καταναλωτισμός σε περίοδο κρίσης υποσκάπτει την κοινωνική συνοχή. Σε πιο προηγμένες βιομηχανικές χώ ρες, όπου βέβαια υπάρχει χλιδή και πλούτος πολύ περισσότερος, υπάρχουν όμως και ρεύματα σκέψης που αναδεικνύουν πιο πολύ το αδιέξοδο της επιδεικτικής κατανάλωσης. Στην Ελλάδα ακούγονται φυσικά τέτοιες απόψεις, όμως είναι απαραίτητο να ενισχυθούν και αναπτυθούν περαιτέρω στο πλαίσιο μιάς κεντροαριστεράς που επιθυμεί να παραμείνει ηγεμονική δύναμη στην ελληνική κοινωνία. Ειδικά αναφορικά με το αυτοκίνητο, μπορεί να τονισθεί περισσότερο ο χρηστικός και όχι επιδεικτικός χαρακτήρας του, οι αρετές της ευγένειας και συνεργασίας στον δρόμο αντί του ανταγωνισμού και της επιθετικότητας, και η ήπια και με (σχετικό) σεβασμό στο περιβάλλον οδήγηση.
Δημόσια διοίκηση. Σε δημόσια υπηρεσία επαρχιακής κωμόπολης, όχι πολύ μακριά από την Αθήνα, υπηρετούν 17 άτομα. Εκ των οποίων αποδίδουν έργο τα 4 (ολογράφως: τέσσερα). Το υπόλοιπο προσωπικό (δηλαδή 13/17, ποσοστό άνω του 75%) είναι ουσιαστικά υπεράριθμο. Πως απασχολούνται αυτοί οι άνθρωποι; Τύποις κάτι κάνουν, αλλά στην πράξη πίνουν καφέ και κουτσομπολεύουν. Πως τα καταφέρνουν τόσο ωραία; Απλά, δεν γνωρίζουν! Δεν γνωρίζουν π.χ. να κάνουν ένα απλό διαβιβαστικό («σας διαβιβάζουμε το τάδε έγγραφο λόγω αρμοδιότητάς σας»). Κάποιος είναι υπεύθυνος να καταχωρεί αλφαβητικά. Ο/η εν λόγω υπάλληλος γνωρίζει να καταχωρεί Α από Β, αλλλλά δεν γνωρίζει να βάζει σε σειρά το Αα και Αβ. Παλιότερα ελέγετο ότ ι οι δημόσιοι υπάλληλοι πλέκουν (τουλάχιστον οι γυναίκες) εν ώρα υπηρεσίας. Τώρα είναι πιό ειλικρινές να λέμε ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, απλά κοροϊδεύουν.
Δεν ξέρω πόσο γενικευμένο είναι το φαινόμενο, αν κι έχω ακούσει αρκετά άλλα τέτοια παραδείγματα για τον δημόσιο τομέα. Θέλω να πιστεύω ότι η πλειοψηφία των δημοσίων υπαλλήλων κάνει ευσυνείδητα το καθήκον της. Αλλά ακόμα και σχετικά μικρής έκτασης να είναι το φαινόμενο, είναι ιδιαίτερα απογοητευτικό και συνιστά κραυγαλέα σπατάλη πόρων. Εκτός του ότι βέβαια είναι και διαλυτικό του ηθικού των υπολοίπων. Κοντολογής, εάν τέτοια φαινόμενα δεν αντιμετωπιστούν σε βάθος, δεν μπορούμε να μιλάμε για εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, για άνοδο ανταγωνιστικότητας και βιώσιμη ανάπτυξη στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Το ΠΑΣΟΚ οφείλει να αναδείξει την αναδιοργάνωση της δημόσιας διοίκησης σε κορυφαίο στρατηγικό του στόχο, που όμως αρχίζει να μπαίνει σε απτή πορεία υλοποίησης από τις πρώτες κιόλας 100 ημέρες. Οι προτάσεις που μπορούν να γίνουν προς αυτή την κατεύθυνση είναι:
• Συνιστάται επιτροπή ανώτατων δημοσίων υπαλλήλων, νομικών, συνδικαλιστών αλλά και μελών του επιχειρηματικού κόσμου που μελετά την κατάσταση στον δημόσιο τομέα και κάνει προτάσεις πολιτικής. Οι προτάσεις τίθενται σε δημόσιοοο διάλογο. Η όλη διαδικασία όμως έχει περιορισμένο χρονικό ορίζοντα. Οι παρακάτων προτάσεις μπορούν να αποτελέσουν μία βάση.
• Ετήσια αξιολόγηση προσωπικού (με συνέντευξη, σύνταξη έκθεσης από τον/ην προϊστάμενο, αλλά και σύντομη έκθεση του πώς κάθε υπάλληλος αξιολογεί τον εαυτό του και τους άλλους). Διατύπωση προσωπικών στόχων βελτίωσης ανά υπάλληλο.
• Ετήσιες επιθεωρήσεις όλων των υπηρεσιών κάθε υπουργείου. Διατύπωση εκτίμησης εάν το παραγόμενο έργο της υπηρεσίας συγκρίνεται με αυτό ομοειδών υπηρεσιών.
• Το ίδιο ισχύει μεταξύ υπηρεσιών υπουργείων (σύγκριση έργου, κλπ). Εδώ, ενεργό ρόλο μπορεί να παίξει ο Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης.
• Καθιέρωση μετρήσιμων στόχων ανά υπηρεσία και υπάλληλο με βάση όλα τα παραπάνω, και απόδοση μπόνους ανάλογα με την επίτευξη ή όχι των στόχων αυτών.
• Διαρκής επιμόρφωση όλου του στελεχικού δυναμικού της δημόσιας διοίκησης.
Το τελευταίο μέτρο βέβαια είναι και το πιό δραστικό, και θα ξεσηκώσει ίσως και αντιδράσεις κυρίως από την Αριστερά. Και εδώ χρειάζεται να σταθούμε. Η επιλογή που διαθέτουμε δεν είναι μεταξύ μίας ισότητας παλαιομοδίτικου τύπου (π.χ., αποσύνδεση της μισθολογικής εξέλιξης από την βαθμολογική εξέλιξη που καθιέρωσε το ΠΑΣΟΚ την δεκαετία του 80) και κάποιας ανισότητας ανάμεσα στους δημόσιους υπαλλήλους. Εάν επιμείνουμε στην ισότητα θα οδηγηθούμε σε βαθμιαία απαξίωση του δημόσιου τομέα με ό,τι αυτό σημαίνει. Η μόνη επιλογή είναι μεταξύ μίας επιλεκτικής μεταχείρισης του προσωπικού με βάση τις ικανότητες και την απόδοσή τους στην βάση του «όλοι αμείβονται για την προσπάθειά τους», και μίας ανισότητας όπου οι «κάτω» τρέχουν και οι «πάνω» αμείβονται, όπως δυστυχώς τείνει όλο και πιο πολύ να γίνει η νόρμα στον ιδιωτικό τομέα. Ρεαλιστικά μιλώντας, αυτό είναι το βασικό διακύβευμα (ή αλλιώς «στοίχημα») για την σημερινή σοσιαλδημοκρατία.
Όλα αυτά μας οδηγούν στο γενικό συμπέρασμα πως για την ανασυγκρότηση της χώρας απαιτείται να συντρέξουν τριών λογιών παράγοντες. Πρώτον, μία ικανή, έντιμη και γενναία κυβέρνηση, δεύτερον, εκ βάθρων αναδιοργάνωση και ανασυγκρότηση όλης της κρατικής μηχανής, και τρίτον, σε βάθος κινητοποίηση της κοινωνίας. Έτσι μπορούμε να ελπίζουμε σε μία μάχιμη Ελλάδα, που παίρνει την τύχη της στα χέρια της, διαπνεόμενη από αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση, ευημερούσα, ισχυρή και κοινωνικά δίκαιη. Αλλιώς, η Ελλάδα που θα κληροδοτήσουμε στις επόμενες γενιές και την ιστορία θα περιθωριοποιείται βαθμιαία, θα είναι λαβωμένη και άδικη, «μοιραία και άβουλη αντάμα».
