Sunday, 29 April 2012
Εθνικό Θέατρο
Την Παρασκευή 27/4/2012 είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, εδώ στο Λονδίνο, το έργο Περικλής του Σαίξπηρ σε μία παράσταση του Εθνικού Θεάτρου, στα ελληνικά. Η παράσταση ανέβηκε στο θέατρο Globe (το ανακατασκευασμένο θέατρο όπου ο ίδιος ο Σαίξπηρ ανέβαζε τα δράματά του, ένα πολύ ωραίο, ημι-υπαίθριο, ημικυκλικό θέατρο) στα πλαίσια του Παγκόσμιου Φεστιβάλ Σαίξπηρ 2012, με παραστάσεις έργων του Σαίξπηρ από θέατρα από όλο τον κόσμο στις γλώσσες τους. Το δικό μας Εθνικό «κατέβηκε» με Βογιατζή-Βασαρδάνη-Γλάστρα-Γουλιώτη-Καταλειφό-Κοτανίδη-Λούλη-Μαυροματάκη-Παπαγεωργίου-Πιατά-Σκουλά–Φωτοπούλου- Χατζησάββα, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, δηλαδή με αρκετό από το βαρύ πυροβολικό του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου.
Το έργο δεν το ήξερα. Το κεντρικό του μήνυμα είναι απλό όσο και υψηλό: Ο αγνός στα αισθήματα πρίγκιπας της Τύρου Περικλής, μετά από πολλές περιπέτειες, καταφέρνει να ξαναβρεί τι χαμένες του γυναίκα και κόρη – δηλαδή, το δίκιο, το ήθος, η ηθική, εντιμότητα, η δικαιοσύνη θριαμβεύουν μέσα από τις αντιξοότητες και το ξεσπίτωμα, και σε πείσμα της κακίας, του μίσους, της διαφθοράς και της προστυχιάς. Μήνυμα αισιοδοξίας και δικαιοσύνης λοιπόν, που τόσο χρειάζεται η Ελλάδα τώρα, παρεμπιπτόντως. Ο θίασος του Εθνικού αντιμετώπισε το έργο με το σωστό, κατά την γνώμη μου, μείγμα σοβαρότητας και κωμικότητας, καθώς το έργο έχει πολλές δυνατές στιγμές, όπως π.χ. η σκηνή της αναγνώρισης πατέρα και κόρης και άλλες, όμως έχει και πολλές ατέλειες στην πλοκή - μάλιστα θεωρείται ότι το πρώτο μισό δεν το έγραψε ο Σαίξπηρ – η οποία σε πολλά σημεία είναι σχεδόν τελείως σχηματική. Έτσι, συνυπήρξαν στιγμές υψηλού δράματος δίπλα-δίπλα με στιγμές κωμικές, μπουφόνικες, που θύμιζαν είτε την παλιά καλή ελληνική κωμωδία, είτε τον Γκοντό του Μπέκετ. Ήταν σαν η παράσταση να έλεγε, εντάξει, ας μην πάρουμε το έργο σαν πλοκή περισσότερο σοβαρά απ’ όσο του αξίζει. Ο πυρήνας του έργου όμως αντιμετωπίστηκε με τον σοβαρότερο τρόπο, με βάση όλη την εμπειρία αναβίωσης του αρχαίου δράματος που έχει αποκτήσει το ελληνικό θέατρο. Η παράσταση γενικά είχε έντονα στοιχεία ζωντανού, λαϊκού θεάτρου, όπως συνδιαλλαγή με το κοινό όπως γινόταν και την εποχή του Σαιξπηρ, μάλιστα με κάποιες φράσεις στα αγγλικά, εκτός κειμένου καλαμπούρια όπως με το θόρυβο που έκαναν τα υπεριπτάμενα ελικόπτερα, αναφορές στο σήμερα όπως με αφορμή την πείνα στην Ταρσό και πιο έμμεσα σε ευρω-μπέϊκους χαρακτήρες, τραγούδι και χορικά με φολκ αναφορές (θυμίζοντας και τα χορικά του αρχαίου δράματος και μεσογειακή λαϊκή μουσική), κέφι και μπρίο. Υπήρχαν στοιχεία αυτο-αναφορικά, όπως π.χ. όταν κάποιος από τον θίασο ζητούσε από το κοινό βοήθεια στα αγγλικά για να θυμηθεί μια λέξη – ελληνική! – παραπέμποντας στις δυσκολίες και αμφισημίες της μετάφρασης, και αυτο-ειρωνικά. Υπήρχαν φράσεις στα αγγλικά έτσι ώστε να συμμετέχει κατά το δυνατόν περισσότερο και το μη ελληνόφωνο κοινό (μειοψηφικό αλλά όχι αμελητέο), που βοηθείτο από πολύ συνοπτικούς υπέρτιτλους. Η παράσταση ήταν τέλος έξυπνη, είχε ελάχιστα σκηνικά έτσι ώστε το έργο να μεταφέρεται εύκολα και χωρίς κόστος. Αλλά ταυτόχρονα υπήρχαν και απόλυτη πειθαρχία ενός σφιχτοδεμένου συνόλου στις προσταγές του έργου, μέτρο και αυτοσυγκράτηση.
Με λίγα λόγια, θερμά συγχαρητήρια σε όλους τους συντελεστές, θεατρικούς αλλά και χορηγούς και αφανείς βοηθούς όπως από την μεριά της εδώ Πρεσβείας, για μία έξοχη παράσταση, που μας γνώρισε ένα έργο σημαντικό αλλά όχι ευρέως γνωστό, που μας χάρισε μια βραδιά υψηλής αισθητικής και συγκίνησης αλλά και ωραίας διασκέδασης, με λεπτό άρωμα Ελλάδας. Λέγαμε σε προηγούμενο σημείωμα ότι «έχομεν χρεία» να αναδείξουμε προς τα έξω την δημιουργική, μαχόμενη Ελλάδα, κριτικά αλλά και με αυτοπεποίθηση, και αυτό ήταν ένα εξαιρετικό παράδειγμα του πώς μπορεί και πρέπει να γίνει αυτό. Έχουμε σημειώσει από καιρό πως ο γνήσια εξωστρεφής (δεν μιλάμε για μαϊμουδίσματα) πολιτισμός, λόγιος είτε λαϊκός, θα πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα, πάντα με αταλάντευτο κριτήριο την ψηλή ποιότητα. Κι αυτό όχι μόνο γιατί αποτελεί αυταξία, όχι μόνο γιατί εκπροσωπεί την Ελλάδα που μας αξίζει, αλλά και γιατί είναι αναγκαίος όρος για να προωθηθεί η «φίρμα» της χώρας, και γιατί αναβαθμίζει το κύρος της χώρας. Μέσα από τον εξωστρεφή πολιτισμό και τον πολιτιστικό τουρισμό προβάλλεται και γίνεται ευρύτερα γνωστό ένα αναβαθμισμένο αισθητικά προφίλ της χώρας, που ευνοεί και την αναβάθμιση του τουρισμού, και την προώθηση την προϊόντων της χώρας. Για να το πούμε πιο απλά, όταν σου αρέσει γενικότερα η χώρα, τότε θα αγοράσεις και το λάδι και το κρασί της (και ό,τι άλλο) και θα θελήσεις να την γνωρίσεις από πιο κοντά. Και η χώρα-ισότιμος πολίτης στην παγκόσμια πόλη των ιδεών λαμβάνεται περισσότερο σοβαρά υπ’ όψη. Με άλλα λόγια, ο υψηλής στάθμης εξωστρεφής πολιτισμός αποτελεί την αιχμή του δόρατος μίας αναγεννημένης Ελλάδας μέσα στον κόσμο.
Tuesday, 17 April 2012
Ελλάδα 2012
Πρόκειται να επιμείνουμε στο ακαθόριστο του προορισμού μας.
Ζέφη Δαράκη
(από το άρθρο ‘Ζητείται ελπίς’ του Δ.Ν. Μαρωνίτη, ΒΗΜΑ 18/3/2012)
Σχετικά με την επιβίωση, ο Άγγλος είπε τα εξής: « ‘Οταν πάψεις να είσαι περήφανος για την εμφάνισή σου, τότε πρόκειται σύντομα να πεθάνεις.»
...
Ο Θεός μου χάρισε την ηρεμία να δέχομαι τα πράγματα που δεν μπορώ ν’αλλάξω, το θάρρος να αλλάξω εκείνα που μπορώ, και την σοφία να ξεχωρίζω πάντα τα δύο αυτά.
Κερτ Βόνεγκατ, Σφαγείο αρ. 5
Ας αρχίσουμε έτσι. Με μία πρόταση («κεντρική ιδέα»), ποιό είναι το βασικό πρόβλημα που οδήγησε την Ελλάδα στην χρεοκοπία; Υποθέσεις εργασίας: Πρώτη, το ιστορικό ατύχημα μίας καταστροφικής κυβέρνησης (Καραμανλή), συμπληρωμένης από την διεθνή κρίση και επακολουθούμενης από τους αδέξιους χειρισμούς της κυβέρνησης Παπανδρέου. Δεύτερη, οι παθογένειες του ελληνικού πολιτικού συστήματος από το 1980 και εντεύθεν, που οδήγησαν τελικά σε έναν μη διαχειρίσιμο συνδυασμό χρέους και ελλείμματος. Τρίτη, η στρεβλή οικονομία, δομημένη πάνω στα θεμέλια μίας μεταπρατικής μετεμφυλιακής τάξης πραγμάτων. Δηλαδή, από το ένα στο τρία, πάμε σε όλο και «βαθύτερη» αιτία. Σε πόσο «βαθύ» επίπεδο ανάλυσης πρέπει να αναζητήσει κανείς την βασική αιτία; Για να το πούμε αλλιώς, πόσο πίσω θα έπρεπε να γυρίσει το καρούλι της ιστορίας προκειμένου να διορθωθεί η βασική γενεσιουργός δυσπραγία; (Μπορούμε βέβαια να πάμε ακόμα πιο πίσω, και να πούμε ότι η μικρή ψωροκώσταινα του 1830, έχοντας χάσει όλα τα τραίνα που συνιστούν την νεωτερικότητα, από Αναγέννηση, Μεταρρύθμιση, επιστημονική επανάσταση, Διαφωτισμό, έως βιομηχανική επανάσταση, δεν θα είχε ποτέ ελπίδες να συγκλίνει πλήρως με την Δύση. Αλλά μπορεί κανείς να αντιτείνει ότι η ίδια αυτή χώρα έχει κάνει γιγαντιαία άλματα σύγκλισης μέσα σε δύο μόλις αιώνες, και μάλιστα μέσα από μία εξόχως τραυματική πορεία.) Τί λοιπόν ισχύει; Μπορεί κανείς να πει πως όλοι οι παραπάνω λόγοι έπαιξαν τον ρόλο τους («όλα πατρίδα μας»). Αλλά κατά την άποψη του γράφοντος, το κυρίαρχο είναι η αναιμική, εσωστρεφής, κρατικοδίαιτη οικονομία, που δεν μπόρεσε να μειώσει τα ελλείμματά της έστω και λίγο, χωρίς να προκαλέσει ύφεση, που τελικά την βύθισε στον φαύλο κύκλο λιτότητας-ύφεσης-περισσότερων ελλειμμάτων-λιτότητας, κλπ.
Τι σημασία έχουν όλ’ αυτά; Εάν η απάντηση πιο πάνω ήταν το «ιστορικό ατύχημα» κάποιων μεμονωμένων κυβερνητικών λαθών, τότε πέρα από την απαιτούμενη δημοσιονομική προσαρμογή, θα μπορούσαμε κάλλιστα να επιστρέψουμε στην προτέρα κατάσταση πραγμάτων. Δηλαδή, προσέχοντας να διορθωθούν τα δημόσια οικονομικά, θα έπρεπε να επαναφέρουμε την οικονομία στην προηγούμενη, υποτιθέμενη βιώσιμη, πορεία ανάπτυξης χωρίς άλλες διορθώσεις. Εάν όμως θεωρήσουμε ότι η βασική παθολογία προκύπτει από ένα μη βιώσιμο πλέον οικονομικό μοντέλο, τότε η διόρθωση των δημόσιων οικονομικών πρέπει να συμβαδίζει με γενικότερο αναπροσανατολισμό και ανασυγκρότηση της οικονομίας. Με άλλα λόγια ισχύει το ρητό του Αϊνστάιν (ένα από τα ωραιότερα από αυτά που μας θυμίζει τακτικά ο Γ. Λακόπουλος στα ΝΕΑ): Το πρόβλημα δεν λύνεται μέσα στο πλαίσιο σκέψης που το δημιούργησε. Ή, σε πιο απλά ελληνικά, η έξοδος από την κρίση δεν μπορεί να σημαίνει μία από τα ίδια, γιατί τότε βαδίζουμε ολοταχώς για την επόμενη κρίση.
Μπορούμε να στοχαστούμε λίγο ευρύτερα πάνω στην ελληνική οικονομική πορεία. Μέσα από μία πορεία μερικής («σχετικής» λέει η θεωρία) προσαρμογής προς ένα επίπεδο ζωής (της Δυτικής Ευρώπης) που διαρκώς ανέβαινε (κατά τα «τριάντα λαμπρά χρόνια» 1945-75), η Ελλάδα κατάφερε να φτάσει ας πούμε στο 60% ή 70% του μέσου δυτικο-Ευρωπαϊκού όρου ζωής. Όμως, η δυναμική της σύγκλισης δείχνει να έχει εξαντληθεί (μήπως όπως και η δυναμική της ευρύτερης ευρωπαΐκής ενοποίησης;). Μάλιστα, κατά περίεργο τρόπο, όπως επεσήμανε ο Κ. Τσίμας στα ΝΕΑ, η ευρωπαΐκή ενοποίηση, μέσα από τον ενιαίο οικονομικό χώρο από το 1992 και μετά και μετην ΟΝΕ πολύ περισσότερο, έχει ίσως δράσει ανασταλτικά στην σύγκλιση – ενώ πρόσκαιρα επιτάχυνε την σύγκλιση των επιπέδων κατανάλωσης, επιβράδυνε ή και απέτρεψε την ουσιαστική, παραγωγική σύγκλιση, εντείνοντας την αποβιομηχάνιση και συμβάλλοντας στην απώλεια ανταγωνιστικότητας.
Τα χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας δεν δείχνουν πάντα κάτι ριζικά διαφορετικό από άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Αντίθετα με τις κρατούσες αντιλήψεις, ο κρατικός τομέας δεν είναι υπερτροφικός, μάλλον μεσαίου μεγέθους είναι σε σχέση με το ΑΕΠ. Όμως, παρουσίαζε ανοδικές τάσεις από χρόνια, ενώ άλλες χώρες έκαναν προσπάθειες συμμαζέματος. Το μεγάλο πρόβλημα βέβαια είναι τα ελλείμματα και τα χρέη. Αποβιομηχάνιση υπάρχει, είναι όμως αυτό μία γενική τάση. Πάντως πρέπει να είναι παγκόσμιο φαινόμενο μία μικρή και όχι από τις πλουσιότερες χώρες να εμφανίζει τέτοιου μεγέθους εξερχόμενες επενδύσεις όπως αυτές που κατευθύνθηκαν στην ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Η απώλεια ανταγωνιστικότητας ως συνέπεια του ακριβού ευρώ είναι επίσης γενική τάση (ακόμα και στην Γερμανία!), όμως τα εξωτερικά ελλείμματα της Ελλάδας είναι ...άπαιχτα! Δεν γίνεται μία χώρα σαν την Ελλάδα να είναι από τις ακριβότερες της Ευρώπης, αν όχι παγκόσμια! Γενικά, όπως αναφέραμε, είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς το συμπέρασμα ότι η μεταπολεμική δυναμική της σύγκλισης έχει πλέον εξαντληθεί.
Αλλά και η δυναμική της Ευρωπαϊκής μεγέθυνσης τείνει πλέον να βαλτώσει. Οι λόγοι είναι σύνθετοι και δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς. Υπάρχει το φαινόμενο των φθινουσών οριακών αποδόσεων, κάτι που και ο Κέυνς υπαινίχθηκε στο κεφάλαιο 17 της Γενικής Θεωρίας. (Για να τρυγήσεις το χαμηλό σύκο χρειάζεσαι μικρή προσπάθεια, αλλά όσο πηγαίνεις ψηλότερα, τόσο περισσότερη προσπάθεια χρειάζεσαι ανά σύκο. Που σημαίνει πως με την οικονομική μεγέθυνση, οι αποδόσεις ανά μονάδα κεφαλαίου φθίνουν, με αποτέλεσμα την στασιμότητα.) Υπάρχει και ο ανταγωνισμός της Ασίας, με τον ασύγκριτο συνδυασμό κόστους-παραγωγικότητας. Υπάρχει η μεγαλύτερη κινητικότητα του κεφαλαίου που οδηγεί σε αποβιομηχάνιση τις ακριβότερες χώρες, υπάρχει και η κινητικότητα των ανθρώπων που βάζει πίεση σε ορισμένα τουλάχιστον στρώματα του εργατικού δυναμικού – ενώ είναι καλή για την χώρα συνολικά. Υπάρχει η πτώση του ρυθμού αύξησης του πληθυσμού, με αποτέλεσμα την γήρανση του πληθυσμού και την αύξηση του κόστους κοινωνικής ασφάλισης. Σε αυτήν την πτώση συμμετέσχε και η Ελλάδα θεαματικά μετά το 1980, ενώ πριν είχε μία από τις υγιέστερες ηλικιακά πληθυσμιακές πυραμίδες της Ευρώπης. Τέλος, κατά την άποψη του γράφοντος, σιγά σιγά θα εμφανιστούν και οι περιορισμοί που επιβάλλονται από περιβαλλοντικούς παράγοντες (αύξηση τιμής καυσίμων και τροφίμων, μεγαλύτερο κόστος διαχείρισης της ρύπανσης, έλλειψη υδάτινων πόρων, κλιματική αστάθεια, και τέλος και χειρότερα, αύξηση της στάθμης της θάλασσας).
Πού οδηγούν όλ’ αυτά; Σε δύο συλλογισμούς. Πρώτον, η δημοσιονομική κρίση στην Ελλάδα είναι μόνον η κορυφή του παγόβουνου, είναι απλά το σημείο στο οποίο έσπασε η αλυσίδα. Το βασικό δεδομένο είναι η βαθύτερη δυσπραγία της παραγωγικής βάσης στην Ελλάδα, αλλά και ευρύτερα στην Ευρώπη. Δεύτερον, τα προβλήματα αυτά δεν είναι προβλήματα έλλειψης ζήτησης, αλλά είναι γενικά θέματα προσφοράς – παραγωγικότητας, κόστους, ποιότητας υπηρεσιών, καινοτομίας, επιπέδου τεχνολογικής αιχμής, επενδύσεων. Ως τέτοια, δεν μπορούν να λυθούν με δημοσιονομική επέκταση, ούτε και με έξοδο από το ευρώ και υποτίμηση, που είναι τελικά εργαλείο ζήτησης. Είναι γενική άποψη της πλειοψηφίας των πανεπιστημιακών οικονομολόγων πως το βιοτικό επίπεδο μίας χώρας εξαρτάται μακροπρόθεσμα από τους παράγοντες προσφοράς, ενώ σε αυτόν τον χρονικό ορίζοντα η ζήτηση δεν παίζει κανένα ρόλο γιατί απλά ακολουθεί και δεν προηγείται – κάτι που αποτυπώνεται και στην λαϊκή σοφία του ρητού «ο θεός έδωσε σε όλους τους ανθρώπους ένα στόμα, και δύο χέρια».
Πριν λίγο καιρό είχα την ευκαρία να παρακολουθήσω μία ημερίδα για τις Λατινοαμερικανικές κρίσεις των τελευταίων τριάντα ετών. Όταν έσπασε η ισοτιμία δολαρίου-πέσο κατά την διάρκεια της Αργεντίνικης κρίσης το 2001, η ισοτιμία πήγε από το 1-1 στο 1 δολάριο – 4 πέσος. Υποτίμηση δηλαδή της τάξης του 75% του πέσο, ή αλλιώς τετραπλασιασμός της τιμής των εισαγομένων (καύσιμα, φάρμακα, τρόφιμα). Εάν κάτι τέτοιο γίνει στην Ελλάδα, θα μιλάμε για εξανέμισμα εν μιά νυκτί της αγοραστικής αξίας των εισοδημάτων. Ολόκληρα πληθυσμιακά στρώματα θα πέσουν κάτω από το όριο της φτώχειας, με βασικά είδη να ανταλλάσσονται στην μαύρη αγορά. Δηλαδή, καταστάσεις όπως στην Ρωσία την δεκαετία του 1990. Αυτά που βλέπουμε τώρα θα είναι παιδική χαρά μπροστά σ’ αυτό το σενάριο, όπως είπα, μάλλον άκομψα είναι η αλήθεια, τις προάλλες στην τηλεόραση – αλλά η ουσία δεν αλλάζει. Και μετά τί; Η υποτίμηση για να δουλέψει ως εργαλείο θέλει πειθαρχία: Πρώτα ανεβαίνει η παραγωγικότητα, εξαγωγές, κλπ., κι όταν υπάρξει ουσιαστικό πλεονέκτημα, και μόνον τότε, δείνεις και αυξήσεις στους μισθούς και στις τιμές. Αλλιώς, το μόνο που αυξάνει είναι ο πληθωρισμός. Σκέφτεται κανείς πως στην Ελλάδα που έχει υποστεί τέτοιες μειώσεις μισθών θα μπορέσει να υπάρξει τέτοιου είδους πειθαρχία; Και εν τέλει, ακόμα και με πειθαρχία, αυτό που θα ανέβει είναι οι εξαγωγές. Όμως η ευημερία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το τί καταναλώνουμε – τί μένει για μας μετά τις εξαγωγές, και τί μπορούμε να εισάγουμε. Αυτά δεν μπορούν να αυξηθούν χωρίς την άνοδο της παραγωγικότητας, όπου και ξαναγυρνάμε δηλαδή.
Η δημοσιονομική επέκταση δεν μπορεί να αποτελέσει στρατηγική εξόδου από την κρίση και για τον λόγο ότι αντιφάσκει προς την ανάγκη παραγωγικού αναπροσανατολισμού της οικονομίας προς ένα μοντέλο λιγότερο καταναλωτικό και περισσότερο αποταμιευτικό και επενδυτικό, με ενίσχυση της παραγωγικής βάσης, καινοτομία, τεχνογνωσία, ποιότητα, και εξαγωγικό προσανατολισμό. Η δημοσιονομική επέκταση απλά θα βασιστεί και θα επιτείνει το καταναλωτικό πρότυπο. Ο αναπροσανατολισμός αυτός της οικονομίας, απαραίτητος και σε άλλες χώρες όπου έχει προχωρήσει περισσότερο και ο σχετικός προβληματισμός (βλ. προηγούμενο σημείωμα) δεν είναι εύκολος ούτε ανώδυνος. Δεν θα γίνει αυτόματα αν περιοριστεί η κρατική δαπάνη, όπως φαίνεται να πιστεύεται σε κάποιες χώρες. Χρειάζεται κεντρική διεύθυνση και συστηματική και επίπονη προσπάθεια. Δεν διευκολύνεται όταν ολόκληρη η Ευρωπαϊκή ήπειρος βυθίζεται στην ύφεση, και δεν είναι ίσως εφικτή για το σύνολο της Ευρώπης. Αλλά για μία μικρή χώρα όπως η Ελλάδα είναι εφικτό ειδικά όταν προηγείται των άλλων, και δυνατότητες – συγκριτικό πλεονέκτημα – υπάρχουν σε τομείς όπως γεωργία (συμπεριλαμβανομένης της κτηνοτροφίας, ιχθυοκαλλιέργειας και αγροτοβιομηχανίας), κάποια βιομηχανία, τουρισμό, ναυτιλία, ανανεώσιμες πηγές και περιβάλλον, ενέργεια. Το κριτήριο θα πρέπει να είναι η ύπαρξη συγκριτικού πλεονεκτήματος προκειμένου να ενισχυθεί μία δραστηριότητα και στόχος η δημιουργία προστιθέμενης αξίας, απασχόληση, επενδύσεις, καινοτομία, μεταφορά τεχνογνωσίας, εξωστρέφεια. Και, κοιτάζοντας όσο γίνεται την θετική όψη του πράγματος, μπορούμε να πούμε πως τώρα μας χρηματοδοτούν για να επιχειρήσουμε αυτόν ακριβώς τον ούτως ή άλλως απαραίτητο παραγωγικό αναπροσανατολισμό. Πρέπει να επιδιώξουμε στρατηγικές παραγωγικές συμμαχίες – με τους Κινέζους σε λιμάνια και Θριάσιο, με τους Γάλλους στα τραίνα, με Κορεάτες στα ναυπηγεία, με Ισραηλινούς στην πολεμική βιομηχανία, με Γερμανούς στις ανανεώσιμες πηγές, με Αμερικανούς στην συμβατική ενέργεια. Εντάξει, πήραμε φόρα, όμως κάπως έτσι επανεκκινείται η οικονομία. Το ζητούμενο σ’ αυτες τις συμμαχίες είναι διπλό, πρώτον η ενίσχυση της παραγωγικής βάσης της χώρας, δεύτερον η στρατηγική υποστήριξή της από εταίρους που θα νιώθουν ότι έχουν συμφέρον στην επιβίωσή της.
Εν κατακλείδι, έρχονται δύσκολα χρόνια είτε μέσα είτε έξω από το ευρώ. Τελικά, σε βάθος χρόνου, ο παραγωγικός αναπροσανατολισμός με αύξηση της ανταγωνιστικότητας είναι αναπόφευκτος. Το μεγάλο ίσως ερώτημα είναι αν αυτά θα γίνουν αφού πρώτα φτάσουμε σε μισθούς επιπέδου του (συμπαθούς κατά τα άλλα) Μπανγκλαντές ή αν μία ηγετική, ιθύνουσα τάξη θα μπορέσει να οραματιστεί, εμπνεύσει και διευθύνει αυτό τον αναπροσανατολισμό οργανωμένα, και εάν η άνοδος της ανταγωνιστικότητας θα βασιστεί στην άνοδο της παραγωγικότητας, έτσι ώστε να διασφαλιζεται ένα ανεκτό βιοτικό επίπεδο που θα λέγεται ευρωπαϊκό. Το βασικό διακύβευμα από εδώ και μπρος είναι να οργανωθούμε ώστε όχι τόσο να δουλεύουμε περισσότερο όσο η δουλειά μας να αποδίδει περισσότερο, κι αυτό θα γίνει σε μεγάλο βαθμό, και αναπόφευκτα, με την συλλογικότητα και το συνεργατικό πνεύμα. Για να γίνει αυτό χρειάζεται ριζική κινητοποίηση της κοινωνίας. (Έρχεται στο νου η σε βάθος στρατιωτικοποίηση που εφάρμοσε στο Βυζάντιο ο Λέων Γ’ ο Ίσαυρος τον 80 αιώνα (αν δεν τα μπλέκω!) προκειμένου να αντιμετωπίσει την Αραβική απειλή. Μόνο που τώρα η κινητοποίηση δεν πρέπει να είναι στρατιωτική αλλά παραγωγική.) Πρέπει να αλλάξουν όλα, δομές, συμπεριφορές και νοοτροπίες.
Ας αναρωτηθούμε, ποιό είναι το μυστικό της Γερμανικής επιτυχίας; Οι Γερμανοί δεν δουλεύουν περισσότερο από άλλους ευρωπαϊκούς λαούς, και (με περίπου 37 ώρες την εβδομάδα κατά μέσο όρο) σαφώς λιγότερο από τους Έλληνες (δεύτεροι στον ΟΟΣΑ με 42 ώρες, πίσω μόνο από τους Νοτιοκορεάτες.) Εντάξει, κάπου τα στοιχεία αυτά μπορεί να έχουν και πρόβλημα αξιοπιστίας, ειδικά όσον αφορά τον δημόσιο τομέα, όμως ο ιδιωτικός τομέας στην Ελλάδα δουλεύει πολύ. Όχι, το μυστικό των Γερμανών δεν βρίσκεται στην πολλή δουλειά. Βρίσκεται νομίζω στο ότι δουλεύει όλη η ενδεκάδα και τα 90 λεπτά του παιχνιδιού, και όλη η ομάδα παίζει συνεργατικά και βοηθάει τον άσο να βάλει γκολ. Ας φανταστούμε τώρα μία σκηνή της ελληνικής καθημερινότητας.
Πριν λίγες μέρες είδα στην τηλεόραση έναν νέο αγρότη που μίσθωσε κρατική γη με σκοπό να βάλει καινοτόμες καλλιέργειες και να ανοιχτεί και προς ξένες αγορές. Ποιά τύχη έχει παραδοσιακά ένας τέτοιος παραγωγός-επιχειρηματίας; Βρίσκει απέναντι του ένα κράτος αδιάφορο αν όχι εχθρικό, που τον ταλαιπωρεί επί μήνες προκειμένου να βγάλει άδειες κλπ, ενώ αυτός πληρώνει νοίκια, και μετά του ζητάει μπαξίσια, κάνει δε χρόνια να τελεσιδικήσει όταν αυτός αναζητήσει το δίκιο του. Το κράτος επίσης αλλάζει κάθε τόσο το φορολογικό ή άλλο θεσμικό πλαίσιο, και με «τακτοποιήσεις» κλπ. τον κάνει να νοιώθει κουτός που πασχίζει να είναι εντάξει στις υποχρεώσεις του. Η κοινωνία αδιαφορεί, αν δεν τον υποβλέπει κιόλας ως ικανότερο. Σε κάθε κρίσιμη φάση της παραγωγής, θα απεργεί αυτός τον οποίο έχει περισσότερη ανάγκη. Τι να το κάνει λοιπόν ο φίλος επιχειρηματίας (καλή του τύχη, παρεμπιπτόντως) αν δουλεύει πολύ, όταν η δουλειά του εξαντλείται να πολεμάει την γραφειοκρατία, την διαφθορά, την αδιαφορία, τί να την κάνει την ικανότητα που πνίγεται μέσα σε ένα πέλαγος μετριότητας; Λοιπόν τι πρέπει να αλλάξει; Όλα τα παραπάνω!
Άλλο παράδειγμα που αφορά τον εργαζόμενο στον τουρισμό, ξενοδόχο, εστιάτορα, οδηγό ταξί. Η ατομική στρατηγική λέει «πάρτου τα και πού θα τον ξαναδείς, σέρβιρε μερίδα Ξ.» Φυσικά η στρατηγική αυτή οδηγεί στην συλλογική, χμμμ..., χρεοκοπία! Η σωστή στρατηγική αναγνωρίζει πρώτον ότι ο κόσμος είναι μικρός και ο τουρίστας αν βρει καλές υπηρεσίες θα ξανάρθει (ή θα πει σε άλλον να ξανάρθει), και δεύτερον ότι κι αν δεν ξανάρθει σε μένα, θα ξανάρθει εδώ σε μας. Κάποτε η χούντα λάνσαρε το σωστό (οφείλουμε να ομολογήσουμε) σύνθημα: αγοράζοντας ελληνικά προϊόντα, η δραχμή σου ξαναγυρίζει σε σένα. Αυτό σήμερα δεν είναι εφικτό διότι είναι προστατευτισμός (αφήστε που δεν θέλουμε να ξαναγυρίσει η δραχμή!), όμως μπορούμε να πούμε: εάν κάνεις την σωστή προσπάθεια, η προσπάθειά σου ξαναγυρίζει σε σένα.
Αλλαγή λοιπόν στις νοοτροπίες και συμπεριφορές, στην κατεύθυνση της επιβολής συλλογικότητας, πάταξης της διαφθοράς (η οποία τί άλλο είναι παρά μία ακραία μορφή αντι-συλλογικότητας), μαζί βέβαια με αλλαγή θεσμών, εμπέδωση ενός σταθερού θεσμικού πλαισίου, συνεργατικών κοινωνικών συμπεριφορών, μιάς διαφορετικής πολιτικής κουλτούρας, αλλά και βέβαια ενός φιλο-παραγωγικού κράτους (το οποίο δεν θα λέει φυσικά σε όλα ναι, αλλά θα σου δίνει μία σαφή απάντηση σε ένα τακτό χρονικό διάστημα). Η σε βάθος αναδιοργάνωση του κράτους και η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής είναι τα αυτονόητα, για πολλούς λόγους. Σ’αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερα χρήσιμη είναι κατά την γνώμη μου η παρεχόμενη από έξω τεχνογνωσία, και πολλαπλή βοήθεια (π.χ., επαφές με την Γερμανία). Όταν προχωρήσουμε στην ανασυγκρότηση σε όλα τα επίπεδα, μπορούμε τότε να διαπραγματευτούμε και την απαραίτητη, νομίζω, παραπέρα γενναία αναδιάρθρωση του χρέους, και ιδιαίτερα τώρα πλέον του διακρατικού. Παράλληλα, πρέπει να αναζητάμε και συμμαχίες ώστε να αλλάξει όσο το δυνατόν το διαμορφούμενο πλαίσιο αμείλικτης λιτότητας. Αλλά προσοχή, η Ελλάδα ως πρώτη χώρα της κρίσης και πλέον αδύναμος κρίκος τυχαίνει κάποιας νομίζω ευνοϊκής μεταχείρισης, υπό την έννοια ότι λαμβάνει βοήθεια που άλλες χώρες δεν θα τολμήσουν ούτε να ονειρευτούν (ως ποσοστό στο ΑΕΠ τους). Στρατηγικός στόχος παραμένει επίσης η κατά το δυνατόν δίκαιη μοιρασιά των θυσιών. Χρειάζεται επίσης προβολή προς τα έξω όχι υπό την κουτή έννοια «όταν εμείς κλπ., εσείς τρώγατε κουκουνάρια» και τα παράγωγά της, αλλά υπό την έννοια μίας Ελλάδας που ανοίγεται και διαλέγεται με τον κόσμο και προβάλλει εκεί κριτικά αλλά και με αυτοεκτίμηση το μαχόμενο και δημιουργικό πρόσωπό της. Και βέβαια χρειάζεται αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση (ούτε και έπαρση βέβαια), όχι ηττοπάθεια και ανοησίες περί Κουΐσλινγκς, γιατί χωρίς αυτοεκτίμηση δεν μπορεί να υπάρξει νηφάλια αποτίμηση ούτε αναγεννητική πορεία. Ο Βόνεγκατ μας προειδοποιεί για τις σοβαρές επιπτώσεις του να πάψουμε να διαθέτουμε αυτοεκτίμηση. Το μήνυμα πρέπει να είναι, χτυπηθήκαμε αλλά δεν λυγίσαμε, κι έχουμε τις δυνάμεις να προχωρήσουμε.
Το ερώτημα είναι αν υπάρχει κρίσιμη κοινωνική μάζα τέτοια που να επιβάλει την αλλαγή στις νόρμες αυτές. Μπορεί η δοκιμαζόμενη κοινωνία να σκεφτεί έτσι και κυρίως εκείνη η μερίδα που νιώθει να τα χάνει όλα, μπορούν τα κόμματα να ξεφύγουν από τον φαύλο συγκρουσιακό κύκλο, μπορούν οι παραγωγικές δυνάμεις, μπορούν τα ΜΜΕ, μπορεί η διανόηση του τόπου; (Δυστυχώς, η προεκλογική περίοδος δεν αναδεικνύει τίποτα το αξιόλογο, το αντίθετο μάλιστα.) Το σίγουρο είναι πως μία κυβέρνηση δεν μπορεί από μόνη της να αλλάξει τώρα πια τα πράγματα, χρειάζεται η ενεργή συμμετοχή της κοινωνίας. (Έρχεται στον νου η εικόνα με τα μπατόν του σκιέρ. Από τα λίγα που ξέρω από σκι, τα μπατόν είνα απαραίτητα αλλά όχι γιατί στηρίζουν τα ίδια, αλλά γιατί συντονίζουν όλο το σώμα του σκιέρ. Μία εκσυγχρονιστική πολιτική δύναμη σην παραπάνω κατεύθυνση είναι τα μπατόν. Η κοινωνία είναι το σώμα του σκιέρ.) Θα λέγαμε πως απαιτείται πολιτιστική επανάσταση, μία εθνική αναγέννηση, αν δεν κινδυνεύαμε να παρεξηγηθούμε, κι αν δεν κινδύνευαν κι αυτές οι έννοιες να καταλήξουν στον σκουπιδότοπο άλλων ωραίων εννοιών όπως υπέρβαση, επανίδρυση του κράτους, κλπ. Σίγουρα πρέπει να υπάρξει ένας νέος διαφωτισμός (όπως είπε και ο Αλέκος Παπαδόπουλος) από μία ιθύνουσα τάξη εκσυγχρονιστικών πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων (κοινωνικοί εταίροι, διανόηση). Το μήνυμα πρέπει να είναι ότι χρειάζεται να τα μάθουμε όλα από την αρχή. Το εξαγγελθέν από τον κ. Βενιζέλο (ο οποίος στο ασφυκτικό χρονικό πλαίσιο της προεκλογικής περιόδου δίνει έμφαση στον υπαρξιακά σημαντικό στόχο της ενότητας, αλλά δείχνει να αντιλαμβάνεται τον στρατηγικό στόχο της ανανέωσης) συνέδριο του ΠΑΣΟΚ για τις 3 Σεπτέμβρη αποτελεί μία χρυσή ευκαιρία για την διατύπωση μιας πλατφόρμας σ’ αυτό το μήκος κύματος. Σημαντικό θα είναι τα κόμματα να απευθυνθούν σε ένα ηλικιακά μέσο ακροατήριο, που είναι το πλέον ενεργό και καινοτόμο, και που δεν πολυσυγκινείται από τις παραδοσιακές κομματικές αντιπαραθέσεις, θεωρώντας τες εν πολλοίς άγονες, καθώς οι παλιές ρηγματώσεις απομακρύνονται στον χρόνο. Στοχεύοντας σ’ αυτό το ακροατήριο, μπορεί σιγά σιγά να καθιερωθεί ένας πολιτικός διάλογος λιγότερο συγκρουσιακός και περισσότερο γειωμένος στα πραγματικά δεδομένα, και μια πολιτική τάξη που να δίνει περισσότερη έμφαση στην τεχνοκρατική αρτιότητα παρά στους πολιτικαντισμούς.