ΠΡΟΕΔΡΙΚΗ ΕΚΛΟΓΗ ΚΑΙ ΘΕΣΜΟΙ
KENT: «[...] κι ούτ’ είναι κούφιοι από καρδιά όσοι η λαλιά τους
η σιγανή δεν κουδουνίζει κούφια λόγια.»
Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Ο Βασιλιάς Ληρ, μτφ. Βασίλη Ρώτα, εκδόσεις επικαιρότητα, 1997, σ. 24.
«... Πιστεύω στο λαό κι είμαι πάντα έτοιμος να παραδεχτώ το δίκιο του, όμως δεν έχω καθόλου σκοπό να τον παραχαϊδέψω. ...»
Φ. Ντοστογιέφσκη, Αδελφοί Καραμάζοφ, μτφ. Άρη αλεξάνδρου, Εκδόσεις Γκοβόστη 1991, τ. 3ος, σ.332.
«[...] Και θέλω να είμαι σε θέση να ακούω την αφτιασίδωτη αλήθεια.»
Ίνταρ Κρώυτσερ, διευθύνων σύμβουλος της Νορβηγικής ασφαλιστικής εταιρίας Storebrand.*
«Μην αφήσουμε αυτή την κρίση να πάει χαμένη.»
Ραμ Εμμάνιουελ, προσωπάρχης του Λευκού Οίκου
Α. Έχει ήδη ανοίξει το θέμα της Προεδρικής εκλογής του Μαρτίου 2010, με αφορμή την θέση του ΠΑΣΟΚ ότι θα καταψηφίσει τον νυν ΠτΔ για να προκαλέσει βουλευτικές εκλογές, και ότι θα τον προτείνει και θα τον ψηφίσει μέσως μετά (εάν φυσικά, όπως όλα δείχνουν, εκλεγεί) με την απλή πλειοψηφία της Βουλής. Το θέμα αναζωπυρώθηκε τελευταία με τις απόψεις των συνταγματολόγων καθηγητών Δ. Τσάτσου (κυρίως) και Γ. Κασιμάτη ότι αυτή η προοπτική αντιβαίνει, αν όχι στο γράμμα, σίγουρα στο πνεύμα του Συντάγματος. Οι θέσεις αυτές έχουν ξεσηκώσει αντιδράσεις στον χώρο του ΠΑΣΟΚ (όπως ίσως είναι αναμενόμενο). Συνταγματολόγος δεν είμαι, αλλά συμφωνώντας και με άλλους (π.χ. Γεράσιμος Μοσχονάς στα ΝΕΑ της 7/8/09 νομίζω), έχω την πεποίθηση πως το προτεινόμενο «σενάριο» για την εκλογή του ΠτΔ από το ΠΑΣΟΚ και βέβαια αντιβαίνει στο πνεύμα του Συντάγματος: Το άρθρο 32 του Συντάγματος (έκδοση της Βουλής 2006) ορίζει εκλογές πριν την προεδρική εκλογή (μόνον) σε περίπτωση που δεν εκλεγεί ΠτΔ με ευρεία πλειοψηφία από την Βουλή, έτσι ώστε ο νέος πρόεδρος να διαθέτει αυξημένο πολιτικό κύρος. Το πνεύμα της συνταγματικής διάταξης δηλαδή είναι ότι αυτές οι βουλευτικές εκλογές αφορούν μόνον την εκλογή Προέδρου και αποσυνδέονται από τον συνήθη πολιτικό/εκλογικό ανταγωνισμό. Με αυτή την βάση εκκίνησης, θεωρώ πως το όλο θέμα εγείρει μία σειρά ζητημάτων που καλό είναι να συζητηθούν σε ανοιχτό πνεύμα.
Το πρώτο θέμα είναι αυτό της ουσίας. Η βασική θέση του ΠΑΣΟΚ είναι νομίζω ότι το θέμα είναι κατ’ εξοχήν πολιτικό, όχι νομικό. Με άλλα λόγια, πάνω από το θέμα του θεσμού, δηλ. της διαδικασίας της προεδρικής εκλογής, πάνω στο οποίο έχουν άποψη οι συνταγματολόγοι (και οι συνταγματολογούντες), είναι η λαϊκή βούληση, ο λαός ο οποίος θα κρίνει τελικά αυτές τις επιλογές του ΠΑΣΟΚ (και των άλλων κομμάτων). Η άποψη ότι πάνω από τους θεσμούς υπάρχει τελικά ο λαός έχει κάποια ιστορία στο ΠΑΣΟΚ. Δεν χρειάζεται να πούμε ότι αυτή η λογική, διατυπωμένη στην ακραία της μορφή και λογική κατάληξη οδηγεί στην κανταφικής έμπνευσης τζαμαχιρία – δεν υπάρχουν θεσμοί, μόνο ο λαός. Δεν υποστηρίζεται βεβαίως αυτό τώρα, αλλά η άποψη ότι εν τέλει η γνώμη των ειδικών υπόκειται στην λαϊκή έγκριση μας πάει κοντά. (Άς αναλογιστούμε: Θα σκεφτόμασταν ποτέ να θέσουμε στην λαϊκή έγκριση την επιστημονική άποψη ενός γιατρού ή μηχανικού; Τότε γιατί να ισχύει το ανάλογο στην περίπτωση του Συντάγματος; Βέβαια, στο κοινωνικό πεδίο μπορεί να υποστηριχθεί ότι δεν υπάρχουν απόλυτες αλήθειες. Δεκτό, αλλά δεν γινόμαστε όλοι συνταγματολόγοι εάν μάθουμε ένα άρθρο του Συντάγματος, είτε οικονομολόγοι εάν μάθουμε την λέξη πληθωρισμός.) Βεβαίως, δεν είμαι «θεσμο-λάγνος», αλλά ακόμα και αυτό θα ήταν καλύτερο από την «λαο-λαγνεία» των παραπάνω απόψεων.
Το βασικό θέμα όμως είναι ότι το συλλογικό συμφέρον δεν είναι πάνω από τους θεσμούς – ΕΙΝΑΙ οι θεσμοί. Η δημοκρατία και οι θεσμοί της έχουν καθιερωθεί, μέσα από μεγάλους αγώνες, για την προστασία του λαϊκού συμφέροντος. Γιατί χωρίς τέτοιους θεσμούς δεν προστατεύονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, ούτε και οι μεγάλες κοινωνικές κατακτήσεις. Χωρίς αυτούς τους θεσμούς οδηγούμαστε σε κοινωνία ζούγκλα, στην νέα βαρβαρότητα όπως λέγεται, όπου το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό χωρίς καμία κοινωνική προστασία (όπου π.χ., πρέπει να έχεις εφοπλιστικό όνομα για να εξιχνιαστεί η απαγωγή σου, αλλιώς...) Ο θεσμός του Προέδρου της Δημοκρατίας αποτελεί την κορωνίδα, συμβολίζει και συνοψίζει κατά κάποιο τρόπο όλο το δημοκρατικό και ευρύτερο θεσμικό πλαίσιο της χώρας, και η αποδυνάμωσή του δίνει αναπόφευκτα το σύνθημα για την αποδυνάμωση των θεσμών ευρύτερα.
Βεβαίως, η ΝΔ δεν είναι σε θέση να παραδίδει μαθήματα θεσμών, αλλά αυτό δεν αποτελεί επιχείρημα για το ΠΑΣΟΚ, καθώς ελπίζαμε και ελπίζουμε ότι το ΠΑΣΟΚ θέτει σε όλα πολύ ψηλότερα τον πήχυ. Και πάλι το θέμα έχει ευρύτερες διαστάσεις. Το ΠΑΣΟΚ θα κληθεί αύριο να πείσει την ελληνική κοινωνία να αλλάξει συμπεριφορές και νόρμες, όπως γράφω και αλλού, όπως την διαφθορά, και την γενική έλλειψη κανόνων και πειθαρχίας, όπως επίσης και να της εμπνεύσει την χρηστή διοίκηση και την συλλογική προσπάθεια. Πώς θα γίνουν όλα αυτά, όταν δημιουργείται η πεποίθηση πως η πειθαρχία είναι «για τους από κάτω», ενώ οι «από πάνω» είναι ελεύθεροι να κάνουν τους κανόνες και τις διαδικασίες λάστιχο; Ασπάζομαι πλήρως την άποψη ότι η παρούσα κυβέρνηση είναι η χειρότερη ....αποεξανέκαθεν!, και ότι καταστρέφει συστηματικά την χώρα εδώ και πεντέμισυ χρόνια. Αλλά και πάλι: εάν γίνουν εκλογές την άνοιξη του 10, οι εκλογές θα έχουν επισπευσθεί το πολύ κατά ενάμισυ χρόνο. Νομίζω ότι το κέρδος αυτό σαφώς υστερεί μπροστά στην μακροχρόνια και μόνιμη ζημιά από την υπονόμευση των θεσμών, για την οποία η προεδρική εκλογή, όπως σχεδιάζεται, δίνει το σύνθημα. Κυβερνήσεις κακές θα ξαναέρθουν, δυστυχώς, όμως οι θεσμοί και η ποιότητά τους παραμένουν.
Το δεύτερο, ίσως πιο «περιφερειακό» αλλά όχι λιγότερο σημαντικό μεγάλο θέμα, είναι ο ρόλος των διανοουμένων και των ανεξαρτήτων φωνών μέσα σε ένα κόμμα. Ο Δ. Τσάτσος δεν είναι μέλος καμιάς ελίτ ούτε και ανίερης συμμαχίας, η δε επιστημονική του σκέψη δεν συνιστά παρακμή, όπως οι καλοθελητές, ακόμα και σοβαροί άνθρωποι, ήδη μας το πρόφτασαν. Οι κκ. Τσάτσος και Κασιμάτης (αν δεν κάνω λάθος) είναι έγκριτοι επιστήμονες, που υπηρέτησαν και τίμησαν το ΠΑΣΟΚ και την Ελλάδα, ο πρώτος και ως ευρωβουλευτής και εισηγητής του ατυχήσαντος, αλλά πολύ σημαντικού, Ευρωσυντάγματος. Το χρέος τους είναι, πέρα και πάνω απ’ όλα, στις αρχές τους (τις αρχές της κεντροαριστεράς, δηλαδή), στην αλήθεια και στην Ελλάδα. Τέτοιοι διανοούμενοι είναι πολύ χρησιμότεροι και στην Ελλάδα αλλά και στο ΠΑΣΟΚ από αυτούς που ομνύουν (μόνο) στην κομματική νομιμοφροσύνη. Οι εποχές που το αντίθετο εθεωρείτο δόγμα παρήλθαν. Και κάτι ακόμα. Δεν μπορεί παρά να αξίζει επαίνου η εμφανής προσπάθεια του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ να προωθήσει την «ανοιχτή κοινωνία», θεσπίζοντας ακόμα και την ευνοϊκή μεταχείριση όσων καταγγέλουν τα κακώς κείμενα. (Κάτι που και ο γράφων, ας επιτραπεί η επισήμανση, έχει προτείνει σε αυτές τις σελίδες, υπό την μορφή του θεσμού της «σφυρίχτρας».) Υπ’ αυτήν την έννοια, είναι τουλάχιστον παράδοξο να τυχαίνει τέτοιας μεταχείρισης κάποιος ο οποίος διατύπωσε την άποψη ότι η ακολουθούμενη πολιτική είναι λανθασμένη – τι είδους ενθάρρυνση θα λάβουν άλλοι αργότερα που ενδεχομένως θα σκεφτούν να καταγγείλουν τα αναπόφευκτα κυβερνητικά στραβοπατήματα του ΠΑΣΟΚ;
Εν συνεχεία των παραπάνω είναι και η φθορά που υφίσταται ο πρώτος ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ κ. Γ. Παπακωνσταντίνου εκτιθέμενος στην καθημερινή πολιτική τριβή ως εκπρόσωπος Τύπου του Κινήματος. Οι συνταγματολόγοι δεν «τρώγονται» όπως μας είπε - μάλλον οι πολιτικοί τρώγονται -, οι έλληνες συνταγματολόγοι διατηρούν ένα ζωντανό και υψηλού επιπέδου διάλογο και νομικό πολιτισμό που βοηθάει στην εξύψωση των θεσμών στην χώρα μας. Αυτό πρέπει να έχει κατά νου ο πρώτος ευρωβουλευτής της χώρας, και αυτό πρέπει να μεταφέρει προς τα έξω. Προς το συμφέρον της χώρας, του Κινήματος αλλά και του ιδίου, ο κ. Παπακωνσταντίνου επιβάλλεται να επικεντρωθεί αποκλειστικά στα ευρωβουλευτικά του καθήκοντα.
Συναφή, και συνέχεια, είναι και τα σχετικά με την στάση του Ευ. Βενιζέλου, ο οποίος, με την άποψή του περί αυτονομίας του επιστημονικού λόγου, θεωρήθηκε ότι «κρατάει αποστάσεις» από την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ. Ο κ. Βενιζέλος έχει αυξημένο πολιτικό και ιδεολογικό κύρος μέσα στο ΠΑΣΟΚ και βεβαίως επιστημονική άποψη στο θέμα, ενώ έχει κρατήσει και υπεύθυνη εσωκομματική στάση από τον Νοέμβριο του 2007 και μετά. Έχει χρέος να πει την εμπεριστατωμένη γνώμη του, και η ηγεσία θα έχει κέρδος αν την λάβει υπ’ όψη. Η ηγεσία, το ΠΑΣΟΚ, και η Ελλάδα ωφελούνται, τουλάχιστον γενικά και μακροπρόθεσμα, όταν βρίσκονται όσο το δυνατόν κοντύτερα στην αλήθεια, όχι όταν ακούν μόνον αυτά που θέλουν να ακούσουν. Σήμερα, το δόγμα δεν μπορεί παρά να είναι: πίστη σε βασικές ιδεολογικές και προγραμματικές αρχές, η οποία οδηγεί στην συλλογικότητα, αλλά από εκεί και πέρα ανεξαρτησία γνώμης σε «περιφερειακά» ζητήματα, ειδικά όταν αυτή δεν βάζει σε κίνδυνο την ενότητα (και σε αυτήν την περίπτωση δεν την βάζει, νομίζω). Αυτό η είναι βάση πάνω στην οποία χτίζεται μία κεντροαριστερά πλατιά, πολυσυλλεκτική, συλλογική όπως λέγαμε και παραπάνω, «φαρδιά τέντα» που χωράει πολύ κόσμο, βάση ευρύτερων συναινέσεων, ζωντανή ως ιδεολογική αναζήτηση και διάλογος με την κοινωνία, και τελικά ηγεμονική δύναμη στην ελληνική κοινωνία σε βάθος χρόνου. Αν κανείς/μία θεωρεί ότι αυτά είναι θεωρητικά θέματα άνευ πρακτικής αξίας, ας περιμένει (όχι πολύ!) μέχρι η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ να βρεί μπροστά της τα δύσκολα, και η ηγεσία του να πρέπει να «πλαισιωθεί» στις δύσκολες αποφάσεις της από πολιτικούς και επιστήμονες ευρύτερου κύρους, και όχι μόνο από «τους δικούς του» - ποιός είπε ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται;
Εν κατακλείδι, έχει ανοίξει πρόωρα ένα θέμα που κιδυνεύει να καταναλώσει την φαιά ουσία της χώρας για ένα μεγάλο διάστημα, και όλα αυτά γύρω από ένα θέμα που έπρεπε τελικά να ενώνει και όχι να χωρίζει (αυτός είναι νομίζω ο ουσιαστικός ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας – να ενώνει πάνω από την πολιτική διαμάχη, ώστε να μην φτάσουμε πάλι σε διχασμούς και εμφυλίους, για να το θέσουμε ωμά), και γύρω από ένα πρόσωπο (τον νυν ΠτΔ) που είναι κατά γενική ομολογία επιτυχημένος και συμπαθής σε όλους (φανταστείτε και να μην ήταν)! Αλλά το πιό ουσιαστικό θέμα είναι ότι οι θεσμοί είναι συνώνυμοι με το συλλογικό συμφέρον σε βάθος χρόνου. Ότι αυτοί βρίσκονται υπό πίεση για μία σειρά λόγων (προϊούσα ανισοκατανομή εισοδήματος με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για την ανισοκατανομή πολιτικής επιρροής, ρόλος των ΜΜΕ, κλπ.). Ότι αυτοί δεν θα αλλάξουν από την μία μέρα στην άλλη, αλλά απονεκρώνονται και διαφθείρονται βαθμιαία (ανεπαισθήτως, όπως λέει και ο ποιητής). Και ότι, τελικά, το σύνθημα που δίνεται «από πάνω» παίζει καθοριστικό ρόλο.