Στις νέες συνθήκες, χρειαζόμαστε τίποτα λιγότερο από ένα θαύμα. Όμως, γράφοντας ετούτες τις γραμμές την Κυριακή του Πάσχα, μας κατέχει αισοδοξία ότι κάποια θαύματα, μικρότερα βέβαια από την Ανάσταση, ίσως γίνονται ακόμα, και ειδικά αυτά που περνάνε από το χέρι μας. Άλλωστε ο γράφων έχει αναπτύξει και ένα θεωρηματάκι που λέει πως εμείς οι Έλληνες είμαστε στην καλύτερή μας στιγμή όταν δεν υπάρχει πλέον ελπίδα! (Το ερώτημα βέβαια γιατί να φτάνουμε σ’ αυτό το σημείο 0, ή και στο -1, κινούμενοι τόσο αυτοκαταστροφικά, είναι ερώτημα για άλλους, ίσως για τους ψυχαναλυτές.) Σε ένα πιο αγνωστικιστικό μήκος κύματος, για το ακαθόριστο του προορισμού μας μας προειδοποιεί (ή μήπως διαβεβαιώνει;) η ποιήτρια. Όντως, όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά στην Ελλάδα του 2012. Όμως κι εμείς, βασισμένοι σ’ έναν αυθαίρετο βολονταρισμό αν θέλετε, πρέπει να επιμείνουμε στο αισιόδοξο του προορισμού μας.
Ζέφη Δαράκη
(από το άρθρο ‘Ζητείται ελπίς’ του Δ.Ν. Μαρωνίτη, ΒΗΜΑ 18/3/2012)
Σχετικά με την επιβίωση, ο Άγγλος είπε τα εξής: « ‘Οταν πάψεις να είσαι περήφανος για την εμφάνισή σου, τότε πρόκειται σύντομα να πεθάνεις.»
...
Ο Θεός μου χάρισε την ηρεμία να δέχομαι τα πράγματα που δεν μπορώ ν’αλλάξω, το θάρρος να αλλάξω εκείνα που μπορώ, και την σοφία να ξεχωρίζω πάντα τα δύο αυτά.
Κερτ Βόνεγκατ, Σφαγείο αρ. 5
Ας αρχίσουμε έτσι. Με μία πρόταση («κεντρική ιδέα»), ποιό είναι το βασικό πρόβλημα που οδήγησε την Ελλάδα στην χρεοκοπία; Υποθέσεις εργασίας: Πρώτη, το ιστορικό ατύχημα μίας καταστροφικής κυβέρνησης (Καραμανλή), συμπληρωμένης από την διεθνή κρίση και επακολουθούμενης από τους αδέξιους χειρισμούς της κυβέρνησης Παπανδρέου. Δεύτερη, οι παθογένειες του ελληνικού πολιτικού συστήματος από το 1980 και εντεύθεν, που οδήγησαν τελικά σε έναν μη διαχειρίσιμο συνδυασμό χρέους και ελλείμματος. Τρίτη, η στρεβλή οικονομία, δομημένη πάνω στα θεμέλια μίας μεταπρατικής μετεμφυλιακής τάξης πραγμάτων. Δηλαδή, από το ένα στο τρία, πάμε σε όλο και «βαθύτερη» αιτία. Σε πόσο «βαθύ» επίπεδο ανάλυσης πρέπει να αναζητήσει κανείς την βασική αιτία; Για να το πούμε αλλιώς, πόσο πίσω θα έπρεπε να γυρίσει το καρούλι της ιστορίας προκειμένου να διορθωθεί η βασική γενεσιουργός δυσπραγία; (Μπορούμε βέβαια να πάμε ακόμα πιο πίσω, και να πούμε ότι η μικρή ψωροκώσταινα του 1830, έχοντας χάσει όλα τα τραίνα που συνιστούν την νεωτερικότητα, από Αναγέννηση, Μεταρρύθμιση, επιστημονική επανάσταση, Διαφωτισμό, έως βιομηχανική επανάσταση, δεν θα είχε ποτέ ελπίδες να συγκλίνει πλήρως με την Δύση. Αλλά μπορεί κανείς να αντιτείνει ότι η ίδια αυτή χώρα έχει κάνει γιγαντιαία άλματα σύγκλισης μέσα σε δύο μόλις αιώνες, και μάλιστα μέσα από μία εξόχως τραυματική πορεία.) Τί λοιπόν ισχύει; Μπορεί κανείς να πει πως όλοι οι παραπάνω λόγοι έπαιξαν τον ρόλο τους («όλα πατρίδα μας»). Αλλά κατά την άποψη του γράφοντος, το κυρίαρχο είναι η αναιμική, εσωστρεφής, κρατικοδίαιτη οικονομία, που δεν μπόρεσε να μειώσει τα ελλείμματά της έστω και λίγο, χωρίς να προκαλέσει ύφεση, που τελικά την βύθισε στον φαύλο κύκλο λιτότητας-ύφεσης-περισσότερων ελλειμμάτων-λιτότητας, κλπ.
Τι σημασία έχουν όλ’ αυτά; Εάν η απάντηση πιο πάνω ήταν το «ιστορικό ατύχημα» κάποιων μεμονωμένων κυβερνητικών λαθών, τότε πέρα από την απαιτούμενη δημοσιονομική προσαρμογή, θα μπορούσαμε κάλλιστα να επιστρέψουμε στην προτέρα κατάσταση πραγμάτων. Δηλαδή, προσέχοντας να διορθωθούν τα δημόσια οικονομικά, θα έπρεπε να επαναφέρουμε την οικονομία στην προηγούμενη, υποτιθέμενη βιώσιμη, πορεία ανάπτυξης χωρίς άλλες διορθώσεις. Εάν όμως θεωρήσουμε ότι η βασική παθολογία προκύπτει από ένα μη βιώσιμο πλέον οικονομικό μοντέλο, τότε η διόρθωση των δημόσιων οικονομικών πρέπει να συμβαδίζει με γενικότερο αναπροσανατολισμό και ανασυγκρότηση της οικονομίας. Με άλλα λόγια ισχύει το ρητό του Αϊνστάιν (ένα από τα ωραιότερα από αυτά που μας θυμίζει τακτικά ο Γ. Λακόπουλος στα ΝΕΑ): Το πρόβλημα δεν λύνεται μέσα στο πλαίσιο σκέψης που το δημιούργησε. Ή, σε πιο απλά ελληνικά, η έξοδος από την κρίση δεν μπορεί να σημαίνει μία από τα ίδια, γιατί τότε βαδίζουμε ολοταχώς για την επόμενη κρίση.
Μπορούμε να στοχαστούμε λίγο ευρύτερα πάνω στην ελληνική οικονομική πορεία. Μέσα από μία πορεία μερικής («σχετικής» λέει η θεωρία) προσαρμογής προς ένα επίπεδο ζωής (της Δυτικής Ευρώπης) που διαρκώς ανέβαινε (κατά τα «τριάντα λαμπρά χρόνια» 1945-75), η Ελλάδα κατάφερε να φτάσει ας πούμε στο 60% ή 70% του μέσου δυτικο-Ευρωπαϊκού όρου ζωής. Όμως, η δυναμική της σύγκλισης δείχνει να έχει εξαντληθεί (μήπως όπως και η δυναμική της ευρύτερης ευρωπαΐκής ενοποίησης;). Μάλιστα, κατά περίεργο τρόπο, όπως επεσήμανε ο Κ. Τσίμας στα ΝΕΑ, η ευρωπαΐκή ενοποίηση, μέσα από τον ενιαίο οικονομικό χώρο από το 1992 και μετά και μετην ΟΝΕ πολύ περισσότερο, έχει ίσως δράσει ανασταλτικά στην σύγκλιση – ενώ πρόσκαιρα επιτάχυνε την σύγκλιση των επιπέδων κατανάλωσης, επιβράδυνε ή και απέτρεψε την ουσιαστική, παραγωγική σύγκλιση, εντείνοντας την αποβιομηχάνιση και συμβάλλοντας στην απώλεια ανταγωνιστικότητας.
Τα χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας δεν δείχνουν πάντα κάτι ριζικά διαφορετικό από άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Αντίθετα με τις κρατούσες αντιλήψεις, ο κρατικός τομέας δεν είναι υπερτροφικός, μάλλον μεσαίου μεγέθους είναι σε σχέση με το ΑΕΠ. Όμως, παρουσίαζε ανοδικές τάσεις από χρόνια, ενώ άλλες χώρες έκαναν προσπάθειες συμμαζέματος. Το μεγάλο πρόβλημα βέβαια είναι τα ελλείμματα και τα χρέη. Αποβιομηχάνιση υπάρχει, είναι όμως αυτό μία γενική τάση. Πάντως πρέπει να είναι παγκόσμιο φαινόμενο μία μικρή και όχι από τις πλουσιότερες χώρες να εμφανίζει τέτοιου μεγέθους εξερχόμενες επενδύσεις όπως αυτές που κατευθύνθηκαν στην ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Η απώλεια ανταγωνιστικότητας ως συνέπεια του ακριβού ευρώ είναι επίσης γενική τάση (ακόμα και στην Γερμανία!), όμως τα εξωτερικά ελλείμματα της Ελλάδας είναι ...άπαιχτα! Δεν γίνεται μία χώρα σαν την Ελλάδα να είναι από τις ακριβότερες της Ευρώπης, αν όχι παγκόσμια! Γενικά, όπως αναφέραμε, είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς το συμπέρασμα ότι η μεταπολεμική δυναμική της σύγκλισης έχει πλέον εξαντληθεί.
Αλλά και η δυναμική της Ευρωπαϊκής μεγέθυνσης τείνει πλέον να βαλτώσει. Οι λόγοι είναι σύνθετοι και δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς. Υπάρχει το φαινόμενο των φθινουσών οριακών αποδόσεων, κάτι που και ο Κέυνς υπαινίχθηκε στο κεφάλαιο 17 της Γενικής Θεωρίας. (Για να τρυγήσεις το χαμηλό σύκο χρειάζεσαι μικρή προσπάθεια, αλλά όσο πηγαίνεις ψηλότερα, τόσο περισσότερη προσπάθεια χρειάζεσαι ανά σύκο. Που σημαίνει πως με την οικονομική μεγέθυνση, οι αποδόσεις ανά μονάδα κεφαλαίου φθίνουν, με αποτέλεσμα την στασιμότητα.) Υπάρχει και ο ανταγωνισμός της Ασίας, με τον ασύγκριτο συνδυασμό κόστους-παραγωγικότητας. Υπάρχει η μεγαλύτερη κινητικότητα του κεφαλαίου που οδηγεί σε αποβιομηχάνιση τις ακριβότερες χώρες, υπάρχει και η κινητικότητα των ανθρώπων που βάζει πίεση σε ορισμένα τουλάχιστον στρώματα του εργατικού δυναμικού – ενώ είναι καλή για την χώρα συνολικά. Υπάρχει η πτώση του ρυθμού αύξησης του πληθυσμού, με αποτέλεσμα την γήρανση του πληθυσμού και την αύξηση του κόστους κοινωνικής ασφάλισης. Σε αυτήν την πτώση συμμετέσχε και η Ελλάδα θεαματικά μετά το 1980, ενώ πριν είχε μία από τις υγιέστερες ηλικιακά πληθυσμιακές πυραμίδες της Ευρώπης. Τέλος, κατά την άποψη του γράφοντος, σιγά σιγά θα εμφανιστούν και οι περιορισμοί που επιβάλλονται από περιβαλλοντικούς παράγοντες (αύξηση τιμής καυσίμων και τροφίμων, μεγαλύτερο κόστος διαχείρισης της ρύπανσης, έλλειψη υδάτινων πόρων, κλιματική αστάθεια, και τέλος και χειρότερα, αύξηση της στάθμης της θάλασσας).
Πού οδηγούν όλ’ αυτά; Σε δύο συλλογισμούς. Πρώτον, η δημοσιονομική κρίση στην Ελλάδα είναι μόνον η κορυφή του παγόβουνου, είναι απλά το σημείο στο οποίο έσπασε η αλυσίδα. Το βασικό δεδομένο είναι η βαθύτερη δυσπραγία της παραγωγικής βάσης στην Ελλάδα, αλλά και ευρύτερα στην Ευρώπη. Δεύτερον, τα προβλήματα αυτά δεν είναι προβλήματα έλλειψης ζήτησης, αλλά είναι γενικά θέματα προσφοράς – παραγωγικότητας, κόστους, ποιότητας υπηρεσιών, καινοτομίας, επιπέδου τεχνολογικής αιχμής, επενδύσεων. Ως τέτοια, δεν μπορούν να λυθούν με δημοσιονομική επέκταση, ούτε και με έξοδο από το ευρώ και υποτίμηση, που είναι τελικά εργαλείο ζήτησης. Είναι γενική άποψη της πλειοψηφίας των πανεπιστημιακών οικονομολόγων πως το βιοτικό επίπεδο μίας χώρας εξαρτάται μακροπρόθεσμα από τους παράγοντες προσφοράς, ενώ σε αυτόν τον χρονικό ορίζοντα η ζήτηση δεν παίζει κανένα ρόλο γιατί απλά ακολουθεί και δεν προηγείται – κάτι που αποτυπώνεται και στην λαϊκή σοφία του ρητού «ο θεός έδωσε σε όλους τους ανθρώπους ένα στόμα, και δύο χέρια».
Πριν λίγο καιρό είχα την ευκαρία να παρακολουθήσω μία ημερίδα για τις Λατινοαμερικανικές κρίσεις των τελευταίων τριάντα ετών. Όταν έσπασε η ισοτιμία δολαρίου-πέσο κατά την διάρκεια της Αργεντίνικης κρίσης το 2001, η ισοτιμία πήγε από το 1-1 στο 1 δολάριο – 4 πέσος. Υποτίμηση δηλαδή της τάξης του 75% του πέσο, ή αλλιώς τετραπλασιασμός της τιμής των εισαγομένων (καύσιμα, φάρμακα, τρόφιμα). Εάν κάτι τέτοιο γίνει στην Ελλάδα, θα μιλάμε για εξανέμισμα εν μιά νυκτί της αγοραστικής αξίας των εισοδημάτων. Ολόκληρα πληθυσμιακά στρώματα θα πέσουν κάτω από το όριο της φτώχειας, με βασικά είδη να ανταλλάσσονται στην μαύρη αγορά. Δηλαδή, καταστάσεις όπως στην Ρωσία την δεκαετία του 1990. Αυτά που βλέπουμε τώρα θα είναι παιδική χαρά μπροστά σ’ αυτό το σενάριο, όπως είπα, μάλλον άκομψα είναι η αλήθεια, τις προάλλες στην τηλεόραση – αλλά η ουσία δεν αλλάζει. Και μετά τί; Η υποτίμηση για να δουλέψει ως εργαλείο θέλει πειθαρχία: Πρώτα ανεβαίνει η παραγωγικότητα, εξαγωγές, κλπ., κι όταν υπάρξει ουσιαστικό πλεονέκτημα, και μόνον τότε, δείνεις και αυξήσεις στους μισθούς και στις τιμές. Αλλιώς, το μόνο που αυξάνει είναι ο πληθωρισμός. Σκέφτεται κανείς πως στην Ελλάδα που έχει υποστεί τέτοιες μειώσεις μισθών θα μπορέσει να υπάρξει τέτοιου είδους πειθαρχία; Και εν τέλει, ακόμα και με πειθαρχία, αυτό που θα ανέβει είναι οι εξαγωγές. Όμως η ευημερία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το τί καταναλώνουμε – τί μένει για μας μετά τις εξαγωγές, και τί μπορούμε να εισάγουμε. Αυτά δεν μπορούν να αυξηθούν χωρίς την άνοδο της παραγωγικότητας, όπου και ξαναγυρνάμε δηλαδή.
Η δημοσιονομική επέκταση δεν μπορεί να αποτελέσει στρατηγική εξόδου από την κρίση και για τον λόγο ότι αντιφάσκει προς την ανάγκη παραγωγικού αναπροσανατολισμού της οικονομίας προς ένα μοντέλο λιγότερο καταναλωτικό και περισσότερο αποταμιευτικό και επενδυτικό, με ενίσχυση της παραγωγικής βάσης, καινοτομία, τεχνογνωσία, ποιότητα, και εξαγωγικό προσανατολισμό. Η δημοσιονομική επέκταση απλά θα βασιστεί και θα επιτείνει το καταναλωτικό πρότυπο. Ο αναπροσανατολισμός αυτός της οικονομίας, απαραίτητος και σε άλλες χώρες όπου έχει προχωρήσει περισσότερο και ο σχετικός προβληματισμός (βλ. προηγούμενο σημείωμα) δεν είναι εύκολος ούτε ανώδυνος. Δεν θα γίνει αυτόματα αν περιοριστεί η κρατική δαπάνη, όπως φαίνεται να πιστεύεται σε κάποιες χώρες. Χρειάζεται κεντρική διεύθυνση και συστηματική και επίπονη προσπάθεια. Δεν διευκολύνεται όταν ολόκληρη η Ευρωπαϊκή ήπειρος βυθίζεται στην ύφεση, και δεν είναι ίσως εφικτή για το σύνολο της Ευρώπης. Αλλά για μία μικρή χώρα όπως η Ελλάδα είναι εφικτό ειδικά όταν προηγείται των άλλων, και δυνατότητες – συγκριτικό πλεονέκτημα – υπάρχουν σε τομείς όπως γεωργία (συμπεριλαμβανομένης της κτηνοτροφίας, ιχθυοκαλλιέργειας και αγροτοβιομηχανίας), κάποια βιομηχανία, τουρισμό, ναυτιλία, ανανεώσιμες πηγές και περιβάλλον, ενέργεια. Το κριτήριο θα πρέπει να είναι η ύπαρξη συγκριτικού πλεονεκτήματος προκειμένου να ενισχυθεί μία δραστηριότητα και στόχος η δημιουργία προστιθέμενης αξίας, απασχόληση, επενδύσεις, καινοτομία, μεταφορά τεχνογνωσίας, εξωστρέφεια. Και, κοιτάζοντας όσο γίνεται την θετική όψη του πράγματος, μπορούμε να πούμε πως τώρα μας χρηματοδοτούν για να επιχειρήσουμε αυτόν ακριβώς τον ούτως ή άλλως απαραίτητο παραγωγικό αναπροσανατολισμό. Πρέπει να επιδιώξουμε στρατηγικές παραγωγικές συμμαχίες – με τους Κινέζους σε λιμάνια και Θριάσιο, με τους Γάλλους στα τραίνα, με Κορεάτες στα ναυπηγεία, με Ισραηλινούς στην πολεμική βιομηχανία, με Γερμανούς στις ανανεώσιμες πηγές, με Αμερικανούς στην συμβατική ενέργεια. Εντάξει, πήραμε φόρα, όμως κάπως έτσι επανεκκινείται η οικονομία. Το ζητούμενο σ’ αυτες τις συμμαχίες είναι διπλό, πρώτον η ενίσχυση της παραγωγικής βάσης της χώρας, δεύτερον η στρατηγική υποστήριξή της από εταίρους που θα νιώθουν ότι έχουν συμφέρον στην επιβίωσή της.
Εν κατακλείδι, έρχονται δύσκολα χρόνια είτε μέσα είτε έξω από το ευρώ. Τελικά, σε βάθος χρόνου, ο παραγωγικός αναπροσανατολισμός με αύξηση της ανταγωνιστικότητας είναι αναπόφευκτος. Το μεγάλο ίσως ερώτημα είναι αν αυτά θα γίνουν αφού πρώτα φτάσουμε σε μισθούς επιπέδου του (συμπαθούς κατά τα άλλα) Μπανγκλαντές ή αν μία ηγετική, ιθύνουσα τάξη θα μπορέσει να οραματιστεί, εμπνεύσει και διευθύνει αυτό τον αναπροσανατολισμό οργανωμένα, και εάν η άνοδος της ανταγωνιστικότητας θα βασιστεί στην άνοδο της παραγωγικότητας, έτσι ώστε να διασφαλιζεται ένα ανεκτό βιοτικό επίπεδο που θα λέγεται ευρωπαϊκό. Το βασικό διακύβευμα από εδώ και μπρος είναι να οργανωθούμε ώστε όχι τόσο να δουλεύουμε περισσότερο όσο η δουλειά μας να αποδίδει περισσότερο, κι αυτό θα γίνει σε μεγάλο βαθμό, και αναπόφευκτα, με την συλλογικότητα και το συνεργατικό πνεύμα. Για να γίνει αυτό χρειάζεται ριζική κινητοποίηση της κοινωνίας. (Έρχεται στο νου η σε βάθος στρατιωτικοποίηση που εφάρμοσε στο Βυζάντιο ο Λέων Γ’ ο Ίσαυρος τον 80 αιώνα (αν δεν τα μπλέκω!) προκειμένου να αντιμετωπίσει την Αραβική απειλή. Μόνο που τώρα η κινητοποίηση δεν πρέπει να είναι στρατιωτική αλλά παραγωγική.) Πρέπει να αλλάξουν όλα, δομές, συμπεριφορές και νοοτροπίες.
Ας αναρωτηθούμε, ποιό είναι το μυστικό της Γερμανικής επιτυχίας; Οι Γερμανοί δεν δουλεύουν περισσότερο από άλλους ευρωπαϊκούς λαούς, και (με περίπου 37 ώρες την εβδομάδα κατά μέσο όρο) σαφώς λιγότερο από τους Έλληνες (δεύτεροι στον ΟΟΣΑ με 42 ώρες, πίσω μόνο από τους Νοτιοκορεάτες.) Εντάξει, κάπου τα στοιχεία αυτά μπορεί να έχουν και πρόβλημα αξιοπιστίας, ειδικά όσον αφορά τον δημόσιο τομέα, όμως ο ιδιωτικός τομέας στην Ελλάδα δουλεύει πολύ. Όχι, το μυστικό των Γερμανών δεν βρίσκεται στην πολλή δουλειά. Βρίσκεται νομίζω στο ότι δουλεύει όλη η ενδεκάδα και τα 90 λεπτά του παιχνιδιού, και όλη η ομάδα παίζει συνεργατικά και βοηθάει τον άσο να βάλει γκολ. Ας φανταστούμε τώρα μία σκηνή της ελληνικής καθημερινότητας.
Πριν λίγες μέρες είδα στην τηλεόραση έναν νέο αγρότη που μίσθωσε κρατική γη με σκοπό να βάλει καινοτόμες καλλιέργειες και να ανοιχτεί και προς ξένες αγορές. Ποιά τύχη έχει παραδοσιακά ένας τέτοιος παραγωγός-επιχειρηματίας; Βρίσκει απέναντι του ένα κράτος αδιάφορο αν όχι εχθρικό, που τον ταλαιπωρεί επί μήνες προκειμένου να βγάλει άδειες κλπ, ενώ αυτός πληρώνει νοίκια, και μετά του ζητάει μπαξίσια, κάνει δε χρόνια να τελεσιδικήσει όταν αυτός αναζητήσει το δίκιο του. Το κράτος επίσης αλλάζει κάθε τόσο το φορολογικό ή άλλο θεσμικό πλαίσιο, και με «τακτοποιήσεις» κλπ. τον κάνει να νοιώθει κουτός που πασχίζει να είναι εντάξει στις υποχρεώσεις του. Η κοινωνία αδιαφορεί, αν δεν τον υποβλέπει κιόλας ως ικανότερο. Σε κάθε κρίσιμη φάση της παραγωγής, θα απεργεί αυτός τον οποίο έχει περισσότερη ανάγκη. Τι να το κάνει λοιπόν ο φίλος επιχειρηματίας (καλή του τύχη, παρεμπιπτόντως) αν δουλεύει πολύ, όταν η δουλειά του εξαντλείται να πολεμάει την γραφειοκρατία, την διαφθορά, την αδιαφορία, τί να την κάνει την ικανότητα που πνίγεται μέσα σε ένα πέλαγος μετριότητας; Λοιπόν τι πρέπει να αλλάξει; Όλα τα παραπάνω!
Άλλο παράδειγμα που αφορά τον εργαζόμενο στον τουρισμό, ξενοδόχο, εστιάτορα, οδηγό ταξί. Η ατομική στρατηγική λέει «πάρτου τα και πού θα τον ξαναδείς, σέρβιρε μερίδα Ξ.» Φυσικά η στρατηγική αυτή οδηγεί στην συλλογική, χμμμ..., χρεοκοπία! Η σωστή στρατηγική αναγνωρίζει πρώτον ότι ο κόσμος είναι μικρός και ο τουρίστας αν βρει καλές υπηρεσίες θα ξανάρθει (ή θα πει σε άλλον να ξανάρθει), και δεύτερον ότι κι αν δεν ξανάρθει σε μένα, θα ξανάρθει εδώ σε μας. Κάποτε η χούντα λάνσαρε το σωστό (οφείλουμε να ομολογήσουμε) σύνθημα: αγοράζοντας ελληνικά προϊόντα, η δραχμή σου ξαναγυρίζει σε σένα. Αυτό σήμερα δεν είναι εφικτό διότι είναι προστατευτισμός (αφήστε που δεν θέλουμε να ξαναγυρίσει η δραχμή!), όμως μπορούμε να πούμε: εάν κάνεις την σωστή προσπάθεια, η προσπάθειά σου ξαναγυρίζει σε σένα.
Αλλαγή λοιπόν στις νοοτροπίες και συμπεριφορές, στην κατεύθυνση της επιβολής συλλογικότητας, πάταξης της διαφθοράς (η οποία τί άλλο είναι παρά μία ακραία μορφή αντι-συλλογικότητας), μαζί βέβαια με αλλαγή θεσμών, εμπέδωση ενός σταθερού θεσμικού πλαισίου, συνεργατικών κοινωνικών συμπεριφορών, μιάς διαφορετικής πολιτικής κουλτούρας, αλλά και βέβαια ενός φιλο-παραγωγικού κράτους (το οποίο δεν θα λέει φυσικά σε όλα ναι, αλλά θα σου δίνει μία σαφή απάντηση σε ένα τακτό χρονικό διάστημα). Η σε βάθος αναδιοργάνωση του κράτους και η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής είναι τα αυτονόητα, για πολλούς λόγους. Σ’αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερα χρήσιμη είναι κατά την γνώμη μου η παρεχόμενη από έξω τεχνογνωσία, και πολλαπλή βοήθεια (π.χ., επαφές με την Γερμανία). Όταν προχωρήσουμε στην ανασυγκρότηση σε όλα τα επίπεδα, μπορούμε τότε να διαπραγματευτούμε και την απαραίτητη, νομίζω, παραπέρα γενναία αναδιάρθρωση του χρέους, και ιδιαίτερα τώρα πλέον του διακρατικού. Παράλληλα, πρέπει να αναζητάμε και συμμαχίες ώστε να αλλάξει όσο το δυνατόν το διαμορφούμενο πλαίσιο αμείλικτης λιτότητας. Αλλά προσοχή, η Ελλάδα ως πρώτη χώρα της κρίσης και πλέον αδύναμος κρίκος τυχαίνει κάποιας νομίζω ευνοϊκής μεταχείρισης, υπό την έννοια ότι λαμβάνει βοήθεια που άλλες χώρες δεν θα τολμήσουν ούτε να ονειρευτούν (ως ποσοστό στο ΑΕΠ τους). Στρατηγικός στόχος παραμένει επίσης η κατά το δυνατόν δίκαιη μοιρασιά των θυσιών. Χρειάζεται επίσης προβολή προς τα έξω όχι υπό την κουτή έννοια «όταν εμείς κλπ., εσείς τρώγατε κουκουνάρια» και τα παράγωγά της, αλλά υπό την έννοια μίας Ελλάδας που ανοίγεται και διαλέγεται με τον κόσμο και προβάλλει εκεί κριτικά αλλά και με αυτοεκτίμηση το μαχόμενο και δημιουργικό πρόσωπό της. Και βέβαια χρειάζεται αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση (ούτε και έπαρση βέβαια), όχι ηττοπάθεια και ανοησίες περί Κουΐσλινγκς, γιατί χωρίς αυτοεκτίμηση δεν μπορεί να υπάρξει νηφάλια αποτίμηση ούτε αναγεννητική πορεία. Ο Βόνεγκατ μας προειδοποιεί για τις σοβαρές επιπτώσεις του να πάψουμε να διαθέτουμε αυτοεκτίμηση. Το μήνυμα πρέπει να είναι, χτυπηθήκαμε αλλά δεν λυγίσαμε, κι έχουμε τις δυνάμεις να προχωρήσουμε.
Το ερώτημα είναι αν υπάρχει κρίσιμη κοινωνική μάζα τέτοια που να επιβάλει την αλλαγή στις νόρμες αυτές. Μπορεί η δοκιμαζόμενη κοινωνία να σκεφτεί έτσι και κυρίως εκείνη η μερίδα που νιώθει να τα χάνει όλα, μπορούν τα κόμματα να ξεφύγουν από τον φαύλο συγκρουσιακό κύκλο, μπορούν οι παραγωγικές δυνάμεις, μπορούν τα ΜΜΕ, μπορεί η διανόηση του τόπου; (Δυστυχώς, η προεκλογική περίοδος δεν αναδεικνύει τίποτα το αξιόλογο, το αντίθετο μάλιστα.) Το σίγουρο είναι πως μία κυβέρνηση δεν μπορεί από μόνη της να αλλάξει τώρα πια τα πράγματα, χρειάζεται η ενεργή συμμετοχή της κοινωνίας. (Έρχεται στον νου η εικόνα με τα μπατόν του σκιέρ. Από τα λίγα που ξέρω από σκι, τα μπατόν είνα απαραίτητα αλλά όχι γιατί στηρίζουν τα ίδια, αλλά γιατί συντονίζουν όλο το σώμα του σκιέρ. Μία εκσυγχρονιστική πολιτική δύναμη σην παραπάνω κατεύθυνση είναι τα μπατόν. Η κοινωνία είναι το σώμα του σκιέρ.) Θα λέγαμε πως απαιτείται πολιτιστική επανάσταση, μία εθνική αναγέννηση, αν δεν κινδυνεύαμε να παρεξηγηθούμε, κι αν δεν κινδύνευαν κι αυτές οι έννοιες να καταλήξουν στον σκουπιδότοπο άλλων ωραίων εννοιών όπως υπέρβαση, επανίδρυση του κράτους, κλπ. Σίγουρα πρέπει να υπάρξει ένας νέος διαφωτισμός (όπως είπε και ο Αλέκος Παπαδόπουλος) από μία ιθύνουσα τάξη εκσυγχρονιστικών πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων (κοινωνικοί εταίροι, διανόηση). Το μήνυμα πρέπει να είναι ότι χρειάζεται να τα μάθουμε όλα από την αρχή. Το εξαγγελθέν από τον κ. Βενιζέλο (ο οποίος στο ασφυκτικό χρονικό πλαίσιο της προεκλογικής περιόδου δίνει έμφαση στον υπαρξιακά σημαντικό στόχο της ενότητας, αλλά δείχνει να αντιλαμβάνεται τον στρατηγικό στόχο της ανανέωσης) συνέδριο του ΠΑΣΟΚ για τις 3 Σεπτέμβρη αποτελεί μία χρυσή ευκαιρία για την διατύπωση μιας πλατφόρμας σ’ αυτό το μήκος κύματος. Σημαντικό θα είναι τα κόμματα να απευθυνθούν σε ένα ηλικιακά μέσο ακροατήριο, που είναι το πλέον ενεργό και καινοτόμο, και που δεν πολυσυγκινείται από τις παραδοσιακές κομματικές αντιπαραθέσεις, θεωρώντας τες εν πολλοίς άγονες, καθώς οι παλιές ρηγματώσεις απομακρύνονται στον χρόνο. Στοχεύοντας σ’ αυτό το ακροατήριο, μπορεί σιγά σιγά να καθιερωθεί ένας πολιτικός διάλογος λιγότερο συγκρουσιακός και περισσότερο γειωμένος στα πραγματικά δεδομένα, και μια πολιτική τάξη που να δίνει περισσότερη έμφαση στην τεχνοκρατική αρτιότητα παρά στους πολιτικαντισμούς.
Στις νέες συνθήκες, χρειαζόμαστε τίποτα λιγότερο από ένα θαύμα. Όμως, γράφοντας ετούτες τις γραμμές την Κυριακή του Πάσχα, μας κατέχει αισοδοξία ότι κάποια θαύματα, μικρότερα βέβαια από την Ανάσταση, ίσως γίνονται ακόμα, και ειδικά αυτά που περνάνε από το χέρι μας. Άλλωστε ο γράφων έχει αναπτύξει και ένα θεωρηματάκι που λέει πως εμείς οι Έλληνες είμαστε στην καλύτερή μας στιγμή όταν δεν υπάρχει πλέον ελπίδα! (Το ερώτημα βέβαια γιατί να φτάνουμε σ’ αυτό το σημείο 0, ή και στο -1, κινούμενοι τόσο αυτοκαταστροφικά, είναι ερώτημα για άλλους, ίσως για τους ψυχαναλυτές.) Σε ένα πιο αγνωστικιστικό μήκος κύματος, για το ακαθόριστο του προορισμού μας μας προειδοποιεί (ή μήπως διαβεβαιώνει;) η ποιήτρια. Όντως, όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά στην Ελλάδα του 2012. Όμως κι εμείς, βασισμένοι σ’ έναν αυθαίρετο βολονταρισμό αν θέλετε, πρέπει να επιμείνουμε στο αισιόδοξο του προορισμού μας.
Sunday, 6 November 2011
Quo vadis?
«... αποδεικνυόταν καταστροφική όσο η επιδρομή σαρακιού που ροκανίζει τα δοκάρια του σπιτιού. Απ’ έξω, εκτός από λίγη σκόνη που πέφτει εδώ κι εκεί από μικροσκοπικές οπές, η επίθεση δεν είναι καν αντιληπτή, το από μέσα όμως είναι άλλη ιστορία, δεν θ’ αργήσει πολύ να γκρεμιστεί αυτό που τόσο σταθερό φαινόταν.»
Ζοζέ Σαραμάγκου, Κάιν, μτφ. Αθηνά Ψυλλιά, εκδόσεις Καστανιώτη 2010, σ. 13.
«... Για να κερδίσουν νομιμοποίηση, αυτό που οι νέες δημοκρατίες χρειάζονται πάνω απ’ όλα είναι αποτελεσματικότητα κυρίως στην οικονομία αλλά και στην πολιτική σφαίρα. Εάν μπορέσουν να κινητοποιηθούν προς αναπτυξιακή κατεύθυνση, μπορούν να κρατήσουν το πολιτικό σύστημα εν τάξει. Το αντίθετο επίσης ισχύει: Κυβερνήσεις που αψηφούν τους οικονομικούς νόμους θα αποτύχουν αναπτυξιακά και δεν θα εγκαθιδρύσουν γνήσια δημοκρατικά συστήματα.»
Seymour Martin Lipset: Οι κοινωνικές προϋποθέσεις της Δημοκρατίας υπό επαναξέταση: Προεδρική διάλεξη 1993. American Sociological Review, Vol. 59, No. 1 (Feb., 1994), σ. 1
Θυμάστε τα Λατινικά του σχολείου; Ποιός θα το φανταζόταν ότι η απλή αυτή φρασούλα – που πηγαίνετε (αγρότες); -- θα αναδεικνυόταν σε υπαρξιακής σημασίας ερώτημα για την Ελλάδα. Μετά την ζημιογόνα περιπέτεια του δημοψηφίσματος, υπάρχει σαφής κίνδυνος οι ευρωπαίοι εταίροι να χάσουν την υπομονή τους μαζί μας, διώχνοντάς μας (ουσιαστικά) από το ευρώ. Μπορεί οι εξελίξεις να μας ξεπεράσουν κι αλλιώς, εάν π.χ. η κρίση εστιαστεί στην Ιταλία, κρούοντας πλέον τον κώδωνα του κινδύνου ολικά για το ευρώ. Μετά την οικονομική κρίση, μήπως μπαίνουμε τώρα και σε πολιτικού τύπου αστάθεια; Γιατί τί άλλο θα σημάνει ουσιαστικά μία υπηρεσιακή κυβέρνηση από μία παρατεταμένη προεκλογική περίοδο; Τί νομιμοποίηση θα έχει σε αυτή την φάση μία κυβέρνηση με επικεφαλής τεχνοκράτη; - όταν ναι μεν απαιτείται διάλογος με εταίρους και πιστωτές μα πάνω απ’ όλα με την ίδια την ελληνική κοινωνία; Τί στήριξη θα έχει μία τέτοια κυβέρνηση από την ΝΔ που βιάζεται «να έμβει εις τα σαλόνια» (κατά την έκφραση του νεαρού Ιω. Μεταξά); Και τελικά πώς τα κατάφερε το κόμμα της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, το ΠΑΣΟΚ, να συζητά (ή μήπως παρακαλά;) να συμμετάσχει σε κυβέρνηση συνασπισμού που δεν θα προεδρεύεται από το ίδιο; Μα πώς αλλιώς βέβαια παρά με την παρωδία της ψήφου εμπιστοσύνης σε έναν πρωθυπουργό ο οποίος επρόκειτο να καταθέσει την εντολή την επόμενη μέρα, ξαναγράφοντας το Σύνταγμα! Η κορυφαία στιγμή του κοινοβουλευτισμού έγινε έτσι μία διαδικασία χωρίς νόημα, και η Βουλή που έχει γίνει στόχος τέτοιων επιθέσεων απ’ έξω, τώρα αυτοϋπονομεύτηκε.