Β. Όλα αυτά μας οδηγούν να αναλογιστούμε το κυρίαρχο ζήτημα της χώρας, το βασικό «πρόβλημα», για να μιλήσουμε «στρογγυλά». Το βασικό πρόβλημα δεν είναι να απαλλαγούμε από μία κακή κυβέρνηση, ακόμα και τόσο κακή όσο της ΝΔ, και να εκλέξουμε μία καλή, όσο καλή κι αν είναι. Ακόμα κι αν ισχύει η απόλυτη διάκριση καλού-κακού, το ζήτημα βέβαια δεν είναι αυτό, διότι αν το πρόβλημα της Ελλάδας ήταν να βρούμε μία καλή κυβέρνηση, με τόσες αλλαγές που έχουν γίνει από εποχής Καποδίστρια και δώθε, θα την είχαμε ήδη βρει και δεν θα την αλλάζαμε. Το πρόβλημα της χώρας είναι αλλού. Είναι πρώτ΄απ’ όλα πρόβλημα κοινωνικής δικαιοσύνης. Σε αυτό το θέμα η διαφορά μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων είναι βασική και ουσιαστική, και συνηγορεί έντονα στην κυβερνητική αλλαγή. Αλλά εξ ίσου σημαντικό, και απείρως πιο μπερδεμένο, είναι ένα πλέγμα θεμάτων που μπορεί να ονομαστεί έλλειμα ανάπτυξης – ανάπτυξης όχι μόνον οικονομικής, αλλά και θεσμικής, πολιτικής και κοινωνικής. Άς δούμε πρώτα τους θεσμούς: Θεσμικό πλαίσιο υπάρχει στην χώρα, πληρέστατο (εξ όσων αντιλαμβάνομαι) και προοδευτικό. Το πρόβλημα είναι ότι δεν τηρείται, οι νόμοι και οι κανονισμοί συστηματικά παραβιάζονται. Για να κατανοήσουμε το γιατί είναι νομίζω χρήσιμο να δούμε πώς αλληλεξαρτώνται κοινωνία και πολιτική. Η πολιτική βεβαίως διαμορφώνει την κοινωνία μέσω των μέτρων πολιτικής που παίρνει. Αλλά και η κοινωνία επηρεάζει την πολιτική μέσω μίας λογικής που έχει αποκρυσταλλωθεί στο λεγόμενο «θεώρημα του μέσου ψηφοφόρου». Σύμφωνα με αυτό, ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων οδηγεί στην σύγκλισή τους στις προτιμήσεις του μέσου ψηφοφόρου. Αν ένα από τα δύο κόμματα μετακινηθεί από αυτές, τότε χάνει ψήφους. Μπορεί βέβαια κανείς να υποστηρίξει ότι τα δύο μεγάλα κόμματα δεν συγκλίνουν απολύτως, έχουν μεγάλες διαφορές στην ιδεολογία και τα προγράμματά τους, άποψη που συμμερίζομαι πλήρως. Όμως θα έλεγα ότι τα μεγάλα κόμματα συγκλίνουν σε κάποιες όψεις του χαρακτήρα τους με τον χαρακτήρα του μέσου ψηφοφόρου. Εξ ού και η προσοχή στο «πολιτικό κόστος» και όχι στο ουσιαστικό συλλογικό συμφέρον, οι πελατειακές τάσεις, ο λαϊκισμός, ο πολιτικός πολιτισμός των τηλεπαραθύρων, ο πολιτικός ανταγωνισμός μεταξύ των κομμάτων τύπου κοκορομαχίας, το παρατεταμένα νοσηρό πολιτικό κλίμα, κλπ. Έχουμε δηλαδή εδώ όψεις της πολιτικής υπανάπτυξης. Από αυτήν την αλληλεπίδραση λοιπόν (αυτό που κάπου αλλού ονομάζω γαϊτανάκι κοινωνίας και πολιτικής) προκύπτει ότι κοινωνία και πολιτική βρίσκονται σε μία αμφίρροπη δυναμική που μας οδηγεί σε «ισορροπίες τύπου Νας» που διαιωνίζουν την υπανάπτυξη. (Δες άλλη καταχώρηση για την ισορροπία κατά Νας.) Αναπόσπαστο τμήμα αυτών των «υπανάπτυκτων» ισορροπιών κατά Νας είναι και η κοινωνική υπανάπτυξη, εμφανής σε κοινωνικές συμπεριφορές και νόρμες ανταγωνιστικές και όχι συνεργατικές, στην υπερβολική εξάρτηση της κοινωνίας από την πολιτική (πελατειακές σχέσεις, ανάγκη να ενταχθείς σε κομματικό «μαντρί» προκειμένου να προστατεύεσαι, κλπ.), στην άλωση της δημόσιας διοίκησης από την πολιτική, στον φόβο της κοινωνίας απέναντι σε κάθε τι καινούργιο ή που μπορεί να οδηγήσει σε εξορθολογισμό (πράγμα που επαληθεύεται από σφυγμομετρήσεις, όπως έγραψε ο Π.Κ. Ιωακειμίδης στα ΝΕΑ της 13/8/09), στην έλλειψη αξιοκρατίας, αλλά και στην περιφρόνηση του δημοσίου συμφέροντος, την διαφθορά, φθορά του περιβάλλοντος, κλπ.
Η αλλεπίδραση αυτή μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής σημαίνει ότι κανένας από τους δύο «εταίρους» του διδύμου δεν μπορεί να κινηθεί πολύ γρήγορα προς τα πάνω, τραβώντας και τον άλλο. Αντίθετα, για τους λόγους που περιγράψαμε, ο πιό υπανάπτυκτος εταίρος τραβάει προς τα κάτω και τον άλλο – ένας π.χ. φωτισμένος πολιτικός πνίγεται μέσα στην βοή της αγοράς, ενώ οι φωτισμένες κοινωνικές δυνάμεις οδηγούνται στην περιθωριοποίηση. Έτσι, φτάνουμε σε μία κοινωνία σαν την ελληνική όπου (ο γράφων ακράδαντα πιστεύει) το σύνολο είναι κατώτερο από το άθροισμα των μονάδων, οι μονάδες είναι ως επί το πλείστον αξιόλογες (ιδιαιτέρως σε μερικές περιπτώσεις) αλλά το σύνολο κατώτερο του προσδοκωμένου. Ή, για να το πούμε αλλιώς, το σύνολο δεν ωθεί τις μονάδες προς τα πάνω αλλά προς τα κάτω.
Με αυτόν τον τρόπο, αυτές οι πολυδιάστατες κοινωνικές ισορροπίες εξελίσσονται αργά, και η ανάπτυξη (στην πλήρη της έννοια) υστερεί. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν εξελίσσονται ή βελτιώνονται καθόλου. Υπάρχει κάποια δόση αυτονομίας είτε στην πολιτική είτε στην κοινωνία που επιτρέπει στον έναν εταίρο του διδύμου να εξελιχθεί, έστω λίγο, παρασύροντας και τον άλλο. Το ερώτημα που ανακύπτει λοιπόν είναι πώς μπορούμε να επιταχύνουμε και στρέψουμε την εξελικτική διαδικασία προς την σωστή κατεύθυνση. Προσωπικά πιστεύω ότι η πολιτική έχει περισσότερα περιθώρια αυτονομίας, και έτσι είναι πιθανότερο να κάνει το άλμα, το «μπιγκ μπανγκ» προς τα πάνω, την «υπέρβαση», κάτω από κάποιες προϋποθέσεις βέβαια. (Παρενθετικά, μελαγχολεί κανείς καμμιά φορά από την κατάχρηση και φθορά ουσιαστικών πολιτικών εννοιών, όπως νέα διακυβέρνηση, επανίδρυση του κράτους, υπέρβαση - μοιάζουν με ωραίο τοπίο που έχει καταντήσει σκουπιδότοπος...) Τις προϋποθέσεις αυτές τις έχω αναλύσει εκτενώς αλλού: Καθολική κινητοποίηση της κοινωνίας με τον κατάλληλο διαφωτισμό, συνολικό σχέδιο ανασυγκρότησης, ειλικρίνεια και προσωπικό παράδειγμα προσφοράς από μέρους των πολιτικών, πειθαρχία και δέσμευση από όλους σε κανόνες, και βέβαια κοινωνική δικαιοσύνη, είναι ίσως από τις πιό σημαντικές. Ως πρακτικό μέτρο, έχω προτείνει να εκπονήσει είτε ανεώσει το ΠΑΣΟΚ έναν αυστηρό κώδικα δεοντολογίας που θα καλύπτει τους πάντες, Πρόεδρο, μέλη της κυβέρνησης, βουλευτές, άλλα στελέχη, και κριτήρια επιλογών για όλες τις κυβερνητικές και κρατικές θέσεις, ώστε να πεισθεί έμπρακτα η κοινωνία ότι η διακυβέρνηση ΠΑΣΟΚ δεν θα είναι μία απλή αλλαγή φρουράς κολλητών και «παιδιών» από γαλάζια σε πράσινα.
Νομίζω ότι η συγκυρία προσφέρει και ευκαιρίες, μέσα βέβαια στο γενικότερο γκρίζο τοπίο που διαγράφεται από την οικονομική κρίση, τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας, και την άθλια κληρονομιά που θα μας αφήσει η ΝΔ. Η ευκαιρία παρουσιάζεται γιατί ο Γιώργος Παπανδρέου, έντιμος, άφθαρτος και νεωτερίζων πολιτικός, και το ΠΑΣΟΚ, μετά την ολέθρια «νέα διακυβέρνηση» της ΝΔ, προικοδοτούνται με σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο. Αυτό τους δίδει (ιδιαίτερα στον πρώτο) έναν σημαντικό βαθμό αυτονομίας απέναντι στις διαθέσεις του μέσου ψηφοφόρου και της κοινωνίας, που επιτρέπει ρήξεις με κατεστημένες πρακτικές στην κατεύθυνση της άμβλυνσης της πολιτικής, κοινωνικής και θεσμικής υστέρησης που περιγράφηκε πιο πάνω. ΄Ομως, η αυτονομία αυτή δεν θα ισχύει επ’ άπειρον. Πολύ γρήγορα, οι δυσκολίες της πολιτικής, συνδυασμένες με αναπόφευκτα κυβερνητικά στραβοπατήματα του ΠΑΣΟΚ και την κυνική αντεπίθεση της ΝΔ, θα εξαντλήσουν τα περιθώρια αυτά, και το ΠΑΣΟΚ θα έχει λιγότερη διάθεση για καινοτομίες. Η αναληθής αλλά κοινότυπη ρήση του «όλοι ίδιοι είναι», δουλεμένη κατάλληλα από λογής παπαγάλους, θα ηχεί μονότονα. Είναι απολύτως απαραίτητο η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ να βρεθεί έτοιμη για την επόμενη μέρα, αλλά και να προετοιμάζεται από τώρα δίνοντας το παράδειγμα για μια πραγματικά νέου τύπου διακυβέρνηση του τόπου βασισμένη σε αρχές και κανόνες. Οι επισημάνσεις που έγιναν στο παρόν άρθρο, αν και σε κριτικό τόνο, έγιναν στο πνεύμα των παραπομπών που παρατίθενται ως υπότιτλοι, και ελπίζεται ότι θα συμβάλουν στην κατεύθυνση αυτή.
* Το πλήρες απόσπασμα, από το άρθρο «Διαφωτιστική σύνοψη» – Illuminating outline – πάνω στο «Σκανδιναυϊκό μοντέλο», των Richard Milne και Andrew Ward, Financial Times, Πέμπτη 30 Ιουλίου 2009, σ. 9, έχει ως εξής: ‘Ο κ. Κρώυτσερ εξηγεί ότι οι εργαζόμενοι στην εταιρία του «απλά έρχονται και χτυπάνε την πόρτα μου. [...] Αισθάνονται (συν)υπεύθυνοι για την τύχη της εταιρίας. Και θέλω να είμαι σε θέση να ακούω την αφτιασίδωτη αλήθεια.»’
η σιγανή δεν κουδουνίζει κούφια λόγια.»
Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Ο Βασιλιάς Ληρ, μτφ. Βασίλη Ρώτα, εκδόσεις επικαιρότητα, 1997, σ. 24.
«... Πιστεύω στο λαό κι είμαι πάντα έτοιμος να παραδεχτώ το δίκιο του, όμως δεν έχω καθόλου σκοπό να τον παραχαϊδέψω. ...»
Φ. Ντοστογιέφσκη, Αδελφοί Καραμάζοφ, μτφ. Άρη αλεξάνδρου, Εκδόσεις Γκοβόστη 1991, τ. 3ος, σ.332.
«[...] Και θέλω να είμαι σε θέση να ακούω την αφτιασίδωτη αλήθεια.»
Ίνταρ Κρώυτσερ, διευθύνων σύμβουλος της Νορβηγικής ασφαλιστικής εταιρίας Storebrand.*
«Μην αφήσουμε αυτή την κρίση να πάει χαμένη.»
Ραμ Εμμάνιουελ, προσωπάρχης του Λευκού Οίκου
Α. Έχει ήδη ανοίξει το θέμα της Προεδρικής εκλογής του Μαρτίου 2010, με αφορμή την θέση του ΠΑΣΟΚ ότι θα καταψηφίσει τον νυν ΠτΔ για να προκαλέσει βουλευτικές εκλογές, και ότι θα τον προτείνει και θα τον ψηφίσει μέσως μετά (εάν φυσικά, όπως όλα δείχνουν, εκλεγεί) με την απλή πλειοψηφία της Βουλής. Το θέμα αναζωπυρώθηκε τελευταία με τις απόψεις των συνταγματολόγων καθηγητών Δ. Τσάτσου (κυρίως) και Γ. Κασιμάτη ότι αυτή η προοπτική αντιβαίνει, αν όχι στο γράμμα, σίγουρα στο πνεύμα του Συντάγματος. Οι θέσεις αυτές έχουν ξεσηκώσει αντιδράσεις στον χώρο του ΠΑΣΟΚ (όπως ίσως είναι αναμενόμενο). Συνταγματολόγος δεν είμαι, αλλά συμφωνώντας και με άλλους (π.χ. Γεράσιμος Μοσχονάς στα ΝΕΑ της 7/8/09 νομίζω), έχω την πεποίθηση πως το προτεινόμενο «σενάριο» για την εκλογή του ΠτΔ από το ΠΑΣΟΚ και βέβαια αντιβαίνει στο πνεύμα του Συντάγματος: Το άρθρο 32 του Συντάγματος (έκδοση της Βουλής 2006) ορίζει εκλογές πριν την προεδρική εκλογή (μόνον) σε περίπτωση που δεν εκλεγεί ΠτΔ με ευρεία πλειοψηφία από την Βουλή, έτσι ώστε ο νέος πρόεδρος να διαθέτει αυξημένο πολιτικό κύρος. Το πνεύμα της συνταγματικής διάταξης δηλαδή είναι ότι αυτές οι βουλευτικές εκλογές αφορούν μόνον την εκλογή Προέδρου και αποσυνδέονται από τον συνήθη πολιτικό/εκλογικό ανταγωνισμό. Με αυτή την βάση εκκίνησης, θεωρώ πως το όλο θέμα εγείρει μία σειρά ζητημάτων που καλό είναι να συζητηθούν σε ανοιχτό πνεύμα.