Τέλος πάντων, ας ευχηθούμε το καλύτερο. Η καινούρια Κυβέρνηση, όπως και οι επόμενες, έχουν τιτάνιο καθήκον να επιτελέσουν. (Το ίδιο λέγαμε και για την μέλλουσα κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ το καλοκαίρι του 2009, όμως τώρα η λέξη «τιτάνιο» είναι πολύ λίγη – τουλάχιστον οι επόμενοι δεν θα μπορούν να πουν ότι δεν ήταν προϊδεασμένοι.) Σε λίγες ώρες θα ξέρουμε περισσότερα. Μαζί με τις ευχές μας, η επόμενη κυβέρνηση θα μπορούσε ίσως να προσέξει και τα εξής:
- Να διαβεβαιώσει κατηγορηματικά εταίρους και αγορές για τον πάγιο ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας και την πίστη της στο ευρώ. Αλλά να πείσει και την κοινωνία: Τυχόν έξοδος από το ευρώ θα φέρει μαζί της και δραστική υποτίμηση και μαζική απόσυρση καταθέσεων, προκαλώντας την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος. Από κει και πέρα, έχουμε πείνα, κοινωνική αγριότητα και οικονομική αστάθεια για πολύ καιρό (και ό,τι άλλο αυτά συνεπάγονται). Τμήμα της κοινωνίας, μέσα στην απελπισία της, φαντάζεται εύκολες λύσεις μέσω δραχμής. Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις για την Ελλάδα σε αυτήν την φάση. Το σταθερό ευρώ, με την στήριξη των εταίρων, είναι κατά πάσα πιθανότητα το καλύτερο περιβάλλον για την ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας. Σε αυτο το πλαίσο, θα πρέπει να επαναδρομολογήσει άμεσα την Συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου και τον «οδικό χάρτη» (κατά την έκφραση Βενιζέλου) που αυτή συνεπάγεται.
- Η Κυβέρνηση θα πρέπει στις κορυφές της να διαθέτει πρωτίστως πολιτική βαρύτητα (για να πείσει την κοινωνία), σε όλο της δε το ύψος να διαθέτει διευθυντική, διαχειριστική, τεχνοκρατική ικανότητα και επάρκεια. (Εδώ ας επιτραπεί μία παρέκβαση. Άκουσα κάποιες, λίγες, ομιλίες βουλευτών πριν την ψήφο εμπιστοσύνης. Μπορώ να πω ότι συγκινήθηκα, οι ομιλητές/τριες διακρίνονταν από αγνό πατριωτισμό, μιλούσαν ωραία, διέπονταν από πίστη στα ιδανικά της εθνικής ανεξαρτησίας, δημοκρατίας, λαϊκής κυριαρχίας. Κάποιος μίλησε με περηφάνεια για το χωριό του – την χαιρετίζουμε – όμως κανείς δεν έδειξε μεγάλη κατανόηση για το παγκόσμιο χωριό. Τι νόημα έχει η λαϊκή κυριαρχία σήμερα, την εποχή της παγκοσμιοποίησης, των αγορών, της μετανάστευσης; Είναι κοινό μυστικό στους αναλυτές ότι η δύναμη του εθνικού κράτους έχει σημαντικά μειωθεί – και η ευρωπαϊκή ενοποίηση είναι εν μέρει αντίδραση σ’ αυτό, προκειμένου να διατηρηθεί κρατική ισχύς σ’ ένα ανώτερο επίπεδο. Περαιτέρω, τι νόημα έχει η λαϊκή κυριαρχία όταν έχεις χρεοκοπήσει; Έχεις τόση λαϊκή κυριαρχία όση και η οικονομική (και δημογραφική) ευρωστία σου, που μπορεί να την υποστηρίξει. Οι ομιλητές τόνισαν την ύπαρξη «συμφερόντων» - πολύ θολά προσδιορισμένων. Εντάξει, συμφέροντα υπάρχουν, πάντα υπήρχαν, το ερώτημα είναι εμείς τι κάνουμε. Το συμπέρασμα είναι ότι το πολιτικό προσωπικό έχει μείνει στην «ατζέντα του ‘74» και δεν έχει αντιληφθεί ότι σχεδόν 40 χρόνια μετά, αυτή η ατζέντα έχει, αν όχι αλλάξει, πάντως διευρυνθεί, με την οικονομία, την διαχειριστική επάρκεια, την γνώση των παγκόσμιων τάσεων - και όχι μόνο του στενού περίγυρου – σε πρώτο πλάνο.) Περαιτέρω, η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να έχει συνολικό σχέδιο για την χώρα, και αίσθηση προτεραιοτήτων. Να διακρίνεται από σταθερή πορεία πλεύσης προσανατολισμένης προς το δέον γενέσθαι, και όχι από αλαφροΐσκιωτους τακτικισμούς. Η ανόρθωση των θεσμών θα πρέπει να είναι ένα μεγάλο μέλημα, με ουσιαστική τήρηση των κανόνων και των διαδικασιών σε όλα τα επίπεδα.
- Στο οικονομικό πεδίο θα πέσουν όλα τα φώτα της δημοσιότητας. Πέρα από την επαναδρομολόγηση της Συμφωνίας της 26/10/11 και της επώδυνης τήρησής της, θα πρέπει να υπάρξει «έξυπνη ανάπτυξη» με καίριες δράσεις – συγχρηματοδοτούμενες από τον ιδιωτικό τομέα αλλά και με διεκδίκηση ευρωπαϊκών πόρων - για την στήριξη της καινοτόμου ιδιωτικής πρωτοβουλίας και των παραγωγικών υποδομών. Θα πρέπει επίσης να υπάρξει μέριμνα για την στήριξη των Τραπεζών. Σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα θα πρέπει να επιδιωχθεί η αναδιάρθρωση της οικονομίας σε πιο παραγωγική και εξωστρεφή βάση, όπως έχουμε αναλυτικά γράψει. Ειδικότερα η υποστήριξη των εξαγωγών είναι καίρο και επιτακτικό καθήκον.
- Η κοινωνική δικαιοσύνη και η κοινωνική μέριμνα θα πρέπει να βασικές προτεραιότητες για τα πολύ δύσκολα χρόνια που έρχονται, με οποιοδήποτε σενάριο. Δικαιότερος καταμερισμός των θυσιών, καταπολέμηση της φοροδιαφυγής είναι τα γνωστά. Αλλά τώρα προστίθενται και το δύσκολο καθήκον της υποστήριξης του ΕΣΥ ενάντια τόσο σε διαλυτικά φαινόμενα, όσο και στην στενότητα πόρων και στις διευρυμένες ανάγκες. Είναι επίσης γνωστή η κατάσταση στο κέντρο της Αθήνας και των άλλων μεγάλων πόλεων. Η οργάνωση συσσιτίων και ανθρωπιστικής βοήθειας είναι επιτακτική ανάγκη. Ο κ. Κωστής Παπαϊωάννου έγραψε σχετικά στα ΝΕΑ και έδειξε σε βάθος γνώση του προβλήματος. Θα ήταν ένα κατάλληλο πρόσωπο για να αναλάβει υφυπουργός με αρμοδιότητα το θέμα αυτό. Προσθέτουμε ότι ενδεχομένως θα χρειαστεί οργάνωση συσσιτίου και βοήθειας και για έλληνες, ίσως αρκετούς, που θα βρεθούν κάτω από το όριο της φτώχειας.
- Η αναδιάρθρωση του κράτους θα πρέπει να γίνει όχι μόνο για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της σπατάλης, αλλά και για ευρύτερους σκοπούς. Θα πρέπει όμως να γίνει μεθοδευμένα, στοχευμένα, κατόπιν μελέτης, όχι με οριζόντιες δράσεις περικοπών και απολύσεων επί δικαίων και αδίκων.
- Με ρώτησαν εάν μπορεί η ελληνική κοινωνία να κινητοποιηθεί πίσω από ένα σχέδιο δράσης. Απάντησα πως ναι, εάν συντρέχουν όλα τα παραπάνω. Η κυβέρνηση και όλο το πολιτικό προσωπικό πρέπει να ανοίξει, ή συνεχίσει, έναν ειλικρινή διάλογο με την κοινωνία, και να της πει με θάρρος ότι το ξήλωμα του πουλόβερ και τα διαλυτικά φαινόμενα μεγαλώνουν αφάνταστα την δυσκολία. Έχουμε όλοι μας μία ψήφο εκτός από την πολιτική, που μπορούμε είτε να την ρίξουμε προς την κατεύθυνση της ανασυγκρότησης, είτε (με απεργίες, καταλήψεις, δεν πληρώνω, κλπ.,) στην κατεύθυνση της διάλυσης. Την διάλυση θα την πληρώσουμε όμως πολύ ακριβά όλοι. Θα πρέπει να απευθυνθεί με ειλικρίνεια και θάρρος στους νέους, λέγοντάς τους ότι η γενιά των πατεράδων τους τους πρόδωσε, καθώς η κρίση είναι θηλιά κυρίως στον δικό τους λαιμό. Θα πρέπει επίσης να τους πει ότι η ίδια γενιά, οι πατεράδες και δάσκαλοί τους, τους προδίδει διπλά, μην αφήνοντάς τους να βγάλουν νηφάλια κρίση, πουλώντας τους τυφλό θυμό και απελπισία, και την προσδοκία εύκολων λύσεων. Η επίλυση του προβλήματος του χρέους και η αναδιάρθρωση της οικονομίας είναι κυρίως προς το δικό τους όφελος, αλλά δεν μπορεί να γίνει χωρίς κόστος. Αλλά ναι: Η ελληνική κοινωνία μπορεί να κινητοποιηθεί, ειδικά σε συνθήκες κρίσης. Οι έλληνες είμαστε στην καλύτερή μας στιγμή όταν πλέον δεν υπάρχει ελπίδα!
- Τέλος (τι τέλος δηλαδή, μόνο η αρχή είναι αυτά!...) θα πρέπει να επιδιωχθεί σε σχέση με τους εταίρους να ειπωθεί ότι χρειάζεται ένας ευρωπαϊκός, και παγκόσμιος, κεϋνσιανισμός προκειμένου να στηριχθεί η ανάπτυξη, και η παγκόσμια αλλά και των προβληματικών και ελλειμματικών χωρών. Οι τελευταίες δεν έχουν τον τρόπο να κάνουν τέτοια επεκτατική πολιτική, αλλά και εάν είχαν, αυτή θα επέτεινε τα διαρθρωτικά τους προβλήματα, π.χ. εξωτερικό έλλειμμα. Αυτό πρέπει να το κάνουν οι πλεονασματικές χώρες σε συντονισμό και μεταξύ τους αλλά και με τις Κεντρικές τους Τράπεζες που πρέπει να παίξουν πιο ενεργό ρόλο «δανειστή έσχατης ανάγκης». (Υπολογίζεται πως το μισό από το 300% χρέος της Βρετανίας το 1945 μειώθηκε σε πραγματικούς όρους μέσω του πληθωρισμού που δημιουργήθηκε όταν η Τράπεζα της Αγγλίας αγόραζε κρατικά ομόλογα και τα μετέτρεπε σε χρήμα. Κάτι τέτοια είναι και τώρα ίσως αναπόφευκτο. Η χώρα που ωφελήθηκε περισσότερο από την αγορά της ευρωζώνης, η Γερμανία - και μπράβο της, ίσως το βρει λιγότερο δαπανηρό να στηρίξει την ευρωπαϊκή οικονομία μέσω επεκτατικής πολιτικής από το να ξελασπώνει κάθε τόσο προβληματικούς εταίρους.)
Ζοζέ Σαραμάγκου, Κάιν, μτφ. Αθηνά Ψυλλιά, εκδόσεις Καστανιώτη 2010, σ. 13.
«... Για να κερδίσουν νομιμοποίηση, αυτό που οι νέες δημοκρατίες χρειάζονται πάνω απ’ όλα είναι αποτελεσματικότητα κυρίως στην οικονομία αλλά και στην πολιτική σφαίρα. Εάν μπορέσουν να κινητοποιηθούν προς αναπτυξιακή κατεύθυνση, μπορούν να κρατήσουν το πολιτικό σύστημα εν τάξει. Το αντίθετο επίσης ισχύει: Κυβερνήσεις που αψηφούν τους οικονομικούς νόμους θα αποτύχουν αναπτυξιακά και δεν θα εγκαθιδρύσουν γνήσια δημοκρατικά συστήματα.»
Seymour Martin Lipset: Οι κοινωνικές προϋποθέσεις της Δημοκρατίας υπό επαναξέταση: Προεδρική διάλεξη 1993. American Sociological Review, Vol. 59, No. 1 (Feb., 1994), σ. 1
Θυμάστε τα Λατινικά του σχολείου; Ποιός θα το φανταζόταν ότι η απλή αυτή φρασούλα – που πηγαίνετε (αγρότες); -- θα αναδεικνυόταν σε υπαρξιακής σημασίας ερώτημα για την Ελλάδα. Μετά την ζημιογόνα περιπέτεια του δημοψηφίσματος, υπάρχει σαφής κίνδυνος οι ευρωπαίοι εταίροι να χάσουν την υπομονή τους μαζί μας, διώχνοντάς μας (ουσιαστικά) από το ευρώ. Μπορεί οι εξελίξεις να μας ξεπεράσουν κι αλλιώς, εάν π.χ. η κρίση εστιαστεί στην Ιταλία, κρούοντας πλέον τον κώδωνα του κινδύνου ολικά για το ευρώ. Μετά την οικονομική κρίση, μήπως μπαίνουμε τώρα και σε πολιτικού τύπου αστάθεια; Γιατί τί άλλο θα σημάνει ουσιαστικά μία υπηρεσιακή κυβέρνηση από μία παρατεταμένη προεκλογική περίοδο; Τί νομιμοποίηση θα έχει σε αυτή την φάση μία κυβέρνηση με επικεφαλής τεχνοκράτη; - όταν ναι μεν απαιτείται διάλογος με εταίρους και πιστωτές μα πάνω απ’ όλα με την ίδια την ελληνική κοινωνία; Τί στήριξη θα έχει μία τέτοια κυβέρνηση από την ΝΔ που βιάζεται «να έμβει εις τα σαλόνια» (κατά την έκφραση του νεαρού Ιω. Μεταξά); Και τελικά πώς τα κατάφερε το κόμμα της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, το ΠΑΣΟΚ, να συζητά (ή μήπως παρακαλά;) να συμμετάσχει σε κυβέρνηση συνασπισμού που δεν θα προεδρεύεται από το ίδιο; Μα πώς αλλιώς βέβαια παρά με την παρωδία της ψήφου εμπιστοσύνης σε έναν πρωθυπουργό ο οποίος επρόκειτο να καταθέσει την εντολή την επόμενη μέρα, ξαναγράφοντας το Σύνταγμα! Η κορυφαία στιγμή του κοινοβουλευτισμού έγινε έτσι μία διαδικασία χωρίς νόημα, και η Βουλή που έχει γίνει στόχος τέτοιων επιθέσεων απ’ έξω, τώρα αυτοϋπονομεύτηκε.
Τέλος πάντων, ας ευχηθούμε το καλύτερο. Η καινούρια Κυβέρνηση, όπως και οι επόμενες, έχουν τιτάνιο καθήκον να επιτελέσουν. (Το ίδιο λέγαμε και για την μέλλουσα κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ το καλοκαίρι του 2009, όμως τώρα η λέξη «τιτάνιο» είναι πολύ λίγη – τουλάχιστον οι επόμενοι δεν θα μπορούν να πουν ότι δεν ήταν προϊδεασμένοι.) Σε λίγες ώρες θα ξέρουμε περισσότερα. Μαζί με τις ευχές μας, η επόμενη κυβέρνηση θα μπορούσε ίσως να προσέξει και τα εξής:
- Να διαβεβαιώσει κατηγορηματικά εταίρους και αγορές για τον πάγιο ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας και την πίστη της στο ευρώ. Αλλά να πείσει και την κοινωνία: Τυχόν έξοδος από το ευρώ θα φέρει μαζί της και δραστική υποτίμηση και μαζική απόσυρση καταθέσεων, προκαλώντας την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος. Από κει και πέρα, έχουμε πείνα, κοινωνική αγριότητα και οικονομική αστάθεια για πολύ καιρό (και ό,τι άλλο αυτά συνεπάγονται). Τμήμα της κοινωνίας, μέσα στην απελπισία της, φαντάζεται εύκολες λύσεις μέσω δραχμής. Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις για την Ελλάδα σε αυτήν την φάση. Το σταθερό ευρώ, με την στήριξη των εταίρων, είναι κατά πάσα πιθανότητα το καλύτερο περιβάλλον για την ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας. Σε αυτο το πλαίσο, θα πρέπει να επαναδρομολογήσει άμεσα την Συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου και τον «οδικό χάρτη» (κατά την έκφραση Βενιζέλου) που αυτή συνεπάγεται.
- Η Κυβέρνηση θα πρέπει στις κορυφές της να διαθέτει πρωτίστως πολιτική βαρύτητα (για να πείσει την κοινωνία), σε όλο της δε το ύψος να διαθέτει διευθυντική, διαχειριστική, τεχνοκρατική ικανότητα και επάρκεια. (Εδώ ας επιτραπεί μία παρέκβαση. Άκουσα κάποιες, λίγες, ομιλίες βουλευτών πριν την ψήφο εμπιστοσύνης. Μπορώ να πω ότι συγκινήθηκα, οι ομιλητές/τριες διακρίνονταν από αγνό πατριωτισμό, μιλούσαν ωραία, διέπονταν από πίστη στα ιδανικά της εθνικής ανεξαρτησίας, δημοκρατίας, λαϊκής κυριαρχίας. Κάποιος μίλησε με περηφάνεια για το χωριό του – την χαιρετίζουμε – όμως κανείς δεν έδειξε μεγάλη κατανόηση για το παγκόσμιο χωριό. Τι νόημα έχει η λαϊκή κυριαρχία σήμερα, την εποχή της παγκοσμιοποίησης, των αγορών, της μετανάστευσης; Είναι κοινό μυστικό στους αναλυτές ότι η δύναμη του εθνικού κράτους έχει σημαντικά μειωθεί – και η ευρωπαϊκή ενοποίηση είναι εν μέρει αντίδραση σ’ αυτό, προκειμένου να διατηρηθεί κρατική ισχύς σ’ ένα ανώτερο επίπεδο. Περαιτέρω, τι νόημα έχει η λαϊκή κυριαρχία όταν έχεις χρεοκοπήσει; Έχεις τόση λαϊκή κυριαρχία όση και η οικονομική (και δημογραφική) ευρωστία σου, που μπορεί να την υποστηρίξει. Οι ομιλητές τόνισαν την ύπαρξη «συμφερόντων» - πολύ θολά προσδιορισμένων. Εντάξει, συμφέροντα υπάρχουν, πάντα υπήρχαν, το ερώτημα είναι εμείς τι κάνουμε. Το συμπέρασμα είναι ότι το πολιτικό προσωπικό έχει μείνει στην «ατζέντα του ‘74» και δεν έχει αντιληφθεί ότι σχεδόν 40 χρόνια μετά, αυτή η ατζέντα έχει, αν όχι αλλάξει, πάντως διευρυνθεί, με την οικονομία, την διαχειριστική επάρκεια, την γνώση των παγκόσμιων τάσεων - και όχι μόνο του στενού περίγυρου – σε πρώτο πλάνο.) Περαιτέρω, η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να έχει συνολικό σχέδιο για την χώρα, και αίσθηση προτεραιοτήτων. Να διακρίνεται από σταθερή πορεία πλεύσης προσανατολισμένης προς το δέον γενέσθαι, και όχι από αλαφροΐσκιωτους τακτικισμούς. Η ανόρθωση των θεσμών θα πρέπει να είναι ένα μεγάλο μέλημα, με ουσιαστική τήρηση των κανόνων και των διαδικασιών σε όλα τα επίπεδα.
- Στο οικονομικό πεδίο θα πέσουν όλα τα φώτα της δημοσιότητας. Πέρα από την επαναδρομολόγηση της Συμφωνίας της 26/10/11 και της επώδυνης τήρησής της, θα πρέπει να υπάρξει «έξυπνη ανάπτυξη» με καίριες δράσεις – συγχρηματοδοτούμενες από τον ιδιωτικό τομέα αλλά και με διεκδίκηση ευρωπαϊκών πόρων - για την στήριξη της καινοτόμου ιδιωτικής πρωτοβουλίας και των παραγωγικών υποδομών. Θα πρέπει επίσης να υπάρξει μέριμνα για την στήριξη των Τραπεζών. Σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα θα πρέπει να επιδιωχθεί η αναδιάρθρωση της οικονομίας σε πιο παραγωγική και εξωστρεφή βάση, όπως έχουμε αναλυτικά γράψει. Ειδικότερα η υποστήριξη των εξαγωγών είναι καίρο και επιτακτικό καθήκον.
- Η κοινωνική δικαιοσύνη και η κοινωνική μέριμνα θα πρέπει να βασικές προτεραιότητες για τα πολύ δύσκολα χρόνια που έρχονται, με οποιοδήποτε σενάριο. Δικαιότερος καταμερισμός των θυσιών, καταπολέμηση της φοροδιαφυγής είναι τα γνωστά. Αλλά τώρα προστίθενται και το δύσκολο καθήκον της υποστήριξης του ΕΣΥ ενάντια τόσο σε διαλυτικά φαινόμενα, όσο και στην στενότητα πόρων και στις διευρυμένες ανάγκες. Είναι επίσης γνωστή η κατάσταση στο κέντρο της Αθήνας και των άλλων μεγάλων πόλεων. Η οργάνωση συσσιτίων και ανθρωπιστικής βοήθειας είναι επιτακτική ανάγκη. Ο κ. Κωστής Παπαϊωάννου έγραψε σχετικά στα ΝΕΑ και έδειξε σε βάθος γνώση του προβλήματος. Θα ήταν ένα κατάλληλο πρόσωπο για να αναλάβει υφυπουργός με αρμοδιότητα το θέμα αυτό. Προσθέτουμε ότι ενδεχομένως θα χρειαστεί οργάνωση συσσιτίου και βοήθειας και για έλληνες, ίσως αρκετούς, που θα βρεθούν κάτω από το όριο της φτώχειας.
- Η αναδιάρθρωση του κράτους θα πρέπει να γίνει όχι μόνο για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της σπατάλης, αλλά και για ευρύτερους σκοπούς. Θα πρέπει όμως να γίνει μεθοδευμένα, στοχευμένα, κατόπιν μελέτης, όχι με οριζόντιες δράσεις περικοπών και απολύσεων επί δικαίων και αδίκων.
- Με ρώτησαν εάν μπορεί η ελληνική κοινωνία να κινητοποιηθεί πίσω από ένα σχέδιο δράσης. Απάντησα πως ναι, εάν συντρέχουν όλα τα παραπάνω. Η κυβέρνηση και όλο το πολιτικό προσωπικό πρέπει να ανοίξει, ή συνεχίσει, έναν ειλικρινή διάλογο με την κοινωνία, και να της πει με θάρρος ότι το ξήλωμα του πουλόβερ και τα διαλυτικά φαινόμενα μεγαλώνουν αφάνταστα την δυσκολία. Έχουμε όλοι μας μία ψήφο εκτός από την πολιτική, που μπορούμε είτε να την ρίξουμε προς την κατεύθυνση της ανασυγκρότησης, είτε (με απεργίες, καταλήψεις, δεν πληρώνω, κλπ.,) στην κατεύθυνση της διάλυσης. Την διάλυση θα την πληρώσουμε όμως πολύ ακριβά όλοι. Θα πρέπει να απευθυνθεί με ειλικρίνεια και θάρρος στους νέους, λέγοντάς τους ότι η γενιά των πατεράδων τους τους πρόδωσε, καθώς η κρίση είναι θηλιά κυρίως στον δικό τους λαιμό. Θα πρέπει επίσης να τους πει ότι η ίδια γενιά, οι πατεράδες και δάσκαλοί τους, τους προδίδει διπλά, μην αφήνοντάς τους να βγάλουν νηφάλια κρίση, πουλώντας τους τυφλό θυμό και απελπισία, και την προσδοκία εύκολων λύσεων. Η επίλυση του προβλήματος του χρέους και η αναδιάρθρωση της οικονομίας είναι κυρίως προς το δικό τους όφελος, αλλά δεν μπορεί να γίνει χωρίς κόστος. Αλλά ναι: Η ελληνική κοινωνία μπορεί να κινητοποιηθεί, ειδικά σε συνθήκες κρίσης. Οι έλληνες είμαστε στην καλύτερή μας στιγμή όταν πλέον δεν υπάρχει ελπίδα!
- Τέλος (τι τέλος δηλαδή, μόνο η αρχή είναι αυτά!...) θα πρέπει να επιδιωχθεί σε σχέση με τους εταίρους να ειπωθεί ότι χρειάζεται ένας ευρωπαϊκός, και παγκόσμιος, κεϋνσιανισμός προκειμένου να στηριχθεί η ανάπτυξη, και η παγκόσμια αλλά και των προβληματικών και ελλειμματικών χωρών. Οι τελευταίες δεν έχουν τον τρόπο να κάνουν τέτοια επεκτατική πολιτική, αλλά και εάν είχαν, αυτή θα επέτεινε τα διαρθρωτικά τους προβλήματα, π.χ. εξωτερικό έλλειμμα. Αυτό πρέπει να το κάνουν οι πλεονασματικές χώρες σε συντονισμό και μεταξύ τους αλλά και με τις Κεντρικές τους Τράπεζες που πρέπει να παίξουν πιο ενεργό ρόλο «δανειστή έσχατης ανάγκης». (Υπολογίζεται πως το μισό από το 300% χρέος της Βρετανίας το 1945 μειώθηκε σε πραγματικούς όρους μέσω του πληθωρισμού που δημιουργήθηκε όταν η Τράπεζα της Αγγλίας αγόραζε κρατικά ομόλογα και τα μετέτρεπε σε χρήμα. Κάτι τέτοια είναι και τώρα ίσως αναπόφευκτο. Η χώρα που ωφελήθηκε περισσότερο από την αγορά της ευρωζώνης, η Γερμανία - και μπράβο της, ίσως το βρει λιγότερο δαπανηρό να στηρίξει την ευρωπαϊκή οικονομία μέσω επεκτατικής πολιτικής από το να ξελασπώνει κάθε τόσο προβληματικούς εταίρους.)
Wednesday, 18 May 2011
Ανάπτυξη, ανάπτυξη...
Ο Ιταλός καθηγητής οικονομικών, φίλος δικός μου και της Ελλάδας, μοιάζει με σύγχρονο Οδυσσέα. Πολυμαθής, ζώντας ανάμεσα σε τρεις χώρες, γνωρίζει σε βάθος ανθρώπων άστεα και νόον. Πάντα τον διακατέχει η απορία πώς, ενώ οι έλληνες διαπρέπουν διεθνώς (π.χ. στα οικονομικά θεωρεί πως οι έλληνες έχουν τον μεγαλύτερο αριθμό διαπρεπών επιστημόνων αναλογικά με το μέγεθος του λαού), η οικονομία της χώρας βαδίζει απ’ το κακό στο χειρότερο. Το ίδιο με ρωτάει ένας άλλος φίλος και συνάδελφος Βρετανός. Η απορία δηλαδή πρέπει να είναι γενική: πώς μία χώρα με τόσο ανθρώπινο κεφάλαιο να βρίσκεται τώρα σε τόσο επαίσχυντη και οδυνηρή θέση. Η άποψη που έχω αναπτύξει επανειλλημένα είναι ότι το σύνολο βασίζεται σε μία ισορροπία κατά Νας. Χωρίς να (ξανα)μπούμε σε λεπτομέρειες, η λογική αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα πως το σύνολο δεν ισούται με το άθροισμα των μερών. Με ένα δεδομένο άθροισμα μερών, το σύνολο μπορεί να είναι ψηλό (ωθώντας τις μονάδες προς τα πάνω, εάν π.χ. πρυτανεύει η συνεργασία, η οργάνωση, κλπ.) ή χαμηλό, εάν π.χ. επικρατεί η λογική της μετριότητας και οι ικανοί τίθενται στο περιθώριο, ή εάν οι μονάδες παίζουν παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, ενδιαφερόμενες μόνο για το μοίρασμα της πίτας (συχνά με αμφίβολης ποιότητας πρακτικές) και όχι για το πώς αυτή θα αυξηθεί.
Δικαιολογημένα η χώρα αγωνιά για το τι θα γίνει με το χρέος και την αναδιάρθρωση. Όμως, τα βασικά στοιχεία είναι δεδομένα. Έχουμε ένα χρέος της τάξης του 150% του ΑΕΠ κα πλέον (το τελικό νούμερο εξαρτάται από το τι σκελετούς κρύβουν τα ντουλάπια των ΟΤΑ, ΔΕΚΟ, νοσοκομείων, ταμείων, κλπ). Το χρέος αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό (80-90% κατά κάποιες εκτιμήσεις) σε ξένα χέρια. Αυτό σημαίνει ότι τα επόμενα αρκετά χρόνια, ένα μεγάλο (μεγαλύτερο) μέρος του παραγόμενου προϊόντος θα κατευθύνεται προς τα έξω ως τοκοχρεωλύσια. Δηλαδή, πιο απλά, ένα μεγάλο κομμάτι του καρπού των προσπαθειών μας θα κατευθύνεται προς τα έξω, αφήνοντας λιγότερο στον ελληνικό λαό. Αυτό θα γίνει για αρκετά χρόνια, όποια και αν είναι η έκβαση των συζητήσεων για το χρέος. Οι συζητήσεις για το χρέος (που κατά πόσον είναι διαπραγματεύσεις και κατά πόσο ντιρεκτίβες;) βέβαια θα κρίνουν το ποσό και την διάρκεια των τοκοχρεωλυσίων. Αλλά και με το οποιοδήποτε «κούρεμα» (πόσο πιθανό άραγε;), είναι δύσκολο να σκεφτούμε ότι δεν θα πληρώνουμε αδρά για τα επόμενα χρόνια. Άρα, έρχονται ισχνές αγελάδες. Βέβαια, από τις συζητήσεις και διαπραγματεύσεις θα εξαρτηθούν σημαντικές λεπτομέρειες. Όμως το συμπέρασμα παραμένει ότι ο οικονομικός έλεγχος από εδώ και μπρος θα είναι επαχθής, και ότι σ’ εμάς επαφίεται πλέον να βάλουμε την χώρα σε τέτοια πορεία ώστε τα χαμένα να ανακτηθούν σε 10 ή 15 χρόνια (ο ορίζοντας πολύ σχηματικός ) και όχι σε, ας πούμε, σε 30 – αυτό κυρίως «παίζεται» τώρα πια.
Ένα δεύτερο δεδομένο, που διαφεύγει δυστυχώς της προσοχής, είναι ότι είμαστε όλοι εδώ. Θυμάμαι την στωϊκή και αξιοπρεπή απάντηση ενός Βρετανού προ ετών που ρωτήθηκε πώς αισθάνεται που καταστράφηκε το σπίτι του από πλημμύρες: μεγάλη λύπη βέβαια, αλλά το βασικό είναι ότι είμαστε όλοι εδώ, δεν είχαμε απώλειες, και θα τα ξαναφτιάξουμε. Υπάρχει κάτι θλιβερό όταν κανείς βλέπει μία, τελικά πλούσια, χώρα να βυθίζεται σε τέτοια ηττοπάθεια, εσωστρέφεια και κατάθλιψη επειδή ναι μεν η ευμάρεια θα μειωθεί κατά κάποιο, όχι αμελητέο, ποσοστό, όμως τα μεγάλα μεταπολεμικά και μεταπολιτευτικά κεκτημένα (βασική ευημερία, κοινωνική και πολιτιστική πρόοδος, δημοκρατία, πολιτισμός...) δεν αμφισβητούνται. Θ’ αμφισβητηθούν μόνο από το «ξήλωμα του πουλόβερ», κατά την επιτυχημένη έκφραση του Παντελή Καψή, στο οποίο οδηγεί η πολιτική ανυπακοή. Αναρωτιέσαι πώς οι θεωρητικοί του «αντισταθείτε» και οι γενιές που μεγάλωσαν με τα ιδανικά του ΕΑΜ και του 1-1-4, και ο Μίκης βεβαίως (περαστικά του), δεν το βλέπουν αυτό. Αναρωτιέσαι πώς πολλοί ξεχνάνε ότι ένας λαός δεν λυγίζει όταν χρειαστεί να περάσει με λιγότερα, αλλά όταν σπάσει το ηθικό του. Κι άλλα πράγματα είναι αποκαρδιωτικά. Τις προάλλες διάβασα ένα άρθρο στον βρετανικό Guardian κάποιας κας ή διδας Χαράς Κούκη. Έγραφε για τις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι νέες γενιές που δοκιμάζονται περισσότερο απ’ όλους από την κρίση, και κατέληγε και με κάποιο υπονοούμενο (αν κατάλαβα και θυμάμαι καλά) για γενικευμένη ανάφλεξη στην οποία υποτίθεται ότι τα όνειρα θα λάβουν εκδίκηση. Δεν αμφιβάλλω για την ειλικρίνεια όσων γράφτηκαν, και θεωρώ ότι το άρθρο είναι χρήσιμο «προς τα έξω», για να δείξει σε τι δοκιμασία έχει μπει ο ελληνικός λαός. Όμως, σαν συμβολή στον εσωτερικό διάλογο, το άρθρο εγείρει προβληματισμούς. Θα ήθελα να κάνω μία ερώτηση και μία παρατήρηση. Τι πρόβλημα έχει η νέα γενιά με τον εξορθολογισμό των δημοσίων οικονομικών; Δεν καταλαβαίνουν ότι το χρέος είναι θηλιά κυρίως στον δικό τους λαιμό; Η παρατήρηση είναι ότι εάν ρωτούσες δέκα εκατομμύρια έλληνες, θα έπαιρνες ακριβώς την ίδια απάντηση: Εγώ δεν φταίω σε τίποτα – πληρώνω όμως τα σπασμένα – επομένως μην μου ζητάς να κάνω τίποτα ή να αλλάξω σε τίποτα. Αυτή η πλήρης έλλειψη αυτοκριτικής από τον οποιοδήποτε, η λογική του ο σώζων εαυτόν σωθήτω, η έλλειψη συλλογικότητας και κοινωνικής αλληλεγγύης, η έλλειψη πάνω απ’ όλα της λέξης «εμείς» από το πολιτικό λεξιλόγιο, είναι αποκαρδιωτικές. Δεν μπορείς να μην το αντιπαραβάλεις με τις εικόνες από την Ιαπωνία, όπου οι Ιάπωνες στέκονται επάνω σε μία έρημο από μπάζα, μπορεί να έχουν χάσει οικογένειες, να μην μπορούν ούτε καν να εντοπίσουν πού ήταν η γειτονιά τους, όμως αποπνέουν στωϊκότητα και αποφασιστικότητα. Αυτά μπορεί να φαντάζουν ως ψιλά γράμματα τώρα, όμως η κρίση μας επιβάλλει να τα αλλάξουμε όλα και ιδίως τον μέχρι τώρα τρόπο σκέψης.
Όχι μόνο είμαστε όλοι εδώ, αλλά και τίποτα δεν έχει χαθεί από το φυσικό ή το ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας. Και καλά θα κάνουμε να θυμόμαστε που και που τις χώρες στις οποίες έχουν υπάρξει καταστροφές, είτε λέγονται Ιαπωνία, έιτε Λιβύη, είτε τόσες άλλες. Τις θυμόμαστε βέβαια έμπρακτα όταν χρειάζεται, εννοώ όμως να θυμόμαστε μέσα στην κρίση πως έχουμε όλες τις δυνάμεις για να ορθοποδήσουμε και να ανακτήσουμε εν καιρώ τις απώλειες.