Το πρώτο θέμα είναι αυτό της ουσίας. Η βασική θέση του ΠΑΣΟΚ είναι νομίζω ότι το θέμα είναι κατ’ εξοχήν πολιτικό, όχι νομικό. Με άλλα λόγια, πάνω από το θέμα του θεσμού, δηλ. της διαδικασίας της προεδρικής εκλογής, πάνω στο οποίο έχουν άποψη οι συνταγματολόγοι (και οι συνταγματολογούντες), είναι η λαϊκή βούληση, ο λαός ο οποίος θα κρίνει τελικά αυτές τις επιλογές του ΠΑΣΟΚ (και των άλλων κομμάτων). Η άποψη ότι πάνω από τους θεσμούς υπάρχει τελικά ο λαός έχει κάποια ιστορία στο ΠΑΣΟΚ. Δεν χρειάζεται να πούμε ότι αυτή η λογική, διατυπωμένη στην ακραία της μορφή και λογική κατάληξη οδηγεί στην κανταφικής έμπνευσης τζαμαχιρία – δεν υπάρχουν θεσμοί, μόνο ο λαός. Δεν υποστηρίζεται βεβαίως αυτό τώρα, αλλά η άποψη ότι εν τέλει η γνώμη των ειδικών υπόκειται στην λαϊκή έγκριση μας πάει κοντά. (Άς αναλογιστούμε: Θα σκεφτόμασταν ποτέ να θέσουμε στην λαϊκή έγκριση την επιστημονική άποψη ενός γιατρού ή μηχανικού; Τότε γιατί να ισχύει το ανάλογο στην περίπτωση του Συντάγματος; Βέβαια, στο κοινωνικό πεδίο μπορεί να υποστηριχθεί ότι δεν υπάρχουν απόλυτες αλήθειες. Δεκτό, αλλά δεν γινόμαστε όλοι συνταγματολόγοι εάν μάθουμε ένα άρθρο του Συντάγματος, είτε οικονομολόγοι εάν μάθουμε την λέξη πληθωρισμός.) Βεβαίως, δεν είμαι «θεσμο-λάγνος», αλλά ακόμα και αυτό θα ήταν καλύτερο από την «λαο-λαγνεία» των παραπάνω απόψεων.
Το βασικό θέμα όμως είναι ότι το συλλογικό συμφέρον δεν είναι πάνω από τους θεσμούς – ΕΙΝΑΙ οι θεσμοί. Η δημοκρατία και οι θεσμοί της έχουν καθιερωθεί, μέσα από μεγάλους αγώνες, για την προστασία του λαϊκού συμφέροντος. Γιατί χωρίς τέτοιους θεσμούς δεν προστατεύονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, ούτε και οι μεγάλες κοινωνικές κατακτήσεις. Χωρίς αυτούς τους θεσμούς οδηγούμαστε σε κοινωνία ζούγκλα, στην νέα βαρβαρότητα όπως λέγεται, όπου το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό χωρίς καμία κοινωνική προστασία (όπου π.χ., πρέπει να έχεις εφοπλιστικό όνομα για να εξιχνιαστεί η απαγωγή σου, αλλιώς...) Ο θεσμός του Προέδρου της Δημοκρατίας αποτελεί την κορωνίδα, συμβολίζει και συνοψίζει κατά κάποιο τρόπο όλο το δημοκρατικό και ευρύτερο θεσμικό πλαίσιο της χώρας, και η αποδυνάμωσή του δίνει αναπόφευκτα το σύνθημα για την αποδυνάμωση των θεσμών ευρύτερα.
Βεβαίως, η ΝΔ δεν είναι σε θέση να παραδίδει μαθήματα θεσμών, αλλά αυτό δεν αποτελεί επιχείρημα για το ΠΑΣΟΚ, καθώς ελπίζαμε και ελπίζουμε ότι το ΠΑΣΟΚ θέτει σε όλα πολύ ψηλότερα τον πήχυ. Και πάλι το θέμα έχει ευρύτερες διαστάσεις. Το ΠΑΣΟΚ θα κληθεί αύριο να πείσει την ελληνική κοινωνία να αλλάξει συμπεριφορές και νόρμες, όπως γράφω και αλλού, όπως την διαφθορά, και την γενική έλλειψη κανόνων και πειθαρχίας, όπως επίσης και να της εμπνεύσει την χρηστή διοίκηση και την συλλογική προσπάθεια. Πώς θα γίνουν όλα αυτά, όταν δημιουργείται η πεποίθηση πως η πειθαρχία είναι «για τους από κάτω», ενώ οι «από πάνω» είναι ελεύθεροι να κάνουν τους κανόνες και τις διαδικασίες λάστιχο; Ασπάζομαι πλήρως την άποψη ότι η παρούσα κυβέρνηση είναι η χειρότερη ....αποεξανέκαθεν!, και ότι καταστρέφει συστηματικά την χώρα εδώ και πεντέμισυ χρόνια. Αλλά και πάλι: εάν γίνουν εκλογές την άνοιξη του 10, οι εκλογές θα έχουν επισπευσθεί το πολύ κατά ενάμισυ χρόνο. Νομίζω ότι το κέρδος αυτό σαφώς υστερεί μπροστά στην μακροχρόνια και μόνιμη ζημιά από την υπονόμευση των θεσμών, για την οποία η προεδρική εκλογή, όπως σχεδιάζεται, δίνει το σύνθημα. Κυβερνήσεις κακές θα ξαναέρθουν, δυστυχώς, όμως οι θεσμοί και η ποιότητά τους παραμένουν.
Το δεύτερο, ίσως πιο «περιφερειακό» αλλά όχι λιγότερο σημαντικό μεγάλο θέμα, είναι ο ρόλος των διανοουμένων και των ανεξαρτήτων φωνών μέσα σε ένα κόμμα. Ο Δ. Τσάτσος δεν είναι μέλος καμιάς ελίτ ούτε και ανίερης συμμαχίας, η δε επιστημονική του σκέψη δεν συνιστά παρακμή, όπως οι καλοθελητές, ακόμα και σοβαροί άνθρωποι, ήδη μας το πρόφτασαν. Οι κκ. Τσάτσος και Κασιμάτης (αν δεν κάνω λάθος) είναι έγκριτοι επιστήμονες, που υπηρέτησαν και τίμησαν το ΠΑΣΟΚ και την Ελλάδα, ο πρώτος και ως ευρωβουλευτής και εισηγητής του ατυχήσαντος, αλλά πολύ σημαντικού, Ευρωσυντάγματος. Το χρέος τους είναι, πέρα και πάνω απ’ όλα, στις αρχές τους (τις αρχές της κεντροαριστεράς, δηλαδή), στην αλήθεια και στην Ελλάδα. Τέτοιοι διανοούμενοι είναι πολύ χρησιμότεροι και στην Ελλάδα αλλά και στο ΠΑΣΟΚ από αυτούς που ομνύουν (μόνο) στην κομματική νομιμοφροσύνη. Οι εποχές που το αντίθετο εθεωρείτο δόγμα παρήλθαν. Και κάτι ακόμα. Δεν μπορεί παρά να αξίζει επαίνου η εμφανής προσπάθεια του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ να προωθήσει την «ανοιχτή κοινωνία», θεσπίζοντας ακόμα και την ευνοϊκή μεταχείριση όσων καταγγέλουν τα κακώς κείμενα. (Κάτι που και ο γράφων, ας επιτραπεί η επισήμανση, έχει προτείνει σε αυτές τις σελίδες, υπό την μορφή του θεσμού της «σφυρίχτρας».) Υπ’ αυτήν την έννοια, είναι τουλάχιστον παράδοξο να τυχαίνει τέτοιας μεταχείρισης κάποιος ο οποίος διατύπωσε την άποψη ότι η ακολουθούμενη πολιτική είναι λανθασμένη – τι είδους ενθάρρυνση θα λάβουν άλλοι αργότερα που ενδεχομένως θα σκεφτούν να καταγγείλουν τα αναπόφευκτα κυβερνητικά στραβοπατήματα του ΠΑΣΟΚ;
Εν συνεχεία των παραπάνω είναι και η φθορά που υφίσταται ο πρώτος ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ κ. Γ. Παπακωνσταντίνου εκτιθέμενος στην καθημερινή πολιτική τριβή ως εκπρόσωπος Τύπου του Κινήματος. Οι συνταγματολόγοι δεν «τρώγονται» όπως μας είπε - μάλλον οι πολιτικοί τρώγονται -, οι έλληνες συνταγματολόγοι διατηρούν ένα ζωντανό και υψηλού επιπέδου διάλογο και νομικό πολιτισμό που βοηθάει στην εξύψωση των θεσμών στην χώρα μας. Αυτό πρέπει να έχει κατά νου ο πρώτος ευρωβουλευτής της χώρας, και αυτό πρέπει να μεταφέρει προς τα έξω. Προς το συμφέρον της χώρας, του Κινήματος αλλά και του ιδίου, ο κ. Παπακωνσταντίνου επιβάλλεται να επικεντρωθεί αποκλειστικά στα ευρωβουλευτικά του καθήκοντα.