Γι αγάπη, αγάπη εκλιπαρεί ο Γιάννης Πάριος. Εμείς όμως, εκτός βέβαια από την αγάπη, έχουμε να σκεφτούμε και την ανάπτυξη. Η ανάπτυξη είναι κρίσιμη για όλα τα χρονικά επίπεδα, για να απαλύνει τις επιπτώσεις της λιτότητας τώρα, για να διευκολύνει τα δημόσια οικονομικά μεσοπρόθεσμα, για να υποστηρίξει ένα καλύτερο επίπεδο ζωής μακροπρόθεσμα. Κι εδώ, τα λόγια του φίλου ιταλού καθηγητή έχουν σημασία. Μπορεί στην ελληνική μας ισορροπία κατά Νας να έχει επικρατήσει η διαφθορά, η μετριότητα, η αρπαχτή, η σύγκρουση, η κοντόφθαλμη οπτική κλπ, κλπ, όμως υπάρχει άφθονο ανθρώπινο κεφάλαιο που, υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις μπορεί να οδηγήσει στην ανασυγκρότηση και την ανάκαμψη. Υπάρχουν απ’ άκρου εις άκρο της χώρας φωτισμένοι, δυναμικοί και καινοτόμοι επιχειρηματίες, επαγγελματίες, αγρότες, που ήδη προκόβουν (ο Α. Καρακούσης έγραψε σχετικά στο ΒΗΜΑ). Πρέπει να αναδειχθούν ώστε να αποτελέσουν πρότυπα προς μίμηση, να ενθαρρυνθούν, να υποστηριχτούν έμπρακτα, ώστε να αποτελέσουν την μαγιά για ένα νέο παραγωγικό ξεκίνημα της χώρας. Σε επόμενο σημείωμα θα καταθέσω κάποιες σχετικές προτάσεις.
Δικαιολογημένα η χώρα αγωνιά για το τι θα γίνει με το χρέος και την αναδιάρθρωση. Όμως, τα βασικά στοιχεία είναι δεδομένα. Έχουμε ένα χρέος της τάξης του 150% του ΑΕΠ κα πλέον (το τελικό νούμερο εξαρτάται από το τι σκελετούς κρύβουν τα ντουλάπια των ΟΤΑ, ΔΕΚΟ, νοσοκομείων, ταμείων, κλπ). Το χρέος αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό (80-90% κατά κάποιες εκτιμήσεις) σε ξένα χέρια. Αυτό σημαίνει ότι τα επόμενα αρκετά χρόνια, ένα μεγάλο (μεγαλύτερο) μέρος του παραγόμενου προϊόντος θα κατευθύνεται προς τα έξω ως τοκοχρεωλύσια. Δηλαδή, πιο απλά, ένα μεγάλο κομμάτι του καρπού των προσπαθειών μας θα κατευθύνεται προς τα έξω, αφήνοντας λιγότερο στον ελληνικό λαό. Αυτό θα γίνει για αρκετά χρόνια, όποια και αν είναι η έκβαση των συζητήσεων για το χρέος. Οι συζητήσεις για το χρέος (που κατά πόσον είναι διαπραγματεύσεις και κατά πόσο ντιρεκτίβες;) βέβαια θα κρίνουν το ποσό και την διάρκεια των τοκοχρεωλυσίων. Αλλά και με το οποιοδήποτε «κούρεμα» (πόσο πιθανό άραγε;), είναι δύσκολο να σκεφτούμε ότι δεν θα πληρώνουμε αδρά για τα επόμενα χρόνια. Άρα, έρχονται ισχνές αγελάδες. Βέβαια, από τις συζητήσεις και διαπραγματεύσεις θα εξαρτηθούν σημαντικές λεπτομέρειες. Όμως το συμπέρασμα παραμένει ότι ο οικονομικός έλεγχος από εδώ και μπρος θα είναι επαχθής, και ότι σ’ εμάς επαφίεται πλέον να βάλουμε την χώρα σε τέτοια πορεία ώστε τα χαμένα να ανακτηθούν σε 10 ή 15 χρόνια (ο ορίζοντας πολύ σχηματικός ) και όχι σε, ας πούμε, σε 30 – αυτό κυρίως «παίζεται» τώρα πια.
Ένα δεύτερο δεδομένο, που διαφεύγει δυστυχώς της προσοχής, είναι ότι είμαστε όλοι εδώ. Θυμάμαι την στωϊκή και αξιοπρεπή απάντηση ενός Βρετανού προ ετών που ρωτήθηκε πώς αισθάνεται που καταστράφηκε το σπίτι του από πλημμύρες: μεγάλη λύπη βέβαια, αλλά το βασικό είναι ότι είμαστε όλοι εδώ, δεν είχαμε απώλειες, και θα τα ξαναφτιάξουμε. Υπάρχει κάτι θλιβερό όταν κανείς βλέπει μία, τελικά πλούσια, χώρα να βυθίζεται σε τέτοια ηττοπάθεια, εσωστρέφεια και κατάθλιψη επειδή ναι μεν η ευμάρεια θα μειωθεί κατά κάποιο, όχι αμελητέο, ποσοστό, όμως τα μεγάλα μεταπολεμικά και μεταπολιτευτικά κεκτημένα (βασική ευημερία, κοινωνική και πολιτιστική πρόοδος, δημοκρατία, πολιτισμός...) δεν αμφισβητούνται. Θ’ αμφισβητηθούν μόνο από το «ξήλωμα του πουλόβερ», κατά την επιτυχημένη έκφραση του Παντελή Καψή, στο οποίο οδηγεί η πολιτική ανυπακοή. Αναρωτιέσαι πώς οι θεωρητικοί του «αντισταθείτε» και οι γενιές που μεγάλωσαν με τα ιδανικά του ΕΑΜ και του 1-1-4, και ο Μίκης βεβαίως (περαστικά του), δεν το βλέπουν αυτό. Αναρωτιέσαι πώς πολλοί ξεχνάνε ότι ένας λαός δεν λυγίζει όταν χρειαστεί να περάσει με λιγότερα, αλλά όταν σπάσει το ηθικό του. Κι άλλα πράγματα είναι αποκαρδιωτικά. Τις προάλλες διάβασα ένα άρθρο στον βρετανικό Guardian κάποιας κας ή διδας Χαράς Κούκη. Έγραφε για τις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι νέες γενιές που δοκιμάζονται περισσότερο απ’ όλους από την κρίση, και κατέληγε και με κάποιο υπονοούμενο (αν κατάλαβα και θυμάμαι καλά) για γενικευμένη ανάφλεξη στην οποία υποτίθεται ότι τα όνειρα θα λάβουν εκδίκηση. Δεν αμφιβάλλω για την ειλικρίνεια όσων γράφτηκαν, και θεωρώ ότι το άρθρο είναι χρήσιμο «προς τα έξω», για να δείξει σε τι δοκιμασία έχει μπει ο ελληνικός λαός. Όμως, σαν συμβολή στον εσωτερικό διάλογο, το άρθρο εγείρει προβληματισμούς. Θα ήθελα να κάνω μία ερώτηση και μία παρατήρηση. Τι πρόβλημα έχει η νέα γενιά με τον εξορθολογισμό των δημοσίων οικονομικών; Δεν καταλαβαίνουν ότι το χρέος είναι θηλιά κυρίως στον δικό τους λαιμό; Η παρατήρηση είναι ότι εάν ρωτούσες δέκα εκατομμύρια έλληνες, θα έπαιρνες ακριβώς την ίδια απάντηση: Εγώ δεν φταίω σε τίποτα – πληρώνω όμως τα σπασμένα – επομένως μην μου ζητάς να κάνω τίποτα ή να αλλάξω σε τίποτα. Αυτή η πλήρης έλλειψη αυτοκριτικής από τον οποιοδήποτε, η λογική του ο σώζων εαυτόν σωθήτω, η έλλειψη συλλογικότητας και κοινωνικής αλληλεγγύης, η έλλειψη πάνω απ’ όλα της λέξης «εμείς» από το πολιτικό λεξιλόγιο, είναι αποκαρδιωτικές. Δεν μπορείς να μην το αντιπαραβάλεις με τις εικόνες από την Ιαπωνία, όπου οι Ιάπωνες στέκονται επάνω σε μία έρημο από μπάζα, μπορεί να έχουν χάσει οικογένειες, να μην μπορούν ούτε καν να εντοπίσουν πού ήταν η γειτονιά τους, όμως αποπνέουν στωϊκότητα και αποφασιστικότητα. Αυτά μπορεί να φαντάζουν ως ψιλά γράμματα τώρα, όμως η κρίση μας επιβάλλει να τα αλλάξουμε όλα και ιδίως τον μέχρι τώρα τρόπο σκέψης.
Όχι μόνο είμαστε όλοι εδώ, αλλά και τίποτα δεν έχει χαθεί από το φυσικό ή το ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας. Και καλά θα κάνουμε να θυμόμαστε που και που τις χώρες στις οποίες έχουν υπάρξει καταστροφές, είτε λέγονται Ιαπωνία, έιτε Λιβύη, είτε τόσες άλλες. Τις θυμόμαστε βέβαια έμπρακτα όταν χρειάζεται, εννοώ όμως να θυμόμαστε μέσα στην κρίση πως έχουμε όλες τις δυνάμεις για να ορθοποδήσουμε και να ανακτήσουμε εν καιρώ τις απώλειες.
Γι αγάπη, αγάπη εκλιπαρεί ο Γιάννης Πάριος. Εμείς όμως, εκτός βέβαια από την αγάπη, έχουμε να σκεφτούμε και την ανάπτυξη. Η ανάπτυξη είναι κρίσιμη για όλα τα χρονικά επίπεδα, για να απαλύνει τις επιπτώσεις της λιτότητας τώρα, για να διευκολύνει τα δημόσια οικονομικά μεσοπρόθεσμα, για να υποστηρίξει ένα καλύτερο επίπεδο ζωής μακροπρόθεσμα. Κι εδώ, τα λόγια του φίλου ιταλού καθηγητή έχουν σημασία. Μπορεί στην ελληνική μας ισορροπία κατά Νας να έχει επικρατήσει η διαφθορά, η μετριότητα, η αρπαχτή, η σύγκρουση, η κοντόφθαλμη οπτική κλπ, κλπ, όμως υπάρχει άφθονο ανθρώπινο κεφάλαιο που, υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις μπορεί να οδηγήσει στην ανασυγκρότηση και την ανάκαμψη. Υπάρχουν απ’ άκρου εις άκρο της χώρας φωτισμένοι, δυναμικοί και καινοτόμοι επιχειρηματίες, επαγγελματίες, αγρότες, που ήδη προκόβουν (ο Α. Καρακούσης έγραψε σχετικά στο ΒΗΜΑ). Πρέπει να αναδειχθούν ώστε να αποτελέσουν πρότυπα προς μίμηση, να ενθαρρυνθούν, να υποστηριχτούν έμπρακτα, ώστε να αποτελέσουν την μαγιά για ένα νέο παραγωγικό ξεκίνημα της χώρας. Σε επόμενο σημείωμα θα καταθέσω κάποιες σχετικές προτάσεις.
Sunday, 13 February 2011
Ξαναχτίζοντας την οικονομία
...γιατί τελικά αγωγιάτες είμαστε και στο δρόμο βαδίζουμε. Όλοι, και οι σοφοί και οι αδαείς.
Ζοζέ Σαραμάγκου, Κάιν, μτφ. Αθηνά Ψυλλιά, εκδόσεις Καστανιώτη 2010, σ. 43.
-Ποιός τρίτος δρόμος; Δεν έχει τρίτο δρόμο! Δεν έχει ακόμα ανοίξει να γίνει δρόμος. Πρέπει εμείς, μοχτώντας, προχωρώντας, να τον ανοίγουμε , να γίνει δρόμος. Ποιοί εμείς; Ο λαός. Από τον λαό αρχίζει ο δρόμος αυτός, με το λαό προχωράει και στο λαό τελειώνει.
[Νίκου Καζαντζάκη, Οι αδερφοφάδες]
«Πιστεύω ότι θα τα καταφέρουν», λέει ο Αλ Χόλαντ, ψυχολόγος της ΝΑSΑ που βοηθά στην επιχείρηση. «Αυτοί οι άνδρες [Σημ.: οι εγκλωβισμένοι μεταλλωρύχοι στο Σαν Χοζέ της Χιλής] είναι γενναίοι, ανθεκτικοί και έδειξαν ότι μπορούν να οργανωθούν. Κρατούν την τύχη τους στα χέρια τους». [NEA 6-9-10]
Τις προάλλες (10/2) είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μία συζήτηση με θέμα «ξαναχτίζοντας την Βρετανική οικονομία». Στην συζήτηση, η οποία διεξήχθη σε μία μικρή αίθουσα της Βουλής των Κοινοτήτων, συμμετείχαν ο «σκιώδης υπουργός» των Εργατικών με αρμοδιότητα τις επιχειρήσεις, την καινοτομία και τις δεξιότητες (κάτι δηλαδή σαν τον τομεάρχη Ανάπτυξης της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, εάν μεταφερθούμε στα δικά μας) Τζων Ντέναμ, ο γενικός γραμματέας του TUC (Βρετανική ΓΣΕΕ) Μπρένταν Μπάρμπερ, ένας πανεπιστημιακός, ένας εκπρόσωπος των αυτοκινητοβιομηχανιών, και ο πρόεδρος ενός ινστιτούτου μελετών. (Περισσότερες λεπτομέρειες βρίσκονται στις ιστοσελίδες που παρατίθενται στο τέλος.) Συντονιστής ήταν ο βουλευτής των Εργατικών (της αριστερής πτέρυγας) και πρόεδρος του ινστιτούτου μελετών Compass (Πυξίδα) Τζον Κρούντας. Ο σκοπός αυτού του σημειώματος είναι να μεταφέρει κάποιες από τις κεντρικές θέσεις που αναπτύχθηκαν εκεί.
Έναυσμα για την όλη συζήτηση είναι προφανώς η πρόσφατη κρίση, η ύφεση και ο κίνδυνος για ολική κατάρρευση της οικονομίας που δημιουργήθηκαν. Πιό συγκεκριμένα όμως, όλοι οι ομιλητές φαίνεται πως είχαν σημείο εκκίνησης την θέση πως ότι η Βρετανική οικονομία χρήζει συνολικής αναδιάρθρωσης (κάποιοι μιλάνε για ξαναχτίσιμο, άλλοι για πιο απλό αναπροσανατολισμό): Μέχρι τώρα εδίδετο έμφαση στην ανάπτυξη (δηλαδή μεγέθυνση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος - ΑΕΠ) με πολύ λίγη ή καθόλου προσοχή στην τομεακή διάρθρωση του προϊόντος. Δηλαδή, δεν ενδιέφερε εάν το ΑΕΠ παράγεται στον τομέα υπηρεσιών, την βιομηχανία, χρημοτοπιστωτικό τομέα ή όπου αλλού, αρκεί το ΑΕΠ να αυξάνει και να δημιουργεί θέσεις εργασίας. Από αυτή την βασική φιλοσοφία διέπονταν όλες οι βρετανικές κυβερνήσεις των τελευταίων τριάντα ετών (τουλάχιστον) ανεξαρτήτως χρώματος. Στη πράξη, η φιλοσοφία αυτή οδήγησε σε (ή μήπως απλά οδηγήθηκε από;) αποβιομηχάνιση. Σημερα, περίπου το 12,5% του βρετανικού ΑΕΠ παράγεται από την βιομηχανία, ποσοστό πολύ κάτω του 20% και πλέον πριν τριάντα χρόνια. Από πλευράς απαχόλησης δε, το ποσοστό είναι ακόμα χαμηλότερο.
Όπως φάνηκε όμως ήδη κατά την διάρκεια της τελευταίας κυβέρνησης των Εργατικών, και θα αναπτυχθεί περισσότερο πιο κάτω, η φιλοσοφία αυτή ανάπτυξης οδηγεί σε αδιέξοδα. Γι αυτό και ο τελευταίος Υπουργός Ανάπτυξης των Εργατικών Πήτερ Μάντελσον είχε βάλει μπρος πρόγραμμα αναζωογόνησης της βιομηχανίας – καθυστερημένα όμως. Η φιλοσοφία αυτή ανάπτυξης, τόσο ως πρόγραμμα αλλά και ως πράξη, είναι κοινή με όλες σχεδόν τις χώρες του «δυτικού κόσμου», και βέβαια με την Ελλάδα. Γι αυτό και τα όσα ελέχθησαν εκεί, και ο γενικότερος συναφής προβληματισμός, έχουν γενικότερο, και ελληνικό, ενδιαφέρον.
Οι ομιλητές λίγο-πολύ συμφώνησαν πως η υπερβολική έμφαση στον τομέα υπηρεσιών και στον χρηματοπιστωτικό τομέα και η συναφής αποβιομηχάνιση δημιουργούν «μία σειρά» στρεβλώσεις και αδιέξοδα: Εξωτερικά ελλείμματα, καθώς ο τομέας υπηρεσιών ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος εξάγει ένα υποπολλαπλάσιο αυτού που εξάγει η βιομηχανία` (προϊούσα) ανισοκατανομή του εισοδήματος σε πολλά επίπεδα, τόσο μεταξύ περιφερειών, όσο και μεταξύ τομέων (ο χρηματοπιστωτικός τομέας αμείβει πολύ γενναιόδωρα σε αντίθεση με την υπόλοιπη οικονομία), μεταξύ ανθρώπων και μεταξύ εργασίας-κεφαλαίου` και βέβαια ανεργία.
Ο πρώτος ομιλητής (πανεπιστημιακός) τόνισε μεταξύ άλλων την ανάγκη για εξειδικευμένες κλαδικές βιομηχανικές πολιτικές, για φορολογικές ελαφρύνσεις και άλλα προγράμματα εξειδικευμένα ανά τομέα, στοχευμένα στους τομείς και τις επιχειρήσεις που δείχνουν πιο ελπιδοφόροι/ες. Ο δεύτερος ομιλητής αναφέρθηκε εκτενώς στα εξωτερικά ελλείμματα, στο γεγονός ότι αυτά αναπόφευκτα πληρώνονται με εισροές κεφαλαίων που αγοράζουν την βιομηχανία. Ανέφερε χαρακτηριστικά πως το 80% της μεγάλης βρετανικής βιομηχανίας ανήκει σε ξένα κεφάλαια. (Από κάποιον αναφέρθηκε, με κάποια δόση υπερβολής ίσως, πως η Βρετανία είναι ουσιαστικά χρεοκοπημένη χώρα – αυτό μάλλον σε σχέση με τα συσσωρευμένα εξωτερικά ελλείμματα.) Ο ομιλητής τόνισε την ανάγκη για ριζική στροφή με έμφαση στην βιομηχανία, και για κατεδάφιση του μύθου (;) περί της Βρετανίας ως «μετα-βιομηχανικής κοινωνίας». Ο γ.γ. των εργατικών συνδικάτων συνέδεσε την έμφαση στην βιομηχανία με ανάπτυξη των ανθρώπινου κεφαλαίου και των δεξιοτήτων (αναφέρθηκε κάπου πως μηχανικούς βρίσκεις αλλά τεχνίτες όχι) και έξυπνες δημόσιες προμήθειες. Επίσης, έθεσε μεγάλο θέμα αλλαγής εταιρικής νοοτροπίας, την ανάγκη να θεσπισθούν σαφέστεροι κανόνες που να προάγουν την εντιμότητα, την διαφάνεια, την συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων πλευρών στην διοίκηση των επιχειρήσεων (διοίκησης, μετόχων, δανειστών, εργαζομένων ακόμα και περιοίκων), και την καταπολέμηση της βραχύβιας νοοτροπίας (βλ. παρακάτω). Τόνισε επίσης την ανάγκη να συνδεθούν οι βιομηχανικές πολιτικές με την καταπολέμηση των ανισοτήτων.
Ο τέταρτος ομιλητής, εκπρόσωπος των αυτοκινητοβιομηχανιών και συναφούς εμπορίου, επίσης τόνισε την ανάγκη για έμφαση στην βιομηχανία και ειδικά την υψηλής τεχνογνωσίας. Τόνισε την ανάγκη για επένδυση στις δεξιότητες (δηλαδή εκπαίδευση αλλά συνοδευόμενη και από θεσμοθετημένη μαθητεία), επενδύσεις, ενίσχυση της τεχνολογικής έρευνας με διάφορους τρόπους συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας μεταξύ εταιριών και πανεπιστημίων. Έδωσε επίσης έμφαση στην αλλαγή νοοτροπίας, από μία κουλτούρα που βασίζεται στην βραχυπρόθεσμη χρηματιστηριακή άνοδο (και που οδηγεί σε αστάθεια και αποδεκάτισμα των επιχειρήσεων παρά σε επενδύσεις) προς μία μακροπρόθεσμη προοπτική βασισμένη στην δημιουργία προστιθέμενης αξίας, και μακροχρόνιας κερδοφορίας. Οι χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να ενθαρρυνθούν να αποκτήσουν αυτή την οπτική γωνία. Έδωσε επίσης έμφαση στην εξειδικευμένη και στοχευμένη βιομηχανική πολιτική προσανατολισμένη σε τομείς-κλειδιά, και πανεπιστημιακή έρευνα προσανατολισμένη στις ανάγκες της βρετανικής οικονομίας. Τέλος, κάλεσε προς μία συσστράτευση για τον επηρεασμό της Ευρωπαϊκής πολιτικής προς αυτές τις κατευθύνσεις, πολιτικής που θεωρεί που κατευθύνεται από το αγροτικό λόμπυ και την ανάγκη προστασίας της γεωργίας.
Ο τελευταίος ομιλητής, σκιώδης Υπουργός των Εργατικών, τόνισε την ανάγκη για ένα βιομηχανικό μοντέλο που δίνει έμφαση στην εξειδικευμένη γνώση και την υψηλή προστιθέμενη αξία. Οι τομείς της πληροφορικής, ψηφιακής οικονομίας και της βιωσιμότητας (ανανεώσιμες πηγές, ανκύκλωση, νέες τεχνολογίες ενέργειας) θεωρεί πως είναι κλάδοι αιχμής. Το κράτος θα πρέπει να παίξει στρατηγικό ρόλο μέσω των δημοσίων προμηθειών (και των προγραμματικών συμφωνιών, θα προσθέταμε εμείς). Ο ομιλητής τόνισε την σημασία της ύπαρξης σταθερών κανόνων ώστε να ενθαρρυνθεί η ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας. Το Εργατικό Κόμμα βρίσκεται σε διαδικασία ευρείας ανασκόπησης και αναθεώρησης της πολιτικής του στον βιομηχανικό τομέα.
Με άλλα λόγια, οι ομιλητές, εκρποσωπώντας ένα αρκετά ευρύ φάσμα οικονομικών και κοινωνικών εταίρων, συνέπεσαν στις βασικές θέσεις σχετικά με το πως θα πρέπει να μοιάζει η οικονομία του αύριο εάν η Βρετανία επιδιώκει να αντιμετωπίσει με αξιώσεις τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης. Στην συζήτηση με το κοινό που ακολούθησε αναπτύχθηκαν και κάποια άλλα πολύ ενδιαφέροντα θέματα – όπως και κάποιες αναπόφευκτες αδυναμίες. Τονίστηκε η ευτυχής σύμπτωση απόψεων που προαναφέρθηκε, αλλά και και η ανάγκη να σφυρηλατηθεί παραπέρα ευρεία συμμαχία κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων πάνω στις κατευθύνσεις αυτές. Πρέπει να είμαστε αισόδοξοι, τονίστηκε, και να έχουμε την διάθεση να πάρουμε μελετημένα ρίσκα. Ο ρόλος του κράτους είναι κρίσιμος, καθώς δίνει τον τόνο και την κατεύθυνση` το κράτος όμως θα πρέπει να αποφύγει την διττή παγίδα είτε της «σφιχτής» καθοδήγησης είτε της αδράνειας. Το (φυσικό) περιβάλλον και οι απαιτήσεις του αποτελούν πρόκληση αλλά και ευκαιρία. Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη το διεθνές περιβάλλον, θεσμικό και άλλο. Η χώρα υπόκειται σε Ευρωπαϊκές και διεθνείς συνθήκες που ρυθμίζουν και περιορίζουν την εθνική πολιτική σε πολλούς τομείς, όπως εμπορίου, βιομηχανικής πολιτικής, κρατικών προμηθειών. Επίσης, μεγάλο τμήμα του πιο δυναμικού κομματιού της βρετανικής βιομηχανίας ανήκει σε ξένους, και άρα υπόκειται στα δικά τους κελεύσματα και τους δικούς τους σχεδιασμούς.
Τέτοιο εγχείρημα ουσιαστικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας δεν είναι απλό ούτε εύκολο, ούτε βέβαια η επιτυχία του εγγυημένη. Όπως έχουμε επισημάνει σε αυτές εδώ τις σελίδες, απαιτεί πάνω απ’ όλα θυσίες, διότι οι επενδύσεις και οι άλλοι απαιτούμενοι πόροι θα βρεθούν μόνο με μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης. Οι θυσίες με την σειρά τους απαιτούν καθολικότητα και δικαιοσύνη, και μίνιμουμ συναινέσεις. Εδώ εντοπίζεται μία πρώτη, αλλά θεμελιακή δυσκολία.Η πρόταση που γίνεται εδώ είναι η στρατηγική αυτή να διακηρυχθεί προς πάσα κατεύθυνση, τόσο μέσα στην βουλή όσο και με τους κοινωνικούς εταίρους, με επισημότητα και σε πνεύμα κοινωνικού συμβολαίου. Π.χ., ο πρωθυπουργός απευθύνεται στον ΣΕΒ λέγοντας εμείς σας στηρίζουμε, μηδενίζουμε τον φόρο στα κέρδη που επενδύονται (προσοχή) εντός της χώρας είτε ο,τιδήποτε άλλο, αλλά περιμένουμε και από εσάς αν όχι απτά αποτελέσματα, τουλάχιστον μία διακηρυγμένη στρατηγική αναθέρμασης των εγχώριων επενδύσεων. Γενικά, τονίστηκε η ανάγκη να είμαστε αισιόδοξοι (βασισμένοι και στην αισιοδοξία της γνώσης αλλά και κυρίως στην αισιοδοξία της βούλησης, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, επικαλούμενοι τον Γκράμσι – ξέρουμε ότι δεν είναι εύκολο αλλά θα το παλέψουμε γιατί δεν γίνεται αλλιώς).
Έπειτα, λέμε «βιομηχανία» και θεωρούμε ότι είμαστε σαφείς, όμως στην πράξη δεν είναι έτσι. Αυτό φάνηκε ανάγλυφα όταν κάποια στιγμή ένας ομιλητής είπε χαρακτηριστικά ότι δεν θα πρέπει να κάνουμε διακρίσεις, αν μπορούμε να πουλάμε στην Κίνα ξυλάκια φαγητού, τότε αυτό πρέπει να κάνουμε. Για να τον διορθώσει άλλος ομιλητής (ο εκπόσωπος των αυτοκινητοβιομηχανιών) λέγοντας ότι πρέπει να δοθεί έμφαση μόνο στους τομείς υψηλής τεχνογνωσίας. Επίσης, δεν είναι σαφές σε ποιό βαθμό όλοι συμφωνούν ότι θα πρέπει να υπάρξει μεγαλύτερος βαθμός κοινωνικού ελέγχου στις επιχειρήσεις, είτε περισσότερη μακροπρόθεσμη προοπτική, είτε βέβαια καταπολέμηση των ανισοτήτων. Στην Ελλάδα τώρα, έχουμε τομείς παραδοσιακούς (γεωργία, τουρισμός, ναυτιλία) και σχετικά μεγάλους και με μεγάλο περιθώριο βελτίωσης. Είναι όχι μόνο ουτοπικό αλλά και λάθος να τους περιφρονήσουμε. Νομίζω πως η δική μας στρατηγική θα πρέπει να είναι σύνθετη: Έμφαση στην εξωστρέφεια, την υψηλή ποιότητα των υπηρεσιών, την δημιουργία προστιθέμενης αξίας, απασχόλησης και την μεταφορά τεχνογνωσίας. Αυτό αγκαλιάζει αρκετούς τομείς, τους παραπάνω αλλά και την βιομηχανία και τις ανανεώσιμες πηγές. Εξετάζουμε το συγκριτικό πλεονέκτημα χωρίς να παίρνουμε τίποτα ως θέσφατο. Δημιουργούμε πόλους ανάπτυξης (ενδεχομένως με την ενθάρρυνση εθνικών πρωταθλητών – κάτι που σε κάποιον ομιλητή δεν άρεσε, στον Ντέναμ νομίζω) ελέγχοντας όμως εάν τα επιχειρήματα που καλούν σε στήριξη είναι γνήσια ή απλά τερτίπια των λόμπυ. Παραπέρα, θα πρέπει να τονισθεί ότι αναδιάρθρωση δεν σημαίνει δαιμονοποίηση άλλων τομέων της οικονομίας. Το τίμιο μεροκάματο είναι πάντα αξιέπαινο απ’ όπου κι αν προέρχεται, άλλωστε δεν μπορούν να βρεθούν θέσεις εργασίας μόνο στην βιομηχανία ή σε έναν-δυό άλλους τομείς, απαιτείται προσπάθεια σε όλα τα μέτωπα και όπου αποδώσει. Αλλά σε επίπεδο κρατικής πολιτικής, εκεί που αποφασίζεται στρατηγικά που θα διατεθούν επενδυτικοί ή εκπαιδευτικοί πόροι, οι προτεραιότητες θα πρέπει να είναι σαφείς.
Σχετικές ιστοσελίδες:
http://www.cresc.ac.uk/news/news-from-cresc/house-of-commons-event-rebuilding-the-british-economy
http://www.guardian.co.uk/business/audio/2011/feb/09/business-podcast-future-british-manufacturing
http://www.erafoundation.org/
Ζοζέ Σαραμάγκου, Κάιν, μτφ. Αθηνά Ψυλλιά, εκδόσεις Καστανιώτη 2010, σ. 43.
-Ποιός τρίτος δρόμος; Δεν έχει τρίτο δρόμο! Δεν έχει ακόμα ανοίξει να γίνει δρόμος. Πρέπει εμείς, μοχτώντας, προχωρώντας, να τον ανοίγουμε , να γίνει δρόμος. Ποιοί εμείς; Ο λαός. Από τον λαό αρχίζει ο δρόμος αυτός, με το λαό προχωράει και στο λαό τελειώνει.
[Νίκου Καζαντζάκη, Οι αδερφοφάδες]
«Πιστεύω ότι θα τα καταφέρουν», λέει ο Αλ Χόλαντ, ψυχολόγος της ΝΑSΑ που βοηθά στην επιχείρηση. «Αυτοί οι άνδρες [Σημ.: οι εγκλωβισμένοι μεταλλωρύχοι στο Σαν Χοζέ της Χιλής] είναι γενναίοι, ανθεκτικοί και έδειξαν ότι μπορούν να οργανωθούν. Κρατούν την τύχη τους στα χέρια τους». [NEA 6-9-10]
Τις προάλλες (10/2) είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μία συζήτηση με θέμα «ξαναχτίζοντας την Βρετανική οικονομία». Στην συζήτηση, η οποία διεξήχθη σε μία μικρή αίθουσα της Βουλής των Κοινοτήτων, συμμετείχαν ο «σκιώδης υπουργός» των Εργατικών με αρμοδιότητα τις επιχειρήσεις, την καινοτομία και τις δεξιότητες (κάτι δηλαδή σαν τον τομεάρχη Ανάπτυξης της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, εάν μεταφερθούμε στα δικά μας) Τζων Ντέναμ, ο γενικός γραμματέας του TUC (Βρετανική ΓΣΕΕ) Μπρένταν Μπάρμπερ, ένας πανεπιστημιακός, ένας εκπρόσωπος των αυτοκινητοβιομηχανιών, και ο πρόεδρος ενός ινστιτούτου μελετών. (Περισσότερες λεπτομέρειες βρίσκονται στις ιστοσελίδες που παρατίθενται στο τέλος.) Συντονιστής ήταν ο βουλευτής των Εργατικών (της αριστερής πτέρυγας) και πρόεδρος του ινστιτούτου μελετών Compass (Πυξίδα) Τζον Κρούντας. Ο σκοπός αυτού του σημειώματος είναι να μεταφέρει κάποιες από τις κεντρικές θέσεις που αναπτύχθηκαν εκεί.
Έναυσμα για την όλη συζήτηση είναι προφανώς η πρόσφατη κρίση, η ύφεση και ο κίνδυνος για ολική κατάρρευση της οικονομίας που δημιουργήθηκαν. Πιό συγκεκριμένα όμως, όλοι οι ομιλητές φαίνεται πως είχαν σημείο εκκίνησης την θέση πως ότι η Βρετανική οικονομία χρήζει συνολικής αναδιάρθρωσης (κάποιοι μιλάνε για ξαναχτίσιμο, άλλοι για πιο απλό αναπροσανατολισμό): Μέχρι τώρα εδίδετο έμφαση στην ανάπτυξη (δηλαδή μεγέθυνση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος - ΑΕΠ) με πολύ λίγη ή καθόλου προσοχή στην τομεακή διάρθρωση του προϊόντος. Δηλαδή, δεν ενδιέφερε εάν το ΑΕΠ παράγεται στον τομέα υπηρεσιών, την βιομηχανία, χρημοτοπιστωτικό τομέα ή όπου αλλού, αρκεί το ΑΕΠ να αυξάνει και να δημιουργεί θέσεις εργασίας. Από αυτή την βασική φιλοσοφία διέπονταν όλες οι βρετανικές κυβερνήσεις των τελευταίων τριάντα ετών (τουλάχιστον) ανεξαρτήτως χρώματος. Στη πράξη, η φιλοσοφία αυτή οδήγησε σε (ή μήπως απλά οδηγήθηκε από;) αποβιομηχάνιση. Σημερα, περίπου το 12,5% του βρετανικού ΑΕΠ παράγεται από την βιομηχανία, ποσοστό πολύ κάτω του 20% και πλέον πριν τριάντα χρόνια. Από πλευράς απαχόλησης δε, το ποσοστό είναι ακόμα χαμηλότερο.
Όπως φάνηκε όμως ήδη κατά την διάρκεια της τελευταίας κυβέρνησης των Εργατικών, και θα αναπτυχθεί περισσότερο πιο κάτω, η φιλοσοφία αυτή ανάπτυξης οδηγεί σε αδιέξοδα. Γι αυτό και ο τελευταίος Υπουργός Ανάπτυξης των Εργατικών Πήτερ Μάντελσον είχε βάλει μπρος πρόγραμμα αναζωογόνησης της βιομηχανίας – καθυστερημένα όμως. Η φιλοσοφία αυτή ανάπτυξης, τόσο ως πρόγραμμα αλλά και ως πράξη, είναι κοινή με όλες σχεδόν τις χώρες του «δυτικού κόσμου», και βέβαια με την Ελλάδα. Γι αυτό και τα όσα ελέχθησαν εκεί, και ο γενικότερος συναφής προβληματισμός, έχουν γενικότερο, και ελληνικό, ενδιαφέρον.
Οι ομιλητές λίγο-πολύ συμφώνησαν πως η υπερβολική έμφαση στον τομέα υπηρεσιών και στον χρηματοπιστωτικό τομέα και η συναφής αποβιομηχάνιση δημιουργούν «μία σειρά» στρεβλώσεις και αδιέξοδα: Εξωτερικά ελλείμματα, καθώς ο τομέας υπηρεσιών ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος εξάγει ένα υποπολλαπλάσιο αυτού που εξάγει η βιομηχανία` (προϊούσα) ανισοκατανομή του εισοδήματος σε πολλά επίπεδα, τόσο μεταξύ περιφερειών, όσο και μεταξύ τομέων (ο χρηματοπιστωτικός τομέας αμείβει πολύ γενναιόδωρα σε αντίθεση με την υπόλοιπη οικονομία), μεταξύ ανθρώπων και μεταξύ εργασίας-κεφαλαίου` και βέβαια ανεργία.
Ο πρώτος ομιλητής (πανεπιστημιακός) τόνισε μεταξύ άλλων την ανάγκη για εξειδικευμένες κλαδικές βιομηχανικές πολιτικές, για φορολογικές ελαφρύνσεις και άλλα προγράμματα εξειδικευμένα ανά τομέα, στοχευμένα στους τομείς και τις επιχειρήσεις που δείχνουν πιο ελπιδοφόροι/ες. Ο δεύτερος ομιλητής αναφέρθηκε εκτενώς στα εξωτερικά ελλείμματα, στο γεγονός ότι αυτά αναπόφευκτα πληρώνονται με εισροές κεφαλαίων που αγοράζουν την βιομηχανία. Ανέφερε χαρακτηριστικά πως το 80% της μεγάλης βρετανικής βιομηχανίας ανήκει σε ξένα κεφάλαια. (Από κάποιον αναφέρθηκε, με κάποια δόση υπερβολής ίσως, πως η Βρετανία είναι ουσιαστικά χρεοκοπημένη χώρα – αυτό μάλλον σε σχέση με τα συσσωρευμένα εξωτερικά ελλείμματα.) Ο ομιλητής τόνισε την ανάγκη για ριζική στροφή με έμφαση στην βιομηχανία, και για κατεδάφιση του μύθου (;) περί της Βρετανίας ως «μετα-βιομηχανικής κοινωνίας». Ο γ.γ. των εργατικών συνδικάτων συνέδεσε την έμφαση στην βιομηχανία με ανάπτυξη των ανθρώπινου κεφαλαίου και των δεξιοτήτων (αναφέρθηκε κάπου πως μηχανικούς βρίσκεις αλλά τεχνίτες όχι) και έξυπνες δημόσιες προμήθειες. Επίσης, έθεσε μεγάλο θέμα αλλαγής εταιρικής νοοτροπίας, την ανάγκη να θεσπισθούν σαφέστεροι κανόνες που να προάγουν την εντιμότητα, την διαφάνεια, την συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων πλευρών στην διοίκηση των επιχειρήσεων (διοίκησης, μετόχων, δανειστών, εργαζομένων ακόμα και περιοίκων), και την καταπολέμηση της βραχύβιας νοοτροπίας (βλ. παρακάτω). Τόνισε επίσης την ανάγκη να συνδεθούν οι βιομηχανικές πολιτικές με την καταπολέμηση των ανισοτήτων.
Ο τέταρτος ομιλητής, εκπρόσωπος των αυτοκινητοβιομηχανιών και συναφούς εμπορίου, επίσης τόνισε την ανάγκη για έμφαση στην βιομηχανία και ειδικά την υψηλής τεχνογνωσίας. Τόνισε την ανάγκη για επένδυση στις δεξιότητες (δηλαδή εκπαίδευση αλλά συνοδευόμενη και από θεσμοθετημένη μαθητεία), επενδύσεις, ενίσχυση της τεχνολογικής έρευνας με διάφορους τρόπους συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας μεταξύ εταιριών και πανεπιστημίων. Έδωσε επίσης έμφαση στην αλλαγή νοοτροπίας, από μία κουλτούρα που βασίζεται στην βραχυπρόθεσμη χρηματιστηριακή άνοδο (και που οδηγεί σε αστάθεια και αποδεκάτισμα των επιχειρήσεων παρά σε επενδύσεις) προς μία μακροπρόθεσμη προοπτική βασισμένη στην δημιουργία προστιθέμενης αξίας, και μακροχρόνιας κερδοφορίας. Οι χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να ενθαρρυνθούν να αποκτήσουν αυτή την οπτική γωνία. Έδωσε επίσης έμφαση στην εξειδικευμένη και στοχευμένη βιομηχανική πολιτική προσανατολισμένη σε τομείς-κλειδιά, και πανεπιστημιακή έρευνα προσανατολισμένη στις ανάγκες της βρετανικής οικονομίας. Τέλος, κάλεσε προς μία συσστράτευση για τον επηρεασμό της Ευρωπαϊκής πολιτικής προς αυτές τις κατευθύνσεις, πολιτικής που θεωρεί που κατευθύνεται από το αγροτικό λόμπυ και την ανάγκη προστασίας της γεωργίας.
Ο τελευταίος ομιλητής, σκιώδης Υπουργός των Εργατικών, τόνισε την ανάγκη για ένα βιομηχανικό μοντέλο που δίνει έμφαση στην εξειδικευμένη γνώση και την υψηλή προστιθέμενη αξία. Οι τομείς της πληροφορικής, ψηφιακής οικονομίας και της βιωσιμότητας (ανανεώσιμες πηγές, ανκύκλωση, νέες τεχνολογίες ενέργειας) θεωρεί πως είναι κλάδοι αιχμής. Το κράτος θα πρέπει να παίξει στρατηγικό ρόλο μέσω των δημοσίων προμηθειών (και των προγραμματικών συμφωνιών, θα προσθέταμε εμείς). Ο ομιλητής τόνισε την σημασία της ύπαρξης σταθερών κανόνων ώστε να ενθαρρυνθεί η ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας. Το Εργατικό Κόμμα βρίσκεται σε διαδικασία ευρείας ανασκόπησης και αναθεώρησης της πολιτικής του στον βιομηχανικό τομέα.
Με άλλα λόγια, οι ομιλητές, εκρποσωπώντας ένα αρκετά ευρύ φάσμα οικονομικών και κοινωνικών εταίρων, συνέπεσαν στις βασικές θέσεις σχετικά με το πως θα πρέπει να μοιάζει η οικονομία του αύριο εάν η Βρετανία επιδιώκει να αντιμετωπίσει με αξιώσεις τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης. Στην συζήτηση με το κοινό που ακολούθησε αναπτύχθηκαν και κάποια άλλα πολύ ενδιαφέροντα θέματα – όπως και κάποιες αναπόφευκτες αδυναμίες. Τονίστηκε η ευτυχής σύμπτωση απόψεων που προαναφέρθηκε, αλλά και και η ανάγκη να σφυρηλατηθεί παραπέρα ευρεία συμμαχία κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων πάνω στις κατευθύνσεις αυτές. Πρέπει να είμαστε αισόδοξοι, τονίστηκε, και να έχουμε την διάθεση να πάρουμε μελετημένα ρίσκα. Ο ρόλος του κράτους είναι κρίσιμος, καθώς δίνει τον τόνο και την κατεύθυνση` το κράτος όμως θα πρέπει να αποφύγει την διττή παγίδα είτε της «σφιχτής» καθοδήγησης είτε της αδράνειας. Το (φυσικό) περιβάλλον και οι απαιτήσεις του αποτελούν πρόκληση αλλά και ευκαιρία. Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη το διεθνές περιβάλλον, θεσμικό και άλλο. Η χώρα υπόκειται σε Ευρωπαϊκές και διεθνείς συνθήκες που ρυθμίζουν και περιορίζουν την εθνική πολιτική σε πολλούς τομείς, όπως εμπορίου, βιομηχανικής πολιτικής, κρατικών προμηθειών. Επίσης, μεγάλο τμήμα του πιο δυναμικού κομματιού της βρετανικής βιομηχανίας ανήκει σε ξένους, και άρα υπόκειται στα δικά τους κελεύσματα και τους δικούς τους σχεδιασμούς.
Τέτοιο εγχείρημα ουσιαστικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας δεν είναι απλό ούτε εύκολο, ούτε βέβαια η επιτυχία του εγγυημένη. Όπως έχουμε επισημάνει σε αυτές εδώ τις σελίδες, απαιτεί πάνω απ’ όλα θυσίες, διότι οι επενδύσεις και οι άλλοι απαιτούμενοι πόροι θα βρεθούν μόνο με μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης. Οι θυσίες με την σειρά τους απαιτούν καθολικότητα και δικαιοσύνη, και μίνιμουμ συναινέσεις. Εδώ εντοπίζεται μία πρώτη, αλλά θεμελιακή δυσκολία.Η πρόταση που γίνεται εδώ είναι η στρατηγική αυτή να διακηρυχθεί προς πάσα κατεύθυνση, τόσο μέσα στην βουλή όσο και με τους κοινωνικούς εταίρους, με επισημότητα και σε πνεύμα κοινωνικού συμβολαίου. Π.χ., ο πρωθυπουργός απευθύνεται στον ΣΕΒ λέγοντας εμείς σας στηρίζουμε, μηδενίζουμε τον φόρο στα κέρδη που επενδύονται (προσοχή) εντός της χώρας είτε ο,τιδήποτε άλλο, αλλά περιμένουμε και από εσάς αν όχι απτά αποτελέσματα, τουλάχιστον μία διακηρυγμένη στρατηγική αναθέρμασης των εγχώριων επενδύσεων. Γενικά, τονίστηκε η ανάγκη να είμαστε αισιόδοξοι (βασισμένοι και στην αισιοδοξία της γνώσης αλλά και κυρίως στην αισιοδοξία της βούλησης, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, επικαλούμενοι τον Γκράμσι – ξέρουμε ότι δεν είναι εύκολο αλλά θα το παλέψουμε γιατί δεν γίνεται αλλιώς).
Έπειτα, λέμε «βιομηχανία» και θεωρούμε ότι είμαστε σαφείς, όμως στην πράξη δεν είναι έτσι. Αυτό φάνηκε ανάγλυφα όταν κάποια στιγμή ένας ομιλητής είπε χαρακτηριστικά ότι δεν θα πρέπει να κάνουμε διακρίσεις, αν μπορούμε να πουλάμε στην Κίνα ξυλάκια φαγητού, τότε αυτό πρέπει να κάνουμε. Για να τον διορθώσει άλλος ομιλητής (ο εκπόσωπος των αυτοκινητοβιομηχανιών) λέγοντας ότι πρέπει να δοθεί έμφαση μόνο στους τομείς υψηλής τεχνογνωσίας. Επίσης, δεν είναι σαφές σε ποιό βαθμό όλοι συμφωνούν ότι θα πρέπει να υπάρξει μεγαλύτερος βαθμός κοινωνικού ελέγχου στις επιχειρήσεις, είτε περισσότερη μακροπρόθεσμη προοπτική, είτε βέβαια καταπολέμηση των ανισοτήτων. Στην Ελλάδα τώρα, έχουμε τομείς παραδοσιακούς (γεωργία, τουρισμός, ναυτιλία) και σχετικά μεγάλους και με μεγάλο περιθώριο βελτίωσης. Είναι όχι μόνο ουτοπικό αλλά και λάθος να τους περιφρονήσουμε. Νομίζω πως η δική μας στρατηγική θα πρέπει να είναι σύνθετη: Έμφαση στην εξωστρέφεια, την υψηλή ποιότητα των υπηρεσιών, την δημιουργία προστιθέμενης αξίας, απασχόλησης και την μεταφορά τεχνογνωσίας. Αυτό αγκαλιάζει αρκετούς τομείς, τους παραπάνω αλλά και την βιομηχανία και τις ανανεώσιμες πηγές. Εξετάζουμε το συγκριτικό πλεονέκτημα χωρίς να παίρνουμε τίποτα ως θέσφατο. Δημιουργούμε πόλους ανάπτυξης (ενδεχομένως με την ενθάρρυνση εθνικών πρωταθλητών – κάτι που σε κάποιον ομιλητή δεν άρεσε, στον Ντέναμ νομίζω) ελέγχοντας όμως εάν τα επιχειρήματα που καλούν σε στήριξη είναι γνήσια ή απλά τερτίπια των λόμπυ. Παραπέρα, θα πρέπει να τονισθεί ότι αναδιάρθρωση δεν σημαίνει δαιμονοποίηση άλλων τομέων της οικονομίας. Το τίμιο μεροκάματο είναι πάντα αξιέπαινο απ’ όπου κι αν προέρχεται, άλλωστε δεν μπορούν να βρεθούν θέσεις εργασίας μόνο στην βιομηχανία ή σε έναν-δυό άλλους τομείς, απαιτείται προσπάθεια σε όλα τα μέτωπα και όπου αποδώσει. Αλλά σε επίπεδο κρατικής πολιτικής, εκεί που αποφασίζεται στρατηγικά που θα διατεθούν επενδυτικοί ή εκπαιδευτικοί πόροι, οι προτεραιότητες θα πρέπει να είναι σαφείς.
Σχετικές ιστοσελίδες:
http://www.cresc.ac.uk/news/news-from-cresc/house-of-commons-event-rebuilding-the-british-economy
http://www.guardian.co.uk/business/audio/2011/feb/09/business-podcast-future-british-manufacturing
http://www.erafoundation.org/
Tuesday, 1 February 2011
Μεσοπρόθεσμο σχέδιο για την οικονομία
Την νύχτα που σκότωσα μέσα μου τις πιο μεγάλες μου αυταπάτες
Μανόλης Αναγνωστάκης
Ήρωά μου, αίνιγμά μου, ανθρωπάκο καθημερινέ!
Σ’ έχω συνεταίρο/ για τα περαιτέρω,/ ένοχε μαζί κι αθώε μου εαυτέ!...
Μανόλη Ρασούλη, τραγούδι Β. Παπακωνσταντίνου
Ήταν παγιδευμένοι στη μικρή πολιτεία και στη μεγάλη αμηχανία τους.
Γιόζεφ Ροθ, Το εμβατήριο Ραντέτσκυ, μτφ. Δ. Δημοκίδης, Εκδόσεις Ροές 2009, σ.141
Οι άνθρωποι που έχουν ευνοηθεί με τέτοιου είδους κατάρα δεν ξέρουν ούτε πόσα έχουν, ούτε πόσα ξοδεύουν. Αντλούν μόνιμα από μιαν αόρατη πηγή. Δεν κάθονται να υπολογίσουν. Έχουν την πεποίθηση ότι η περιουσία τους αποκλείεται να είναι μικρότερη από την μεγαλοψυχία τους.
Στο ίδιο, σ. 392
-Μωρέ κεφαλές του χωριού! Μουρμούρισε ο Μανολιός κι αναστέναξε. Ο ένας ροχαλίζει, ο άλλος μεθοκοπάει, διαβάζει ο άλλος, κι ο γερο-εξηνταβελόνης κάθεται και κλωσάει τα φλουριά του...
Νίκου Καζαντζάκη Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, εκδόσεις Ελ. Καζαντζάκη 1974, σ. 40
[Δ]ύσκολο δρόμο παίρνουμε, Πέτρο, θα μας ριχτούν οι ανθρώποι, ποιός θέλει τη σωτηρία του; Πότε σηκώθηκε ένας προφήτης να σώσει το λαό κι ο λαός δεν τον λιθοβόλησε; Δύσκολο δρόμο παίρνουμε, κράτα στα δόντια την ψυχή σου, Πέτρο, μη φύγει [.]
Νίκου Καζαντζάκη, Ο τελευταίος πειρασμός, Εκδόσεις Καζαντζάκη 2008, σ. 303
Μια φωνή μου λέει προχώρα,/ δεν τελειώνει εδώ η χώρα.
Τα μεγάλα μου λάθη, μουσική Γ. Σπάθας, στίχοι Λ. Νικολακοπούλου, τραγούδι Β. Λέκκας
Ο παπα-Φώτης έσυρε πάλι φωνή: -Δεν θα χαθούμε! Χιλιάδες χρόνια ζούμε, χιλιάδες ακόμα θα ζήσουμε. ... «Τι καπετάν παπάς και τούτος! Συλλογίστηκε ο καπετάν Φουρτούνας. Τι φωτιά, τι κέφι, τι κουράγιο, ο αφιλότιμος.»
Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, όπως παραπάνω, σ. 43.
«Πιστεύω ότι θα τα καταφέρουν», λέει ο Αλ Χόλαντ, ψυχολόγος της ΝΑSΑ που βοηθά στην επιχείρηση. «Αυτοί οι άνδρες [Σημ.: οι εγκλωβισμένοι μεταλλωρύχοι στο Σαν Χοζέ της Χιλής] είναι γενναίοι, ανθεκτικοί και έδειξαν ότι μπορούν να οργανωθούν. Κρατούν την τύχη τους στα χέρια τους». [NEA 6-9-10 – Σημ.: Αυτή η πρόβλεψη έγινε περίπου ενάμισυ μήνα πριν την επιτυχή διάσωση των εγκλωβισμένων, όταν η έκβαση της προσπάθειας διάσωσης ήταν ακόμα τελείως αβέβαιη.]
«Τότε ήταν διαφορετικά τα πράγματα», απάντησε ο Σκόβρονεκ. «Ούτε καν ο Κάιζερ φέρει σήμερα την ευθύνη για τη μοναρχία του. Ακόμη κι ο Θεός μοιάζει σήμερα πλέον απρόθυμος να σηκώσει στις πλάτες του την εθύνη για τον κόσμο. Παλιά ήταν πολύ ευκολότερα τα πράγματα! Τα πάντα ηταν εξασφαλισμένα. Το κάθε πετραδάκι βρισκόταν στη θέση του. Οι δρόμοι της ζωής ήταν καλοστρωμένοι. Σήμερα όμως, κύριε Περιφερειακέ, οι πέτρες βρίσκονται πεταμένες εδώ κι εκεί μέσα στο δρόμο, οι σκεπές έχουν τρύπες και μέσα στα σπίτια βρέχει, κι ο καθένας πρέπει να βρει μόνος του τι δρόμο θα τραβήξει και σε ποιό σπίτι θα πάει να μείνει. [...]»
Το εμβατήριο Ραντέτσκυ, όπως παραπάνω, σ. 359
Η καρδιά χτυπάει πάντα αριστερά...
Όσκαρ Λαφονταίν
...μα το μυαλό είναι στο κέντρο.
ΧΤ
16 μήνες μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, η κατάσταση στον οικονομικό τομέα (όπως και συνολικότερα) εμφανίζεται συγκεχυμένη. Έχει επιτευχθεί αδιαμφισβήτητη πρόοδος στα δημόσια οικονομικά. Μέσα σε σχεδόν ένα χρόνο έχει περάσει ένα πακέτο λιτότητας που θα ζήλευαν και οι πιο αποφασισμένες κυβερνήσεις και συνειδητοποιημένες κοινωνίες (ή και οι πιο φανατικοί υπέρμαχοι του νεοφιλελευθερισμού), πράγμα που αναγνωρίζεται και από την μεταστροφή του κλίματος στο εξωτερικό, Το πακέτο διάσωσης βρίσκει μιμητές στην Ιρλανδία και ενδεχομένως και αλλού, οι κεφαλές της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας οικονομικής δικυβέρνησης πηγαινοέρχονται στην Αθήνα, ενώ η κρίση τείνει να εξελιχθεί σε συστημική του ευρώ (με ευθύνη όχι μόνο δική μας). Το κλίμα στο εσωτερικό είναι σχετικά ήπιο, δεδομένων των σκληρών μέτρων, και ο ελληνικός λαός έχει δείξει πρωτοφανή ωριμότητα, όμως ο κίνδυνος γενικευμένης αμφισβήτησης και κοινωνικών εκρήξεων δεν έχει αποσοβηθεί πλήρως (όπως μας θύμισε και το επεισόδιο της Νομικής). Τα επεισόδια στην Βρετανία τα σχετικά με το Πανεπιστήμιο εκεί δείχνουν η νεανική (κυρίως) οργή και βία εξαπλώνονται, σηματοδοτώντας το τέλος των κοινωνιών της συναίνεσης.
Παρά την πρόοδο στα δημόσια οικονομικά όμως, η κατάσταση δεν λέει να ξεκαθαρίσει. Το πρόβλημα είναι διπλό: Πρώτα, όπως εύστοχα έγραψε ο Γιάννης Πρετεντέρης στα ΝΕΑ της 31-1-2011, λύσαμε το πρόβλημα του ελλείμματος αλλά όχι και του χρέους. Δεύτερο, η Ελλάδα σημείωσε το 2010 αρνητική ανάπτυξη της τάξης του -5%, με όλες τις συνέπειες στην ανεργία, κλείσιμο επιχειρήσεων, εισοδήματα, κλπ. Και στα δύο αυτά μείζονα προβλήματα κομβικό εμφανίζεται το ζήτημα της ανάπτυξης. Αυτή τελικά ρυθμίζει και την εξέλιξη του χρέους, ως ποσοστό επί του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ). Δείτε γιατί: Η μεταβολή του λόγου χρέους-ΑΕΠ ισούται με το έλλειμμα (% επί του ΑΕΠ) μείον το γινόμενο χρέος (% επίτου ΑΕΠ) επί τον ρυθμό ανάπτυξης. Η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου κατάφερε με τις προσπάθειές της να μειώσει το έλλειμμα από 15% σε 9% (περίπου) του ΑΕΠ, κέρδος της τάξης του 6%. Παράλληλα όμως, ο ρυθμός ανάπτυξης -5% επί το χρέος (=150% του ΑΕΠ) μας δίνουν μεταβολή του χρέους = 9% - 1.5 χ (-5%) = 16.5%. Δηλαδή το χρέος (% επί του ΑΕΠ) συνεχίζει να ανεβαίνει ραγδαία, όχι μόνο γιατί συνεχίζει να υπάρχει έλλειμμα αλλά και γιατί συρρικνώνεται το ΑΕΠ στη βάση του οποίου υπολογίζεται τελικά ο βαθμός χρέωσης της χώρας. Αλλά όχι μόνο αυτό: Το κέρδος από την μείωση του ελλείμματος ισοφαρίζεται και με το παρπάνω από τον αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης. Δηλαδή, θα είμασταν καλύτερα (όσον αφορά το λόγο χρέους-ΑΕΠ) εάν είχαμε π.χ. το παλιό έλλειμμα (15%) με στάσιμο (αλά όχι πτωτικό) ΑΕΠ (15%-1.5χ0=15%). Έτσι, αναδεικνύονται δύο μείζονα θέματα που ήδη καθορίζουν την ατζέντα αλλά και θα την καθορίζουν στον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, δηλαδή η μεθοδολογία και οι τεχνικές διαχείρισης του χρέους, και η στρατηγική της ανάπτυξης. Το βασικό ερώτημα που αναφύεται είναι τι είδους ανάπτυξη ζητάμε. Το κεντρικό νόημα του παρόντος σημειώματος είναι ότι δεν μπορεί να είναι κρατικοδάιτη ανάπτυξη του τύπου «χρήμα στην αγορά», πρέπει να είναι εξωστρεφής, καινοτόμος, δυναμική, βιώσιμη ανάπτυξη.
Ο σκοπός αυτού του σημειώματος (που γράφεται εδώ και πολύ καιρό) είναι να προτείνει κάποιους βασικούς άξονες προβληματισμού για το πολιτικο/ιδεολογικό υπόβαθρο του Μνημονίου αλλά και του εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης, και να συμβάλει στο μέτρο του δυνατού στον προβληματισμό για το πώς μπορούν τα πράγματα να προχωρήσουν στο εξής.
Ι. ΠΟΛΙΤΙΚΗ/ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑΣ
Έχει γραφτεί επανειλλημμένα πως πολιτικό σχέδιο εξόδου από την κρίση δεν υπάρχει. Το Μνημόνιο δεν αποτελεί ολοκληρωμένο σχέδιο, του λείπει η ιδεολογική και πολιτική κάλυψη. Δύσκολο να διαφωνήσει κανείς: Το Μνημόνιο αποτελεί μόνο το επιχειρησιακό τμήμα του σχεδίου, και μάλιστα θα έλεγε κανείς ότι είναι λιγότερο πειστικό στο καθ’ εαυτού νεοφιλελεύθερο μέρος του – φιλελευθεροποίηση της αγοράς εργασίας, ιδιωτικοποιήσεις (όπως-όπως) – απ’ ό,τι στο σκέλος της δημοσιονομικής εξυγίανσης. Βέβαια, υπάρχει ένα βασικό ελαφρυντικό για το ότι το κυβερνών κόμμα (ούτε κανείς άλλος βέβαια) δεν έχει εκπονήσει ένα τέτοιο σχέδιο, κι αυτό είναι το καινοφανές των συνθηκών. Η βραχύβια πλην ολέθρια διακυβέρνηση Καραμανλή επέτεινε και ανέδειξε όλα τα αδιέξοδα (κυρίως οικονομικά, αλλά και ευρύτερα κοινωνικά) όλης της μεταπολεμικής/μεταπολιτευτικής Ελλάδας: Επίπλαστη ευμάρεια, συρρίκνωση της παραγωγικής/βιομηχανικής βάσης, επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας κυρίως σε σχέση με διεθνείς συγκρίσεις, αδυναμία διαχείρισης της παγκοσμιοποίησης, όλ’ αυτά ενώ η δυναμική της σύγκλισης τείνει να εξαντληθεί και ενώ η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη πνέει τα λοίσθια (όπως έδειξε και η κρίση), δημογραφική κατάρρευση με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνική ασφάλιση, υπερδιόγκωση ενός αντιπαραγωγικού κρατικού τομέα, ελλείμματα εσωτερικά και εξωτερικά, προϊούσα ανισοκατανομή εισοδήματος και «οριζόντια» και μεταξύ γενεών, γενικευμένη φαυλότητα, περιβαλλοντική υποβάθμιση. Όλ’ αυτά ανεφύησαν «ξαφνικά» - τι βολικός μύθος. Δεν πήρε είδηση κανείς μας ότι γύρω μας κτίστηκαν καβαφικά (και ασφυκτικά) τείχη. Αλλά τέλος πάντων, η αδυναμία κατανόησης των παραπάνω ασφαλώς φέρνει και αδυναμία εκπόνησης ενός προγράμματος και ιεράρχησης των προτεραιοτήτων.
Νομίζω πως η εκπόνηση σωστού σχεδίου ξεκινάει από την νηφάλια περιγραφή της κρίσης. Η τωρινή κρίση είναι απλά η κορυφή του παγόβουνου, το επιστέγασμα μιάς σειράς άλλων, βαθύτερων αδυναμιών όπως περιγράφτηκαν συνοπτικά πιο πάνω. Όπως ίσως θα πρέπει να αναλυθεί πιο διεξοδικά αλλού, κανένα από τα βαθύτερα αυτά προβλήματα δεν είναι πρόβλημα «ελλείμματος ζήτησης», το οποίο εντόπισε ο Κέυνς ως την βασικη γενεσιουργό αιτία της μεγάλης οικονομικής κρίσης του Μεσοπολέμου, και πάνω στην οποία βασίστηκε η λογική του κεϋνσιανισμού. Στις περισσότερες βιομηχανικές χώρες υπάρχει πλεόνασμα, όχι έλλειμμα, ζήτησης, το οποίο αντανακλάται ευθέως άλλωστε και στο εξωτερικό έλλειμμα (τρεχουσών συναλλαγών). Έτσι, κατά την ταπεινή μου γνώμη που ενδέχεται να γίνει αντικείμενο σφοδρής κριτικής καθώς σπάει ταμπού, ο κεϋνσιανισμός δεν προσφέρει πλέον γενικό οδηγό πλεύσης για τις (μετα-;)βιομηχανικές χώρες του πρώιμου 21ου αιώνα. Ο κεϋνσιανισμός έχει κάτι χρήσιμο να πει για την ύφεση που δημιουργείται από τις περικοπές, αλλά όχι για το πώς βελτιώνονται οι διαρθρωτικές αδυναμίες που αναφέρθηκαν. Ούτε βέβαια ασπάζομαι τους νεοφιλελεύθερους, μονεταριστές ή άλλους. Η αλήθεια είναι (νομίζω) πως δεν υπάρχει «γενική θεωρία» για να μας οδηγήσει σήμερα όχι μόνο για το πώς θα ξεπεραστεί η κρίση αλλά και για το μετά.
Όχι μόνο δεν προσφέρει πυξίδα ο κεϋνσιανισμός, αλλά η κεντρική του λογική (ότι η επεκτατική πολιτική ενεργού ζήτησης αποτελεί το κλειδί για τη επίλυση της ύφεσης) αντιβαίνει στην επίλυση των διαρθρωτικών αδυναμιών. Η βελτίωση των κεντρικών διαρθρωτικών αδυναμιών (η παραγωγική αναδιάρθρωση σε πιο εξωστρεφή και δυναμική κατεύθυνση, η άνοδος της παραγωγικότητας, η μείωση των εσωτερικών και εξωτερικών ελλειμμάτων) απαιτεί (δυστυχώς) περισσότερες αποταμιεύσεις και επενδύσεις, και μείωση της κατανάλωσης, ιδιωτικής και κρατικής. Δεν είναι ικανοί όροι αυτοί, χρειάζονται και πολλά άλλα, όπως μελετημένη και συνεπής κεντρική καθοδήγηση, κινητοποίηση της κοινωνίας, κλπ. Αλλά η μείωση της κατανάλωσης και η αύξηση αυτών «που βάζουμε στην άκρη» (για το μέλλον και για να αυγαταίνει το βιός) είναι αναγκαίος όρος. Δεν γίνεται αλλιώς. Και εδώ λοιπόν έγκειται η ελληνική τραγωδία. Ο κατηραμένος όφις του Μνημονίου δεν είναι καθόλου κατηραμένος, αλλά μας δείχνει τον δρόμο που πρέπει να βαδίσουμε στο μέλλον, από μόνοι μας και όταν ακόμα απαγκιστρωθούμε από την επιτήρηση, εάν βέβαια σαν κοινωνία συνολικά βρούμε το θάρρος να οργανωθούμε ανάλογα, και δεν αφήσουμε τα πράγματα στην τύχη.
(Για να το ελαφρύνουμε και λίγο, ας θυμηθούμε έναν μύθο του Αισώπου. Ήταν ένα αγρόκτημα λοιπόν, όπου κάθε πρωΐ, ο κόκορας λαλούσε στις έξι, και οι κυρά του σπιτιού ξύπναγε τους υπηρέτες για να πάνε στο παζάρι. Κάποια μέρα, οι υπηρέτες απηυδισμένοι σφάξανε τον κόκορα για να γλυτώσουνε το πρωϊνό ξύπνημα. Όμως, η κυρά δεν εφησύχασε. Τώρα πρέπει να έχω μόνη μου το νου μου, σκέφτηκε. Και ξύπναγε τους υπηρέτες τώρα πια από τις πέντε για να μην τους πάρει ο ύπνος και αργήσουν. Λοιπόν βάλτε στη θέση του κόκορα την τρόϊκα, και της κυράς το μυαλωμένο τμήμα του ελληνικού λαού και των υπηρετών το άμυαλο, να δούμε τι βγαίνει. Το «ηθικό δίδαγμα» είναι ότι θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί και ακόμα περισσότερο για να διασφαλίσουμε το μέλλον της χώρας.)
Επίσης, η ελληνική κρίση έχει μία ιδιομορφία και ουσιαστική διαφορά από αυτή άλλων χωρών. Το χάλι των δημοσίων οικονομικών δεν έγινε για να τονωθούν οι τράπεζες (οι ελληνικές τράπεζες δεν είχαν τις αδυναμίες των ξένων τραπεζών) αλλά ως αποτέλεσμα χρόνιας κακοδιαχείρισης με ολέθριο βέβαια επιστέγασμα την πενταετία 2004-9. Επίσης, η κατάσταση των ελληνικών δημοσίων οικονομικών δεν περιγράφεται ως απλά κρίση, αλλά ως οριακό σημείο. Έτσι, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη και στις ΗΠΑ υπάρχει η ηθική, πολιτική και οικονομική δυνατότητα για κεϋνσιανου τύπου αντιμετώπιση της ύφεσης (όπως πρεσβεύει π.χ. ο Πωλ Κρούγκμαν), τέτοια δυνατότητα στην Ελλάδα απλά απουσιάζει εντελώς. Δυστυχώς, δεν υπάρχει «Σχέδιο Γ» (όπως αναζητούσε ο Δ. Μητρόπουλος στα ΝΕΑ της 30/9 πάλι), δεν υπάρχει μαγικό ραβδί ούτε βασιλική οδός. Ο δρόμος της δημοσιονομικής εξυγίανσης ειναι μονόδρομος - η πτώχευση θα έχει πολλαπλώς οδυνηρότερα αποτελέσματα.
Πρέπει τέλος να κατεδαφίσουμε το επιχείρημα ότι με το Μνημόνιο ευημερούν οι αριθμοί αλλά πάσχουν οι άνθρωποι. Αυτή η ρήση (του γερο-Παπανδρέου) υπήρξε ίσως εύστοχη στην εποχή της όταν πράγματι η οικονομική πρόοδος δεν έβρισκε αντανάκλαση στο βιοτικό επίπεδο του μέσου ανθρώπου. Όμως, η ρήση δεν έχει καθολική εφαρμογή, και στην ακραία της μορφή, είναι λαϊκισμός. Τι είναι οι «αριθμοί»; Οι αριθμοί (εάν είναι αξιόπιστοι βέβαια!) εκφράζουν το σύνολο. Το σύνολο δεν ισούται (όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως) με το άθροισμα των μερών. Ένα συν ένα κάνει όχι δύο αλλά ζευγάρι, ρούχα μαζί που πλύθηκαν κι έχουν γίνει ροζ, για να θυμηθούμε και το τραγούδι. Δέκα εκατομμύρια κάνουν μία κοινωνία με διαφορετικά χαρακτηριστικά από μία άλλη φαινομενικά ομοειδή. Και, τι είν’ η πατρίδα μας; - αναρωτιέται ο ποιητής. Μην είναι οι κάμποι της και τ’άσπρα της ψηλά βουνά, κλπ.; Όλα πατρίδα μας, κι αυτά κι εκείνα, και (εδώ είναι το σημαντικό) κάτι πούχουμε μες την καρδιά. Το σύνολο λοιπόν διέπεται από χαρακτηριστικά, θεσμούς, κουλτούρα, εθιμικά εμπεδωμένους κανόνες (και βέβαια ψυχολογία και ιδεολογία, όπως στο ποίημα) που κάνουν ένα σύνολο ενδεχομένως να διαφέρει από ένα άλλο ακόμα και εάν έχουν κοινά άλλα χαρακτηριστικά όπως μέγεθος, παραγωγικότητα, ανθρώπινο κεφάλαιο, κλπ. Η θεωρία λέει πως το σύνολο είναι μία ισορροπία κατά Νας (για την οποία ο αναγνώστης μπορεί να δει άλλη καταχώρηση), η οποία διαφέρει από το άθροισμα των μερών. Αυτές οι διαφορές φυσικά αποτυπώνονται και στο οικονομικό πεδίο. Οι «αριθμοί» λοιπόν εμφανίζουν την εικόνα του συνόλου που διαφέρει από το άθροισμα των εμπειριών (και το ατομικό βιοτικό επίπεδο) των «ανθρώπων». Π.χ. το σύνολο (και η αποτυπωμένη εικόνα του στους αριθμούς) μπορεί να είναι τέτοιο που να μπορεί βάσιμα να κάνει τους ανθρώπους να προσδοκούν ένα καλύτερο μέλλον. Ή, σε μία άλλη οικονομία με το ίδιο ατομικό βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων, το σύνολο μπορεί να είναι τέτοιο που να ωθεί τα άτομα προς τα κάτω. Όπως έχουμε πει κι αλλού, η ευημερία των ατόμων πρέπει να εδράζεται πάνω και να περνάει μέσα από την ευημερία του συνόλου, και όχι να πηγαίνει ενάντια σ’ αυτήν. Είκοσι χρόνια μετά τη ρήση του Γεωργίου Παπανδρέου, άρχισαν να ευημερούν και οι άνθρωποι (επί Ανδρέα Παπανδρέου). Σε σημείο μάλιστα που να αρχίσουν να υποφέρουν οι αριθμοί. Το τι σημαίνει αυτό για την ευημερία τελικά των ανθρώπων χρειάστηκε άλλα είκοσι χρόνια για να το διαπιστώσουμε (επί Γιώργου Παπανδρέου, στον οποίο έλαχε ο κλήρος να βγάλει τα κάστανα από την φωτιά).
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό που ζει σήμερα η Ελλάδα είναι πολύ οδυνηρό, ένας καφκικός εφιάλτης. Ένα ξαφνικό τσουνάμι αλλαγών σε όλο το φάσμα της οικονομικής ζωής, στα δημόσια οικονομικά, σφαλιστικό, εργασιακά, διάρθρωση του δημόσιου τομέα, αλλά και ύφεση, ανεργία, συμπαρασύρει μαζί του και το ηθικό της κοινωνίας, την εμπιστοσύνη της στους θεσμούς, στην ηγεσία της, στον εαυτό της τον ίδιο. Οι ηγεσίες (εκτός της κυβέρνησης σε ρόλο πεισματάρη, γενναίου αλλά κάπως απρόθυμου διαχειριστή) εμφανίζονται ανίκανες να εξηγήσουν γιατί, να περιγράψουν και να εμπνεύσουν λύσεις. Και πολλοί, αγνοώντας και περιφρονώντας τα τεράστια επιτεύγματα των μεταπολεμιικών γενεών τα οποία δεν είναι εν πολλοίς αναστρέψιμα, κάνουν ό,τι μπορούν για να εμφυσήσουν στην κοινωνία ψυχολογία ήττας, ειδικά στους νεότερους.
Ασφαλώς είναι πολύ δύσκολο να αποδεχθεί κανείς με ενθουσιασμό αυτό που συμβαίνει τώρα. Όμως, ακόμα και ένα τμήμα της Αριστεράς (το πιο «πεφωτισμένο») βάζει θέμα αναδιάρθρωσης της παραγωγικής βάσης της χώρας, ως θεμελιακό όρο για να προχωρήσει η χώρα στη νέα εποχή και να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της κρίσης και της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Δεν είναι εύκολη υπόθεση. Απαιτεί οργανωμένο σχέδιο, κοινωνικό συμβόλαιο με καθολική και δίκαιη κατανομή των βαρών, και εθνική συναίνεση. Από την αριστερά, δίκαια ως ένα βαθμό αγανακτισμένη από την κρίση, απαιτεί μία διάθεση ιστορικού συμβιβασμού σε βάθος μιάς γενιάς, διάθεση να γίνουν υποχωρήσεις προκειμένου να αποσοβηθούν τώρα τα χειρότερα, και προκειμένου να μπορέσει αργότερα η χώρα να προσφέρει στα παιδιά μας ό,τι πρόσφερε και σε μας.