Συναφή, και συνέχεια, είναι και τα σχετικά με την στάση του Ευ. Βενιζέλου, ο οποίος, με την άποψή του περί αυτονομίας του επιστημονικού λόγου, θεωρήθηκε ότι «κρατάει αποστάσεις» από την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ. Ο κ. Βενιζέλος έχει αυξημένο πολιτικό και ιδεολογικό κύρος μέσα στο ΠΑΣΟΚ και βεβαίως επιστημονική άποψη στο θέμα, ενώ έχει κρατήσει και υπεύθυνη εσωκομματική στάση από τον Νοέμβριο του 2007 και μετά. Έχει χρέος να πει την εμπεριστατωμένη γνώμη του, και η ηγεσία θα έχει κέρδος αν την λάβει υπ’ όψη. Η ηγεσία, το ΠΑΣΟΚ, και η Ελλάδα ωφελούνται, τουλάχιστον γενικά και μακροπρόθεσμα, όταν βρίσκονται όσο το δυνατόν κοντύτερα στην αλήθεια, όχι όταν ακούν μόνον αυτά που θέλουν να ακούσουν. Σήμερα, το δόγμα δεν μπορεί παρά να είναι: πίστη σε βασικές ιδεολογικές και προγραμματικές αρχές, η οποία οδηγεί στην συλλογικότητα, αλλά από εκεί και πέρα ανεξαρτησία γνώμης σε «περιφερειακά» ζητήματα, ειδικά όταν αυτή δεν βάζει σε κίνδυνο την ενότητα (και σε αυτήν την περίπτωση δεν την βάζει, νομίζω). Αυτό η είναι βάση πάνω στην οποία χτίζεται μία κεντροαριστερά πλατιά, πολυσυλλεκτική, συλλογική όπως λέγαμε και παραπάνω, «φαρδιά τέντα» που χωράει πολύ κόσμο, βάση ευρύτερων συναινέσεων, ζωντανή ως ιδεολογική αναζήτηση και διάλογος με την κοινωνία, και τελικά ηγεμονική δύναμη στην ελληνική κοινωνία σε βάθος χρόνου. Αν κανείς/μία θεωρεί ότι αυτά είναι θεωρητικά θέματα άνευ πρακτικής αξίας, ας περιμένει (όχι πολύ!) μέχρι η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ να βρεί μπροστά της τα δύσκολα, και η ηγεσία του να πρέπει να «πλαισιωθεί» στις δύσκολες αποφάσεις της από πολιτικούς και επιστήμονες ευρύτερου κύρους, και όχι μόνο από «τους δικούς του» - ποιός είπε ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται;
Εν κατακλείδι, έχει ανοίξει πρόωρα ένα θέμα που κιδυνεύει να καταναλώσει την φαιά ουσία της χώρας για ένα μεγάλο διάστημα, και όλα αυτά γύρω από ένα θέμα που έπρεπε τελικά να ενώνει και όχι να χωρίζει (αυτός είναι νομίζω ο ουσιαστικός ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας – να ενώνει πάνω από την πολιτική διαμάχη, ώστε να μην φτάσουμε πάλι σε διχασμούς και εμφυλίους, για να το θέσουμε ωμά), και γύρω από ένα πρόσωπο (τον νυν ΠτΔ) που είναι κατά γενική ομολογία επιτυχημένος και συμπαθής σε όλους (φανταστείτε και να μην ήταν)! Αλλά το πιό ουσιαστικό θέμα είναι ότι οι θεσμοί είναι συνώνυμοι με το συλλογικό συμφέρον σε βάθος χρόνου. Ότι αυτοί βρίσκονται υπό πίεση για μία σειρά λόγων (προϊούσα ανισοκατανομή εισοδήματος με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για την ανισοκατανομή πολιτικής επιρροής, ρόλος των ΜΜΕ, κλπ.). Ότι αυτοί δεν θα αλλάξουν από την μία μέρα στην άλλη, αλλά απονεκρώνονται και διαφθείρονται βαθμιαία (ανεπαισθήτως, όπως λέει και ο ποιητής). Και ότι, τελικά, το σύνθημα που δίνεται «από πάνω» παίζει καθοριστικό ρόλο.
Β. Όλα αυτά μας οδηγούν να αναλογιστούμε το κυρίαρχο ζήτημα της χώρας, το βασικό «πρόβλημα», για να μιλήσουμε «στρογγυλά». Το βασικό πρόβλημα δεν είναι να απαλλαγούμε από μία κακή κυβέρνηση, ακόμα και τόσο κακή όσο της ΝΔ, και να εκλέξουμε μία καλή, όσο καλή κι αν είναι. Ακόμα κι αν ισχύει η απόλυτη διάκριση καλού-κακού, το ζήτημα βέβαια δεν είναι αυτό, διότι αν το πρόβλημα της Ελλάδας ήταν να βρούμε μία καλή κυβέρνηση, με τόσες αλλαγές που έχουν γίνει από εποχής Καποδίστρια και δώθε, θα την είχαμε ήδη βρει και δεν θα την αλλάζαμε. Το πρόβλημα της χώρας είναι αλλού. Είναι πρώτ΄απ’ όλα πρόβλημα κοινωνικής δικαιοσύνης. Σε αυτό το θέμα η διαφορά μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων είναι βασική και ουσιαστική, και συνηγορεί έντονα στην κυβερνητική αλλαγή. Αλλά εξ ίσου σημαντικό, και απείρως πιο μπερδεμένο, είναι ένα πλέγμα θεμάτων που μπορεί να ονομαστεί έλλειμα ανάπτυξης – ανάπτυξης όχι μόνον οικονομικής, αλλά και θεσμικής, πολιτικής και κοινωνικής. Άς δούμε πρώτα τους θεσμούς: Θεσμικό πλαίσιο υπάρχει στην χώρα, πληρέστατο (εξ όσων αντιλαμβάνομαι) και προοδευτικό. Το πρόβλημα είναι ότι δεν τηρείται, οι νόμοι και οι κανονισμοί συστηματικά παραβιάζονται. Για να κατανοήσουμε το γιατί είναι νομίζω χρήσιμο να δούμε πώς αλληλεξαρτώνται κοινωνία και πολιτική. Η πολιτική βεβαίως διαμορφώνει την κοινωνία μέσω των μέτρων πολιτικής που παίρνει. Αλλά και η κοινωνία επηρεάζει την πολιτική μέσω μίας λογικής που έχει αποκρυσταλλωθεί στο λεγόμενο «θεώρημα του μέσου ψηφοφόρου». Σύμφωνα με αυτό, ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων οδηγεί στην σύγκλισή τους στις προτιμήσεις του μέσου ψηφοφόρου. Αν ένα από τα δύο κόμματα μετακινηθεί από αυτές, τότε χάνει ψήφους. Μπορεί βέβαια κανείς να υποστηρίξει ότι τα δύο μεγάλα κόμματα δεν συγκλίνουν απολύτως, έχουν μεγάλες διαφορές στην ιδεολογία και τα προγράμματά τους, άποψη που συμμερίζομαι πλήρως. Όμως θα έλεγα ότι τα μεγάλα κόμματα συγκλίνουν σε κάποιες όψεις του χαρακτήρα τους με τον χαρακτήρα του μέσου ψηφοφόρου. Εξ ού και η προσοχή στο «πολιτικό κόστος» και όχι στο ουσιαστικό συλλογικό συμφέρον, οι πελατειακές τάσεις, ο λαϊκισμός, ο πολιτικός πολιτισμός των τηλεπαραθύρων, ο πολιτικός ανταγωνισμός μεταξύ των κομμάτων τύπου κοκορομαχίας, το παρατεταμένα νοσηρό πολιτικό κλίμα, κλπ. Έχουμε δηλαδή εδώ όψεις της πολιτικής υπανάπτυξης. Από αυτήν την αλληλεπίδραση λοιπόν (αυτό που κάπου αλλού ονομάζω γαϊτανάκι κοινωνίας και πολιτικής) προκύπτει ότι κοινωνία και πολιτική βρίσκονται σε μία αμφίρροπη δυναμική που μας οδηγεί σε «ισορροπίες τύπου Νας» που διαιωνίζουν την υπανάπτυξη. (Δες άλλη καταχώρηση για την ισορροπία κατά Νας.) Αναπόσπαστο τμήμα αυτών των «υπανάπτυκτων» ισορροπιών κατά Νας είναι και η κοινωνική υπανάπτυξη, εμφανής σε κοινωνικές συμπεριφορές και νόρμες ανταγωνιστικές και όχι συνεργατικές, στην υπερβολική εξάρτηση της κοινωνίας από την πολιτική (πελατειακές σχέσεις, ανάγκη να ενταχθείς σε κομματικό «μαντρί» προκειμένου να προστατεύεσαι, κλπ.), στην άλωση της δημόσιας διοίκησης από την πολιτική, στον φόβο της κοινωνίας απέναντι σε κάθε τι καινούργιο ή που μπορεί να οδηγήσει σε εξορθολογισμό (πράγμα που επαληθεύεται από σφυγμομετρήσεις, όπως έγραψε ο Π.Κ. Ιωακειμίδης στα ΝΕΑ της 13/8/09), στην έλλειψη αξιοκρατίας, αλλά και στην περιφρόνηση του δημοσίου συμφέροντος, την διαφθορά, φθορά του περιβάλλοντος, κλπ.