ΙΙ. ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟ ΣΧΕΔΙΟ
Η δημοσιονομική εξυγίανση ξεκίνησε το 2010 ελπιδοφόρα, με το έλλειμμα κατεβασμένο στο 9% (αν δεν κάνω λάθος) από το 15,6% (τελικά στοιχεία) του 2009, επίτευγμα ουκ αμελητέο. Τα προβλήματα όμως παραμένουν: Τα έσοδα εμφανίζουν υστέρηση (όπως δηλώνει και το μέτρο πανικού της «περαίωσης»), με αδυναμία πάταξης της φοροδιαφυγής και μείωση εσόδων λόγω ύφεσης. Στο σκέλος των εξόδων, επικρατεί η ίδια ή και μεγαλύτερη δυστοκία, καθώς εκεί ουσιαστική πρόοδος συναρτάται με την (ουσιαστική και επώδυνη) επανίδρυση του κράτους. Υπό το κράτος της ανάγκης για μείωση των εξόδων αλλά και κάτω από την πίεση της τρόικας, η κυβέρνηση επιχειρεί δραστικές παρεμβάσεις στις ΔΕΚΟ που θα είναι βέβαια πολύ οδυνηρές αλλά που (για να πούμε την ωμή αλήθεια) απλά αποσκοπούν στα αυτονόητα. Η ύφεση βαθαίνει με ό,τι αυτό συνεπάγεται (κλείσιμο επιχειρήσεων, απολύσεις, ανεργία), μείωση φορολογικών εσόδων και αύξηση επισφαλειών στις τράπεζες. Όλοι οι τομείς της οικονομικής δρστηριότητας έχουν «καθίσει» με ρυθμό της τάξης του -5% για το 2010. Παράλληλα, και παρά την γενική αναγνώριση (και στο εξωτερικό) ότι η Ελλάδα έχει προχωρήσει σε πολύ γενναία μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης, τα επιτόκια των ομολόγων του δημοσίου παραμένουν σε ιδιαίτερα ψηλά επίπεδα (γύρω στο 10%). Και αυτό γίνεται για μία σειρά λόγους, όχι μόνο γιατί οι αγορές δεν αναγνωρίζουν θυσίες και προσπάθειες (που κι αυτό συμβαίνει, εφ’ όσον ο μόνος θεός που γνωρίζουν είναι το χρήμα), αλλά και και λόγω της ψυχολογίας τους που δίνει στα πράγματα μία δυναμική χιονοστιβάδας (λόγω αυτοεκπληρούμενης προφητείας, κλπ.), αλλά και γιατί θεμελιακά δεν ενδιαφέρονται απλά για μείωση του ελλείμματος αλλά για πρωτογενή πλεονάσματα.
Η αδήριτη αριθμητική του χρέους λέει ότι στο τέλος της τριετίας του Μνημονίου, το κρατικό χρέος θα βρίσκεται γύρω στο 150% του ΑΕΠ (υπολογίζοντας και την μείωση του παρονομαστή του κλάσματος, δηλαδή του ΑΕΠ, που θα επέλθει με την ύφεση), καθιστώντας ιδιαίτερα προβληματική έως αδύνατη την αυτοδύναμη εξυπηρέτησή του και την επιστροφή του ελληνικού δημόσιου τομέα στις διεθνείς χρηματαγορές χωρίς τα δεκανίκια της τρόικας. Πιστοποιώντας λοιπόν την πανθομολογούμενη αυτή δύσκολη κατάσταση, η τρόικα συζητά εδώ και καιρό το ενδεχόμενο να βοηθήσει την Ελλάδα και πέραν της τριετίας. Στην προοπτική αυτή φαίνεται ότι αντιδρούν οι Γερμανοί, ίσως όχι επί της αρχής αλλά γιατί δεν θέλουν να δεσμευτούν από τώρα. Φοβούνται (και μεταξύ μας: εύλογα) πως θα ισχύσει ο περίφημος «ηθικός κίνδυνος» της οικονομικής θεωρίας, δηλαδή ότι όταν η απειλή απομακρυνθεί, θα το ρίξουμε πάλι στο σορολόπ. Ή αλλιώς, ότι θα επαληθευτεί η παλιά ρήση δια στόματος Ντίνου Ηλιόπουλου το «στρίβειν δια του αρραβώνος» (Μνημονίου), ή αλλιώς «θα το παίξουμε Αλέκος» (κι έχουμε αρκετούς από αυτούς, αλλά πάει περίφημα και το «Αντώνης»!), ή αλλιώς δανεικά κι αγύριστα. Η αναβλητικότηα και δυστοκία γύρω από την ελληνική προσπάθεια έχουν τέλος να κάνουν και με τις αμφιταλαντεύσεις σχετικά μα την εξεύρεση συνολικής οικονομικής αρχιτεκτονικής για την Ευρώπη και το ευρώ.
Ίσως γι αυτούς τους λόγους δεν έχουμε πάρει μέχρι σιγμής σαφή δέσμευση επιμήκυνσης του Μνημονίου και της περιόδου αποπληρωμής του χρέους των 110 δις ευρώ. Από την άλλη, όλοι αναγνωρίζουν τις γενναιες προσπάθειες της κυβέρνησης και του ελληνικού λαού, βλέπουν και τα στοιχεία, και όταν έρθει «εκείνη η ώρα», πολύ δύσκολα θ αρνηθούν μία συντεταγμένη, οργανωμένη παράταση των χρονικών ορίων αποπληρωμής. Επίσης, κανείς δεν έχει συμφέρον να αποτύχει η ελληνική δημοσιονομική εξυγίανση, η πρώτη και πιο γενναία τέτοια προσπάθεια – αν αποτύχει, τι μήνυμα θα πάρουν όσες άλλες χώρες τυχόν βρεθούν σε ανάλογες δυσκολίες; Και ακόμα και σε σχέση με τις αγορές και τους ιδιώτες επενδυτές/κερδοσκόπους, αλλιώς θα διαπραγματευτείς επιμήκυνση εάν κάνεις μία γενναία και συστηματική προσπάθεια, και αλλιώς όταν μισο-κοροϊδεύεις. ‘Ετσι λοιπόν, ακόμα και αν έχει δίκιο ο διορατικός οικονομολόγος (αλλά και λάτρης της δημοσιότητας και γνωστή «Κασσάνδρα») Νουριέλ Ρουμπίνι, έχουμε τους όρους να προβούμε σε ελεγχόμενη αναδιάρθρωση του χρέους όταν και αν και σε όποιο επίπεδο αυτό χρειαστεί, έτσι ώστε να μην φαλκιδευτεί η όλη προσπάθεια. Αν αυτό λοιπόν είναι αλήθεια, τότε το όλο πλαίσιο αναφοράς της προσπάθειας ανασυγκρότησης αλλάζει, το άγχος απομακρύνεται, και ο ορίζοντας γίνεται μεσο-μακροπρόθεσμος και όχι μέχρι το 2013.
Η διαπίστωση αυτή δημιουργεί μία σειρά νέα δεδομένα. Στη συνέντευξή του στο ΒΗΜΑ της Κυριακής 19 Σεπτεμβρίου, ο Γερμανός μακροοικονομολόγος Γκούσταβ Χορν μίλησε για την ανάγκη εκπόνησης ενός μεσοπρόθεσμου σχεδίου εξόδου από την κρίση (χωρίς να είναι ιδιαίτερα διεξοδικός). Σε ανάλογο μήκος κύματος ο επίσης Γερμανός (και επιφανές μέλος κάποιου από τα ινστιτούτα οικονομικής πολιτικής που ασκούν σημαντική επιρρροή στη Γερμανία) Χανς Βέρνερ Σιν, και ο (άγνωστος σε εμένα), Γαλλο-αμερικανός «οικονομολόγος-φιλόσοφος» Γκυ Σορμάν («δείτε ποιά Ελλάδα θέλετε να έχετε σε 10 ή 20 χρόνια»). Κατά την γνώμη μου, η έμφαση που δίδουν στον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα είναι ιδιαίτερα σημαντική, τοποθετεί τα πράγματα στο σωστό τους πλαίσιο. Βρίσκεται σε αντίθεση με την σιωπηρή αλλά γενική παραδοχή που επικρατεί σήμερα ότι όλα πρέπει να έχουν τελειώσει αισίως μέχρι το 2013, πράγμα που δημιουργεί άγχος και επιβάλλει βεβιασμένους και λανθασμένους προσανατολισμούς. Με βάση τον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα μπορεί να σχεδιαστεί πιο αποτελεσματικά και νηφάλια η ανασυγκρότηση της οικονομίας. Αλλά επίσης, όλ’ αυτά σημαίνου ότι η λιτότητα αλλά ίσως και ο οικονομικός έλεγχος παρατείνονται, το πιθανότερο μακράν πέραν της τριετίας. Ακόμα πιο πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι οι ισχνές αγελάδες θα διαρκέσουν ίσως και δεκαετία, όπως επεσήμανε και ο εκλιπών κυβερνητικός σύμβουλος Τομάσο Παντόα-Σκιόπα.
Κατά την ταπεινή μου άποψη, οι άξονες πολιτικής σε αυτή την κατεύθυνση είναι:
Μεσοπρόθεσμος ορίζοντας
Συνεχίζουμε αμείωτη την προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης σαν να πρόκειται να αποπληρώσουμε το δάνειο των 110 δις ευρώ στην ώρα του. Ουδεμία χαλάρωση της προσπάθειας, ουδεμία απόκλιση από τον στόχο. Και θα πρέπει να αποφεύγονται μισο-υποσχέσεις του είδους ότι θα δοθεί κοινωνικό μέρισμα σε ένα ή δύο χρόνια. Ασφαλώς και θα δοθεί εάν και όταν υπάρξει η άνετη δυνατότητα, αλλά εάν αρχίσουν τώρα τέτοιες υποσχέσεις, οι ανάλογες προσδοκίες θα έχουν λάβει μορφή χιονοστιβάδας μέχρι το 2013 (που θα είναι και εκλογική χρονιά), καθιστώντας την τήρηση των υπεσχημένων αδύνατη.
Όμως παρασκηνιακά διαπραγματευόμαστε την αναδιάρθρωση του χρέους και των 110 δις αλλά και του ιδιωτικού. Αυτό όχι γιατι δεν μπορούμε να αποπληρώσουμε αλλά για να κερδίσουμε έξτρα ανάσα από την μείωση των τόκων από την επιμήκυνση της περιόδου αποπληρωμής. Και νομίζω πως μπορούμε βάσιμα να ελπίζουμε πως και επιμήκυνση θα δοθεί από την τρόικα και θα μπορέσουμε να αναδιαρθρώσουμε ελεγχόμενα το χρέος που είναι σε ιδιωτικά χέρια. Δεν είναι ανάλγητοι οι ευρωπαίοι, εκτιμούν την προσπάθεια, απλά θέλουν να σιγουρέψουν ότι δεν θα υπάρξει εκτροχιασμός. Και με τις αγορές διαφορετικά θα διαπραγματευτείς όταν έχεις πραγματικά προσπαθήσει απ’ ότι αν έχεις αμελήσει.
Εξηγείται νηφάλια αλλά πειστικά στον ελληνικό λαό ότι οι θυσίες έχουν ορίζοντα δεκαετίας, και πριν την παρέλευσή της τα εισοδήματα (σε πραγματικούς όρους) δεν μπορούν να αποκατασταθούν στα προ της κρίσης επίπεδα. Η οδυνηρή αλλά απλή αλήθεια είναι ότι η άνοδος του βιοτικού επιπέδου τα τελευταία χρόνια ήταν πλασματική και δεν θα έπρεπε να έχει υπάρξει καν (για να μην βάλει την οικονομία σε κίνδυνο). Φυσικά, δεν θα έπρεπε να υπάρξει ούτε η ρεμούλα, η σπατάλη και γενική κακοδιαχείριση, αυτό είναι αυτονόητο. Το βασικό όμως είναι ότι η μητέρα όλων των μαχών από εδώ και μπρος είναι να κρατηθούμε στα τρέχοντα επίπεδα και να μην υπάρξει άλλο πισωγύρισμα. Για να γίνει αυτό, πρέπει να υπάρξει αυτοσυγκράτηση όπως περιγράφηκε πιο πάνω (μαζί με τους όρους της καθολικότητας και συλλογικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης που έχουν αναλυθεί σε άλλα σημειώματα). Εάν αποδεχτούμε αυτόν τον ορίζοντα ως πλαίσιο αναφοράς, μπορούμε να σχεδιάσουμε την οικονομική ανασυγκρότηση χωρίς άγχος, έτσι ώστε όταν τα πράγματα τελικά επανέλθουν σε ανοδική φάση, να μιλάμε για μια οικονομία ισχυροποιημένη, χωίς τον κίνδυνο πισωγυρίσματος.
Αναδιοργάνωση του κράτους
Γίνονται ήδη πολλά, αλλά νομίζω πως πρέπει να γίνουν περισσότερα για την κινητοποίηση σε βάθος της κρατικής μηχανής (όπως και της κοινωνίας – αλλά αυτό είναι άλλο θέμα). Η σε βάθος αναδιοργάνωση του κρατικού τομέα εξυπηρετεί διττό στόχο, και την δημοσιονομική εξυγίανση, αλλά και την ανάδειξη της κρατικής μηχανής σε δύναμη προόδου και όχι τροχοπέδη της Ελλάδας. Εάν φαντασθούμε ποιά Ελλάδα θέλουμε σε 10 ή 20 χρόνια, όπως μας προτρέπει ο Γκυ Σορμάν, τότε θα έλεγα πως η ουσιαστική επανίδρυση του κράτους είναι μακράν η πρώτη προτεραιότητα (εκτός από την αποτροπή της πτώχευσης βέβαια). Η προσπάθεια αυτή θα πρέπει να συνεχισθεί με προγραμματική συνέπεια και βάθος, όχι μόνο για να βελτιωθούν τα δημόσια οικονομικά. Έτσι, ακόμα και στην απευκταία περίπτωση της πτώχευσης, θα έχει υπάρξει ουσιαστικό μακροπρόθεσμο κέρδος για την Ελλάδα.
Η αναδιοργάνωση του κράτους έχει βέβαια δύο όψεις: την ανάδειξη του κράτους σε επιτελικό όργανο της κοινωνίας, με προσφορά υψηλού επιπέδου υπηρεσιών που να προσάδει προς ένα σύγχρονο κράτος, με στήριξη αλλά και ρύθμιση και έλεγχο της κοινωνίας μέσα σε ένα λογικό πλαίσιο κόστους` και την πάταξη της φοροδιοφυγής, τόσο για λόγους εισπρακτικούς αλλά και για λόγους ευρύτερης κοινωνικής πολιτικής, διότι με εκτεταμένη φοροδιαφυγη δεν ξέρεις ποιός δικαιούται κοινωνικής στήριξης.
Η φορολογική πολιτική και πρακτική αποτελεί κομβικό θέμα εδώ, διότι συνδυάζει τις οπτικές γωνίες (και αδυναμίες) τόσο της αναδιοργάνωσης του κράτους όσο και της σχέσης πολιτικής με την δημόσια διοίκηση. Δεν γίνεται φορολογική πολιτική μόνο με το ΣΔΟΕ και την Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων, όσο σημαντικός και άν είναι ο ρόλος αυτών των μηχανισμών μέσα σε ένα ολοκληρωμένο φοροεισπρακτικό σύστημα. Οι πληροφορίες λένε ότι οι εφορίες είναι (τουλάχιστον, ήταν στις αρχές του φθινοπώρου) παράλυτες, οι παλαιοί προϊστάμενοι είναι ακόμα στις θέσεις τους, αλλά το κυριότερο, χωρίς αξιολόγηση, σωρίς σαφείς στόχους και εντολές. Το προσωπικό τελεί υπό διαρκή αβεβαιότητα μετάθεσης που όμως δεν πραγματοποιείται. Οι προϊστάμενοι των εφοριών και οι επιθεωρήσεις θα έπρεπε να είχαν αξιολογηθεί, τοποθετηθεί, κινητοποιηθεί με εγκυκλίους και σεμινάρια καιρό τώρα, και ριχτεί στην μάχη πάταξης της φοροδιαφυγής.
Νομίζω μπορούμε, και οφείλουμε, να το πούμε. Η κυβέρνηση φαίνεται πως πάσχει από κάποια περιφρόνηση προς την διοίκηση και τους υπηρεσιακούς παράγοντες, μία αίσθηση (που οι πολιτικοί σε γενικές γραμμές ίσως πάντα είχαν) ότι ο υπουργός και δύο σύμβουλοι-καπέλο στην υπηρεσία μπορούν να τα ρυθμίσουν όλα ενώ οι υπηρεσιακοί παράγοντες είναι ενοχλητικοί κομπάρσοι, αντίληψη που οδηγεί τελικά σε άγνοια των θεμάτων σε βάθος. Δεν λέμε, το ανθρώπινο κεφάλαιο στην διοίκηση στην Ελλάδα έχει γενικά αφεθεί να ξεπέσει σε χαμηλά επίπεδα, σε σημείο που δεν υπάρχει διοίκηση για να εφαρμόσει την κυβερνητική πολιτική, όμως υπάρχουν πάρα πολλοί φιλότιμοι, εργατικοί, γνώστες των θεμάτων, τελικά επαρκείς δημόσιοι υπάλληλοι. Και τέλος πάντων, αυτούς έχουμε, ο στρατηγικός στόχος είναι να ανεβάσουμε το ποιόν της διοίκησης, αλλά τώρα με αυτό που έχουμε θα προχωρήσουμε. Τα θέματα χρήζουν τεχνικής μελέτης που ξεπερνούν τους ορίζοντες και τις δυνατότητες μεμονωμένων κυβερνήσεων, γι αυτό είναι ανάγκη η ανάδειξη αυτόνομης και αυτόφωτης δημόσιας διοίκησης. Είναι επιτακτική ανάγκη να αλλάξει νοοτροπία και στα δύο αυτά μέτωπα σε όλο το μήκος και πλάτος της κυβερνητικής πυραμίδας αν θέλουμε να έχουμε ουσιαστική ελπίδα εξόδου από την κρίση. Χωρίς μέθοδο και χωρίς κινητοποίηση όλης της κρατικής μηχανής δεν μπορούμε να προσδοκούμε ανασυγκρότηση.
Οι προτάσεις που (ξανα)γίνονται εδώ είναι να θεσπισθούν θέσεις υπηρεσιακών (δηλαδή εκ των ενόντων της υπηρεσίας) υφυπουργών (β’, αν προτιμάτε), που θα γνωρίζουν τα θέματα σε περισσότερο βάθος (όπως οι πάλαι ποτέ 29 κατασκευαστές πλυντηρίων: Αυτοί ξέρουν!) και θα (πρέπει να) συμπληρώνουν το προϊστάμενο πολιτικό προσωπικό που δίνει τις πολιτικές κατευθύνσεις. Αλλά οι πολιτικές πρέπει να ετοιμάζονται από μεικτές επιτροπές πολιτικών-υπηρεσιακών παραγόντων. Οι υφυπουργοί β΄ θα εμφανίζονται περιοδικά ενώπιον των αρμοδίων επιτροπών της Βουλής.
Ανάπτυξη - Έμφαση στην υγιή, δυναμική, μη κρατικοδίαιτη, εξωστρεφή ανάπτυξη. Οι βασικές κατευθύνσεις μπορούν να είναι οι εξής:
- Έμφαση στους τομείς όπου έχουμε συγκριτικό πλεονέκτημα (όπως μου θυμίζει και ο καλός φίλος και συνάδελφος Μανόλης Πικουλάκης αλλά και διάφοροι ξένοι συνάδελφοι), αλλιώς είναι σαν να χτυπάμε το κεφάλι μας στον τοίχο. Πρακτικά μιλώντας, ενισχύουμε με αποτελεσματικές δράσεις την γεωργία και αγροτο-βιομηχανία (ο αγρότης είναι και δημιουργός και επιχειρηματίας που κερδίζει καθημερινά την μάχη ποιότητας-κόστους-αγορών), την σύγχρονη, ήπια κτηνοτροφία, τον αναβαθμισμένο τουρισμό (τομείς που κάποτε είχαν λοιδορηθεί – «κηπουροί και γκαρσόνια της Ευρώπης» - μόνο που όπως έγραψε προ καιρού και η Άννα Δαμιανίδου, το να είσαι σωστό γκαρσόνι κατακτιέται δύσκολα), την ναυτιλία (ο Πειραιάς παγκόσμιο ναυτιλιακό κέντρο), και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τους συναφείς βιομηχανικούς τομείς.
- Κύριος μοχλός πρέπει να είναι νέου τύπου ενώσεις αγροτών στον αγροτικό τομέα (οι γνωστοί Συνεταιρισμοί μάλλον πνέουν τα λοίσθια), και επενδυτικά-αναπτυξιακά κεφάλαια σε συνεργασία του δημοσίου με ιδιώτες τράπεζες και επενδυτές. Με άλλα λόγια, επανασυστήνεται η ΕΤΒΑ σε σύγχρονη βάση που μπορεί να μπαίνει συνεταίρος επιλεκτικά σε αξιόλογα νέα επιχειρηματικά σχήματα διαφόρων χαρακτηριστικών (τεχνολογικής αιχμής, περιφερειακό, νέων, γυναικών, κλπ).
- Πιστεύω πως πρέπει να ξαναμπεί στο τραπέζι η παλιά ιδέα του Νίκου Χριστοδουλάκη (γιατί λείπει ο ΝΧ από την προσπάθεια ανασυγκρότησης της χώρας;) περί στήριξης επιχειρήσεων- εθνικών πρωταθλητών (στο μέτρο του επιτρεπτού βέβαια). Ναι μεν στηρίζουμε εκεί που έχουμε πλεονέκτημα, αλλά δεν μπορούμε να αφεθούμε να μας οδηγήσει μόνο η αγορά – χρειάζεται παρέμβαση με κρατική πολιτική. Το θέμα είναι και λεπτό και βαθύ. Η οικονομική θεωρία του εμπορίου παίρνει αρκετά σαφή θέση ενάντια σε τέτοια πολιτική (που θα οδηγήσει ενδεχομένως σε σπατάλη πόρων σε τομείς όπου δεν έχουμε πλεονέκτημα άρα καταδικασμένους, που θα γίνει βορά συμφερόντων, κλπ) αλλά από την άλλη κάποιες επιχειρήσεις μπορούν να γίνουν μοχλός και πόλος ανάπτυξης και για άλλες. Τις χρειαζόμαστε, ειδικά στον βιομηχανικό τομέα.
- Υποδομή. Μπορούμε και πρέπει να διαπραγματευτούμε με την Ευρώπη την ειδική ενίσχυση των επενδύσεων που θα αποτελέσουν έναν βασικό μοχλό. Επιτακτική ανάγκη (έγραψε σχετικα και ο Α. Καρακούσης στο Βήμα προ ημερών).
- Εκμετάλλευση της γεω-οικονομικής θέσης της χώρας (ΝΑ πύλη της Ευρώπης). Αυτό όμως δεν γίνεται με ελλιπή και προβληματική υποδομή, με τον σιδηρόδρομο-μουτζούρη και γέφυρες που (προς το παρόν τουλάχιστον) δεν οδηγούν πουθενά. Έτσι, ξαναγυρνάμε στις επενδύσεις υποδομής. Μία μακρόπνοη και γενναία στρατηγική είναι η αναβάθμιση των σιδηροδρομικών συνδέσεων με βόρεια και βορειοανατολική Ευρώπη, με ευρωπαϊκά κεφάλαια βέβαια. Πρέπει να τα διεκδικήσουμε.
- Και φτάνουμε αισίως στον ΟΣΕ. Δυστυχώς, ο σιδηρόδρομος δεν βρέθηκε ποτέ ψηλά στην ατζέντα (για να το πούμε ευγενικά) της πολιτικής ηγεσίας της χώρας, ανεξαρτήτως χρώματος – αλλά ίσως ούτε και της κοινωνίας. Όμως, σε καιρούς που ο σιδηρόδρομος αναβαθμίζεται εκ νέου στην Ευρώπη, σχεδιάζοντας να ανταγωνιστεί σοβαρά το αεροπλάνο στις μικρο-μεσαίες αποστάσεις, εμείς πρέπει να «προκάνουμε» να αναβαθμίσουμε τον μουτζούρη. Νομίζω πως τα παραδοσιακά σχήματα έχουν πλέον ξεπεραστεί, και πρέπει να γυρίσουμε σελίδα. Προτείνεται η πλήρης ιδιωτικοποίηση του μεταφορικού έργου (ΤΡΑΙΝΟΣΕ) με παράλληλη ανάπτυξη-βελτίωση της υποδομής με ΣΔΙΤ. Η υποδομή θα ανήκει σε κοινοπραξία του υπό δημόσιο έλεγχο ΟΣΕ και των μεταφορικών και κατασκευαστικών εταιρειών, με προσαρμογή των μεριδίων καθώς θα βελτιώνεται η υποδομή.
- Ξένες επενδύσεις. Ακούγεται ωραίο και επικοινωνιακό (το λες και μπουκώνει το στόμα σου, όπως θάλεγε κι ο Καραγκιόζης). Το θέμα είναι τι γίνεται στην πράξη, και αν οι επενδύσεις που θα έρθουν (εάν...) θα είναι προς το μακροπρόθεσμο συμφέρον της χώρας (με μεταφορά κεφαλαίων, τεχνογνωσίας, δημιουργία θέσεων εργασίας) ή θα είναι νεοαποικιακού τύπου (καζίνα και ξενοδοχεία στα καμένα για ποιός ξέρει τι καρυδιάς καρύδια). Σε γενικό επίπεδο είναι σαφές τι εμποδίζει τις ξένες επενδύσεις: η δυσανάλογη σχέση κόστους-παραγωγικότητας, το μικρό μέγεθος της χώρας, η γραφειοκρατία, η διαφθορά, η απελπιστικά αργή Δικαιοσύνη, ίσως και άλλα όπως η υψηλή φορολογία (σε σχέση ειδικά με τους γείτονες, μερικοί πό τους οποίους έχουν φορολογία επιχειρήσεων της τάξης του 15%). Κάποιοι από αυτούς τους παράγοντες αλλάζουν, δύσκολα αλλά αλλάζουν, κάποιοι όχι. Το ουσιαστικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι πως θα «προσελκύσουμε» επενδύσεις, είναι τι κάνουμε στα παραπάνω μέτωπα. Αν θέλετε, τι κάνουμε για να κρατήσουμε τις υπάρχουσες επιχειρήσεις σε μία εποχή ραγδαίας αποβιομηχάνισης. Γι αυτό, θα πρότεινα στον κ. Παμπούκη να αναλάβει τις εξής δράσεις (και αρμοδιότητες!). Να αναλάβει να διερευνήσει σε βάθος τι συνέβη με τα υδροπλάνα του ελληνοκαναδού κ. Πατέλλη, ο οποίος επιχείρησε (και επένδυσε) να φέρει την εκ πρώτης όψεως άριστη ιδέα του στην γενέθλια γη, αποσπώντας πολλούς επαίνους από «αρμοδίους» υπουργούς της ΝΔ (που χωρίς άλλο είχαν στόχο την προσέλκυση επενδύσεων) και συναντώντας απαγορευτικά προσκόμματα στην πράξη. Ομοίως, να αναλάβει να διερευνήσει σε βάθος τι γίνεται με την Κινεζική Cosco, που βλέπει απηυδισμένη να μην τηρούνται όσα συμφωνήθηκαν και έγιναν νόμος του κράτους πριν λίγους μήνες (δηλαδή, χθές!) και να απειλεί να αποχωρήσει σύσσωμη από την Ελλάδα. Θα μπορούσε περαιτέρω ο κ. Παμπούκης να συντάξει λεπτομερή σχετική έκθεση (με ορίζοντα π.χ. έξι μηνών) που να υποβάλει στην Βουλή προς συζήτηση, με εξειδικευμένες προτάσεις για το τι πρέπει να αλλάξει και πως (που καθυστέρησαν οι υπηρεσίες, που διαφώνησαν, πως μπορεί να επιταχυνθεί η διυπουργική συνεργασία, κλπ). Έγκριτος νομικός ο κ. Παμπούκης θα βρει ασφαλώς ενδιαφέρον σε ένα τέτοιο πόνημα, το οποίο θα απαιτήσει χωρίς αμφιβολία κόπο. Αλλά είναι σίγουρο ότι μια τέτοια εργασία θα έχει πολλή περισσότερη ουσία και αξία για την γενικότερη επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των ξένων επενδύσεων, από τα ταξίδια για «προσέλκυση επενδύσεων».
- Συγχαρητήρια σε Βενιζέλο-Μπεγλίτη-υπηρεσιακούς παράγοντες του ΥΠΕΘΑ για την επιτυχή κατάληξη των διαπραγματεύσεων με την ThyssenKrupp/HDW και την Abu Dabi Mar για το μέλλον των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά και των εκκρεμουσών παραγγελιών του Πολεμικού Ναυτικού. Φαίνεται πως με σκληρή και μεθοδική δουλειά, επίπονες διαπραγματεύσεις, και σε βάθος γνώση του θέματος, οδηγηθήκαμε σε μία συμφωνία που διασφαλίζει κατά τον καλύτερο τρόπο το ελληνικό δημόσιο συμφέρον. Μία συμφωνία που δείχνει τον δρόμο για το πώς γίνεται η προσέλκυση (ουσιαστικών) επενδύσεων και που προετοιμάζει το έδαφος για μία ισχυρότερη βιομηχανικά, παραγωγικά Ελλάδα της επόμενης μέρας.
Πολιτιστική επανάσταση
Ναι, πολιτιστική επανάσταση. Το άκουσμά της προκαλεί ρίγος, αλλά εδώ υπάρχει μπόλικο και μακροπρόθεσμο διακύβευμα. Εάν αναρωτηθεί κανείς εάν φταίει η πολιτική για το χάλι της οικονομίας/κοινωνιας ή το αντίστοροφο, ίσως η καλύτερη απάντηση είναι ότι ισχύουν και τα δύο. Το γαϊτανάκι οικονομίας/κοινωνίας και πολιτικής (όπως το έχουμε ονομάσει - ή αλλιώς βάσης και εποικοδομήματος) μπορεί να δίδει πλέον της μίας ισορροπίες κατά Νας (δηλαδή, όπως έχουμε γράψει, παγιωμένες καταστάσεις από όπου κανένα άτομο – είτε ιδιώτης είτε επιχείρηση, είτε πολιτικός – δεν έχει ατομικό συμφέρον να παρεκκλίνει), μία εκ των οποίων είναι και η γνώριμή μας ισορροπία της βαλκανικού τύπου υπανάπτυξής μας. Όπου η γνωστής ποιότητης πολιτική (του θα-θα-θα, της μίζας, κλπ) αφήνει την οικονομία και κοινωνία στην στασιμότητά της, και η αναιμική οικονομία και αχειραφέτητη κοινωνία διαιωνίζουν την πολιτική της μετριότητας. Και το χειρότερο, εθιζόμαστε σε αυτήν την κατάσταση γιατί αυτήν μαθαίνουμε από τα γεννοφάσκια μας, χωρίς να προσφέρεται άλλο πρότυπο. Έτσι, η βαλκάνιά μας ισορροπία «κλειδώνει» διπλά. Η υπανάπτυξη είναι πάνω απ’ όλα στο μυαλό μας, όπως εκεί είναι και η πατρίδα μας κατά τον ποιητή. (Άλλωστε και ο ποιητής αναφέρεται σε μία πατρίδα κάποιας ανώτερης ποιότητας, άρα προσβλέπει σε μία ισορροπία κατά Νας υψηλότερου επιπέδου!) Γι αυτό χρειαζόμαστε αλλαγή νοοτροπίας και μοντέλου συμπεριφοράς, προς κατεύθυνση πιο συνεργατική, συναινετική και λιγότερο συγκρουσιακή (είμαστε όλοι μαζί στην ίδια βάρκα, και εάν τραβάμε προς διαφορετικές κατευθύνσεις η βάρκα θα βουλιάξει – αυτό βέβαια χωρίς να παραγνωρίζουμε τις υπαρκτές και σημαντικές αντιθέσεις), σε κατεύθυνση υψηλού επαγγελματισμού και μακροπρόθεσμης προοπτικής (και όχι λαμογιάς – που δυστυχως κυριαρχεί και, ή μήπως κυρίως;, στον ιδιωτικό τομέα), σε κατεύθυνση εν τέλει εμπέδωσης θεσμών, κανόνων και καταστατικών διαδικασιών μέσα στις οποίες όλοι λειτουργούμε (και δεν κάνουμε όπως βρούμε). Λειτουργούμε σαν ομάδα, βάζοντας το σύνολο πάνω από το άτομο (ασφαλέστατα διαφυλάσσοντας τις ατομικές ελευθερίες), αυτό θα πρέπει να είναι το κεντρικό σύνθημα για την επιβίωση της Ελλάδας στις νέες συνθήκες.
ΙΙΙ. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΦΕΥΧΘΕΙ
Τέλος, ας κάνουμε τέσσερις «αρνητικές» προτάσεις, τέσσερα πράγματα που «δεν» πρέπει να γίνουν:
- Ας μην αποδειχθεί η κρίση η κερκόπορτα του νεοφιλελευθερισμού. Π.χ., βλέπε την επιστολή στις αρχές του φθινοπώρου των επιφανών οικονομολόγων, του (νομπελίστα πλέον) Χριστόφορου Πισσαρίδη και των Κώστα Αζαριάδη και Γιάννη Ιωαννίδη στην Καθημερινή, όπου σε μεγάλο βαθμό τα αναπτυξιακά (ή μήπως «αναπτυξιακά»;) μέτρα έχουν νεοφιλελεύθερη πνοή. (Δεν μπορεί να διαφωνήσει βέβαια κανείς με πολλές από τις προτάσεις που κάνουν, όπως αυτές που βρίσκονται στην κατεύθυνση της πάταξης της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς, εξορθολογισμού του κράτους και της κοινωνικής ασφάλισης, ανάπτυξης υποδομής.)
- Μην ατονήσουν οι ουσιαστικές δημόσιες και κοινωνικές υπηρεσίες υπό το βάρος (ή το πρόσχημα) της συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα όπως έγραψε και ο Γεράσιμος Μοσχονάς προ καιρού στα ΝΕΑ (12-10-10).
- Μην αυξηθεί η ανισοκατανομή του εισοδήματος, τάση που παρατηρείται και διεθνώς αλλά και εντείνεται με την κρίση.
- Μην ξεπουληθεί η Ελλάδα σε εμίρηδες που θα την κάνουν (κακόγουστα και τερατώδη) ξενοδοχεία και καζίνα. Παράκληση/προτροπή: Όχι άλλα καζίνα. Όχι μόνο γιατί είναι νεοαποικιακού τύπου «επενδύσεις», αλλά και για λόγους κοινωνικής ευαισθησίας. Ας ρίξει μια ματιά ο/οι κ. Υπουργός/οί τι γίνεται π.χ. στην Κορινθία που «στέγνωσε» καθώς τα «ακούμπησε» όλα στο καζίνο (διεπόμενη ασφαλώς και από άγνοια και από την αφελή αντίληψη ότι το καζίνο είναι εκεί για να μοιράζει χρήμα). Τέτοια «ανάπτυξη» ας λείπει. Επίσης, θα έλεγα να έχουμε όσο το δυνατό λιγότερα με κάποιον συνταγματάρχη που άμα του δώσεις χειραψία, το χέρι σου μετά θα όζει για πολύ καιρό.
Φυσικά, δεν είμεθα αιθεροβάμονες. Αυτά όλα σε κάποιο βαθμό θα συμβούν (διατί να το κρύψωμεν άλλωστε...). Θα συμβούν για αντικειμενικούς λόγους (γιατί συμβαίνουν παντού, γιατί οι άμεσες προτεραιότητες είναι τώρα διαφορετικές, γιατί σε τελική ανάλυση τι μπορεί να κάνει η κυβέρνηση/δημόσιος τομέας, πόσο μπορεί να ανασχέσει τάσεις που ίσως είναι αδήριτες) αλλά και υποκειμενικές αδυναμίες (σαν κι αυτές που περιγράφηκαν παραπάνω). Είναι και οι θεμελιώδεις αδυναμίες της δημοκρατίας που παίζουν ρόλο (παρ’ ότι είναι μακράν το καλύτερο πολίτευμα, ας μην παρεξηγηθούμε): Μία κυβέρνηση που θα παλέψει για την επιβίωσή της το αργότερο σε τρία χρόνια, πόσο ορίζοντα μπορεί να έχει; Δεν θα πρέπει ως τότε να έχει περαιώσει (για να χρησιμοποιήσουμε τρέχουσα ορολογία!) την δημοσιονομική εξυγίανση έστω και με μεθόδους που αντιβαίνουν εν μέρει στο μακροπρόθεσμο δημόσιο συμφέρον; Και πόσο γενναία μπορεί να είναι, ειδικά όταν απέναντί της έχει μία τελείως ακατάληπτη αλλά και κυνική αξιωματική αντιπολίτευση; Έτσι λοιπόν τα παραπάνω θα συμβούν σε κάποιο βαθμό. Είναι το τίμημα της κρίσης, γι αυτό και (πρέπει να) είναι κυρίαρχος ο στόχος να μην ξαναφτάσουμε σε αυτό το σημείο. Η γενναιότητα και ψυχραιμία της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και του Γιώργου Παπανδρέου προσωπικά δεν αμφισβητούνται. Τώρα που ο φόβος του γκολ (το όντως εφιαλτικό σενάριο της πτώχευσης) δείχνει κάπως να αποσοβείται, χωρίς να χαλαρώνει την δημοσιονομική προσπάθεια, πρέπει να παλέψει, έστω και μέσα στην καταιγίδα, για να βρει η επόμενη μέρα την Ελλάδα μία πράγματι καλύτερη χώρα.
Μανόλης Αναγνωστάκης
Ήρωά μου, αίνιγμά μου, ανθρωπάκο καθημερινέ!
Σ’ έχω συνεταίρο/ για τα περαιτέρω,/ ένοχε μαζί κι αθώε μου εαυτέ!...
Μανόλη Ρασούλη, τραγούδι Β. Παπακωνσταντίνου
Ήταν παγιδευμένοι στη μικρή πολιτεία και στη μεγάλη αμηχανία τους.
Γιόζεφ Ροθ, Το εμβατήριο Ραντέτσκυ, μτφ. Δ. Δημοκίδης, Εκδόσεις Ροές 2009, σ.141
Οι άνθρωποι που έχουν ευνοηθεί με τέτοιου είδους κατάρα δεν ξέρουν ούτε πόσα έχουν, ούτε πόσα ξοδεύουν. Αντλούν μόνιμα από μιαν αόρατη πηγή. Δεν κάθονται να υπολογίσουν. Έχουν την πεποίθηση ότι η περιουσία τους αποκλείεται να είναι μικρότερη από την μεγαλοψυχία τους.
Στο ίδιο, σ. 392
-Μωρέ κεφαλές του χωριού! Μουρμούρισε ο Μανολιός κι αναστέναξε. Ο ένας ροχαλίζει, ο άλλος μεθοκοπάει, διαβάζει ο άλλος, κι ο γερο-εξηνταβελόνης κάθεται και κλωσάει τα φλουριά του...
Νίκου Καζαντζάκη Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, εκδόσεις Ελ. Καζαντζάκη 1974, σ. 40
[Δ]ύσκολο δρόμο παίρνουμε, Πέτρο, θα μας ριχτούν οι ανθρώποι, ποιός θέλει τη σωτηρία του; Πότε σηκώθηκε ένας προφήτης να σώσει το λαό κι ο λαός δεν τον λιθοβόλησε; Δύσκολο δρόμο παίρνουμε, κράτα στα δόντια την ψυχή σου, Πέτρο, μη φύγει [.]
Νίκου Καζαντζάκη, Ο τελευταίος πειρασμός, Εκδόσεις Καζαντζάκη 2008, σ. 303
Μια φωνή μου λέει προχώρα,/ δεν τελειώνει εδώ η χώρα.
Τα μεγάλα μου λάθη, μουσική Γ. Σπάθας, στίχοι Λ. Νικολακοπούλου, τραγούδι Β. Λέκκας
Ο παπα-Φώτης έσυρε πάλι φωνή: -Δεν θα χαθούμε! Χιλιάδες χρόνια ζούμε, χιλιάδες ακόμα θα ζήσουμε. ... «Τι καπετάν παπάς και τούτος! Συλλογίστηκε ο καπετάν Φουρτούνας. Τι φωτιά, τι κέφι, τι κουράγιο, ο αφιλότιμος.»
Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, όπως παραπάνω, σ. 43.
«Πιστεύω ότι θα τα καταφέρουν», λέει ο Αλ Χόλαντ, ψυχολόγος της ΝΑSΑ που βοηθά στην επιχείρηση. «Αυτοί οι άνδρες [Σημ.: οι εγκλωβισμένοι μεταλλωρύχοι στο Σαν Χοζέ της Χιλής] είναι γενναίοι, ανθεκτικοί και έδειξαν ότι μπορούν να οργανωθούν. Κρατούν την τύχη τους στα χέρια τους». [NEA 6-9-10 – Σημ.: Αυτή η πρόβλεψη έγινε περίπου ενάμισυ μήνα πριν την επιτυχή διάσωση των εγκλωβισμένων, όταν η έκβαση της προσπάθειας διάσωσης ήταν ακόμα τελείως αβέβαιη.]
«Τότε ήταν διαφορετικά τα πράγματα», απάντησε ο Σκόβρονεκ. «Ούτε καν ο Κάιζερ φέρει σήμερα την ευθύνη για τη μοναρχία του. Ακόμη κι ο Θεός μοιάζει σήμερα πλέον απρόθυμος να σηκώσει στις πλάτες του την εθύνη για τον κόσμο. Παλιά ήταν πολύ ευκολότερα τα πράγματα! Τα πάντα ηταν εξασφαλισμένα. Το κάθε πετραδάκι βρισκόταν στη θέση του. Οι δρόμοι της ζωής ήταν καλοστρωμένοι. Σήμερα όμως, κύριε Περιφερειακέ, οι πέτρες βρίσκονται πεταμένες εδώ κι εκεί μέσα στο δρόμο, οι σκεπές έχουν τρύπες και μέσα στα σπίτια βρέχει, κι ο καθένας πρέπει να βρει μόνος του τι δρόμο θα τραβήξει και σε ποιό σπίτι θα πάει να μείνει. [...]»
Το εμβατήριο Ραντέτσκυ, όπως παραπάνω, σ. 359
Η καρδιά χτυπάει πάντα αριστερά...
Όσκαρ Λαφονταίν
...μα το μυαλό είναι στο κέντρο.
ΧΤ
16 μήνες μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, η κατάσταση στον οικονομικό τομέα (όπως και συνολικότερα) εμφανίζεται συγκεχυμένη. Έχει επιτευχθεί αδιαμφισβήτητη πρόοδος στα δημόσια οικονομικά. Μέσα σε σχεδόν ένα χρόνο έχει περάσει ένα πακέτο λιτότητας που θα ζήλευαν και οι πιο αποφασισμένες κυβερνήσεις και συνειδητοποιημένες κοινωνίες (ή και οι πιο φανατικοί υπέρμαχοι του νεοφιλελευθερισμού), πράγμα που αναγνωρίζεται και από την μεταστροφή του κλίματος στο εξωτερικό, Το πακέτο διάσωσης βρίσκει μιμητές στην Ιρλανδία και ενδεχομένως και αλλού, οι κεφαλές της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας οικονομικής δικυβέρνησης πηγαινοέρχονται στην Αθήνα, ενώ η κρίση τείνει να εξελιχθεί σε συστημική του ευρώ (με ευθύνη όχι μόνο δική μας). Το κλίμα στο εσωτερικό είναι σχετικά ήπιο, δεδομένων των σκληρών μέτρων, και ο ελληνικός λαός έχει δείξει πρωτοφανή ωριμότητα, όμως ο κίνδυνος γενικευμένης αμφισβήτησης και κοινωνικών εκρήξεων δεν έχει αποσοβηθεί πλήρως (όπως μας θύμισε και το επεισόδιο της Νομικής). Τα επεισόδια στην Βρετανία τα σχετικά με το Πανεπιστήμιο εκεί δείχνουν η νεανική (κυρίως) οργή και βία εξαπλώνονται, σηματοδοτώντας το τέλος των κοινωνιών της συναίνεσης.
Παρά την πρόοδο στα δημόσια οικονομικά όμως, η κατάσταση δεν λέει να ξεκαθαρίσει. Το πρόβλημα είναι διπλό: Πρώτα, όπως εύστοχα έγραψε ο Γιάννης Πρετεντέρης στα ΝΕΑ της 31-1-2011, λύσαμε το πρόβλημα του ελλείμματος αλλά όχι και του χρέους. Δεύτερο, η Ελλάδα σημείωσε το 2010 αρνητική ανάπτυξη της τάξης του -5%, με όλες τις συνέπειες στην ανεργία, κλείσιμο επιχειρήσεων, εισοδήματα, κλπ. Και στα δύο αυτά μείζονα προβλήματα κομβικό εμφανίζεται το ζήτημα της ανάπτυξης. Αυτή τελικά ρυθμίζει και την εξέλιξη του χρέους, ως ποσοστό επί του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ). Δείτε γιατί: Η μεταβολή του λόγου χρέους-ΑΕΠ ισούται με το έλλειμμα (% επί του ΑΕΠ) μείον το γινόμενο χρέος (% επίτου ΑΕΠ) επί τον ρυθμό ανάπτυξης. Η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου κατάφερε με τις προσπάθειές της να μειώσει το έλλειμμα από 15% σε 9% (περίπου) του ΑΕΠ, κέρδος της τάξης του 6%. Παράλληλα όμως, ο ρυθμός ανάπτυξης -5% επί το χρέος (=150% του ΑΕΠ) μας δίνουν μεταβολή του χρέους = 9% - 1.5 χ (-5%) = 16.5%. Δηλαδή το χρέος (% επί του ΑΕΠ) συνεχίζει να ανεβαίνει ραγδαία, όχι μόνο γιατί συνεχίζει να υπάρχει έλλειμμα αλλά και γιατί συρρικνώνεται το ΑΕΠ στη βάση του οποίου υπολογίζεται τελικά ο βαθμός χρέωσης της χώρας. Αλλά όχι μόνο αυτό: Το κέρδος από την μείωση του ελλείμματος ισοφαρίζεται και με το παρπάνω από τον αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης. Δηλαδή, θα είμασταν καλύτερα (όσον αφορά το λόγο χρέους-ΑΕΠ) εάν είχαμε π.χ. το παλιό έλλειμμα (15%) με στάσιμο (αλά όχι πτωτικό) ΑΕΠ (15%-1.5χ0=15%). Έτσι, αναδεικνύονται δύο μείζονα θέματα που ήδη καθορίζουν την ατζέντα αλλά και θα την καθορίζουν στον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, δηλαδή η μεθοδολογία και οι τεχνικές διαχείρισης του χρέους, και η στρατηγική της ανάπτυξης. Το βασικό ερώτημα που αναφύεται είναι τι είδους ανάπτυξη ζητάμε. Το κεντρικό νόημα του παρόντος σημειώματος είναι ότι δεν μπορεί να είναι κρατικοδάιτη ανάπτυξη του τύπου «χρήμα στην αγορά», πρέπει να είναι εξωστρεφής, καινοτόμος, δυναμική, βιώσιμη ανάπτυξη.
Ο σκοπός αυτού του σημειώματος (που γράφεται εδώ και πολύ καιρό) είναι να προτείνει κάποιους βασικούς άξονες προβληματισμού για το πολιτικο/ιδεολογικό υπόβαθρο του Μνημονίου αλλά και του εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης, και να συμβάλει στο μέτρο του δυνατού στον προβληματισμό για το πώς μπορούν τα πράγματα να προχωρήσουν στο εξής.
Ι. ΠΟΛΙΤΙΚΗ/ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑΣ
Έχει γραφτεί επανειλλημμένα πως πολιτικό σχέδιο εξόδου από την κρίση δεν υπάρχει. Το Μνημόνιο δεν αποτελεί ολοκληρωμένο σχέδιο, του λείπει η ιδεολογική και πολιτική κάλυψη. Δύσκολο να διαφωνήσει κανείς: Το Μνημόνιο αποτελεί μόνο το επιχειρησιακό τμήμα του σχεδίου, και μάλιστα θα έλεγε κανείς ότι είναι λιγότερο πειστικό στο καθ’ εαυτού νεοφιλελεύθερο μέρος του – φιλελευθεροποίηση της αγοράς εργασίας, ιδιωτικοποιήσεις (όπως-όπως) – απ’ ό,τι στο σκέλος της δημοσιονομικής εξυγίανσης. Βέβαια, υπάρχει ένα βασικό ελαφρυντικό για το ότι το κυβερνών κόμμα (ούτε κανείς άλλος βέβαια) δεν έχει εκπονήσει ένα τέτοιο σχέδιο, κι αυτό είναι το καινοφανές των συνθηκών. Η βραχύβια πλην ολέθρια διακυβέρνηση Καραμανλή επέτεινε και ανέδειξε όλα τα αδιέξοδα (κυρίως οικονομικά, αλλά και ευρύτερα κοινωνικά) όλης της μεταπολεμικής/μεταπολιτευτικής Ελλάδας: Επίπλαστη ευμάρεια, συρρίκνωση της παραγωγικής/βιομηχανικής βάσης, επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας κυρίως σε σχέση με διεθνείς συγκρίσεις, αδυναμία διαχείρισης της παγκοσμιοποίησης, όλ’ αυτά ενώ η δυναμική της σύγκλισης τείνει να εξαντληθεί και ενώ η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη πνέει τα λοίσθια (όπως έδειξε και η κρίση), δημογραφική κατάρρευση με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνική ασφάλιση, υπερδιόγκωση ενός αντιπαραγωγικού κρατικού τομέα, ελλείμματα εσωτερικά και εξωτερικά, προϊούσα ανισοκατανομή εισοδήματος και «οριζόντια» και μεταξύ γενεών, γενικευμένη φαυλότητα, περιβαλλοντική υποβάθμιση. Όλ’ αυτά ανεφύησαν «ξαφνικά» - τι βολικός μύθος. Δεν πήρε είδηση κανείς μας ότι γύρω μας κτίστηκαν καβαφικά (και ασφυκτικά) τείχη. Αλλά τέλος πάντων, η αδυναμία κατανόησης των παραπάνω ασφαλώς φέρνει και αδυναμία εκπόνησης ενός προγράμματος και ιεράρχησης των προτεραιοτήτων.
Νομίζω πως η εκπόνηση σωστού σχεδίου ξεκινάει από την νηφάλια περιγραφή της κρίσης. Η τωρινή κρίση είναι απλά η κορυφή του παγόβουνου, το επιστέγασμα μιάς σειράς άλλων, βαθύτερων αδυναμιών όπως περιγράφτηκαν συνοπτικά πιο πάνω. Όπως ίσως θα πρέπει να αναλυθεί πιο διεξοδικά αλλού, κανένα από τα βαθύτερα αυτά προβλήματα δεν είναι πρόβλημα «ελλείμματος ζήτησης», το οποίο εντόπισε ο Κέυνς ως την βασικη γενεσιουργό αιτία της μεγάλης οικονομικής κρίσης του Μεσοπολέμου, και πάνω στην οποία βασίστηκε η λογική του κεϋνσιανισμού. Στις περισσότερες βιομηχανικές χώρες υπάρχει πλεόνασμα, όχι έλλειμμα, ζήτησης, το οποίο αντανακλάται ευθέως άλλωστε και στο εξωτερικό έλλειμμα (τρεχουσών συναλλαγών). Έτσι, κατά την ταπεινή μου γνώμη που ενδέχεται να γίνει αντικείμενο σφοδρής κριτικής καθώς σπάει ταμπού, ο κεϋνσιανισμός δεν προσφέρει πλέον γενικό οδηγό πλεύσης για τις (μετα-;)βιομηχανικές χώρες του πρώιμου 21ου αιώνα. Ο κεϋνσιανισμός έχει κάτι χρήσιμο να πει για την ύφεση που δημιουργείται από τις περικοπές, αλλά όχι για το πώς βελτιώνονται οι διαρθρωτικές αδυναμίες που αναφέρθηκαν. Ούτε βέβαια ασπάζομαι τους νεοφιλελεύθερους, μονεταριστές ή άλλους. Η αλήθεια είναι (νομίζω) πως δεν υπάρχει «γενική θεωρία» για να μας οδηγήσει σήμερα όχι μόνο για το πώς θα ξεπεραστεί η κρίση αλλά και για το μετά.
Όχι μόνο δεν προσφέρει πυξίδα ο κεϋνσιανισμός, αλλά η κεντρική του λογική (ότι η επεκτατική πολιτική ενεργού ζήτησης αποτελεί το κλειδί για τη επίλυση της ύφεσης) αντιβαίνει στην επίλυση των διαρθρωτικών αδυναμιών. Η βελτίωση των κεντρικών διαρθρωτικών αδυναμιών (η παραγωγική αναδιάρθρωση σε πιο εξωστρεφή και δυναμική κατεύθυνση, η άνοδος της παραγωγικότητας, η μείωση των εσωτερικών και εξωτερικών ελλειμμάτων) απαιτεί (δυστυχώς) περισσότερες αποταμιεύσεις και επενδύσεις, και μείωση της κατανάλωσης, ιδιωτικής και κρατικής. Δεν είναι ικανοί όροι αυτοί, χρειάζονται και πολλά άλλα, όπως μελετημένη και συνεπής κεντρική καθοδήγηση, κινητοποίηση της κοινωνίας, κλπ. Αλλά η μείωση της κατανάλωσης και η αύξηση αυτών «που βάζουμε στην άκρη» (για το μέλλον και για να αυγαταίνει το βιός) είναι αναγκαίος όρος. Δεν γίνεται αλλιώς. Και εδώ λοιπόν έγκειται η ελληνική τραγωδία. Ο κατηραμένος όφις του Μνημονίου δεν είναι καθόλου κατηραμένος, αλλά μας δείχνει τον δρόμο που πρέπει να βαδίσουμε στο μέλλον, από μόνοι μας και όταν ακόμα απαγκιστρωθούμε από την επιτήρηση, εάν βέβαια σαν κοινωνία συνολικά βρούμε το θάρρος να οργανωθούμε ανάλογα, και δεν αφήσουμε τα πράγματα στην τύχη.
(Για να το ελαφρύνουμε και λίγο, ας θυμηθούμε έναν μύθο του Αισώπου. Ήταν ένα αγρόκτημα λοιπόν, όπου κάθε πρωΐ, ο κόκορας λαλούσε στις έξι, και οι κυρά του σπιτιού ξύπναγε τους υπηρέτες για να πάνε στο παζάρι. Κάποια μέρα, οι υπηρέτες απηυδισμένοι σφάξανε τον κόκορα για να γλυτώσουνε το πρωϊνό ξύπνημα. Όμως, η κυρά δεν εφησύχασε. Τώρα πρέπει να έχω μόνη μου το νου μου, σκέφτηκε. Και ξύπναγε τους υπηρέτες τώρα πια από τις πέντε για να μην τους πάρει ο ύπνος και αργήσουν. Λοιπόν βάλτε στη θέση του κόκορα την τρόϊκα, και της κυράς το μυαλωμένο τμήμα του ελληνικού λαού και των υπηρετών το άμυαλο, να δούμε τι βγαίνει. Το «ηθικό δίδαγμα» είναι ότι θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί και ακόμα περισσότερο για να διασφαλίσουμε το μέλλον της χώρας.)
Επίσης, η ελληνική κρίση έχει μία ιδιομορφία και ουσιαστική διαφορά από αυτή άλλων χωρών. Το χάλι των δημοσίων οικονομικών δεν έγινε για να τονωθούν οι τράπεζες (οι ελληνικές τράπεζες δεν είχαν τις αδυναμίες των ξένων τραπεζών) αλλά ως αποτέλεσμα χρόνιας κακοδιαχείρισης με ολέθριο βέβαια επιστέγασμα την πενταετία 2004-9. Επίσης, η κατάσταση των ελληνικών δημοσίων οικονομικών δεν περιγράφεται ως απλά κρίση, αλλά ως οριακό σημείο. Έτσι, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη και στις ΗΠΑ υπάρχει η ηθική, πολιτική και οικονομική δυνατότητα για κεϋνσιανου τύπου αντιμετώπιση της ύφεσης (όπως πρεσβεύει π.χ. ο Πωλ Κρούγκμαν), τέτοια δυνατότητα στην Ελλάδα απλά απουσιάζει εντελώς. Δυστυχώς, δεν υπάρχει «Σχέδιο Γ» (όπως αναζητούσε ο Δ. Μητρόπουλος στα ΝΕΑ της 30/9 πάλι), δεν υπάρχει μαγικό ραβδί ούτε βασιλική οδός. Ο δρόμος της δημοσιονομικής εξυγίανσης ειναι μονόδρομος - η πτώχευση θα έχει πολλαπλώς οδυνηρότερα αποτελέσματα.
Πρέπει τέλος να κατεδαφίσουμε το επιχείρημα ότι με το Μνημόνιο ευημερούν οι αριθμοί αλλά πάσχουν οι άνθρωποι. Αυτή η ρήση (του γερο-Παπανδρέου) υπήρξε ίσως εύστοχη στην εποχή της όταν πράγματι η οικονομική πρόοδος δεν έβρισκε αντανάκλαση στο βιοτικό επίπεδο του μέσου ανθρώπου. Όμως, η ρήση δεν έχει καθολική εφαρμογή, και στην ακραία της μορφή, είναι λαϊκισμός. Τι είναι οι «αριθμοί»; Οι αριθμοί (εάν είναι αξιόπιστοι βέβαια!) εκφράζουν το σύνολο. Το σύνολο δεν ισούται (όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως) με το άθροισμα των μερών. Ένα συν ένα κάνει όχι δύο αλλά ζευγάρι, ρούχα μαζί που πλύθηκαν κι έχουν γίνει ροζ, για να θυμηθούμε και το τραγούδι. Δέκα εκατομμύρια κάνουν μία κοινωνία με διαφορετικά χαρακτηριστικά από μία άλλη φαινομενικά ομοειδή. Και, τι είν’ η πατρίδα μας; - αναρωτιέται ο ποιητής. Μην είναι οι κάμποι της και τ’άσπρα της ψηλά βουνά, κλπ.; Όλα πατρίδα μας, κι αυτά κι εκείνα, και (εδώ είναι το σημαντικό) κάτι πούχουμε μες την καρδιά. Το σύνολο λοιπόν διέπεται από χαρακτηριστικά, θεσμούς, κουλτούρα, εθιμικά εμπεδωμένους κανόνες (και βέβαια ψυχολογία και ιδεολογία, όπως στο ποίημα) που κάνουν ένα σύνολο ενδεχομένως να διαφέρει από ένα άλλο ακόμα και εάν έχουν κοινά άλλα χαρακτηριστικά όπως μέγεθος, παραγωγικότητα, ανθρώπινο κεφάλαιο, κλπ. Η θεωρία λέει πως το σύνολο είναι μία ισορροπία κατά Νας (για την οποία ο αναγνώστης μπορεί να δει άλλη καταχώρηση), η οποία διαφέρει από το άθροισμα των μερών. Αυτές οι διαφορές φυσικά αποτυπώνονται και στο οικονομικό πεδίο. Οι «αριθμοί» λοιπόν εμφανίζουν την εικόνα του συνόλου που διαφέρει από το άθροισμα των εμπειριών (και το ατομικό βιοτικό επίπεδο) των «ανθρώπων». Π.χ. το σύνολο (και η αποτυπωμένη εικόνα του στους αριθμούς) μπορεί να είναι τέτοιο που να μπορεί βάσιμα να κάνει τους ανθρώπους να προσδοκούν ένα καλύτερο μέλλον. Ή, σε μία άλλη οικονομία με το ίδιο ατομικό βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων, το σύνολο μπορεί να είναι τέτοιο που να ωθεί τα άτομα προς τα κάτω. Όπως έχουμε πει κι αλλού, η ευημερία των ατόμων πρέπει να εδράζεται πάνω και να περνάει μέσα από την ευημερία του συνόλου, και όχι να πηγαίνει ενάντια σ’ αυτήν. Είκοσι χρόνια μετά τη ρήση του Γεωργίου Παπανδρέου, άρχισαν να ευημερούν και οι άνθρωποι (επί Ανδρέα Παπανδρέου). Σε σημείο μάλιστα που να αρχίσουν να υποφέρουν οι αριθμοί. Το τι σημαίνει αυτό για την ευημερία τελικά των ανθρώπων χρειάστηκε άλλα είκοσι χρόνια για να το διαπιστώσουμε (επί Γιώργου Παπανδρέου, στον οποίο έλαχε ο κλήρος να βγάλει τα κάστανα από την φωτιά).
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό που ζει σήμερα η Ελλάδα είναι πολύ οδυνηρό, ένας καφκικός εφιάλτης. Ένα ξαφνικό τσουνάμι αλλαγών σε όλο το φάσμα της οικονομικής ζωής, στα δημόσια οικονομικά, σφαλιστικό, εργασιακά, διάρθρωση του δημόσιου τομέα, αλλά και ύφεση, ανεργία, συμπαρασύρει μαζί του και το ηθικό της κοινωνίας, την εμπιστοσύνη της στους θεσμούς, στην ηγεσία της, στον εαυτό της τον ίδιο. Οι ηγεσίες (εκτός της κυβέρνησης σε ρόλο πεισματάρη, γενναίου αλλά κάπως απρόθυμου διαχειριστή) εμφανίζονται ανίκανες να εξηγήσουν γιατί, να περιγράψουν και να εμπνεύσουν λύσεις. Και πολλοί, αγνοώντας και περιφρονώντας τα τεράστια επιτεύγματα των μεταπολεμιικών γενεών τα οποία δεν είναι εν πολλοίς αναστρέψιμα, κάνουν ό,τι μπορούν για να εμφυσήσουν στην κοινωνία ψυχολογία ήττας, ειδικά στους νεότερους.
Ασφαλώς είναι πολύ δύσκολο να αποδεχθεί κανείς με ενθουσιασμό αυτό που συμβαίνει τώρα. Όμως, ακόμα και ένα τμήμα της Αριστεράς (το πιο «πεφωτισμένο») βάζει θέμα αναδιάρθρωσης της παραγωγικής βάσης της χώρας, ως θεμελιακό όρο για να προχωρήσει η χώρα στη νέα εποχή και να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της κρίσης και της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Δεν είναι εύκολη υπόθεση. Απαιτεί οργανωμένο σχέδιο, κοινωνικό συμβόλαιο με καθολική και δίκαιη κατανομή των βαρών, και εθνική συναίνεση. Από την αριστερά, δίκαια ως ένα βαθμό αγανακτισμένη από την κρίση, απαιτεί μία διάθεση ιστορικού συμβιβασμού σε βάθος μιάς γενιάς, διάθεση να γίνουν υποχωρήσεις προκειμένου να αποσοβηθούν τώρα τα χειρότερα, και προκειμένου να μπορέσει αργότερα η χώρα να προσφέρει στα παιδιά μας ό,τι πρόσφερε και σε μας.
ΙΙ. ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟ ΣΧΕΔΙΟ
Η δημοσιονομική εξυγίανση ξεκίνησε το 2010 ελπιδοφόρα, με το έλλειμμα κατεβασμένο στο 9% (αν δεν κάνω λάθος) από το 15,6% (τελικά στοιχεία) του 2009, επίτευγμα ουκ αμελητέο. Τα προβλήματα όμως παραμένουν: Τα έσοδα εμφανίζουν υστέρηση (όπως δηλώνει και το μέτρο πανικού της «περαίωσης»), με αδυναμία πάταξης της φοροδιαφυγής και μείωση εσόδων λόγω ύφεσης. Στο σκέλος των εξόδων, επικρατεί η ίδια ή και μεγαλύτερη δυστοκία, καθώς εκεί ουσιαστική πρόοδος συναρτάται με την (ουσιαστική και επώδυνη) επανίδρυση του κράτους. Υπό το κράτος της ανάγκης για μείωση των εξόδων αλλά και κάτω από την πίεση της τρόικας, η κυβέρνηση επιχειρεί δραστικές παρεμβάσεις στις ΔΕΚΟ που θα είναι βέβαια πολύ οδυνηρές αλλά που (για να πούμε την ωμή αλήθεια) απλά αποσκοπούν στα αυτονόητα. Η ύφεση βαθαίνει με ό,τι αυτό συνεπάγεται (κλείσιμο επιχειρήσεων, απολύσεις, ανεργία), μείωση φορολογικών εσόδων και αύξηση επισφαλειών στις τράπεζες. Όλοι οι τομείς της οικονομικής δρστηριότητας έχουν «καθίσει» με ρυθμό της τάξης του -5% για το 2010. Παράλληλα, και παρά την γενική αναγνώριση (και στο εξωτερικό) ότι η Ελλάδα έχει προχωρήσει σε πολύ γενναία μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης, τα επιτόκια των ομολόγων του δημοσίου παραμένουν σε ιδιαίτερα ψηλά επίπεδα (γύρω στο 10%). Και αυτό γίνεται για μία σειρά λόγους, όχι μόνο γιατί οι αγορές δεν αναγνωρίζουν θυσίες και προσπάθειες (που κι αυτό συμβαίνει, εφ’ όσον ο μόνος θεός που γνωρίζουν είναι το χρήμα), αλλά και και λόγω της ψυχολογίας τους που δίνει στα πράγματα μία δυναμική χιονοστιβάδας (λόγω αυτοεκπληρούμενης προφητείας, κλπ.), αλλά και γιατί θεμελιακά δεν ενδιαφέρονται απλά για μείωση του ελλείμματος αλλά για πρωτογενή πλεονάσματα.
Η αδήριτη αριθμητική του χρέους λέει ότι στο τέλος της τριετίας του Μνημονίου, το κρατικό χρέος θα βρίσκεται γύρω στο 150% του ΑΕΠ (υπολογίζοντας και την μείωση του παρονομαστή του κλάσματος, δηλαδή του ΑΕΠ, που θα επέλθει με την ύφεση), καθιστώντας ιδιαίτερα προβληματική έως αδύνατη την αυτοδύναμη εξυπηρέτησή του και την επιστροφή του ελληνικού δημόσιου τομέα στις διεθνείς χρηματαγορές χωρίς τα δεκανίκια της τρόικας. Πιστοποιώντας λοιπόν την πανθομολογούμενη αυτή δύσκολη κατάσταση, η τρόικα συζητά εδώ και καιρό το ενδεχόμενο να βοηθήσει την Ελλάδα και πέραν της τριετίας. Στην προοπτική αυτή φαίνεται ότι αντιδρούν οι Γερμανοί, ίσως όχι επί της αρχής αλλά γιατί δεν θέλουν να δεσμευτούν από τώρα. Φοβούνται (και μεταξύ μας: εύλογα) πως θα ισχύσει ο περίφημος «ηθικός κίνδυνος» της οικονομικής θεωρίας, δηλαδή ότι όταν η απειλή απομακρυνθεί, θα το ρίξουμε πάλι στο σορολόπ. Ή αλλιώς, ότι θα επαληθευτεί η παλιά ρήση δια στόματος Ντίνου Ηλιόπουλου το «στρίβειν δια του αρραβώνος» (Μνημονίου), ή αλλιώς «θα το παίξουμε Αλέκος» (κι έχουμε αρκετούς από αυτούς, αλλά πάει περίφημα και το «Αντώνης»!), ή αλλιώς δανεικά κι αγύριστα. Η αναβλητικότηα και δυστοκία γύρω από την ελληνική προσπάθεια έχουν τέλος να κάνουν και με τις αμφιταλαντεύσεις σχετικά μα την εξεύρεση συνολικής οικονομικής αρχιτεκτονικής για την Ευρώπη και το ευρώ.
Ίσως γι αυτούς τους λόγους δεν έχουμε πάρει μέχρι σιγμής σαφή δέσμευση επιμήκυνσης του Μνημονίου και της περιόδου αποπληρωμής του χρέους των 110 δις ευρώ. Από την άλλη, όλοι αναγνωρίζουν τις γενναιες προσπάθειες της κυβέρνησης και του ελληνικού λαού, βλέπουν και τα στοιχεία, και όταν έρθει «εκείνη η ώρα», πολύ δύσκολα θ αρνηθούν μία συντεταγμένη, οργανωμένη παράταση των χρονικών ορίων αποπληρωμής. Επίσης, κανείς δεν έχει συμφέρον να αποτύχει η ελληνική δημοσιονομική εξυγίανση, η πρώτη και πιο γενναία τέτοια προσπάθεια – αν αποτύχει, τι μήνυμα θα πάρουν όσες άλλες χώρες τυχόν βρεθούν σε ανάλογες δυσκολίες; Και ακόμα και σε σχέση με τις αγορές και τους ιδιώτες επενδυτές/κερδοσκόπους, αλλιώς θα διαπραγματευτείς επιμήκυνση εάν κάνεις μία γενναία και συστηματική προσπάθεια, και αλλιώς όταν μισο-κοροϊδεύεις. ‘Ετσι λοιπόν, ακόμα και αν έχει δίκιο ο διορατικός οικονομολόγος (αλλά και λάτρης της δημοσιότητας και γνωστή «Κασσάνδρα») Νουριέλ Ρουμπίνι, έχουμε τους όρους να προβούμε σε ελεγχόμενη αναδιάρθρωση του χρέους όταν και αν και σε όποιο επίπεδο αυτό χρειαστεί, έτσι ώστε να μην φαλκιδευτεί η όλη προσπάθεια. Αν αυτό λοιπόν είναι αλήθεια, τότε το όλο πλαίσιο αναφοράς της προσπάθειας ανασυγκρότησης αλλάζει, το άγχος απομακρύνεται, και ο ορίζοντας γίνεται μεσο-μακροπρόθεσμος και όχι μέχρι το 2013.
Η διαπίστωση αυτή δημιουργεί μία σειρά νέα δεδομένα. Στη συνέντευξή του στο ΒΗΜΑ της Κυριακής 19 Σεπτεμβρίου, ο Γερμανός μακροοικονομολόγος Γκούσταβ Χορν μίλησε για την ανάγκη εκπόνησης ενός μεσοπρόθεσμου σχεδίου εξόδου από την κρίση (χωρίς να είναι ιδιαίτερα διεξοδικός). Σε ανάλογο μήκος κύματος ο επίσης Γερμανός (και επιφανές μέλος κάποιου από τα ινστιτούτα οικονομικής πολιτικής που ασκούν σημαντική επιρρροή στη Γερμανία) Χανς Βέρνερ Σιν, και ο (άγνωστος σε εμένα), Γαλλο-αμερικανός «οικονομολόγος-φιλόσοφος» Γκυ Σορμάν («δείτε ποιά Ελλάδα θέλετε να έχετε σε 10 ή 20 χρόνια»). Κατά την γνώμη μου, η έμφαση που δίδουν στον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα είναι ιδιαίτερα σημαντική, τοποθετεί τα πράγματα στο σωστό τους πλαίσιο. Βρίσκεται σε αντίθεση με την σιωπηρή αλλά γενική παραδοχή που επικρατεί σήμερα ότι όλα πρέπει να έχουν τελειώσει αισίως μέχρι το 2013, πράγμα που δημιουργεί άγχος και επιβάλλει βεβιασμένους και λανθασμένους προσανατολισμούς. Με βάση τον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα μπορεί να σχεδιαστεί πιο αποτελεσματικά και νηφάλια η ανασυγκρότηση της οικονομίας. Αλλά επίσης, όλ’ αυτά σημαίνου ότι η λιτότητα αλλά ίσως και ο οικονομικός έλεγχος παρατείνονται, το πιθανότερο μακράν πέραν της τριετίας. Ακόμα πιο πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι οι ισχνές αγελάδες θα διαρκέσουν ίσως και δεκαετία, όπως επεσήμανε και ο εκλιπών κυβερνητικός σύμβουλος Τομάσο Παντόα-Σκιόπα.
Κατά την ταπεινή μου άποψη, οι άξονες πολιτικής σε αυτή την κατεύθυνση είναι:
Μεσοπρόθεσμος ορίζοντας
Συνεχίζουμε αμείωτη την προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης σαν να πρόκειται να αποπληρώσουμε το δάνειο των 110 δις ευρώ στην ώρα του. Ουδεμία χαλάρωση της προσπάθειας, ουδεμία απόκλιση από τον στόχο. Και θα πρέπει να αποφεύγονται μισο-υποσχέσεις του είδους ότι θα δοθεί κοινωνικό μέρισμα σε ένα ή δύο χρόνια. Ασφαλώς και θα δοθεί εάν και όταν υπάρξει η άνετη δυνατότητα, αλλά εάν αρχίσουν τώρα τέτοιες υποσχέσεις, οι ανάλογες προσδοκίες θα έχουν λάβει μορφή χιονοστιβάδας μέχρι το 2013 (που θα είναι και εκλογική χρονιά), καθιστώντας την τήρηση των υπεσχημένων αδύνατη.
Όμως παρασκηνιακά διαπραγματευόμαστε την αναδιάρθρωση του χρέους και των 110 δις αλλά και του ιδιωτικού. Αυτό όχι γιατι δεν μπορούμε να αποπληρώσουμε αλλά για να κερδίσουμε έξτρα ανάσα από την μείωση των τόκων από την επιμήκυνση της περιόδου αποπληρωμής. Και νομίζω πως μπορούμε βάσιμα να ελπίζουμε πως και επιμήκυνση θα δοθεί από την τρόικα και θα μπορέσουμε να αναδιαρθρώσουμε ελεγχόμενα το χρέος που είναι σε ιδιωτικά χέρια. Δεν είναι ανάλγητοι οι ευρωπαίοι, εκτιμούν την προσπάθεια, απλά θέλουν να σιγουρέψουν ότι δεν θα υπάρξει εκτροχιασμός. Και με τις αγορές διαφορετικά θα διαπραγματευτείς όταν έχεις πραγματικά προσπαθήσει απ’ ότι αν έχεις αμελήσει.
Εξηγείται νηφάλια αλλά πειστικά στον ελληνικό λαό ότι οι θυσίες έχουν ορίζοντα δεκαετίας, και πριν την παρέλευσή της τα εισοδήματα (σε πραγματικούς όρους) δεν μπορούν να αποκατασταθούν στα προ της κρίσης επίπεδα. Η οδυνηρή αλλά απλή αλήθεια είναι ότι η άνοδος του βιοτικού επιπέδου τα τελευταία χρόνια ήταν πλασματική και δεν θα έπρεπε να έχει υπάρξει καν (για να μην βάλει την οικονομία σε κίνδυνο). Φυσικά, δεν θα έπρεπε να υπάρξει ούτε η ρεμούλα, η σπατάλη και γενική κακοδιαχείριση, αυτό είναι αυτονόητο. Το βασικό όμως είναι ότι η μητέρα όλων των μαχών από εδώ και μπρος είναι να κρατηθούμε στα τρέχοντα επίπεδα και να μην υπάρξει άλλο πισωγύρισμα. Για να γίνει αυτό, πρέπει να υπάρξει αυτοσυγκράτηση όπως περιγράφηκε πιο πάνω (μαζί με τους όρους της καθολικότητας και συλλογικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης που έχουν αναλυθεί σε άλλα σημειώματα). Εάν αποδεχτούμε αυτόν τον ορίζοντα ως πλαίσιο αναφοράς, μπορούμε να σχεδιάσουμε την οικονομική ανασυγκρότηση χωρίς άγχος, έτσι ώστε όταν τα πράγματα τελικά επανέλθουν σε ανοδική φάση, να μιλάμε για μια οικονομία ισχυροποιημένη, χωίς τον κίνδυνο πισωγυρίσματος.