Η αλλεπίδραση αυτή μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής σημαίνει ότι κανένας από τους δύο «εταίρους» του διδύμου δεν μπορεί να κινηθεί πολύ γρήγορα προς τα πάνω, τραβώντας και τον άλλο. Αντίθετα, για τους λόγους που περιγράψαμε, ο πιό υπανάπτυκτος εταίρος τραβάει προς τα κάτω και τον άλλο – ένας π.χ. φωτισμένος πολιτικός πνίγεται μέσα στην βοή της αγοράς, ενώ οι φωτισμένες κοινωνικές δυνάμεις οδηγούνται στην περιθωριοποίηση. Έτσι, φτάνουμε σε μία κοινωνία σαν την ελληνική όπου (ο γράφων ακράδαντα πιστεύει) το σύνολο είναι κατώτερο από το άθροισμα των μονάδων, οι μονάδες είναι ως επί το πλείστον αξιόλογες (ιδιαιτέρως σε μερικές περιπτώσεις) αλλά το σύνολο κατώτερο του προσδοκωμένου. Ή, για να το πούμε αλλιώς, το σύνολο δεν ωθεί τις μονάδες προς τα πάνω αλλά προς τα κάτω.
Με αυτόν τον τρόπο, αυτές οι πολυδιάστατες κοινωνικές ισορροπίες εξελίσσονται αργά, και η ανάπτυξη (στην πλήρη της έννοια) υστερεί. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν εξελίσσονται ή βελτιώνονται καθόλου. Υπάρχει κάποια δόση αυτονομίας είτε στην πολιτική είτε στην κοινωνία που επιτρέπει στον έναν εταίρο του διδύμου να εξελιχθεί, έστω λίγο, παρασύροντας και τον άλλο. Το ερώτημα που ανακύπτει λοιπόν είναι πώς μπορούμε να επιταχύνουμε και στρέψουμε την εξελικτική διαδικασία προς την σωστή κατεύθυνση. Προσωπικά πιστεύω ότι η πολιτική έχει περισσότερα περιθώρια αυτονομίας, και έτσι είναι πιθανότερο να κάνει το άλμα, το «μπιγκ μπανγκ» προς τα πάνω, την «υπέρβαση», κάτω από κάποιες προϋποθέσεις βέβαια. (Παρενθετικά, μελαγχολεί κανείς καμμιά φορά από την κατάχρηση και φθορά ουσιαστικών πολιτικών εννοιών, όπως νέα διακυβέρνηση, επανίδρυση του κράτους, υπέρβαση - μοιάζουν με ωραίο τοπίο που έχει καταντήσει σκουπιδότοπος...) Τις προϋποθέσεις αυτές τις έχω αναλύσει εκτενώς αλλού: Καθολική κινητοποίηση της κοινωνίας με τον κατάλληλο διαφωτισμό, συνολικό σχέδιο ανασυγκρότησης, ειλικρίνεια και προσωπικό παράδειγμα προσφοράς από μέρους των πολιτικών, πειθαρχία και δέσμευση από όλους σε κανόνες, και βέβαια κοινωνική δικαιοσύνη, είναι ίσως από τις πιό σημαντικές. Ως πρακτικό μέτρο, έχω προτείνει να εκπονήσει είτε ανεώσει το ΠΑΣΟΚ έναν αυστηρό κώδικα δεοντολογίας που θα καλύπτει τους πάντες, Πρόεδρο, μέλη της κυβέρνησης, βουλευτές, άλλα στελέχη, και κριτήρια επιλογών για όλες τις κυβερνητικές και κρατικές θέσεις, ώστε να πεισθεί έμπρακτα η κοινωνία ότι η διακυβέρνηση ΠΑΣΟΚ δεν θα είναι μία απλή αλλαγή φρουράς κολλητών και «παιδιών» από γαλάζια σε πράσινα.
Νομίζω ότι η συγκυρία προσφέρει και ευκαιρίες, μέσα βέβαια στο γενικότερο γκρίζο τοπίο που διαγράφεται από την οικονομική κρίση, τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας, και την άθλια κληρονομιά που θα μας αφήσει η ΝΔ. Η ευκαιρία παρουσιάζεται γιατί ο Γιώργος Παπανδρέου, έντιμος, άφθαρτος και νεωτερίζων πολιτικός, και το ΠΑΣΟΚ, μετά την ολέθρια «νέα διακυβέρνηση» της ΝΔ, προικοδοτούνται με σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο. Αυτό τους δίδει (ιδιαίτερα στον πρώτο) έναν σημαντικό βαθμό αυτονομίας απέναντι στις διαθέσεις του μέσου ψηφοφόρου και της κοινωνίας, που επιτρέπει ρήξεις με κατεστημένες πρακτικές στην κατεύθυνση της άμβλυνσης της πολιτικής, κοινωνικής και θεσμικής υστέρησης που περιγράφηκε πιο πάνω. ΄Ομως, η αυτονομία αυτή δεν θα ισχύει επ’ άπειρον. Πολύ γρήγορα, οι δυσκολίες της πολιτικής, συνδυασμένες με αναπόφευκτα κυβερνητικά στραβοπατήματα του ΠΑΣΟΚ και την κυνική αντεπίθεση της ΝΔ, θα εξαντλήσουν τα περιθώρια αυτά, και το ΠΑΣΟΚ θα έχει λιγότερη διάθεση για καινοτομίες. Η αναληθής αλλά κοινότυπη ρήση του «όλοι ίδιοι είναι», δουλεμένη κατάλληλα από λογής παπαγάλους, θα ηχεί μονότονα. Είναι απολύτως απαραίτητο η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ να βρεθεί έτοιμη για την επόμενη μέρα, αλλά και να προετοιμάζεται από τώρα δίνοντας το παράδειγμα για μια πραγματικά νέου τύπου διακυβέρνηση του τόπου βασισμένη σε αρχές και κανόνες. Οι επισημάνσεις που έγιναν στο παρόν άρθρο, αν και σε κριτικό τόνο, έγιναν στο πνεύμα των παραπομπών που παρατίθενται ως υπότιτλοι, και ελπίζεται ότι θα συμβάλουν στην κατεύθυνση αυτή.
* Το πλήρες απόσπασμα, από το άρθρο «Διαφωτιστική σύνοψη» – Illuminating outline – πάνω στο «Σκανδιναυϊκό μοντέλο», των Richard Milne και Andrew Ward, Financial Times, Πέμπτη 30 Ιουλίου 2009, σ. 9, έχει ως εξής: ‘Ο κ. Κρώυτσερ εξηγεί ότι οι εργαζόμενοι στην εταιρία του «απλά έρχονται και χτυπάνε την πόρτα μου. [...] Αισθάνονται (συν)υπεύθυνοι για την τύχη της εταιρίας. Και θέλω να είμαι σε θέση να ακούω την αφτιασίδωτη αλήθεια.»’
Subscribe to:
Posts (Atom)