Αναδιοργάνωση του κράτους
Γίνονται ήδη πολλά, αλλά νομίζω πως πρέπει να γίνουν περισσότερα για την κινητοποίηση σε βάθος της κρατικής μηχανής (όπως και της κοινωνίας – αλλά αυτό είναι άλλο θέμα). Η σε βάθος αναδιοργάνωση του κρατικού τομέα εξυπηρετεί διττό στόχο, και την δημοσιονομική εξυγίανση, αλλά και την ανάδειξη της κρατικής μηχανής σε δύναμη προόδου και όχι τροχοπέδη της Ελλάδας. Εάν φαντασθούμε ποιά Ελλάδα θέλουμε σε 10 ή 20 χρόνια, όπως μας προτρέπει ο Γκυ Σορμάν, τότε θα έλεγα πως η ουσιαστική επανίδρυση του κράτους είναι μακράν η πρώτη προτεραιότητα (εκτός από την αποτροπή της πτώχευσης βέβαια). Η προσπάθεια αυτή θα πρέπει να συνεχισθεί με προγραμματική συνέπεια και βάθος, όχι μόνο για να βελτιωθούν τα δημόσια οικονομικά. Έτσι, ακόμα και στην απευκταία περίπτωση της πτώχευσης, θα έχει υπάρξει ουσιαστικό μακροπρόθεσμο κέρδος για την Ελλάδα.
Η αναδιοργάνωση του κράτους έχει βέβαια δύο όψεις: την ανάδειξη του κράτους σε επιτελικό όργανο της κοινωνίας, με προσφορά υψηλού επιπέδου υπηρεσιών που να προσάδει προς ένα σύγχρονο κράτος, με στήριξη αλλά και ρύθμιση και έλεγχο της κοινωνίας μέσα σε ένα λογικό πλαίσιο κόστους` και την πάταξη της φοροδιοφυγής, τόσο για λόγους εισπρακτικούς αλλά και για λόγους ευρύτερης κοινωνικής πολιτικής, διότι με εκτεταμένη φοροδιαφυγη δεν ξέρεις ποιός δικαιούται κοινωνικής στήριξης.
Η φορολογική πολιτική και πρακτική αποτελεί κομβικό θέμα εδώ, διότι συνδυάζει τις οπτικές γωνίες (και αδυναμίες) τόσο της αναδιοργάνωσης του κράτους όσο και της σχέσης πολιτικής με την δημόσια διοίκηση. Δεν γίνεται φορολογική πολιτική μόνο με το ΣΔΟΕ και την Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων, όσο σημαντικός και άν είναι ο ρόλος αυτών των μηχανισμών μέσα σε ένα ολοκληρωμένο φοροεισπρακτικό σύστημα. Οι πληροφορίες λένε ότι οι εφορίες είναι (τουλάχιστον, ήταν στις αρχές του φθινοπώρου) παράλυτες, οι παλαιοί προϊστάμενοι είναι ακόμα στις θέσεις τους, αλλά το κυριότερο, χωρίς αξιολόγηση, σωρίς σαφείς στόχους και εντολές. Το προσωπικό τελεί υπό διαρκή αβεβαιότητα μετάθεσης που όμως δεν πραγματοποιείται. Οι προϊστάμενοι των εφοριών και οι επιθεωρήσεις θα έπρεπε να είχαν αξιολογηθεί, τοποθετηθεί, κινητοποιηθεί με εγκυκλίους και σεμινάρια καιρό τώρα, και ριχτεί στην μάχη πάταξης της φοροδιαφυγής.
Νομίζω μπορούμε, και οφείλουμε, να το πούμε. Η κυβέρνηση φαίνεται πως πάσχει από κάποια περιφρόνηση προς την διοίκηση και τους υπηρεσιακούς παράγοντες, μία αίσθηση (που οι πολιτικοί σε γενικές γραμμές ίσως πάντα είχαν) ότι ο υπουργός και δύο σύμβουλοι-καπέλο στην υπηρεσία μπορούν να τα ρυθμίσουν όλα ενώ οι υπηρεσιακοί παράγοντες είναι ενοχλητικοί κομπάρσοι, αντίληψη που οδηγεί τελικά σε άγνοια των θεμάτων σε βάθος. Δεν λέμε, το ανθρώπινο κεφάλαιο στην διοίκηση στην Ελλάδα έχει γενικά αφεθεί να ξεπέσει σε χαμηλά επίπεδα, σε σημείο που δεν υπάρχει διοίκηση για να εφαρμόσει την κυβερνητική πολιτική, όμως υπάρχουν πάρα πολλοί φιλότιμοι, εργατικοί, γνώστες των θεμάτων, τελικά επαρκείς δημόσιοι υπάλληλοι. Και τέλος πάντων, αυτούς έχουμε, ο στρατηγικός στόχος είναι να ανεβάσουμε το ποιόν της διοίκησης, αλλά τώρα με αυτό που έχουμε θα προχωρήσουμε. Τα θέματα χρήζουν τεχνικής μελέτης που ξεπερνούν τους ορίζοντες και τις δυνατότητες μεμονωμένων κυβερνήσεων, γι αυτό είναι ανάγκη η ανάδειξη αυτόνομης και αυτόφωτης δημόσιας διοίκησης. Είναι επιτακτική ανάγκη να αλλάξει νοοτροπία και στα δύο αυτά μέτωπα σε όλο το μήκος και πλάτος της κυβερνητικής πυραμίδας αν θέλουμε να έχουμε ουσιαστική ελπίδα εξόδου από την κρίση. Χωρίς μέθοδο και χωρίς κινητοποίηση όλης της κρατικής μηχανής δεν μπορούμε να προσδοκούμε ανασυγκρότηση.
Οι προτάσεις που (ξανα)γίνονται εδώ είναι να θεσπισθούν θέσεις υπηρεσιακών (δηλαδή εκ των ενόντων της υπηρεσίας) υφυπουργών (β’, αν προτιμάτε), που θα γνωρίζουν τα θέματα σε περισσότερο βάθος (όπως οι πάλαι ποτέ 29 κατασκευαστές πλυντηρίων: Αυτοί ξέρουν!) και θα (πρέπει να) συμπληρώνουν το προϊστάμενο πολιτικό προσωπικό που δίνει τις πολιτικές κατευθύνσεις. Αλλά οι πολιτικές πρέπει να ετοιμάζονται από μεικτές επιτροπές πολιτικών-υπηρεσιακών παραγόντων. Οι υφυπουργοί β΄ θα εμφανίζονται περιοδικά ενώπιον των αρμοδίων επιτροπών της Βουλής.
Ανάπτυξη - Έμφαση στην υγιή, δυναμική, μη κρατικοδίαιτη, εξωστρεφή ανάπτυξη. Οι βασικές κατευθύνσεις μπορούν να είναι οι εξής:
- Έμφαση στους τομείς όπου έχουμε συγκριτικό πλεονέκτημα (όπως μου θυμίζει και ο καλός φίλος και συνάδελφος Μανόλης Πικουλάκης αλλά και διάφοροι ξένοι συνάδελφοι), αλλιώς είναι σαν να χτυπάμε το κεφάλι μας στον τοίχο. Πρακτικά μιλώντας, ενισχύουμε με αποτελεσματικές δράσεις την γεωργία και αγροτο-βιομηχανία (ο αγρότης είναι και δημιουργός και επιχειρηματίας που κερδίζει καθημερινά την μάχη ποιότητας-κόστους-αγορών), την σύγχρονη, ήπια κτηνοτροφία, τον αναβαθμισμένο τουρισμό (τομείς που κάποτε είχαν λοιδορηθεί – «κηπουροί και γκαρσόνια της Ευρώπης» - μόνο που όπως έγραψε προ καιρού και η Άννα Δαμιανίδου, το να είσαι σωστό γκαρσόνι κατακτιέται δύσκολα), την ναυτιλία (ο Πειραιάς παγκόσμιο ναυτιλιακό κέντρο), και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τους συναφείς βιομηχανικούς τομείς.
- Κύριος μοχλός πρέπει να είναι νέου τύπου ενώσεις αγροτών στον αγροτικό τομέα (οι γνωστοί Συνεταιρισμοί μάλλον πνέουν τα λοίσθια), και επενδυτικά-αναπτυξιακά κεφάλαια σε συνεργασία του δημοσίου με ιδιώτες τράπεζες και επενδυτές. Με άλλα λόγια, επανασυστήνεται η ΕΤΒΑ σε σύγχρονη βάση που μπορεί να μπαίνει συνεταίρος επιλεκτικά σε αξιόλογα νέα επιχειρηματικά σχήματα διαφόρων χαρακτηριστικών (τεχνολογικής αιχμής, περιφερειακό, νέων, γυναικών, κλπ).
- Πιστεύω πως πρέπει να ξαναμπεί στο τραπέζι η παλιά ιδέα του Νίκου Χριστοδουλάκη (γιατί λείπει ο ΝΧ από την προσπάθεια ανασυγκρότησης της χώρας;) περί στήριξης επιχειρήσεων- εθνικών πρωταθλητών (στο μέτρο του επιτρεπτού βέβαια). Ναι μεν στηρίζουμε εκεί που έχουμε πλεονέκτημα, αλλά δεν μπορούμε να αφεθούμε να μας οδηγήσει μόνο η αγορά – χρειάζεται παρέμβαση με κρατική πολιτική. Το θέμα είναι και λεπτό και βαθύ. Η οικονομική θεωρία του εμπορίου παίρνει αρκετά σαφή θέση ενάντια σε τέτοια πολιτική (που θα οδηγήσει ενδεχομένως σε σπατάλη πόρων σε τομείς όπου δεν έχουμε πλεονέκτημα άρα καταδικασμένους, που θα γίνει βορά συμφερόντων, κλπ) αλλά από την άλλη κάποιες επιχειρήσεις μπορούν να γίνουν μοχλός και πόλος ανάπτυξης και για άλλες. Τις χρειαζόμαστε, ειδικά στον βιομηχανικό τομέα.
- Υποδομή. Μπορούμε και πρέπει να διαπραγματευτούμε με την Ευρώπη την ειδική ενίσχυση των επενδύσεων που θα αποτελέσουν έναν βασικό μοχλό. Επιτακτική ανάγκη (έγραψε σχετικα και ο Α. Καρακούσης στο Βήμα προ ημερών).
- Εκμετάλλευση της γεω-οικονομικής θέσης της χώρας (ΝΑ πύλη της Ευρώπης). Αυτό όμως δεν γίνεται με ελλιπή και προβληματική υποδομή, με τον σιδηρόδρομο-μουτζούρη και γέφυρες που (προς το παρόν τουλάχιστον) δεν οδηγούν πουθενά. Έτσι, ξαναγυρνάμε στις επενδύσεις υποδομής. Μία μακρόπνοη και γενναία στρατηγική είναι η αναβάθμιση των σιδηροδρομικών συνδέσεων με βόρεια και βορειοανατολική Ευρώπη, με ευρωπαϊκά κεφάλαια βέβαια. Πρέπει να τα διεκδικήσουμε.
- Και φτάνουμε αισίως στον ΟΣΕ. Δυστυχώς, ο σιδηρόδρομος δεν βρέθηκε ποτέ ψηλά στην ατζέντα (για να το πούμε ευγενικά) της πολιτικής ηγεσίας της χώρας, ανεξαρτήτως χρώματος – αλλά ίσως ούτε και της κοινωνίας. Όμως, σε καιρούς που ο σιδηρόδρομος αναβαθμίζεται εκ νέου στην Ευρώπη, σχεδιάζοντας να ανταγωνιστεί σοβαρά το αεροπλάνο στις μικρο-μεσαίες αποστάσεις, εμείς πρέπει να «προκάνουμε» να αναβαθμίσουμε τον μουτζούρη. Νομίζω πως τα παραδοσιακά σχήματα έχουν πλέον ξεπεραστεί, και πρέπει να γυρίσουμε σελίδα. Προτείνεται η πλήρης ιδιωτικοποίηση του μεταφορικού έργου (ΤΡΑΙΝΟΣΕ) με παράλληλη ανάπτυξη-βελτίωση της υποδομής με ΣΔΙΤ. Η υποδομή θα ανήκει σε κοινοπραξία του υπό δημόσιο έλεγχο ΟΣΕ και των μεταφορικών και κατασκευαστικών εταιρειών, με προσαρμογή των μεριδίων καθώς θα βελτιώνεται η υποδομή.
- Ξένες επενδύσεις. Ακούγεται ωραίο και επικοινωνιακό (το λες και μπουκώνει το στόμα σου, όπως θάλεγε κι ο Καραγκιόζης). Το θέμα είναι τι γίνεται στην πράξη, και αν οι επενδύσεις που θα έρθουν (εάν...) θα είναι προς το μακροπρόθεσμο συμφέρον της χώρας (με μεταφορά κεφαλαίων, τεχνογνωσίας, δημιουργία θέσεων εργασίας) ή θα είναι νεοαποικιακού τύπου (καζίνα και ξενοδοχεία στα καμένα για ποιός ξέρει τι καρυδιάς καρύδια). Σε γενικό επίπεδο είναι σαφές τι εμποδίζει τις ξένες επενδύσεις: η δυσανάλογη σχέση κόστους-παραγωγικότητας, το μικρό μέγεθος της χώρας, η γραφειοκρατία, η διαφθορά, η απελπιστικά αργή Δικαιοσύνη, ίσως και άλλα όπως η υψηλή φορολογία (σε σχέση ειδικά με τους γείτονες, μερικοί πό τους οποίους έχουν φορολογία επιχειρήσεων της τάξης του 15%). Κάποιοι από αυτούς τους παράγοντες αλλάζουν, δύσκολα αλλά αλλάζουν, κάποιοι όχι. Το ουσιαστικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι πως θα «προσελκύσουμε» επενδύσεις, είναι τι κάνουμε στα παραπάνω μέτωπα. Αν θέλετε, τι κάνουμε για να κρατήσουμε τις υπάρχουσες επιχειρήσεις σε μία εποχή ραγδαίας αποβιομηχάνισης. Γι αυτό, θα πρότεινα στον κ. Παμπούκη να αναλάβει τις εξής δράσεις (και αρμοδιότητες!). Να αναλάβει να διερευνήσει σε βάθος τι συνέβη με τα υδροπλάνα του ελληνοκαναδού κ. Πατέλλη, ο οποίος επιχείρησε (και επένδυσε) να φέρει την εκ πρώτης όψεως άριστη ιδέα του στην γενέθλια γη, αποσπώντας πολλούς επαίνους από «αρμοδίους» υπουργούς της ΝΔ (που χωρίς άλλο είχαν στόχο την προσέλκυση επενδύσεων) και συναντώντας απαγορευτικά προσκόμματα στην πράξη. Ομοίως, να αναλάβει να διερευνήσει σε βάθος τι γίνεται με την Κινεζική Cosco, που βλέπει απηυδισμένη να μην τηρούνται όσα συμφωνήθηκαν και έγιναν νόμος του κράτους πριν λίγους μήνες (δηλαδή, χθές!) και να απειλεί να αποχωρήσει σύσσωμη από την Ελλάδα. Θα μπορούσε περαιτέρω ο κ. Παμπούκης να συντάξει λεπτομερή σχετική έκθεση (με ορίζοντα π.χ. έξι μηνών) που να υποβάλει στην Βουλή προς συζήτηση, με εξειδικευμένες προτάσεις για το τι πρέπει να αλλάξει και πως (που καθυστέρησαν οι υπηρεσίες, που διαφώνησαν, πως μπορεί να επιταχυνθεί η διυπουργική συνεργασία, κλπ). Έγκριτος νομικός ο κ. Παμπούκης θα βρει ασφαλώς ενδιαφέρον σε ένα τέτοιο πόνημα, το οποίο θα απαιτήσει χωρίς αμφιβολία κόπο. Αλλά είναι σίγουρο ότι μια τέτοια εργασία θα έχει πολλή περισσότερη ουσία και αξία για την γενικότερη επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των ξένων επενδύσεων, από τα ταξίδια για «προσέλκυση επενδύσεων».
- Συγχαρητήρια σε Βενιζέλο-Μπεγλίτη-υπηρεσιακούς παράγοντες του ΥΠΕΘΑ για την επιτυχή κατάληξη των διαπραγματεύσεων με την ThyssenKrupp/HDW και την Abu Dabi Mar για το μέλλον των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά και των εκκρεμουσών παραγγελιών του Πολεμικού Ναυτικού. Φαίνεται πως με σκληρή και μεθοδική δουλειά, επίπονες διαπραγματεύσεις, και σε βάθος γνώση του θέματος, οδηγηθήκαμε σε μία συμφωνία που διασφαλίζει κατά τον καλύτερο τρόπο το ελληνικό δημόσιο συμφέρον. Μία συμφωνία που δείχνει τον δρόμο για το πώς γίνεται η προσέλκυση (ουσιαστικών) επενδύσεων και που προετοιμάζει το έδαφος για μία ισχυρότερη βιομηχανικά, παραγωγικά Ελλάδα της επόμενης μέρας.
Πολιτιστική επανάσταση
Ναι, πολιτιστική επανάσταση. Το άκουσμά της προκαλεί ρίγος, αλλά εδώ υπάρχει μπόλικο και μακροπρόθεσμο διακύβευμα. Εάν αναρωτηθεί κανείς εάν φταίει η πολιτική για το χάλι της οικονομίας/κοινωνιας ή το αντίστοροφο, ίσως η καλύτερη απάντηση είναι ότι ισχύουν και τα δύο. Το γαϊτανάκι οικονομίας/κοινωνίας και πολιτικής (όπως το έχουμε ονομάσει - ή αλλιώς βάσης και εποικοδομήματος) μπορεί να δίδει πλέον της μίας ισορροπίες κατά Νας (δηλαδή, όπως έχουμε γράψει, παγιωμένες καταστάσεις από όπου κανένα άτομο – είτε ιδιώτης είτε επιχείρηση, είτε πολιτικός – δεν έχει ατομικό συμφέρον να παρεκκλίνει), μία εκ των οποίων είναι και η γνώριμή μας ισορροπία της βαλκανικού τύπου υπανάπτυξής μας. Όπου η γνωστής ποιότητης πολιτική (του θα-θα-θα, της μίζας, κλπ) αφήνει την οικονομία και κοινωνία στην στασιμότητά της, και η αναιμική οικονομία και αχειραφέτητη κοινωνία διαιωνίζουν την πολιτική της μετριότητας. Και το χειρότερο, εθιζόμαστε σε αυτήν την κατάσταση γιατί αυτήν μαθαίνουμε από τα γεννοφάσκια μας, χωρίς να προσφέρεται άλλο πρότυπο. Έτσι, η βαλκάνιά μας ισορροπία «κλειδώνει» διπλά. Η υπανάπτυξη είναι πάνω απ’ όλα στο μυαλό μας, όπως εκεί είναι και η πατρίδα μας κατά τον ποιητή. (Άλλωστε και ο ποιητής αναφέρεται σε μία πατρίδα κάποιας ανώτερης ποιότητας, άρα προσβλέπει σε μία ισορροπία κατά Νας υψηλότερου επιπέδου!) Γι αυτό χρειαζόμαστε αλλαγή νοοτροπίας και μοντέλου συμπεριφοράς, προς κατεύθυνση πιο συνεργατική, συναινετική και λιγότερο συγκρουσιακή (είμαστε όλοι μαζί στην ίδια βάρκα, και εάν τραβάμε προς διαφορετικές κατευθύνσεις η βάρκα θα βουλιάξει – αυτό βέβαια χωρίς να παραγνωρίζουμε τις υπαρκτές και σημαντικές αντιθέσεις), σε κατεύθυνση υψηλού επαγγελματισμού και μακροπρόθεσμης προοπτικής (και όχι λαμογιάς – που δυστυχως κυριαρχεί και, ή μήπως κυρίως;, στον ιδιωτικό τομέα), σε κατεύθυνση εν τέλει εμπέδωσης θεσμών, κανόνων και καταστατικών διαδικασιών μέσα στις οποίες όλοι λειτουργούμε (και δεν κάνουμε όπως βρούμε). Λειτουργούμε σαν ομάδα, βάζοντας το σύνολο πάνω από το άτομο (ασφαλέστατα διαφυλάσσοντας τις ατομικές ελευθερίες), αυτό θα πρέπει να είναι το κεντρικό σύνθημα για την επιβίωση της Ελλάδας στις νέες συνθήκες.
ΙΙΙ. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΦΕΥΧΘΕΙ
Τέλος, ας κάνουμε τέσσερις «αρνητικές» προτάσεις, τέσσερα πράγματα που «δεν» πρέπει να γίνουν:
- Ας μην αποδειχθεί η κρίση η κερκόπορτα του νεοφιλελευθερισμού. Π.χ., βλέπε την επιστολή στις αρχές του φθινοπώρου των επιφανών οικονομολόγων, του (νομπελίστα πλέον) Χριστόφορου Πισσαρίδη και των Κώστα Αζαριάδη και Γιάννη Ιωαννίδη στην Καθημερινή, όπου σε μεγάλο βαθμό τα αναπτυξιακά (ή μήπως «αναπτυξιακά»;) μέτρα έχουν νεοφιλελεύθερη πνοή. (Δεν μπορεί να διαφωνήσει βέβαια κανείς με πολλές από τις προτάσεις που κάνουν, όπως αυτές που βρίσκονται στην κατεύθυνση της πάταξης της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς, εξορθολογισμού του κράτους και της κοινωνικής ασφάλισης, ανάπτυξης υποδομής.)
- Μην ατονήσουν οι ουσιαστικές δημόσιες και κοινωνικές υπηρεσίες υπό το βάρος (ή το πρόσχημα) της συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα όπως έγραψε και ο Γεράσιμος Μοσχονάς προ καιρού στα ΝΕΑ (12-10-10).
- Μην αυξηθεί η ανισοκατανομή του εισοδήματος, τάση που παρατηρείται και διεθνώς αλλά και εντείνεται με την κρίση.
- Μην ξεπουληθεί η Ελλάδα σε εμίρηδες που θα την κάνουν (κακόγουστα και τερατώδη) ξενοδοχεία και καζίνα. Παράκληση/προτροπή: Όχι άλλα καζίνα. Όχι μόνο γιατί είναι νεοαποικιακού τύπου «επενδύσεις», αλλά και για λόγους κοινωνικής ευαισθησίας. Ας ρίξει μια ματιά ο/οι κ. Υπουργός/οί τι γίνεται π.χ. στην Κορινθία που «στέγνωσε» καθώς τα «ακούμπησε» όλα στο καζίνο (διεπόμενη ασφαλώς και από άγνοια και από την αφελή αντίληψη ότι το καζίνο είναι εκεί για να μοιράζει χρήμα). Τέτοια «ανάπτυξη» ας λείπει. Επίσης, θα έλεγα να έχουμε όσο το δυνατό λιγότερα με κάποιον συνταγματάρχη που άμα του δώσεις χειραψία, το χέρι σου μετά θα όζει για πολύ καιρό.
Φυσικά, δεν είμεθα αιθεροβάμονες. Αυτά όλα σε κάποιο βαθμό θα συμβούν (διατί να το κρύψωμεν άλλωστε...). Θα συμβούν για αντικειμενικούς λόγους (γιατί συμβαίνουν παντού, γιατί οι άμεσες προτεραιότητες είναι τώρα διαφορετικές, γιατί σε τελική ανάλυση τι μπορεί να κάνει η κυβέρνηση/δημόσιος τομέας, πόσο μπορεί να ανασχέσει τάσεις που ίσως είναι αδήριτες) αλλά και υποκειμενικές αδυναμίες (σαν κι αυτές που περιγράφηκαν παραπάνω). Είναι και οι θεμελιώδεις αδυναμίες της δημοκρατίας που παίζουν ρόλο (παρ’ ότι είναι μακράν το καλύτερο πολίτευμα, ας μην παρεξηγηθούμε): Μία κυβέρνηση που θα παλέψει για την επιβίωσή της το αργότερο σε τρία χρόνια, πόσο ορίζοντα μπορεί να έχει; Δεν θα πρέπει ως τότε να έχει περαιώσει (για να χρησιμοποιήσουμε τρέχουσα ορολογία!) την δημοσιονομική εξυγίανση έστω και με μεθόδους που αντιβαίνουν εν μέρει στο μακροπρόθεσμο δημόσιο συμφέρον; Και πόσο γενναία μπορεί να είναι, ειδικά όταν απέναντί της έχει μία τελείως ακατάληπτη αλλά και κυνική αξιωματική αντιπολίτευση; Έτσι λοιπόν τα παραπάνω θα συμβούν σε κάποιο βαθμό. Είναι το τίμημα της κρίσης, γι αυτό και (πρέπει να) είναι κυρίαρχος ο στόχος να μην ξαναφτάσουμε σε αυτό το σημείο. Η γενναιότητα και ψυχραιμία της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και του Γιώργου Παπανδρέου προσωπικά δεν αμφισβητούνται. Τώρα που ο φόβος του γκολ (το όντως εφιαλτικό σενάριο της πτώχευσης) δείχνει κάπως να αποσοβείται, χωρίς να χαλαρώνει την δημοσιονομική προσπάθεια, πρέπει να παλέψει, έστω και μέσα στην καταιγίδα, για να βρει η επόμενη μέρα την Ελλάδα μία πράγματι καλύτερη χώρα.
Monday, 10 January 2011
Οι ξένοι φίλοι
[Ο]ι άνθρωποι αυτοί θα ήταν κατάλληλοι για να κυριεύσουν τον κόσμο, φτάνει να ‘ξεραν τι θα πει κόσμος. Όμως δεν ήξεραν. Γιατί ζούσαν μακριά από τον κόσμο [...]
Γιόζεφ Ροθ, Το εμβατήριο Ραντέτσκυ, μτφ. Δ. Δημοκίδης, Εκδόσεις Ροές 2009, σ. 188
Θα τη βάλουμε στο ζυγό τη συφορά, μη φοβάσαι Λουκά μου! του αποκρίθηκε ο παπάς. Θα μπει στη δούλεψή μας, θα το δεις. Δουλειά, υπομονή, αγάπη, να τ' άρματά μας. Έχετε εμπιστοσύνη. .... Ριζώνουμε παιδιά μου, πιάνουμε πάλι στο χώμα, θα πετάξουμε πάλι μπόι, έχετε εμπιστοσύνη!
Νίκου Καζαντζάκη Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, εκδόσεις Ελ. Καζαντζάκη 1974, σ. 171
Οι ξένοι φίλοι ήρθαν να περάσουν μία εβδομάδα μαζί μας τα Χριστούγεννα. Ήταν η πρώτη τους επίσκεψη στην Ελλάδα. Περάσαμε πολύ ωραία, φάγαμε και ήπιαμε κατά το έθιμο, αλλά και περιηγηθήκαμε την Πελοπόννησο, κάναμε βόλτες στην φύση και σε παραδοσιακά χωριά, είδαμε οινοποιεία και ελαιοτριβεία, περιπλανηθήκαμε στο κλεινόν άστυ και στη νυχτερινή Αθήνα. Μέχρι και σουβλάκι φάγαμε στου Μπαϊρακτάρη (χωρίς να τοποθετηθούμε επί του θέματος της διαπλοκής!). Οι φίλοι μας ενθουσιάστηκαν με όλα. Με το φαγητό και το κρασί, την ποιότητά τους δηλαδή και την ποιότητα της εξυπηρέτησης, την φιλοξενία παντού, την ομορφιά της ελληνικής φύσης (ακόμα και στα καμένα!) και των παραδοσιακών πόλεων και οικισμών, μέχρι και με την γενική αισθητική των πόλεων, τα ωραία καφέ, την μαγεία των αρχαιολογικών χώρων και την φροντίδα με την οποία αναδεικνύονται (έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο εντειχίζονται και αναδεικνύονται σε γυάλινες προθήκες στο μετρό και σε μουσεία, αλλά και σε δημόσιους χώρους και μέσα στα καφενεία ακόμα), την διάσπαρτη ιστορία παντού, τη ζεστασιά των ανθρώπων και τη ζωντάνια των πόλεων.
Βέβαια, συμφωνήσαμε πως αλλιώς είναι να είσαι τουρίστας σε ένα μέρος και αλλιώς κάτοικος, διαφορετικά τα αντιμετωπίζεις όλα όταν εμφορείσαι από την ενθουσιώδη ματιά του πρώτου, και αναπόφευκτα εστιάζεις στα προβλήματα όταν εμπίπτεις στην κατηγορία του δεύτερου. Αλλά, συμφωνήσαμε όλοι, αυτό ισχύει για κάθε χώρα, λαό, και πόλη. Όντας καλοπροαίρετοι, αλλά και αντανακλώντας την αγάπη τους για μας, οι φίλοι μας μας βοήθησαν να δούμε την Ελλάδα με άλλο μάτι, να θυμηθούμε ότι μπορείς να δεις κάθε νόμισμα από δύο όψεις, και ότι κι εμείς, αν και από καιρό πλέον απόδημοι, τείνουμε να βλέπουμε τα πράγματα από την ...σκοπιά του μόνιμου κάτοικου. Εν κατακλείδι, οι φίλοι μας μας υπενθύμισαν την οπτική γωνία του μισογεμάτου ποτηριού. Όλα πατρίδα μας, και παρά τις αναντίρρητες δυσκολίες και τα προβλήματα, είναι όλα πολύ ωραία και συνεχίζουν να μας κάνουν περήφανους.
Γειά σου Ελλάδα, μας γέμισες τις μπαταρίες και τούτη τη φορά. Είσαι φτιαγμένη από φίνα πρώτη ύλη, ανθρώπους, περιβάλλον, βοηθάει βέβαια και ο περίφημος καιρός και το υπέροχο φως. Θα βρεις τον βηματισμό σου και θα ξεπεράσεις την δυσκολία. Με ψηλό ηθικό, εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σου, υπομονή, επιμονή, πείσμα, οργάνωση και συντεταγμένη προσπάθεια, συνεργασία και ομαδικό πνεύμα, αλληλεγγύη και αίσθηση κοινωνικής ευθύνης, καθολική και αναλογική συμμετοχή στην κοινή προσπάθεια, θα τα καταφέρεις να επανακάμψεις. Η «επόμενη μέρα» θα σε βρει μία καλύτερη κοινωνία, πάλι σε δρόμο κοινωνικής, πολιτιστικής, ηθικής ανόδου και ανάτασης, με ανοιχτούς ορίζοντες και ικανή αυτοπεποίθηση ώστε να διαλέγεσαι επί ίσοις όροις, χωρίς να μαϊμουδίζεις, με την παγκόσμια πνευματική και πολιτιστική πρωτοπορία. Ο λαός σου είναι ανήσυχος, πολυμήχανος, πολυτάλαντος, με έμφυτη ροπή προς την δημιουργία και το ωραίο, ο τόπος σφύζει από ιστορία, παράδοση και πολιτισμό λαϊκό και λόγιο. Όλ’ αυτά είναι γνωρίσματα που υποστηρίζουν μία ήδη ευημερούσα χώρα, αλλά και που αν καλλιεργηθούν παραπέρα, θα κατοχυρώσουν μία επίζηλη θέση ανάμεσα στην κοινωνία των εθνών, σε βάθος χρόνου.
Γιόζεφ Ροθ, Το εμβατήριο Ραντέτσκυ, μτφ. Δ. Δημοκίδης, Εκδόσεις Ροές 2009, σ. 188
Θα τη βάλουμε στο ζυγό τη συφορά, μη φοβάσαι Λουκά μου! του αποκρίθηκε ο παπάς. Θα μπει στη δούλεψή μας, θα το δεις. Δουλειά, υπομονή, αγάπη, να τ' άρματά μας. Έχετε εμπιστοσύνη. .... Ριζώνουμε παιδιά μου, πιάνουμε πάλι στο χώμα, θα πετάξουμε πάλι μπόι, έχετε εμπιστοσύνη!
Νίκου Καζαντζάκη Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, εκδόσεις Ελ. Καζαντζάκη 1974, σ. 171
Οι ξένοι φίλοι ήρθαν να περάσουν μία εβδομάδα μαζί μας τα Χριστούγεννα. Ήταν η πρώτη τους επίσκεψη στην Ελλάδα. Περάσαμε πολύ ωραία, φάγαμε και ήπιαμε κατά το έθιμο, αλλά και περιηγηθήκαμε την Πελοπόννησο, κάναμε βόλτες στην φύση και σε παραδοσιακά χωριά, είδαμε οινοποιεία και ελαιοτριβεία, περιπλανηθήκαμε στο κλεινόν άστυ και στη νυχτερινή Αθήνα. Μέχρι και σουβλάκι φάγαμε στου Μπαϊρακτάρη (χωρίς να τοποθετηθούμε επί του θέματος της διαπλοκής!). Οι φίλοι μας ενθουσιάστηκαν με όλα. Με το φαγητό και το κρασί, την ποιότητά τους δηλαδή και την ποιότητα της εξυπηρέτησης, την φιλοξενία παντού, την ομορφιά της ελληνικής φύσης (ακόμα και στα καμένα!) και των παραδοσιακών πόλεων και οικισμών, μέχρι και με την γενική αισθητική των πόλεων, τα ωραία καφέ, την μαγεία των αρχαιολογικών χώρων και την φροντίδα με την οποία αναδεικνύονται (έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο εντειχίζονται και αναδεικνύονται σε γυάλινες προθήκες στο μετρό και σε μουσεία, αλλά και σε δημόσιους χώρους και μέσα στα καφενεία ακόμα), την διάσπαρτη ιστορία παντού, τη ζεστασιά των ανθρώπων και τη ζωντάνια των πόλεων.
Βέβαια, συμφωνήσαμε πως αλλιώς είναι να είσαι τουρίστας σε ένα μέρος και αλλιώς κάτοικος, διαφορετικά τα αντιμετωπίζεις όλα όταν εμφορείσαι από την ενθουσιώδη ματιά του πρώτου, και αναπόφευκτα εστιάζεις στα προβλήματα όταν εμπίπτεις στην κατηγορία του δεύτερου. Αλλά, συμφωνήσαμε όλοι, αυτό ισχύει για κάθε χώρα, λαό, και πόλη. Όντας καλοπροαίρετοι, αλλά και αντανακλώντας την αγάπη τους για μας, οι φίλοι μας μας βοήθησαν να δούμε την Ελλάδα με άλλο μάτι, να θυμηθούμε ότι μπορείς να δεις κάθε νόμισμα από δύο όψεις, και ότι κι εμείς, αν και από καιρό πλέον απόδημοι, τείνουμε να βλέπουμε τα πράγματα από την ...σκοπιά του μόνιμου κάτοικου. Εν κατακλείδι, οι φίλοι μας μας υπενθύμισαν την οπτική γωνία του μισογεμάτου ποτηριού. Όλα πατρίδα μας, και παρά τις αναντίρρητες δυσκολίες και τα προβλήματα, είναι όλα πολύ ωραία και συνεχίζουν να μας κάνουν περήφανους.
Γειά σου Ελλάδα, μας γέμισες τις μπαταρίες και τούτη τη φορά. Είσαι φτιαγμένη από φίνα πρώτη ύλη, ανθρώπους, περιβάλλον, βοηθάει βέβαια και ο περίφημος καιρός και το υπέροχο φως. Θα βρεις τον βηματισμό σου και θα ξεπεράσεις την δυσκολία. Με ψηλό ηθικό, εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σου, υπομονή, επιμονή, πείσμα, οργάνωση και συντεταγμένη προσπάθεια, συνεργασία και ομαδικό πνεύμα, αλληλεγγύη και αίσθηση κοινωνικής ευθύνης, καθολική και αναλογική συμμετοχή στην κοινή προσπάθεια, θα τα καταφέρεις να επανακάμψεις. Η «επόμενη μέρα» θα σε βρει μία καλύτερη κοινωνία, πάλι σε δρόμο κοινωνικής, πολιτιστικής, ηθικής ανόδου και ανάτασης, με ανοιχτούς ορίζοντες και ικανή αυτοπεποίθηση ώστε να διαλέγεσαι επί ίσοις όροις, χωρίς να μαϊμουδίζεις, με την παγκόσμια πνευματική και πολιτιστική πρωτοπορία. Ο λαός σου είναι ανήσυχος, πολυμήχανος, πολυτάλαντος, με έμφυτη ροπή προς την δημιουργία και το ωραίο, ο τόπος σφύζει από ιστορία, παράδοση και πολιτισμό λαϊκό και λόγιο. Όλ’ αυτά είναι γνωρίσματα που υποστηρίζουν μία ήδη ευημερούσα χώρα, αλλά και που αν καλλιεργηθούν παραπέρα, θα κατοχυρώσουν μία επίζηλη θέση ανάμεσα στην κοινωνία των εθνών, σε βάθος χρόνου.
Subscribe to:
Posts (Atom)